| |
 |
Artως Radio
|
|
 |
O συνθέτης του μήνα
του Άρη Δούκα |
Σταμάτης Κραουνάκης
ΚΕΙΜΕΝΑ: ΜΠΑΜΠΗΣ ΞΑΡΧΑΚΟΣ, ΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΡΑΟΥΝΑΚΗΣ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΜΑΡΙΑ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, ΑΡΧΕΙΟ ΩΣ3
ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΑΡΗΣ ΔΟΥΚΑΣ
Τραγούδι: Οι φίλοι μου - Σταμάτης Κραουνάκης
Διάρκεια: 04:20 - (1.276KB)
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης - Πρώτη εκτέλεση: Τάνια Τσανακλίδου
Ένα βράδυ που ΄βρεχε...
Του Μπάμπη Ξαρχάκου
 |
Πάνε είκοσι χρόνια από τότε που πρωτοσυνάντησα τον Σταμάτη. Το πρώτο πράγμα το οποίο μου έκανε εντύπωση ήταν το γέλιο του. Η παιδική του ψυχή, ο αυθορμητισμός του και ο τρόπος που αντιμετώπιζε τη ζωή τον έκαναν να ξεχωρίζει. Γίναμε φίλοι και συνεργάτες. Δύσκολοι καιροί και για τους δυο μας.
Και αν σήμερα βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να τον «φιλοξενώ» στις σελίδες ενός περιοδικού, το οποίο με κέφι και μεράκι κατάφερα να στήσω, εν μέρει το οφείλω σε κείνον, που πάντα με ωθούσε να πραγματοποιώ τις πιο βαθιές μου επιθυμίες, να εκπληρώνω τα πιο φιλόδοξα όνειρά μου, με πείσμα, ενάντια σε όλους, ακόμη και στην ίδια μου τη μοίρα.
Ο ίδιος το έχει καταφέρει. Ισορροπεί σαν ακροβάτης σε ένα τεντωμένο σχοινί σε ό,τι κάνει.
Συνθέτει, γράφει, σκηνοθετεί, παίζει, τραγουδάει, ερωτεύεται, πεθαίνει και ανασταίνεται κάθε βράδυ.
Το μυστικό της έμπνευσής του είναι ο έρωτας και τα όνειρά του.
Και οι φίλοι του.
Νοέμβριος 2001. Φτιάχνει τον «δικό» του χώρο στην Αθηναΐδα. Τον συνάντησα τότε στις πρόβες με τη Σπείρα του. Με τα κόκκινα γυαλιά, το κόκκινο στυλό, τα κόκκινα φτερά, την κόκκινη καρδιά, το κόκκινο καραβάκι του. Όταν ακούει τη λέξη πολιτισμός, κλείνει τα μάτια του σφικτά και μυρίζει τον αέρα.
Μου μίλησε για τα όνειρά του, για το life style, τις μίζες, την αγωνία, τα λεφτά, τον πολιτισμό και τον «πολιτισμό», τους φίλους, το «Όλοι μαύρα και ένα πιάνο», τη Σπείρα - Σπείρα, το χώρο που του παραχώρησε η Αθηναΐς, για να τον φτιάξει από την αρχή, όπως ήθελε ο ίδιος, για τις ανάγκες της παράστασης του «Sold out»:
Άνοιξη του 1998. «Είχα γυρίσει από την Καβάλα διαλυμένος, με ένα αποτυχημένο όνειρο, να κάνω μονάδα λαϊκού μουσικού θεάτρου στη Βόρεια Ελλάδα. Μαζί με τον αρχιτέκτονα και σκηνογράφο, Απόστολο Βέττα, φτιάξαμε ένα πολύ όμορφο θέατρο. «Φτύσαμε αίμα». Όλοι στο πλευρό τους: Τουρνάκη, Γιωτόπουλος, Μαστοράκης, Σπυράτου, Χαραλάμπους, Κρίστοφερ. Ολόκληρη η Καβάλα. Ακόμη και η εκκλησία στο πλάι τους.
Εχθροί μας η μίζα, η μιζέρια κάποιων νεόπλουτων παρατρεχάμενων και η πονηριά ορισμένων «κυρίων» της... δημοτικής αρχής. Όλοι αυτοί έτρωγαν καλά από το κονδύλι «πολιτισμός». Τα μάζεψα και έφυγα μόλις έληξαν τα συμβόλαια όλων των ανθρώπων, οι οποίοι με εμπιστεύτηκαν και είχαν «ξενιτευτεί».
Βρέθηκα στην Αθήνα σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, χρεωμένος με δεκαπέντε εκατομμύρια, επειδή πλήρωσα πάρα πολλά από την τσέπη μου για να αισθάνομαι εντάξει.»
Είναι η στιγμή που αλλάζει ρότα. Κάνει το cd Σπεράντζα, ενώ νιώθει ότι πολλές φορές η δισκογραφία τον εγκλωβίζει λόγω της ασχετοσύνης κάποιων. Αυτών που παριστάνουν -άλλος λίγο άλλος πολύ- τους διαμεσολαβητές στο γούστο της -αγοράς-.
«Και γαμώ τα life style. Πού πας να το κάνεις, κούκλα μου, το life style; Στη χώρα που «εφηύρε» την Καρυάτιδα και τον Έφηβο των Αντικυθήρων! Τέλος πάντων...»
Τότε του προτείνει η Σοφία Σπυράτου να κάνει σεμινάρια... Αρνείται. Την άνοιξη του 1999, όμως, κάνει την πρώτη σκηνοθεσία με τους μαθητές του α' εξαμήνου, των σεμιναρίων ερμηνείας τραγουδιού.
«Πιάνο, ξυπόλητοι και όλοι στα μαύρα. Πέντε παραστάσεις. Χαμός! Έσπρωξα τα παιδιά να συνάψουν ομάδα. Ε, με... προσέλαβαν! Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.»
Σπείρα - Σπείρα λοιπόν, με αρχηγό τον «διορισμένο» Σταμάτη Κραουνάκη. Τον Μάρτιο του 2000 σε ένα αποκριάτικο πάρτι ο «αρχηγός» τραβάει με την κάμερά του τους δεκάξι της παρέας που είναι μεταμφιεσμένοι σε ένα τρελόσογο. Αυτό ήταν! Η ιδέα γεννήθηκε και ο Χρήστος Κανελλόπουλος ακούει τον Σταμάτη να του λέει: βρήκα το έργο.
«Από τότε δουλεύεται το Sold out και ανεβαίνει στην Αθηναΐδα. Χωρίς λεφτά ή με ελάχιστα, νιώθω ευτυχισμένος. Είμαι μαζί με ανθρώπους που αγαπώ και με τους οποίους συνεννοούμαι. Αισθάνομαι ότι δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο εκτός από την εξέλιξη της Σπείρας. Χαίρομαι που συναντήθηκα με τον πολυχώρο Αθηναΐς. Ένα απόγευμα, μπαίνοντας στην πρόβα, είδα τον εαυτό μου γέρο, να κάθεται στην καρέκλα μπροστά στη σκηνή. Τότε ίσως να μην μπορώ να πηδάω πάνω στη σκηνή με τόση άνεση, αλλά είναι μια ελπίδα το να μη φοβάσαι την προσεχή σου εικόνα. Αισθάνομαι ότι βρήκαμε το καλλιτεχνικό μας σπίτι. Είναι τιμή για την Αθήνα να έχει έναν τέτοιο πολυχώρο. Είναι και για μένα χαρά που συναναστρέφομαι με ομοϊδεάτες οι οποίοι με κάνουν να ελευθερώνω τις δυνάμεις μου και την επικοινωνιακή μου ανάγκη τόσο δημιουργικά.»
Ένα μουσικό έργο με την αναίδεια της επιθεώρησης
Kαι την ακρίβεια του μιούζικαλ, με δάνεια από τη ρεβί, το καμπαρέ και την οπερέτα, με ήρωες και υπόθεση, και με κεντρικό άξονα τον πρωταγωνιστή της εποχής, το χρήμα. Εκεί που το θέατρο συναντά το τραγούδι γεννήθηκε η επιθεώρηση Sold out. Το έργο ξεκινάει με έναν πλούσιο ο οποίος πεθαίνει στην αγκαλιά της υπηρέτριάς του, ενώ η χήρα με τους υπόλοιπους συγγενείς περιμένουν να ανοίξει η διαθήκη. Μέσα από 26 τραγούδια παρακολουθήσαμε στο πρώτο μέρος το θάνατο και την κηδεία του Αριστείδη και στο δεύτερο μεταφερθήκαμε στο κυβερνοσκυλάδικο «Η κόλαση». Σασπένς στο τέλος για να μάθουμε πού πήγαν τα λεφτά του μακαρίτη!
Ο Σταμάτης Κραουνάκης παίζει τον Εξάγγελο. Η Τζένη Μπότση υποδύεται τη χήρα.
Σπειρίτες οι: η Μαρία Παπαστεφανάκη (η οποία είναι και βοηθός σκηνοθέτη), η Νικολέτα Αναστασίου, ο Χρήστος Κανελλόπουλος, ο Γιώργος Καραδήμος, ο Γιάννης Καραλής, η Ελεάνα Καραντινού, ο Στέλιος Καρπαθάκης, ο Πέτρος Μαργέτης, η Πελαγία Μουρούζη, ο Χρήστος Μουστάκας, η Άννα Σοπιάδου, η Δήμητρα Σταυροπούλου, ο Γιώργος Στιβανάκης, η Βικτωρία Ταγκούλη, η Ηρώ Χαρλαύτη.
Το σενάριο υπογράφουν ο Σταμάτης Κραουνάκης, ο Χρήστος Κανελλόπουλος, ο Χρίστος Θεοδώρου και ο Νίκος Κολάρος.
Τους συντελεστές της παράστασης συμπληρώνουν ο Δημήτρης Παπάζογλου στις χορογραφίες, η Κατερίνα Μαραγκουδάκη στους φωτισμούς, ο Βασίλης Λιακόπουλος στα σκηνικά, ο Ντίνος Πετράτος στα κοστούμια, ενώ πιάνο παίζει ο Χρίστος Θεοδώρου.
Η πρόβα κράτησε πέντε ώρες.
Ξημερώματα. Έξω ψιλόβρεχε. Στο αυτοκίνητο η Μαρία Γιαννοπούλου, μετρώντας τα φιλμ από τις φωτογραφίες που τράβηξε, σιγοτραγουδούσε:
Όσο καίνε ακόμα τα καντήλια μας
λάβα το φιλί θα καίει τα χείλια μας
σώματα θ' ανάβουμε στα στρώματα
και στα πατώματα όλοι αραχτοί
όσο αντέχει ακόμα το σαρκίο μας
κι όσο υπάρχει κάτι στο ψυγείο μας...
Λίγα τα λόγια, πολύ η αγάπη...
Της Λίνας Νικολακoπούλου
Τραγούδι: Τα καντήλια - Σταμάτης Κραουνάκης / Λίνα Νικολακοπούλου
 |
Ηχητικό Ντοκουμέντο |
|
| -Εισαγωγή με τη φωνή της Λίνας Νικολακοπούλου |
|
Διάρκεια: 5:54 - (1.7251KB) |
|
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου / Σταμάτης Κραουνάκης
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης - Πρώτη εκτέλεση: Στ. Κραουνάκης, Λ. Νικολακοπούλου
Η συνάντησή μου με τον Σταμάτη, θεωρώ ότι ήταν μοιραία και το μοιραίο φέρνει πολλές φορές και ένα βάρος, έτσι όπως ακούγεται, αλλά στη δική μας περίπτωση η συνάντησή μας ήταν δημιουργία και του χρωστώ πολλά. Δεν γνωρίζω με τι θα είχα ασχοληθεί εάν δεν τον είχα συναντήσει τόσο νωρίς, γιατί φλερτάριζα και με το θέατρο και με τον κινηματογράφο και με την δημοσιογραφία. Πιστεύω λοιπόν το ότι ήρθα τόσο κοντά σε έναν άνθρωπο που ξεκινούσε κι αυτός εκείνη την εποχή, και γοητεύτηκα από την προσωπικότητά του, άκουσα τις μελωδίες άτυπες, πριν γραφτούν, πριν κυκλοφορήσουν, έτσι μπήκα και εγώ μέσα σε αυτό το βαγόνι του τρένου και αρχίσαμε να γράφουμε τραγούδια μαζί. Ξεφοβήθηκα, έμαθα πολλά δίπλα του, «έπαθα» πολλά δίπλα του. Η σχέση με τον Σταμάτη, το ξέρουν και όλοι οι φίλοι του -γιατί ευτυχώς έχει πολλούς φίλους και πιστούς φίλους που τον αγαπούν-, πάντοτε ήταν τρανταχτή στη πραγματικότητα. Είναι «ζωικός» άνθρωπος και ζωτικός. Του αρέσει η παρέα, του αρέσει η αλήθεια -όση αντέχουμε βέβαια όλοι μας- αλλά σίγουρα δεν θέλει να κρύβεται πίσω από το δάκτυλό του.
Έχω πλούτο αναμνήσεων -ευτυχώς και παρόν κοντά του-, έμαθα μέσα από την αγάπη που του έχω να αντέχω και τη χαρά της δημιουργίας, αλλά και το φόβο και την απώλεια. Έχω χωρίσει μαζί του πάρα πολλές φορές αυτά τα είκοσι πέντε χρόνια που τον γνωρίζω και θυμάμαι τις πρώτες φορές, ότι ήταν σαν να έχανα τον κόσμο. Δηλαδή ένας τσακωμός με τον Σταμάτη ή μια σιωπή μιας εβδομάδας στα τηλέφωνα ήταν σαν να μου τέλειωνε ο κόσμος. Αλλά αγαπώντας τον (θα πω κάτι που θα τον ευχαριστήσει με τα χρόνια) άρχισα να αγαπώ και τον εαυτό μου.
Λίνα Νικολακοπούλου
Ότι πραγματικά υπήρξε δεν το σβήνει ποτέ ο χρόνος
Του Σταμάτη Κραουνάκη
Τραγούδι: Το Ροκ - Σταμάτης Κραουνάκης
Διάρκεια: 03:20 - (892KB)
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου/Σταμάτης Φασουλής/Σταμάτης Κραουνάκης
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης - Πρώτη εκτέλεση: Άλκηστις Πρωτοψάλτη
Η πρώτη μουσική που ακούω νομίζω πως είναι του Μάνου Χατζιδάκι, ή θέλω να είναι του Χατζιδάκι. Ένα κόκκινο ραδιόφωνο έπαιζε συνέχεια στην κουζίνα. Ως τα δώδεκά μου χρόνια δεν είχα καμιά ιδιαίτερη κλίση, δεν ήξερα τι θα γίνω. Καταλάβαινα πως ίσως κάνω κάτι με το θέατρο. Από την Τρίτη Δημοτικού έγραφα θεατρικά έργα. Μάζευα τις πιο αλαπούρπουδες και τους πιο φλώρους, φυσικά, γιατί όλοι οι άλλοι παίζανε μπάλα. Τσούρου-τσούρου και ταρατατζούμ και κάναμε θέατρο. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε και στο Γυμνάσιο. Ήμουν πάντα του μεικτού θεάτρου, δεν ήμουν ποτέ μόνο του μουσικού. Ήθελα, όμως, πάντα τις χάντρες, τις πούλιες, τη μουσελίνα.
Στάθηκα ένα πολύ τυχερό παιδί όσον αφορά στους γονείς μου. Και η μαμά μου και ο μπαμπάς μου ήταν πολύ χαρούμενοι άνθρωποι. Είχανε ένα σπίτι όπου μπαινόβγαινε κόσμος. Θυμάμαι από πολύ μικρός ένα σπίτι όπου βαρούσαν συνέχεια οι μουσικές.
Μου έχει συμβεί πολλές φορές στο πέρασμα των χρόνων να εκδικηθώ κάποιους ανθρώπους μ' ένα τραγούδι. Πιο συγκεκριμένα έχω εκδικηθεί για μια «σχέση» αποτυπώνοντάς την μ' ένα τραγούδι. Έχω στείλει μηνύματα σε ανθρώπους με τα τραγούδια μου. Τα έχω στείλει, μάλιστα, όχι μόνο την ώρα που συμβαίνανε τα δύσκολα αλλά και μετά από χρόνια. Έχω ρίξει πιστολιές χρησιμοποιώντας και τον πόνο και τη διάθεση για εκδίκηση. Δεν έρχεται ποτέ στιγμή που να μην μας ενδιαφέρει κάτι που πραγματικά υπήρξε. Γίνεται να μην μας ενδιαφέρει κάποιος που πραγματικά έχουμε αγαπήσει ότι κι αν έχει γίνει ή όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει; Ότι πραγματικά υπήρξε δεν το σβήνει ποτέ ο χρόνος. Ότι κι αν έχουμε κάνει στη ζωή μας, συνεχίζουμε να είμαστε οι ίδιοι και να το φέρουμε. Οι άνθρωποι που μας πληγώνουνε ερωτικά το κάνουνε γιατί δεν αντέχουν τον εαυτό τους. Με αποτέλεσμα να χρεώνουν στον άλλον που δεν φταίει πάρα πολλά.
Η μεγάλη σύγκρουσή μου με το ευρύτερο κοινωνικό μου περιβάλλον εκδηλώνεται γύρω στα δεκαπέντε μου χρόνια. Με έχουν βρίσει στην ηλικία αυτή με την κατακραυγή «αυτός ντύνεται σαν χίπυς» ή «Αυτός ντύνεται σαν αδελφή» ή αυτός αφήνει τα μαλλιά του ή αυτός κουρεύεται. Έχω, όμως, ένα σπίτι που με στηρίζει, ένα σπίτι νοικοκυρεμένο αλλά «free». Mάνα, βέβαια, λίγο γκρινιάρα, αλλά ο μπαμπάς μια χαρά. Βέβαια και η μάνα μου, που τότε γκρίνιαζε, τώρα έχει βάλει μυαλό. Στις συγκρούσεις μου, δηλαδή, με τον κοινωνικό περίγυρο, ακόμη και με το σχολείο, το σπίτι ήταν σύμμαχος. Το ότι δεν έχω φόβους ίσως να οφείλεται σε αυτό το γεγονός. Στην πραγματικότητα είχα συγκρούσεις με το σπίτι μου, ή μάλλον μια μόνο μεγάλη σύγκρουση, όταν καταλάβανε ότι είμαι καλλιτέχνης και ότι δεν θα ασχοληθώ με τις σπουδές μου.
Πάντειος, 1973, μουσικά και θεατρικά δρώμενα στη Σχολή. Γνωριμίες με ανθρώπους, μετέπειτα φίλους και καθηγητές. Τα φοιτητικά μου χρόνια υπήρξαν για μένα πολύ ωραία εποχή. Η δράση γενικότερα ήταν πολύ ανεβασμένη. Δεν τελείωσα, όμως, ποτέ τις σπουδές μου. Από το δεύτερο, ήδη, έτος της Παντείου αρχίζω και δουλεύω στο θέατρο.
Γνωρίζω την Λίνα Νικολακοπούλου, αρχίζουμε να γράφουμε τραγούδια, μετά τα πράγματα εξελίχθηκαν πολύ ραγδαία. Όλα αυτά συμβαίνουν συμβαίνουν ταυτόχρονα με την κάθετη οικονομική καταστροφή του πατέρα μου. Διάλυση πλήρης του πατρικού σπιτιού, όλη αυτή η χαρά της εφηβείας διακόπτεται, ακριβώς, με την ενηλικίωσή μου, στα είκοσι ένα μου χρόνια. Έχω παρατηρήσει κάτι περίεργο στη ζωή μου, όπως θα το έχουν παρατηρήσει και άλλοι στη δική τους ζωή, να ορίζονται πολλές φορές τα πράγματα χάρη σε αλλότριες δυνάμεις. Δεν ξέρω, δηλαδή, κατά πόσο θα είχα στραφεί επαγγελματικά στη μουσική σε περίπτωση που δεν είχαμε «φάει» το οικογενειακό στραπάτσο. Το ότι χρειάστηκε την ώρα εκείνη να βρω και να νοικιάσω σπίτι, να ζήσω, έχοντας πρώτα βρει δουλειά, με έκανε να συγκεντρωθώ και να δουλέψω πάρα πολύ. Τα δέκα πρώτα χρόνια, 1973-1983, έχω γράψει πάρα πολλή μουσική, και μάλιστα καλή μουσική, που άλλη έχει εκδοθεί και άλλη όχι. Αυτά τα δέκα πρώτα χρόνια που κλείστηκα στον εαυτό μου, ώστε να επιτεθώ με επικοινωνιακή δύναμη, είναι γεγονός που το έπραξα συνειδητά, γιατί έπρεπε κάτι να αποδείξω. Μια ανάλογη στιγμή υπήρξε η Πρωτοχρονιά του '73. Έχουν χωρίσει οι γονείς, δεν έχουμε μία, τινάζεται με λίγα λόγια το σπίτι στον αέρα. Μέσα σε μας, όμως, τα παιδιά, όλα αυτά δεν λειτουργούν δραματικά, λειτουργούν μ' έναν «αμερικάνικο», για να το πω έτσι, τρόπο. Φαίνεται, όπως κόβεται εκείνη τη στιγμή ο αφαλός από το πατρικό σπίτι, γίνεται έντονη η γεύση του απολεσθέντος παραδείσου. Και η απώλεια αυτή αρχίζει να εκφράζεται, γίνεται ένας λυγμός μέσα στο τραγούδι.
Θέλω, κάποια στιγμή, να πάρει την απόφαση ο άλλος για το πού θα πάμε, τι θα φάμε, ποιους θα συναντήσουμε ή δεν θα συναντήσουμε. Από πολύ μικρός, δυστυχώς, είχα την κατάρα του ανθρώπου που αποφασίζει. Επίσης, το φόβο των άλλων: «Πώς θα του το πούμε, πώς θα το πάρει, κι αν δεν του αρέσει, τι θα κάνουμε;» Αν και δεν είναι ευχάριστη η κατάσταση αυτή, το έχω πάρει απόφαση. Αν εξαιρέσει κανείς τη δεκαετία της ενηλικίωσης, που ήταν μια δεκαετία με μια ωραία ελευθερία γιατί μου «έτρεξαν» όλα τότε, μια δεκαετία που δεν μου έμειναν απωθημένα στον έρωτα γιατί ήταν «όπου γης και πατρίς», έμεινα πάντα ένα παιδί μέσα στον έρωτα. Δουλεύει πάντα μέσα μου μια αναγνώριση και μια κατανόηση του άλλου. Οι άνθρωποι στον έρωτα είναι σαν τα πουλιά: να μαζευτούνε κάπου που να μην βρέχει και να μην κάνει κρύο. Ο έρωτας είναι ένα μικρό καταφύγιο που, αν είσαι ανοιχτός με τον σύντροφό σου, μπορεί να σε ελευθερώνει σε μεγάλο βαθμό, να σου γεμίζει τρομερά τις μπαταρίες. Αλλά χρειάζεται η κατάθεση και η θυσία να είναι ένα καθημερινό γεγονός. Και να μην γίνονται για το σεξ, αλλά για τη σχέση στο σύνολό της.
Κάποια στιγμή αισθάνθηκα πως όσα κακά κι αν έχω κάνει στη ζωή μου, τα έχω ξεπληρώσει με τόση τρεχάλα, τόσες ενοχές. τόσες μεταλήψεις, τόσα διαβάσματα. Τα κομποσκοίνια δεν τα πέταξα γιατί είναι αγιοτικά. Τα έφτιαξα μιαν αρμαθιά και τα κρέμασα στο εσωτερικό μέρος της πόρτας του σπιτιού μου. Αν πρέπει να το γράψω κάπως χοντροκομμένα, θα έλεγα πως τον έχω «φάει» το Θεό μου πια. Ακόμη με ελέγχει και με μαστιγώνει, αφού γνωρίζω τις αδυναμίες μου, αλλά στην πραγματικότητα τον έχω καταπιεί. Δεν έχω ανάγκη να ψάχνω να τον βρω στο περιβάλλον μου. [...] Καμιά φορά, μάλιστα, «μαλώνω» τους φίλους μου να μην λένε συνέχεια «Παναγία μου», γιατί έχει δουλειές η γυναίκα. Όμως το «χούι» να μαζεύω Παναγίες δεν μ' έχει ποτέ αφήσει, έχω καμιά εικοσιπενταριά Παναγίες στο σπίτι μου. Όπου πηγαίνω και υπάρχουν Παναγίες, τις κοιτάζω προσεκτικά και παρατηρώ με πόση γοητεία οι άνθρωποι, από τόπο σε τόπο, αυτή τη μάνα του κόσμου την παριστάνουν αλλού να χαμογελάει, αλλού να είναι σκληρή, αλλού αυστηρή. Και χαίρομαι να τους μιλάω. Τώρα με τα χρόνια, όπως έχει ασκηθεί η ψυχή μου, ακούω και τους πεθαμένους. Μ' έχει επισκεφθεί ο Χατζιδάκις. Ήρθε στην παράσταση ένα βράδυ, σαν λέιζερ, κι έπειτα έφυγε.
Αν θέλω να θυμηθώ τα καλοκαίρια μου, πηγαίνω πολύ πίσω, στα παιδικά μου χρόνια. Μόνον ως παιδί τα θυμάμαι. Όλα τα υπόλοιπα, από τα δεκαπέντε μου και μετά, δουλεύω, έτσι τα καλοκαίρια ήταν λίγες μόνο μέρες. Από τα δεκαπέντε και μετά, ο Χειμώνας που ερχόταν έπρεπε να με βρει με λεφτά. Ή έπρεπε να διαβάζω, όσο ήμουν ακόμη στο Γυμνάσιο, για να δώσω εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Αν αισθάνομαι ότι πρέπει να κρατήσω κάτι από τα καλοκαίρια, είναι η Επίδαυρος, το Ηρώδειο και τα θερινά σινεμά. Η χαρά που αισθανόμουν, ως παιδί, όταν πήγαινα να πάρω το πούλμαν της «Περιηγητικής» για να πάω στην Επίδαυρο. Αυτό, περιέργως, ως τις αρχές του '80, γιατί μετά δεν είχα να δω τίποτε που να μ' ενδιαφέρει, το ήξερα πως δεν είχα τίποτε να δω. Όταν μπήκα στη σπουδή των αρχαίων κειμένων, κατάλαβα πόσο μεγάλη είναι η απόσταση από κείνο που βλέπαμε ως παράσταση. Έπρεπε να φτάσω στην ηλικία που είμαι για να καταλάβω τι ωραίο είναι το καλοκαίρι σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.
Μιλώντας για τις γυναίκες της ζωής μου, θα ήθελα να γράψω για τις δυο γιαγιάδες μου. Η μια έπαιζε στο πιάνο κάτι πολύ ωραία κομμάτια, το «Fur elise» και το «Le mariage des fees». Η δεύτερη γιαγιά έπαιζε μαντολίνο και μου μιλούσε τούρκικα. Αυτές οι δυο γιαγιάδες υπήρξαν πολύ «χρήσιμες» για μένα. Κοινωνικές, καλοσυνάτες και πολυλογούδες. Αλλά κι εγώ ήμουν ένας θαυμάσιος ακροατής που τις τσίγκλαγα συνέχεια. Συνέχιζα να μιλώ με τις γιαγιάδες μου ενώ είχα μεγαλώσει. Είχα πλήρη συνείδηση ότι είναι δυο γιαγιάδες-πηγές. Διατηρούσα μια πολύ ελεύθερη σχέση μαζί τους και τα πράγματα που τις ρωτούσα συχνά πυκνά ήταν αυτά που λέμε «σόκιν». Τις δυο αυτές γιαγιάδες τις βάζω πρώτες στη σειρά των γυναικών της ζωής μου, η μάνα μου ακολουθεί. Συνιστούσαν ένα αχτύπητο ντουέτο, η μια ήταν πασίχοντρη, η άλλη πασαδύνατη. Με το ίδιο ύψος και οι δυο, έμοιαζαν, όταν ήταν μαζί, σαν το δέκα το καλό. Η μάνα μου, από την άλλη, μου έμαθε δυο πολύ σημαντικά πράγματα: το γούστο και την τάξη. Αν και ήταν ένα λαϊκό κορίτσι, χωρίς σπουδές, είχε ένα σπουδαίο γούστο αλλά και νοικοκυροσύνη. Όσο κι αν φαίνομαι τσαπατσούλης, στην πραγματικότητα είμαι τρομερά νοικοκύρης. Ξέρω πού έχω βάλει το κάθε τι. Το ίδιο, όμως, συμβαίνει και μέσα στο κεφάλι μου. Οργανώνω και χτίζω τα πράγματα με τρομερά μεγάλη συνέπεια και ευκολία.
Μετά τις τρεις αυτές γυναίκες (και τελεία) είναι η Λίνα Νικολακοπούλου. Δεν μιλώ μόνο για την ουσιαστική καλλιτεχνική μας συμπόρευση. Όταν τη γνώρισα, ένα νέο κορίτσι, ζήσαμε έναν πάρα πολύ μεγάλο και αθώο εφηβικό και μετεφηβικό έρωτα. Αντέξαμε και η ίδια κι εγώ, ως πνευματικοί άνθρωποι αργότερα, αυτό τον έρωτα να τον μεταλλάξουμε σε μια πάρα πολύ δυνατή σχέση αγάπης. Υπήρξε για μένα, ταυτόχρονα, ένας μεγάλος αστυφύλακας, που μ' έσπρωχνε προς την έρευνα και δεν μ' άφηνε να γλιστρώ στην ευκολία. Πολλές φορές, προκειμένου να μου τινάξει τον άλλο μου εαυτό στην επιφάνεια (όταν πήγαινε το θηρίο να μπει σε ύπνωση), μ' έχει πληγώσει πολύ άσχημα. Όταν χρειάστηκε, υπήρξε αλύπητη. Δεν είναι υπερβολή να γράψω ότι είναι η μοναδική γυναίκα που έχω, εν επιγνώσει, ερωτευτεί και η μοναδική γυναίκα που της έχω τυφλή εμπιστοσύνη. Μακαρίζω τη ζωή γιατί τα χρόνια μας έχουν φέρει σε μια πολύ σπουδαία στιγμή ώστε να μας ενώνει το ίδιο γέλιο για τα πράγματα, η ίδια ματιά, αν και είμαστε τόσο διαφορετικοί άνθρωποι ως χαρακτήρες.
Σταμάτης Κραουνάκης
Τραγούδι: Στη σκιά - Σταμάτης Κραουνάκης
Διάρκεια: 03:39 - (1.065KB)
Στίχοι: Σταμάτης Κραουνάκης
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης - Πρώτη εκτέλεση: Σταμάτης Κραουνάκης
Δέκα χρόνια Σπείρα Σπείρα
Του Σταμάτη Κραουνάκη
10 ΧΡΟΝΙΑ ΣΠΕΙΡΑ ΣΠΕΙΡΑ
Τραγούδι: Kυκλοφορώ κι οπλοφορώ+Καντήλια+Γάτος - Σταμάτης Κραουνάκης/Σπείρα Σπείρα
Διάρκεια: 04:57 - (1.160KB)
Στίχοι: Σταμάτης Κραουνάκης, Λίνα Νικολακοπούλου - Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
Ξεφυλλίζοντας την καρδιά μου όσα έκλεισε μέσα της αυτά τα δέκα χρόνια μένει μόνο αγάπη και υπομονή. Κάτι που δεν είχα και το απόκτησα χάρη στο σχολείο αυτό. Είναι η Σπείρα σχολείο; Είναι. Έπρεπε να τους μάθω δυο πράγματα. Ότι το τραγούδι είναι προσωπική παράσταση και ότι η διάδοχη από τραγούδι σε τραγούδι ένα σενάριο, όπου ο κάθε παίκτης οφείλει να παραδώσει στον άλλον τον πήχη ακόμα πιο ψηλά. Ποια επιτυχημένη συνταγή! Ποιο μυστικό; Θέλετε να μάθετε πόσο κοστίζει κάθε χρόνο σε κόπο, ιδρώτα, χρήματα η εκπαίδευση της Αρτιότητας; Η μη ένταξη στη λογική της αρπαχτής; Πόσες φορές προβάρονται η κάθε σκηνή, η κάθε αντίδραση; Η κάθε κίνηση; Αν δε γεμίσει κάθε βράδυ το αιθουσάκι, στο τέλος της χρονιάς ο ...Σταμάτης πληρώνει το τίμημα της «ελευθερίας» μας... και της ελευθερίας του.
Η ερώτηση κάθε Κυριακή: «Τι πήραν τα παιδιά;»
Το κοινό μάς χάρισε την αντοχή στο χρόνο και η συμφωνία μας να παραμείνουμε στις θέσεις μας όσο αντέχουμε. Ας μην παραπονιόμαστε, αντέξαμε, κάναμε τα Χορικά -μεγάλη στιγμή!- το Ηρώδειο -ιστορική βραδιά! Ο ουρανός που μας ένωσε, αυτός θα δώσει και το σημάδι για το πότε θα σταματήσουμε, προς το παρόν πάμε για άλλη μια δεκαετία «στοίχημα».
Βγάλαμε κι ανθρώπους χρήσιμους. Καμαρώνω: όπου πάνε τα «παιδιά μου» ακούω τα καλύτερα. Απ' την άλλη αρνούμαι να είμαι ένας πατέρας σπασίκλας και αυστηρός. Παρά μονό όταν δε σέβονται το ταλέντο τους. Σωστά μάλλον μου τους έστειλε ο Θεός. Την ώρα που θα άρχιζα να επαναπαύομαι μάλλον... Ξαναμπήκα πρώτος εγώ στην πειθαρχία... Δεν υπάρχει αυτονόητο. Από την αρχή.Τα φωνήεντα είναι μακρά και βραχέα, έτσι ανοίγω πάνω στο ρυθμό τη φράση μου. Οι νότες είναι εργαλεία. Άλλες μιλιούνται, άλλες τραγουδιούνται.
Στόχος: να φωτιστεί το περιεχόμενο!
Απλά πράγματα. Το δυστύχημα είναι ότι τα παιδιά έρχονται από τις σχολές «πυροβολημένα». Δεν έχουν ενημερωθεί για τα απλά. Είναι ανταγωνιστικοί. Δεν έχουν μέτρο. Δεν έχουν ρυθμό. Είναι πολύ σκληρή η δουλειά πια: Δεν κάνεις; Έφυγες. Κανείς δε δίνει χρόνο για να σε βελτιώσει. Ίσως αυτό να είναι σε μας που κάνει τη διαφορά. Απ' την άλλη επειδή αντέχουμε ως αυτοδιαχειριζόμενοι και τις δύσκολες μέρες -με προσωπικά κόστη ο καθένας, αλλά τα καταφέρνουμε, δεν κινδυνεύουμε- να το κλείσουμε επειδή δε βγαίνει ο επιχειρηματίας!
Είναι κατανοητό αυτό, δεν είναι;
Κάθε χρόνο δίνουμε εξετάσεις από την αρχή στο κοινό.
Πέρσι «βάλαμε δύσκολα». Έπρεπε. Ήταν μια χρονιά που κάηκε η Αθήνα, σκοτώθηκε ένα παιδί - κάναμε ένα «μαύρο» θέαμα. Μελοποιήσαμε ποιητές.
Κερδίσαμε κοινό που μέχρι τότε δε μας είχε και για πολύ σοβαρούς. Απ' την άλλη, οι σταθεροί μας, του επιθεωρησιακού, κωμικού μας χαρακτήρα «πελάτες» ψιλοδυσαρεστήθηκαν... Έτσι είναι αυτά, δεν πειράζει. Φέτος ξεδίνουμε, άλλαξε το αίσθημα ολονών μας έτσι κι αλλιώς... Κάτι ελπίζουμε. Τραγουδάει ο κόσμος, χορεύει, ανεβαίνει στη σκηνή. Είναι πάρτι σε φτωχογειτονιά. Είμαστε πιθανόν το πιο φτηνό θέαμα στην πόλη. Φεύγουν όλοι ανεβασμένοι. Αυτό μου λένε την επόμενη μέρα. Το παιδικό μας έγινε μια κούκλα.
Ήρθε ο Βασίλης Βασιλάκης, μια ηθοποιάρα, παλιός μου κολλητός από τον Κουν, και η Ηρώ Σαΐα, πρώτο σπειρίτισσα από το '98, από τα πρώτα μας παιδιά, επέστρεψε φέτος. Μετά από 5 χρόνια θητείας στο καλό τραγούδι, αποφάσισε να γραφτεί στη σχολή του Αρμένη, να πάρει και τη θεατρική σπουδή επίσημα, και φτιάξαμε μια παιδική παράσταση πολύ όμορφη για τα Αθηναιόπουλα. Να και τρεις καινούργιοι Σπειρίτες εδώ: ο Γεροντίδης, η Κρητικού και η Σκαφτούρου. Δυο πράγματα με κάνουν να φχαριστιέμαι, καθώς κυλάει η ζωή μας εδώ που ζούμε. Είναι δύσκολο πολύ σε σκοτεινούς καιρούς να δουλεύεις για το φως. Αλλά η ανταμοιβή και η χαρά που γυρνάει πίσω δεν αποτιμάται με λεφτά.
Είναι πάγια υποθήκη στο χρόνο. Αυτό εξάλλου μάς κατάντησε από ένα λαό που τραγουδούσε, σ' ένα λαό που μιλάει μόνο για το χρήμα. Το άλλο είναι ότι μετράω ονόματα ανθρώπων που άνοιξαν τα φτερά τους από δω και μετράω τα αστέρια μας: Ευσταθία, Καραδήμος, Ρίτα Αντωνοπούλου, ο Γιαννάκης ο Καράλης, Βικτωρία Ταγκούλη, ο συνθέτης Χρήστος Θεοδώρου, ο Χρήστος Κανελόπουλος, εξαίρετος περφόρμερ και πολύ καλός στιχουργός, ο Στέλιος Καρπαθάκης, φωνή σπουδαία. Η φίλη μου η Αντιγόνη Αραμπατζόγλου στο Ρέθυμνο, μετά από ένα σεμινάριό μου στα Ανώγεια, οργάνωσε τις «Φωνές του Νότου», μια Σπείρα της Κρήτης μ' έναν τρόπο. Ανοίγει ο στρατός και ανοίγουν και τα τραγούδια φτερά.
Τώρα, σήμερα το πρώτο μας ρεπό. Έστειλα διορθώσεις στην Ελεάννα που κάνει βοηθός μου στο παιδικό, περνάει στο κομπιούτερ τη μετάφραση του «Βικτόρ ή τα παιδιά στην εξουσία» που έκανε για μας η Αλεξάνδρα Παντελάκη, για να αρχίσω να δουλεύω το λιμπρέτο... για το φεστιβάλ τον Ιούνιο! Το πρώτο μας μιούζικαλ. Μιλήσαμε το πρωί...Μετά οι άλλοι ετοιμάζουν το φροντιστήριο για την πρόβα.
Δέκα ξενύχτια και μετά πρόβα.
Η Παρθένα φωνάζει ότι μαλάσανε τα φωνητικά. Ο Άρης τούς μαζεύει για διορθώσεις. Η Άννα τα 'χει φτύσει. Παίζει ακορντεόν και στα 2 έργα και κάνει πτυχίο στα θεωρητικά. Ο Μουστάκας μαζεύει υλικό για το σουρεαλισμό. Ο Στηβ ξανατσεκάρει τη μετάφραση. Η Σοφία, η κρουστός μας, ζητάει μαρίμπα και βιμπράφωνο -ευχαρίστως δεχόμαστε μαρίμπα και βιμπράφωνο, αν σας περισσεύουν. Ο Νίκος Χατζόπουλος, ένας από τους καλύτερους Έλληνες μπασίστες, προτιμάει το χαμηλό μας μεροκάματο και το γουσταριλίκι του. Ο Τζερόμ έχει αποφασίσει να μου ραπάρει τα άπαντά μου. Η Κοσκινά αγχώνεται με τον επόμενο ρόλο από τώρα. Ο Μοσχονάς δεν παίζεται στα τούρκικα τραγούδια- βρήκε πρωινή δουλειά για να ισοφαρίζει. Τέλος η Λέμπερου είναι συνταρακτική λαϊκή τραγουδίστρια και διαβάζει κλαρίνο σαν παλαβή. Αυτή είναι η κατάσταση μας.
Η Γιούλα Αναγνωστοπούλου, η Ελένη Συροπούλου, η Δέσποινα Κραουνάκη και η δικηγόρος μας Έλενη Κατσάρου και ο λογιστής μας Βασιλης Λερουνης είναι η ασπίδα μας. Σημειώνω και τους επαγγελματίες που γίνονται Σπείρα κάθε τόσο.Η απόφαση της σπουδαίας Αργυρώς Καπαρού να είναι συνειδητά μάχιμη τέταρτο χρόνε κοντά μας, αλλά και τα μωρά μας, όσοι πέρασαν από εδώ: Παπίου, Πωλίνα, Μελίνα Τανάγρη, Τζένη Μπότση, ο Γιώργος ο Νανούρης.
Είναι πολλοί οι άνθρωποι που δεν έχουν δεχτεί να πληρωθούν από μας κι άλλοι που είναι έτοιμοι να τρέξουν μόλις τους το ζητήσω. φίλοι μου για πάντα μες στη ζωή κλείσαμε δεκαετία ούτε που το κατάλαβα! Χωρίς την αγκαλιά της Αθηναΐδας... Δε θα είχαμε καρπίσει.
Σταμάτης Κραουνάκης
10 ΧΡΟΝΙΑ ΣΠΕΙΡΑ ΣΠΕΙΡΑ
Τραγούδι: Το ποντίκι - Σταμάτης Κραουνάκης/Σπείρα Σπείρα
Διάρκεια: 03:03 - (713KB)
Στίχοι: Σταμάτης Κραουνάκης
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης - Πρώτη εκτέλεση: Σταμάτης Κραουνάκης/Χρήστος Στέργιογλου
|
|