iΑρχικήiσελίδα

iΤαυτότητα

iΠεριεχόμενα

iΑφιερώμαται

iΑrtως Radio

iΑrtως TV

iExodως3

 
Ζαπink/Σκιτσογράφοι  

ΖΑΠiNΚ

Άντε γειά 2011!!!


ΛΑΖΑΡΟΣ ΖΗΚΟΣ
Ιστορίες που θα σου έλεγα...

ΚΕΙΜΕΝO: SOLOUP

Δεν υπάρχουν λόγια να πει κανείς σε μια ξαφνική απώλεια ενός φίλου... στις 5/9/2011.

Μόνο οι μνήμες μένουν για συντροφιά μας.



Μια ιδιαίτερη περίπτωση δημιουργού που αγγίζει με τον δικό του τρόπο τα κόμικς, είναι ο Λάζαρος Ζήκος. Στη πραγματικότητα δεν «σκιτσάρει» απλά τη δουλειά του. Την κατασκευάζει από το τίποτα, ή καλύτερα, από όλα αυτά που υπάρχουν γύρω μας σκόρπια, πεταμένα και «άχρηστα». Είτε αυτά είναι χαρτόνια, στρατιωτάκια, βίδες κι εμπορικές συσκευασίες, είτε κουβέντες που λέγονται στον ...αέρα, κουβέντες που γράφτηκαν σε κάποιο βιβλίο, εφημερίδα ή περιοδικό. Ζωγραφίζει, κολλάει, βάφει, τις σελίδες του ή τις κατασκευές του, επανασυνδέει και ξαναχρησιμοποιεί ετερόκλητα πράγματα.
Παντρεύει το τυχαίο και την σύμπτωση με τον συνειρμό και την επιλογή.



Διαμέσου αυτής της συναρμογής εκφράζεται ο Ζήκος, σχεδόν ενστικτωδώς. Κι αυτή η αισθητική ματιά περνάει και στους άλλους, αν κρίνω απ την απήχηση και τον ενθουσιασμό που έχουν τα κατασκευάσματά του σε όσους γνωρίζουν τη δουλειά του. Ο Λάζαρος είναι μια από αυτές τις ενδιαφέρουσες και ουσιαστικές «υπάρξεις» της πόλης που δεν αναζητούν χαμόγελα ή φωτογραφήσεις. Που διασχίζουν τη ζωή τους στις σκιές των πολυκατοικιών της Αθήνας, αθέατοι απ τις δοσοληψίες των Μέσων. Τον θυμάμαι από παλιά (πριν τον γνωρίσω ως δημιουργό), σα φιγούρα βιβλιοπώλη, στην παλιά Πρωτοπορία. Επίσης αργότερα στις εκδόσεις Γνώση, στο info-cafe και τώρα στην Πολιτεία, όπου είναι ο χώρος της δουλειάς του. Άνθρωπος του ...βιβλίου από πάντα. Εκτός από τα βιβλιοπωλεία, έχει δουλέψει σε βιβλιοδετείο, σε μοντάζ περιοδικών, έχει κάνει εξώφυλλα κι έχει εικονογραφήσει βιβλία σε πολλούς εκδοτικούς οίκους. Ενδεικτικά αναφέρω μερικούς όπως τη «Γνώση», την «Απόπειρα», την «Εστία», την «Κριτική», το «Βιβλιοπέλαγος».
Ο Ζήκος δημοσίευσε πρώτη φορά comics του στο περιοδικό Panderma του Λεωνίδα Χριστάκη το 1973.
Από τότε συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά όπως την «Κολούμπρα», την «Πράσινη Γάτα», το «Χαρακίρι», την «Τρύπα», την «Άλλη Πόλη», την .. «Ανοιχτή Πόλη», την «Ευτοπία», το «Έψιλον» της Ελευθεροτυπίας, το «ΔD», το «Big Bang», το περίφημο «Ιδεοδρόμιο», το «Bisumuth», την «Βαβέλ» και αλλού.

Με τη «Βαβέλ» η σχέση του δεν σταματά στις δημοσιεύσεις. Για ένα διάστημα είχε εργαστεί στο περιοδικό, ήταν μέλος της συντονιστικής επιτροπής του 5ου Φεστιβάλ στο Γκάζι κι έργα του έχουν εκτεθεί κατ επανάληψη στον εκθεσιακό χώρο του βιβλιοπωλείου της Βαβέλ.
Από εκθέσεις; "Ουκ ολίγες" σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα και Βόλο. Εκθέσεις ομαδικές και ατομικές με εικαστικά και τις περίφημες κατασκευές του, τα τρισδιάστατα χαρτονένια κάδρα, εκθέσεις με τα συνειρμικά κόμικς του. Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων, έχουν αναστενάξει πολλά φωτοτυπικά μηχανήματα (προς μεγάλη ευχαρίστηση των φωτοτυπατζήδων και του ίδιου) στην προσπάθεια να υλοποιήσουν τις ιδέες του. Φωτοτυπίες ασπρόμαυρες σε χρωματιστά χαρτιά, για προγράμματα, για βιβλιαράκια, για αφισούλες και τρίπτυχα των εκθέσεών του και όχι μόνο γι' αυτά. Μεγάλος συλλέκτης και αναγνώστης φανζίν, έχει μαζέψει εκατοντάδες από αυτά στο σπίτι του. Υπάρχει μάλιστα κι ένα μεγάλο αφιέρωμα στα φανζίν που έκανε στο περιοδικό ΔD.



Ο ίδιος βέβαια, δεν έμεινε απ' όξω. Έχει αυτό-εκδώσει μέχρι σήμερα 4 φανζινάκια. Το ΝΗΠΑΡΝΤΟΥ-ΟΝΞ (1973), την ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ (1974), την ΣΑΛΑΜΑΝΤΡΑ (1977). Επίσης συμμετείχε στην έκδοση του OPEN ART (2001) . Το 1994 τύπωσε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων (συγκεκριμένα 305 κομμάτια ) το βιβλιαράκι του... E.H.MADLOVE «Ιστορίες που θα σου έλεγα...». Από αυτό το βιβλιαράκι και την ιστορία «Η Μαγική Ράφτρα» προέκυψε το 1999 ένα δεύτερο βιβλίο το οποίο κυκλοφορεί από τις «Εκδόσεις του εικοστού πρώτου».
Ο Λάζαρος δημιουργεί ανάμεσα στα ωράρια, ανάμεσα στους δρόμους με τα χαρτόκουτα, ανάμεσα σε βιαστικές σκέψεις βιαστικών ανθρώπων της πόλης. Στόματα που ξεστομίζουν ακαταλαβίστικα, κουβέντες που λέγονται γύρω μας διαρκώς, ενώ εμείς δεν ήμασταν εκεί. Ή που περνούσαμε τυχαία και τις ακούσαμε. Ή που μπορεί να ήμασταν εμείς οι ίδιοι που τις είπαμε. Οι ιστορίες του συνειρμοί, σαν δευτερόλεπτα-όνειρα. Μοιάζουν τόσο πολύ με την πραγματικότητα, κάτι μας θυμίζουν απ' τον ξύπνιο, μα που ανήκουν αμετάκλητα σε μια άλλη εγγραφή της ανθρώπινης συνάφειας, της κοινωνικής συνδιαλλαγής. Μια αφηρημένη συνείδηση. Μια επανεγγραφή όσων λέγονται, ακούγονται, διαβάζονται ή εκπέμπονται. Από αυτά τα παραμελημένα κομμάτια των ανθρώπων, των αντικειμένων και του χρόνου που περισσεύουν μετά την ορθολογική χρησιμότητα. Αυτό κάνει ο Λάζαρος. Μαζεύει τα ρετάλια της ανθρώπινης ζωής για να τους δώσει μια νέα ευτελή ζωή. Μια ζωή που σιωπηλά αυτοσαρκάζεται και χαμογελά, σαν λιωμένη σελίδα πατημένης εφημερίδας που επιμένει ν' αφηγείται αποσπασματικά, μια σημαντικότατη ιστορία που δεν μας ενδιαφέρει.
Οι αφηγήσεις συνήθως στην έντεχνη καταγραφή τους, έχουν αρχή- μέση- τέλος. Τις ιστορίες του Λάζαρου, είναι σαν να τις συναντάμε κάπου στη μέση. Φανταζόμαστε την αρχή τους, αλλά μας διαφεύγει το τέλος. Τέλος δεν υπάρχει γιατί απλούστατα, τα κόμικς του Ζήκου μένουν για να μας τον θυμίζουν...

 



 

ΚΥΡ
Όποιος δεν ξέρει τον ΚΥΡ, να σηκώσει το χέρι ψηλά...

ΚΕΙΜΕΝO: SOLOUP

Εντάξει, εντάξει...κατάλαβα .Για να μην αφήσει κανένας απ' τα χέρια του το Ως3, τον ξέρετε όλοι.
Ήμουν σίγουρος ότι τον ξέρετε όλοι.
Έχουν και οι σκιτσογράφοι τα λαμπερά τους αστέρια . Κι ας μη βγαίνουν στο γυαλί, κι ας μην φωνασκούν κι ας μην βρίζουν. Καταφέρνουν μερικοί με την πένα τους να ξεκλειδώνουν την δυσπιστία μας . Να κερδίζουν την εμπιστοσύνη μας και να μας κερνούν καθημερινά με το χιούμορ τους. Να κάνουν τα σκιτσάκια τους, φίλους μας.
Ξεχωριστό δείγμα τέτοιου γελοιογράφου, είναι ο ΚΥΡ. Κάπου σαράντα χρόνια τώρα, γελοιομαχεί ανελλιπώς και από την σκιτσογιάφκα του στη Νέα Σμύρνη , μας στέλνει ραβασάκια δια μέσου των εφημερίδων.



Ξεκίνησε τις σπουδές του στην Ρώμη, στη σχολή Καλών Τεχνών με αντικείμενο την Διακοσμητική. Ευτυχώς για εμάς, η διακοσμητική έχασε νωρίς, άλλον έναν επίδοξο διακοσμητή. Με την παρότρυνση κάποιων συμφοιτητών, ο Γιάννης Κυριακόπουλος (το επίσημο ψευδώνυμο του ΚΥΡ για την εφορία) έστειλε τα πρώτα του σκίτσα στο χιουμοριστικό περιοδικό «Il Travazzo». Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.
Πρώτος στην Ελλάδα, τον εντόπισε ο Γιώργος Σαββίδης από τον «Ταχυδρόμο». Διάβασε τον «άγνωστο» Έλληνα σκιτσογράφο, στο ιταλικό περιοδικό και τον αναδημοσίευσε αμέσως.
Δεν άργησε ν' ακουστεί κι ένα δεύτερο σημαντικό κουδούνισμα τηλεφώνου. Η Ροζίτα Σώκου φανέρωνε την συμπάθειά της για τα σκιτσάκια του. Εκδήλωσε μάλιστα κι έμπρακτα το ενδιαφέρον της, γράφοντας μια επιστολή για την Ελένη Βλάχου. Έτσι το καλό, τρίτωσε. Η Βλάχου, όχι μόνο δέχτηκε στις αγκάλες της «Μεσημβρινής» τον νεαρό Κυριακόπουλο, αλλά τον βάφτισε κιόλας. Απέκοψε απ' το υπερήφανο (αλλά μακροσκελές) νεοελληνικό επώνυμο, την ουρίτσα «-ιακόπουλος», και κράτησε το (αναμφίβολα πετυχημένο) «ΚΥΡ». Έτσι, το 1961, ο ΚΥΡ μάθαινε ότι λέγεται ΚΥΡ, διαβάζοντας «ΚΥΡ», στη Μεσημβρινή.
Λίγα χρόνια αργότερα, η μοίρα του τόπου έσπρωχνε τον ΚΥΡ να διαλέγει μόνος του καινούργιο ψευδώνυμο: «Μακ Πάππας» (!) Αυτή τη φορά δεν πετσόκοψε το δικό του επώνυμο αλλά κάποιων άλλων: Μακ-αρέζος, Παπ-αδόπουλος, Πα-τακός.



Ήταν η εποχή της Δικτατορίας κι ο ΚΥΡ είχε νοιώσει για τα καλά τα ψαλίδια της Χούντας. Εκείνη την περίοδο, δημοσιευόταν στις «ΕΙΚΟΝΕΣ» και αργότερα στα «ΕΠΙΚΑΙΡΑ», η θρυλική του «Οδύσσεια». Ένα, αλληγορικά επίκαιρο, κόμικς για την επιστροφή του Οδυσσέα σε μια ...αλληγορική Ιθάκη. Μια .. «Ιθάκη Ιθακησίων Ειδωλολατρών».
Ο ΚΥΡ βέβαια, αν και αλληγορικός, ΚΥΡιολεκτούσε. Γι' αυτό και λογοκρίθηκε κυριολεκτικά και απόλυτα. Του απαγορεύτηκε εντελώς να έχει οποιαδήποτε σχέση με τα έντυπα. Έτσι, ως Μακ Πάππας, έστελνε τα «παράνομα» σκιτσάκια του στο Λονδίνο όπου δημοσιεύονταν σε ελληνικά αντιδικτατορικά περιοδικά του εξωτερικού.
Τα χρόνια πέρασαν κι ο ΚΥΡ ξαναβρήκε, εκτός απ' το κανονικό του ψευδώνυμο και τον ρυθμό του. Έπιασε τον παλμό αλλά και τα πάθη των νεοελλήνων . Άρχισε να τσουρουφλίζει με το χιούμορ του, πολιτικούς και μη, υπεύθυνους και ανεύθυνους.



Το επιστέγασμα της καταξίωσης, ήρθε το 1981, όταν πήρε το πρώτο βραβείο σε διεθνή διαγωνισμό γελοιογραφίας στον Καναδά, με συμμετοχή 3000 σκιτσογράφων. Το σκίτσο παρουσίαζε μια φυλακή με τους κρατούμενούς της ευτυχισμένους να περνούν υπέροχα κι έξω να γίνεται χαμός... Μποτιλιάρισμα, πολυκατοικίες, καυσαέριο και τα άλλα γνωστά που παθαίνουν όσοι παραμένουν... ελεύθεροι.
Το σκίτσο του ΚΥΡ αναγνωρίζεται με την πρώτη ματιά. Ξεγελιέσαι κοιτάζοντας τ' ανθρωπάκια του. Αυτό που αντικρίζεις αρχικά, είναι μια γραμμή απλή και λιτή, με ή χωρίς λόγια. Νομίζεις ότι και τ' ανθρωπάκια του θα πουν ή θα υπονοήσουν κάτι εξίσου ανώδυνο και απλό. Κι εκεί την «πατάμε» όλοι. Μπαίνουμε στην παγίδα που μας έχει στημένη ο ΚΥΡ, και μας πλακώνει στις τρικλοποδιές.



Με μοχλό του το χιούμορ, ανατρέπει τα αυτονόητα της πρώτης ματιάς και μας φέρνει αντιμέτωπους με το είδωλο της πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας αντεστραμμένης. Όμως, όσο αστεία και να φαντάζει αυτή η αντεστραμμένη πραγματικότητα, δεν παύει να παραμένει πραγματικότητα. Έτσι στο τέλος, καταφέρνει να μας αποσπάσει το γέλιο, ακόμα κι όταν αντικρίζουμε μια πραγματικότητα που μας πονάει.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό του, είναι η συνειδητή αποφυγή επώνυμων και πολιτικών «ηρώων». «Πολιτική» δεν είναι κατ' ανάγκην οι Πολιτικοί. Και πολιτική γελοιογραφία δεν σημαίνει αναγκαστικά, να σκιτσάρεις πολιτικούς. Στις περισσότερες φορές, όσο σημαντικό και να είναι ένα πρόσωπο, σε οδηγεί χιουμοριστικά στην επιφάνεια της επικαιρότητας, προσπερνώντας ή και κρύβοντας τους πραγματικούς μηχανισμούς της πολιτικής πράξης. Ο ΚΥΡ διαλέγει τους αποδέκτες της πράξης, δηλαδή τους πολίτες, τον απλό κόσμο, για να διαβάσει στα μάτια τους την πολιτική. Και γι' αυτό στοχεύει διάνα.



Η γριούλα, ο κουλτουριάρης, ο τηλεορασόπληκτος , το ζευγάρι της διπλανής πόρτας, αυτοί είναι οι «ήρωες» του Γιάννη Κυριακόπουλου . Με αυτήν την παρέα «ηρώων» διαλέγει κάθε φορά,( και ιδιαίτερα στο ολοσέλιδο ραντεβού της Σαββατιάτικης Ελευθεροτυπίας), να σχολιάσει την «εποποιία της καθημερινότητας». Και όπως καταλάβατε, η παρέα του είμαστε εμείς. Εμείς, οι «ήρωες» και οι αναγνώστες του μαζί.
ΜΠΙΖ, ΟΛΕ, ΠΟΡΤΑΑΑ, ΩΧ, ΠΥΡ, ΤΖΙΖ, ΜΗ ,ΑΝ, ΘΑ.... Όχι, δεν είναι συλλογή από κραυγές σε μπαλονάκια των κόμικς. Είναι μόνο μερικοί τίτλοι από τα ετήσια αλμπουμάκια του ΚΥΡ στις εκδόσεις «ΚΑΚΤΟΣ», που έκαναν θραύση για πάνω από δύο δεκαετίες. Από μια πρόχειρη ..«έρευνα» αγοράς, διαπίστωσα ότι όλα έχουν εξαντληθεί. Βέβαια, αν είστε ποντικοί, έχετε ελπίδες να βρείτε κάποια λίγα αντίτυπα σε «τρύπες» στο Μοναστηράκι. Το μόνο που κυκλοφορεί ακόμα, είναι το πολύ περιποιημένο και αξιόλογο λεύκωμα: «ΚΥΡ,30 χρόνια ανθρωπάκια» (Κάκτος), με πολύ έξυπνες διαχρονικές γελοιογραφίες.
Και κάτι... δικτυακά ενδιαφέρον. Κάποιος (μέχρι τώρα) ανώνυμος θαυμαστής, του «έστησε» και μια ιστοσελίδα.
Ορίστε η διεύθυνση: www.ee.surrey.ac.uk/Societies/hellsoc/kyr/kyr.html

 

Κωστής Τζωρτζακάκης
«Η κόρη της Φοινικιάς»

ΚΕΙΜΕΝΟ: SOLOUP

Ήταν μια θεομηνία φοβερή στο νησί Χούλα -Χούπα, όταν ένας κεραυνός, από αυτούς των τροπικών θαλασσών, γονιμοποίησε την ιερή φοινικιά. Ένας κεραυνός που ξεκινά και την εξωτική ιστορία του Κωστή Τζορτζακάκη στις θάλασσες παλίμψηστα της λογοτεχνικής φαντασίας, των φοινικόκλαδων της «μπαλάντας της αλμυρής θάλασσας» του Κόρτο Μαλτέζε και του τηλεοπτικού Lost . Μια εξιστόρηση με απατεώνες σαμάνους, άγριες φυλές, και άγνωστες ενδοχώρες στα νησιά της φαντασίας. Ένα παιδί γεννιέται από αυτήν την ασύμμετρη συνεύρεση κεραυνού και φοινικιάς και η χάρτινη περιπέτεια αρχίζει. Μια περιπλάνηση ζωής της «κόρης της Φοινικιάς» σε γνωστούς και άγνωστους κόσμους, μια απώτατη νοσταλγία για το νησί που την γέννησε. Μια επιστροφή, κυριολεκτικά στις ρίζες της.μάνας της. Όλα αυτά όσο κι αν ακούγονται παράξενα, στην πένα του Τζορτζακάκη ρέουν «φυσιολογικά», σε μια αφήγηση που δεν θυμίζει τίποτα από τον ρεαλισμό και τα δρώμενα αυτού του μάταιου κόσμου σε κρίση. Σε έναν κόσμο παράλληλο όσο και μαγικό, ανέγγιχτο από την σοβαρότητα και την ορθολογική αιτιότητα του δικού μας. Η «κρίση» στον κόσμο της κόρης έχει άλλα χαρακτηριστικά, πιο υπαρξιακά. Η αναζήτηση της ύπαρξης, του προορισμού, της σημασίας και των συμπτώσεων, όμως με καθόλου βαρύ ή μελαγχολικό τρόπο. Αναζήτηση με αίσιο τέλος, τόσο με το νησί όσο και με το άλλο μισό που η ηρωίδα συναντά και ξανασυναντά στο πρόσωπο του νεαρού αλχημιστή, ζωγράφου και αστρολόγου Παράκελσου. Η «Κόρης της Φοινικιάς» είναι μια ανάλαφρη γραφή με σατιρικά στοιχεία και θετική διάθεση. Το σκίτσο του Τζωρτζακάκη έχει κάτι από την απλότητα και την εκφραστικότητα του Sergio Aragones ενώ η αφήγηση, όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Αβραάμ Κάουα στον πρόλογο της έκδοσης, παραπέμπει στους δρόμους και τις αισθήσεις που αποπνέουν τα βιβλία  του Τομ Ρομπινς.
Μετά το τέλος της ιστορίας, υπάρχουν και .παραλειπόμενα. Τα διάφορα extraδάκια που συνηθίζονται στις μεγάλες παραγωγές ή στα περιποιημένα DVD όπου βλέπουμε την πορεία των ηρώων μετά το τέλος της περιπέτειας και σε μορφή .ντοκιμαντέρ. Ακόμα υπάρχει και «bonus pin-up» με δύο σκιτσάκια του Βασίλη Γκογκτζιλά και του Μιχάλη Διαλυνά.
Η έκδοση της «Ένατης Διάστασης» είναι ιδιαίτερα προσεγμένη αποδεικνύοντας από αλμπουμάκι σε αλμπουμάκι πως , σε πείσμα των καιρών, κάποιοι σε ένα άλλο νησί, αυτό της Σαπφούς, γίνονται κάθε φορά και καλύτεροι. «Η κόρη της Φοινικιάς», 52 ασπρόμαυρες σελίδες γεμάτες από τις σχεδιαστικές περιπλανήσεις του Κωστή  Τζωρτζακάκη.

 

ΜΠΟΣΤ
...Ότι ήταν ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι για την εποχή του,
το ίδιο απάνω κάτω είναι και ο Μέντης Μποσταντζόγλου για την σημερινή εποχή...

ΚΕΙΜΕΝO: SOLOUP



Τέτοια καλούδια γράφει για τον εαυτό του ο Μπόστ, στο πρώτο του λεύκωμα με σκίτσα. Το παράδοξο είναι ότι παρά τον εμφανή αυτοσαρκασμό, η αναφορά στο συγκεκριμένο «βιογραφικό» απόσπασμα, γίνεται σε όλα τα κείμενα που έτυχε να διαβάσω, αφιερωμένα στην τέχνη του. Αναφορές που πέρα από τον «Νταβιντσικό» αυτοσαρκασμό του συγγραφέα, αποκαλύπτουν ένα κομμάτι της αλήθειας σχετικό με την πολύπλευρη προσωπικότητα του Μπόστ. Και όχι άδικα.
Ο Μέντης Μποσταντζόγλου, εκτός από τις απίστευτες γελοιογραφίες που μας άφησε (μπαρόκ κατασκευάσματα που για να τα διαβάσεις σε ανάγκαζε να γυρίζεις την εφημερίδα γύρω -γύρω), καταπιάστηκε ακόμα με το θέατρο, το χρονογράφημα, τα σατιρικά κείμενα, τη διαφήμιση, τα σκηνικά, τη ζωγραφική, την διακόσμηση και τα ...«ορέα δόρα». Συνδετική ουσία σε όλα αυτά, το πνεύμα και η καυστικότατη σάτιρά του. Τα σκίτσα ολίγον τι απαθή, στέκονται θαρρείς αδιάφορα μπροστά στο τρελό πανηγύρι που στήνουν τ ανατρεπτικά ανορθόγραφα κείμενα και οι στιχομυθίες του. Θα μπορούσαμε (οι φανατικοί εραστές του ανεπανάληπτου ύφους του) να μιλήσουμε ακόμα και για τον καλύτερο ή μεγαλύτερο Έλληνα γελοιογράφο, αν οι σκιτσογράφοι έκαναν πρωταθλητισμό και όχι χιούμορ. Σίγουρα όμως ο Μέντης Μποσταντζόγλου είναι ο πιο ιδιόμορφος ,πολύπλευρος και πολυτάλαντος.



Πριν γεννηθώ, το θρυλικό βιβλίο «Σκίτσα του Μπόστ» υπήρχε ήδη στη βιβλιοθήκη μας. (Το έχω αυτή τη στιγμή μπροστά μου, «εκδόσεις Κείμενα, Δρχ. 100»...) Πριν ακόμα μάθω να διαβάζω, θυμάμαι αυτόν τον παράξενο τόμο με τις ζωγραφιές και τα πολλά γραμματάκια, στο ψηλότερο ράφι μαζί με τις εγκυκλοπαίδειες. Τον διάβαζαν κατά καιρούς ο πατέρας κι ο αδελφός μου ξεκαρδισμένοι στα γέλια, κι εγώ από κοντά, χάζευα κάτι φτωχοντυμένα καραγκιοζάκια, κάτι ιππότες, μια άσχημη γυναίκα με περικεφαλαία. Αργότερα έμαθα ν απαγγέλλω τον... «Άγριο κροκόδηλο».. «Ένα μωρόν ιθαγενής, πηγένη στο πoτάμη...». Στο σχολείο αντέγραφα σκιτσάκια του για εκδηλώσεις της τάξης. Χρόνια μετά, σε μια σύναξη σκιτσογράφων, προσκεκλημένος κι εγώ από τον Αρχέλαο, συστηνόμουν επιτέλους στον μεγάλο Μπόστ. Ένα μανίκι της καμπαρντίνας μου ξαντεριάστηκε μ ένα μανίκι του σακακιού (αφού δεν τα πας τι τα φοράς!), το κρασί που κράταγα χύθηκε, το αμήχανο τσιγάρο μου έπεσε αναμμένο στα πόδια του κι εγώ το μάζεψα και συνέχισα να το καπνίζω... Καταϊδρωμένος και κόκκινος, ίσα που ψέλλισα κάτι ακαταλαβίστικα κουτσουρεμένα θαυμαστικά. Αχ κύριε Μέντη, ποτέ δεν σας είπα αυτοπροσώπως, πόσο πολύ σας θαύμαζα...
Αρκετά με τις εξομολογήσεις. Ας μπούμε στο ψητό.



Ο Χρύσανθος (Μέντης) Βοσταντζόγλου γεννήθηκε το 1918 στην Κωνσταντινούπολη. Έπειτα από ένα πέρασμα στη Ρουμανία, η οικογένειά του ήρθε στην Ελλάδα. Το 1939 εισάγεται στη Σχολή Καλών Τεχνών στη τάξη του Μπισκίνη, αλλά τα παρατάει μετά από 6 μήνες λόγω-ανθυγιεινού ακαδημαϊκού κλήματος. Το 1942 μπαίνει στο ΕΑΜ και το 1945 εκδίδει με δικά του έξοδα το πρώτο του βιβλίο: «Ο Αγιος Φανούριος. Βοήθημα δια την κατανόησιν των Κινέζων κλασσικών..Γκα-τσου και Βου-Σβου-Νι». Το 1952 αρχίζει να εργάζεται στην «Καθημερινή» ως ταμίας και βιβλιοθηκάριος. Το ταλέντο του το ανακαλύπτουν μετά από δυο χρόνια στις «Εικόνες» κι αργότερα στον «Ταχυδρόμο», όπου και αρχίζει να εργάζεται επιτέλους ως εικονογράφος. Εν τω μεταξύ, το 1953 έχει ήδη εικονογραφήσει και το πρώτο του ...κόμικς (αν και απ' ότι ξέρω, ποτέ δεν δέχθηκε αυτήν την ιδιότητα) «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» για τις εκδόσεις «Ατλαντίς» σε κείμενα της Ειρήνης Φωτεινού.



Το 1958, στη στήλη του το «Μποστάνι του Μποστ» εμφανίζονται και οι τρεις θρυλικοί σούπερ- αντιήρωες του: η Μαμά Ελλάς, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. Αποκαλυπτικές φιγούρες των κοινωνικοπολιτικών και πολιτισμικών μεταλλάξεων και αντιφάσεων μιας ολόκληρης εποχής.
Ακολουθούν συνεργασίες με τα περιοδικά «Ομάδα», «Θεατής», «Ελευθερία» και μετά από αρκετές ανατροπές, δημοσιογραφικούς διωγμούς και μηνύσεις καταλήγει στην «Αυγή».
Το 1966, κουρασμένος από το καθημερινό γράψιμο, ανοίγει το μαγαζί του «Λαικαί Εικόναι» και αρχίζει να διακοσμεί ποτήρια, πιάτα και διάφορα αντικείμενα («τα κακά κόποις κτώνται» πάνω σε δοχεία... νυκτός, «μ' ενδιαφέρεις πολύ σεκσουαλικώς» και άλλα τέτοια), να πουλάει αντίκες και να ζωγραφίζει. Παράλληλα, ξεκλέβει χρόνο για να σκαρώνει τα δεκαπεντασύλλαβα θεατρικά του. Τα σκίτσα και τα χρονογραφήματα αν και ουσιαστικά τα έχει σταματήσει, επιστρέφει για μικρές περιόδους σε αυτά, συνεργαζόμενος με τον «Ταχυδρόμο», το «Αντί», τον «Θούριο», το «Mens Look», την «Πρωινή» και την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία».



Η ζωγραφική, δίνει σιγά-σιγά την ευκαιρία στα πινέλα του ν' αφηγηθούν με αλληγορίες και συμβολισμούς, όλα αυτά που δεν μπορούσαν να πουν μέχρι τώρα οι πένες. Ήρωες της αρχαιότητας και της Ελληνικής επανάστασης αλλά και ιστορικά ζευγάρια όπως ο Ερωτόκριτος με την Αρετούσα, ο «Ρομέος και η Ιουλιέτα», η Ασπασία και ο Περικλής, ποζάρουν στα κάδρα του αυτοδίδακτου Μποσταντζόγλου, μπολιασμένοι από την λαϊκή ζωγραφική, την εικονογραφία του καραγκιόζη, την υπερεαλιστική ματιά του Εγγονόπουλου και πάνω απ' όλα, την απλότητα του Θεόφιλου.



Με τον δικό του ανορθόδοξο τρόπο, καταπιάνεται επίσης και με το Θέατρο. Γράφει λοιπόν εκτός από τα (κατά την ταπεινή μου γνώμη ) αριστουργήματα «Φαύστα» και «Μήδεια», τον δικό του «Δον Κιχώτη», την «Όμορφη πόλη», την «Μαρία Πενταγιώτισσα», το «40 χρόνια Μπόστ». Το κύκνειο άσμα του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», είχε την τιμή και την χαρά, να το δει το 1995 καταχειροκροτούμενος, να παίζεται στο Ηρώδειο, λίγους μήνες πριν πάει να πιάσει κουβέντα με τον... Ντα Βίντσι.
Τα εγκωμιαστικά λόγια της εισαγωγής για την μεγαλοσύνη του Μπόστ, δεν είναι πληθωριστικοί χαρακτηρισμοί για χάρη του συγκεκριμένου αφιερώματος. Διαβάζοντάς τον, καταλαβαίνεις πως περίπου λειτουργούσε και λειτουργεί διαχρονικά, ο λόγος του Αριστοφάνη. Η δουλειά του Μπόστ μιλάει από μόνη της. Άκρως πολιτικοποιημένος και πολιτικός, (είχε κατέβει αρκετές φορές και πάντα ...αποτυχημένα, ως υποψήφιος βουλευτής της αριστεράς) κατάφερε με την οξύνοια της σκέψης του, να μιλάει για συγκεκριμένα κι εφήμερα συμβάντα, με τη διαύγεια ενός διαχρονικού στοχασμού. Στο έργο του ότι κι αν ήταν αυτό (σκίτσο, θέατρο, ζωγραφική, κείμενο), συνυπάρχουν ταυτόχρονα όλες οι εποχές και όλες οι ιστορικές στιγμές της Ελλάδας αγκαλιά. Αρχαιότητα, βυζάντιο, μεσαίωνας, απελευθερωτικός αγώνας, οι χαμένες πατρίδες, το έπος του 40, αλλά και εμφύλιος, και Καραμανλής, και ...Ωνάσης.
Στα χρόνια που γράφει, η Ελλάδα μοιάζει κυριολεκτικά με τον μπερντέ του Καραγκιόζη. Από τη μια η παράγκα, η ανέχεια και η ασυνέχεια, από την άλλη το παλάτι και τα πλούτη. Οι νεοέλληνες, στην «μετάλλαξη της εποχής». Η ημιμάθεια και ο νεοπλουτισμός. Τα φτωχαδάκια που ονειρεύονται μια πιο άνετη, πολιτισμένη, «ευρωπαϊκή» ζωή. Αυτήν την μετάλλαξη με τις αντιφάσεις της, πιάνει με διαύγεια ο Μπόστ και με οξύτατο σαρκασμό, της δίνει και καταλαβαίνει. Ακόμα και οι διώκτες του στην χούντα, γελούσαν από ψυχής με τα γραπτά του.



Το χιούμορ του είναι πολυδιάστατο και η φαρέτρα του γεμάτη από ξεκαρδιστικά βέλη. Έχει τον σουρεαλιστικό δεκαπεντασύλλαβο, την ηθελημένη ανορθογραφία, τους ιστορικούς αναχρονισμούς την φαινομενική απάθεια των σκίτσων, την βαρύγδουπη κενότητα του λόγου των ηρώων, τη μαύρη (κάποιες στιγμές σχεδόν σπλάτερ) αφήγηση. Το αστείο του πραγματικά δεν ξέρεις από πού σου έρχεται. Ποια αδυναμία σου πιάνει και σε αναποδογυρίζει.
Ο Μποστ ήταν από μόνος του μια σχολή. Κανείς (όπως ίσως σε άλλους σκιτσογράφους) δεν τόλμησε να τον μιμηθεί. Αντιθέτως, γνώρισε την αγάπη και την εκτίμηση των συναδέλφων του. Του Κώστα Μητρόπουλου, του Στάθη, του Κυρ, του Καλαϊτζή και τόσων μα τόσων άλλων. Και το έργο που μας άφησε, αδιαμφισβήτητα πρωτοποριακό. Στα σκίτσα του συναντάμε για πρώτη φορά τα μπαλονάκια των κόμικς, πολύ πριν καθιερωθούν στην Ελληνική γελοιογραφία (πιθανότατα) από τον Ιωάννου και άλλους νεώτερους δημιουργούς. Με τον σαρκασμό του προτρέχει (όπως σωστά παρατηρεί και ο Θ. Μουτσόπουλος) ακόμα και αυτών των ανατρεπτικών αμερικάνικων underground comix της δεκαετίας του '60. Η στιχομυθία και η σουρεαλιστική μυθοπλασία του απ' την άλλη, είναι απλά, αξεπέραστη. Και πάνω απ' όλα ο λόγος του ξεκαρδιστικός, διαυγέστατα πολιτικός, σαρκαστικός και αυτοσαρκαστικός, τολμάει να τα βάλει όχι μόνο με τους πολιτικούς του αντιπάλους, αλλά και με την ίδια την Αριστερά που την πονάει και τον πονάει.
Τι άλλο να χωρέσω σ' αυτές τις λίγες γραμμές που απόμειναν;



Όσοι θέλουν να γνωρίσουν ή να ξαναθυμηθούν το έργο του, μπορούν να ψάξουν για κάποιες επανεκδόσεις κειμένων και σκίτσων από τις εκδόσεις «Καστανιώτη», «Γράμματα» και «Ερμή». Παραπέμπω επίσης στο σημαντικότατο αφιέρωμα- λεύκωμα που εκδόθηκε το 1996 μετά θάνατον, από την Θεατρική Εταιρία Στοά. Επίσης θυμίζω τα μεστά αφιερώματα, του φεστιβάλ της «Βαβέλ» το 2001 και της «Καθημερινής» (Επτά, ημέρες, 8 Μαΐου 2003).
Αχ, κυρ Μέντη, σε θυμάμαι έξω από το Ηρώδειο με το άσπρο σου πουκάμισο να λάμπεις, λίγο πριν τον «Ρομέο» σου... Όπως τελειώνεις κι εσύ το «Νταβιντσικό» βιογραφικό σου ...«θάγραφα κι άλλα, αλλά δεν με παίρνει ο χώρος»...

 

Ζap-ink/Σκιτσογράφοι στο αρχείο του Ως3: ΑΡΧΕΛΑΟΣ - ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΑΝΑΝΙΑΔΗΣ - ΤΑΣΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ - ΤΑΣΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ - ΑΡΚΑΣ -ΑΣΤΕΙΟΝΟΜΙΑ vs HADERER - ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΑΒΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΠΥΡΟΣ ΒΕΡΥΚΙΟΣ - ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΙΤΑΛΗΣ - ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΒΡΑΝΑΣ - COMICDOM - ΣΠΥΡΟΣ ΔΕΡΒΕΝΙΩΤΗΣ - ΜΙΧΑΛΗΣ ΔΙΑΛΥΝΑΣ - ΛΑΖΑΡΟΣ ΖΗΚΟΣ- ΠΕΤΡΟΣ ΖΕΡΒΟΣ - ΜΑΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΑ ΖΟΓΛΟΠΙΤΟΥ - ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΩΪΔΗΣ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΊΤΖΗΣ - KARK - ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ - ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΤΣΗΣ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΗΣ - ΠΑΥΛΙΝΑ ΚΑΛΛΙΔΟΥ - ΚΑΡΚ - ΚΥΡ - ΗΛΙΑΣ ΚΥΡΙΑΖΗΣ - ΚΩΝ - ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΩΛΟΣ - ΗΛΙΑΣ ΜΑΚΡΗΣ - ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΣ - ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΟΥΛΑΚΗΣ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΕΛΙΣΣΑΡΟΠΟΥΛΟΣ - ΝΙΚΟΣ ΜΗΛΙΩΡΗΣ - ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΤΣΟΜΠΟΝΟΣ - ΚΩΣΤΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΟΤΣΟΣ - ΜΠΟΣΤ - ΑΛΗ ΝΤΙΝΟ 1 - ΑΛΗ ΝΤΙΝΟ 2 - ΕΦΗ ΞΕΝΟΥ - ΣΠΥΡΟΣ ΟΡΝΕΡΑΚΗΣ - ΖΗΣΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ - ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΟΣ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ - ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ - ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΕΤΡΟΥ - ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗΣ - ΦΩΤΗΣ ΠΕΧΛΙΒΑΝΙΔΗΣ - ΣΤΑΘΗΣ - ΤΕΤΗ ΣΩΤΟΥ - TASMAR - ΗΛΙΑΣ ΤΑΜΠΑΚΕΑΣ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΡΑΓΑΚΗΣ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΟΥΚΗΣ - ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ - ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ - ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ - ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΡΑΝΤΙΜΠΡΑΤΟΒΙΤΣ - ΟΜΑΔΑ Υ...


 
Φεβρουάριος 2012
Editorial
Περιεχόμενα
Παράθυροiμεiθέα
του Γιώργου Ανδρέου
Διογένους Λέξεις
του Διογένη Δασκάλου
Ρεύμα...
του Σπύρου Ορνεράκη
Σκάντζα Βάρδια
του Μπάμπη Ξαρχάκου
Ζαπink
του Soloup
Ταξίδιiστοiχρόνο
του Νίκου Ζερβονικολάκη
Χώστρια
της Νοέλ Μπάξερ
Ωστρικήiσκόνη
Συνεντεύξεις
Λόγιαiστοiχαρτί
Πολιτική
Αποστολή
Βιβλίο
Τόπος
Ζωντανόςiπλανήτης
Μουσική
Θέατρο
Κινηματογράφος
Εικαστικά
Χορός
Φωτογραφία
Φεστιβάλ

Το Club φίλων του Ως3
...fool promotion!

Exodως3
Η ατζέντα του μήνα:
Μουσικές σκηνές, Σινεματιές,
Πάμε Θέατρο, Φωτογραφία, Χορός, Εικαστικά, Φεστιβάλ.

new: Αφιερώματα

Το Ως3 παρουσιάζει: