RIMEIMPROVVISATE ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ Ονομάζεται Αντώνης. Ένας άντρας που παλεύει με τον εαυτό του. Ένα σάουντρακ που κινείται κάπου ανάμεσα μελωδίες του Μάνου Χατζιδάκι και στις ηλεκτρονικές εναλλαγές του Μιχάλη Δέλτα, καλύπτοντας με τη γραφή όλη την απόσταση που μοιραία σχηματίζεται. Ένα έργο που ξεκίνησε καχύποπτα θέτοντας προβληματισμούς για το αίμα που μας διαπερνά και μια αγάπη που εξ αρχής την βάφτισαν Αντιγόνη. Ένα τραίνο στοιχειωμένο από έρωτες, εμμονές και λαβυρίνθους για να καταλήξει να μας απασχολεί συχνά- πυκνά από τις ζεστές ημέρες του 2006 ως ένα αδιάκοπο ποίημα στα κλαριά του διαδικτύου... «Ξεκινάω να γράφω. Δειλά. Δεν θέλω να πω πολλά, τελευταία θέλω να λέω όσα λιγότερο γίνεται, δε με νοιάζει πια, ούτε εγώ δεν τα πολυκαταλαβαίνω, ίσως και να συνήθισα, δεν ξέρω, μπορεί, δε θέλω να περιγράφω το δωμάτιο που βρίσκομαι, μόνο θα πω πέφτει στ' αριστερά λίγο φως, τη βρίσκω κάπως (από δειλία κάργα, μετριάζω με επιρρήματα τη λέξη) ασφυκτικά, πόσο συνοπτικά πρέπει να γράψω, να μιλήσω, να πω και τι τρόπος είναι αυτός που πέφτει πάνω μου απόψε στα ξαφνικά ετούτο το φως». Ο Αντώνης είναι ηθοποιός, όχι όμως από εκείνους που θα συναντήσουμε στο zapping της τηλεόρασης. Στο δρόμο δεν θα τον αναγνωρίσει ο φωτογράφος που κυνηγάει θέματα, ο δρόμος όμως τον γνωρίζει. Στο κεφάλι μέσα βρίσκεται χωνεμένη όλη αυτή η τέχνη που χρειάζεται για να είναι κανείς ηθοποιός. Η τέχνη της ζωής που ξεκινά από την εξωστρεφή καθημερινότητα και καταλήγει στις πιο κρυφές μας σκέψεις, κάνοντας μας να πιστέψουμε πότε πως φτιαχτήκαμε ξέχωρα από τους άλλους και πότε πως η κοινοτυπία που μας κυριεύει είναι η ίδια μας η κατάρα. Ωστόσο τα ερωτήματα ποτέ δεν στερεύουν. Τα προσωπικά οράματα (μεγάλα-μικρά-μικρότερα) που θελήσαμε να υπηρετήσουμε όταν ήμασταν ακόμα μικρά παιδιά μοιάζουν τώρα καμωμένα από λάσπη. Και δεν είναι μόνο αυτό που φωτίζει, είναι κι εκείνο που σκιάζει, εκείνο που διαλέξαμε ανάμεσα στα άλλα, εκείνο που βάλαμε πάνω από το κεφάλι μας για να μας προστατέψει από τον ήλιο δίχως να καταλάβουμε πως είχαμε ανάγκη ένα φως δυνατό γιατί τελικά πρόλαβε να σκοτεινιάσει. «Αγαπημένε θεατρίνε μου, σου μιλώ με αυτή την προσφώνηση γιατί σέβομαι τη λάμψη που ποιείς και όχι το ήθος. Η φιλοκαλλία δεν μου αρέσει και φιλοσοφώ μετά μαλακίας μεγίστης παιδιόθεν παλιατσεύοντας από ανάγκη με τις λέξεις. Τα γνωμικά ανήκουνε σε γραφικούς αρχαιολάτρες και αρέσκομαι να τα διασκευάζω. Μπούχτισα από ηθικές και μεγάλες ιδέες. Σε ονομάζω θεατρίνο γιατί ετυμολογώ τη λέξη σου από τον παλιάτσο τον μικρούλη, τον πρώτο που παιδάκι ακόμα με εντυπωσίασε και ζήλεψα τα καμώματά του να παίζω. Έκτοτε ψάχνω να δω κατάματα σ' έναν καθρέπτη». SALVADOR «Εκεί που ζω δεν είμαστε οι νόμοι...» ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ
Salvador. Ηλικία: 31. Φύλο: Άντρας. Ζώδιο: Ζυγός. Ζωδιακό Έτος: Άλογο. Γυρνώντας πίσω και ξαναδιαβάζοντας τη λέξη «κρέμεται», το μάτι πέφτει σχεδόν αυτόματα στο πάνω-δεξί μέρος αυτού του σκοτεινού σκηνικού. Μια κούκλα, alter ego θαρρώ όλων εκείνων που επισκέπτονται σε καθημερινή βάση το blog του Salvador, κρεμασμένη με κλωστές που ξεκινούν κάπου από τον ουρανό. Πώς αλλιώς άλλωστε; Με μια κλεφτή ματιά στον παρελθόντα χρόνο διαβάζω «Στο δωμάτιο Παρασκευή κοιτώ τον καθρέφτη. Βλέπω ένα φάντασμα όπως ένα φάντασμα βλέπει από εμένα. Ακούω την φωνή του, πονάω και προσπαθώ να ακούω. Βλέπω όπως καταβροχθίζω αχόρταγος αυτό που ορίζει την ορθή απεικόνιση. Βλέπω τον θάνατο μου στις κινήσεις μου. Βλέπω τον θάνατο μου στον καθρέφτη όπως βλέπω τον θάνατο μου στις κινήσεις μου. Ακινησία όπως μια νύχτα που δεν κινούνται τα μάτια. Σπασμούς ονειρεύομαι μέσα από σπασμούς οδύνης, καύλας, εσπερινής μάτωσης. Πιστός όπως πιστός ο τετράποδος σκύλος που δεν του επιτρέπω να μιλήσει. άνθρωπος όπως τετράγωνος ο άνθρωπος της λογικής που επιπλέει στα ποτάμια». Ένας θάνατος που περιφέρεται από κείμενο σε κείμενο, μια αμφισβήτηση των αλγορίθμων που μας έθρεψαν από παιδιά και θα μας καθορίζουν μέχρι τέλους. Μια διαφορετικότητα που αν εφαρμόζονταν ατόφιοι οι ορισμοί θα θεωρούταν δεδομένη «Είμαστε μια μικρή κοινωνία ποντικών που τρεφόμαστε με τυρί. Μα μερικοί από εμάς μοιάζουμε με άνθρωπο. Σήμερα στην δουλειά αργοπορημένος σαν κατέφθασα τους είδα όλους στο γραφείο μαζεμένους πάνω απ' το τυρί», ενώ ένα μήνα πριν έχει ήδη προσδιορίσει το πλαίσιο στο οποίο δρα και κινείται ο παράξενός για τον κόσμο εαυτός του «εκεί που ζω δεν είμαστε οι νόμοι» για να μπορέσει να τεκμηριώσει ότι «Η ζωή είναι ένα χοιροστάσιο. Υπάρχει ένα κτίριο που δεν γνωρίζει κανείς την σημασία του. Όλοι εκεί θέλουμε να φτάσουμε. Γεννάμε παιδιά για να κοιτάμε μέσα απ' τα μάτια τους. Η όραση κάποτε θα μας προδώσει. Αυτό είναι φόβος». Ανάμεσα στο καλό και στο κακό, φέροντας περίτρανα τη σκοτεινιά της εποχής για εκείνους που δεν έζησαν το Πολυτεχνείο ούτε μέσα από την τηλεόραση, αλλά το διάβασαν στα πρόσωπα των γονιών τους σαν μυθολογία, ο Salvador δεν αποτελεί την εξαίρεση των σημερινών τριαντάρηδων. Δεν είναι ο άνθρωπος που θα πλέξει ένα νήμα για να το αρπάξει η εποχή και να διαβεί την έξοδό της (ή την είσοδο, ανάλογα με την οπτική γωνιά που αντιλαμβάνεσαι την εξέλιξη). Είναι εκείνος που πιάνει το νήμα παρέα με άλλους, δίχως να έχει ιδέα που θα τον οδηγήσει «Μέσα στο καλό φωλιάζει το κακό και αντιστρόφως. Είναι καλό να βρίσκομαι σε έναν κήπο με μαραμένα άνθη και να κρατάω ένα νεροπίστολο, μα είναι κακό λίγο πριν αν το έκλεψα από ένα παιδάκι». Μέσα σε έναν σύμπαν που σφύζει από μια ξένοιαστη μετριότητα, ο Salvador επιδεικνύει το «είναι» του μέσα από κωδικοποιημένες εμπειρίες και σκέψεις για μια καθημερινότητα που δεν γνωρίζει επιστροφή και υπακούει τυφλά σε ένα σύστημα για ξένα βλέμματα. Η ασφυξία του πλέκει τον καμβά και η περιγραφική του δεινότητα ξύνει τα μολύβια. Η ανάσα είναι η ίδια του η τέχνη. Έτσι, η ζυγαριά μπορεί να περιμένει. ΤΡΩΚΤΙΚΟ «Εδώ τίποτα δεν γράφεται τυχαία. ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ
Η ιδέα να φιλοξενήσουμε στη στήλη το συγκεκριμένο blog κρατάει σχεδόν από το ξεκίνημα. Από τότε το απέφευγα συστηματικά αφενός γιατί δεν ήξερα από πού να πιάσω το νήμα ώστε να βγει μια άκρη, αφετέρου γιατί περίμενα την κατάλληλη συγκυρία. Τι είναι λοιπόν το τρωκτικό; Αντιγράφοντας από την ελληνική έκδοση του Wikipedia: «Τα τρωκτικά, εκτός από ελάχιστα είδη έχουν μέγεθος μέτριο ως μικρό. Το οδοντικό τους σύστημα δεν έχει κυνόδοντες, αλλά διαθέτουν ένα ζεύγος κοπτήρων στο μπροστινό μέρος των σαγονιών τους. Οι κοπτήρες αυτοί αναπτύσσονται ασταμάτητα, αλλά και φθείρονται συνεχώς. Αν η φθορά σταματήσει, οι κοπτήρες θα βγουν από το στόμα, θα τρυπήσουν τον ουρανίσκο και θα τραυματίσουν το πρόσωπο του ζώου. Για να φθείρονται τα δόντια όσο πρέπει, τα τρωκτικά ροκανίζουν συνέχεια όχι μόνο την τροφή τους, αλλά και όλες τις ζωικές, φυτικές και ανόργανες ύλες. Τα τρωκτικά έχουν σε μεγάλο βαθμό αναπτυγμένο το ένστικτο της κατοικίας». Σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσω τη σημασία του τίτλου, θα έλεγα πως «Τρωκτικό» μπορεί να χαρακτηριστεί καθένας από εμάς που ίσως να μην έχει την κοινωνική ή πολιτική επιφάνεια να επηρεάσει τα πράγματα σε βαθμό αισθητό και με μία κίνηση, αλλά διαθέτει εκείνα τα στοιχεία (γνώση και άποψη) ώστε να ροκανίσει το υπάρχον σύστημα σιγά- σιγά και στον βαθμό που μπορεί (ας μην πάει ο νους μας μόνο στα κομματικά στεγανά). Η γνώση και η άποψη είναι δύο όπλα που δυναμώνουν ασταμάτητα μέσα στον χρόνο και αν δεν εκφραστούν, αν δεν εκτονωθεί η δύναμή τους, θα έρθει μια στιγμή που θα στραφούν προς τον ίδιο τον κάτοχό τους. Ακριβώς όπως τα δόντια των τρωκτικών... Επί της ουσίας και πέρα από κάθε συμβολισμό, το «Τρωκτικό» είναι ένα blog όχι μόνο ενημερωτικό αλλά και πολιτικό. Μακριά από κομματικούς χώρους και συνιστώσες κάθε χρώματος, η συντακτική ομάδα δημοσιεύει με εντυπωσιακούς ρυθμούς μικροκείμενα που τα συνοδεύει πάντα μια σχετική φωτογραφία και περιλαμβάνουν μια μεγάλη γκάμα κατηγοριών. Ενδεικτικά αναφέρων πως τη στιγμή που συντάσσεται αυτό το άρθρο, στην κεντρική σελίδα του blog εμφανίζονται 70 νέες αναρτήσεις- σχόλια και ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο- οι οποίες γράφτηκαν μέσα σε τέσσερις ώρες (πρόκειται δηλαδή κατά μέσο όρο για μία ανάρτηση κειμένου κάθε 3.42 λεπτά...). Είτε πρόκειται για πολιτική, για αθλητικά, κοινωνικό σχολιασμό, καλλιτεχνικά νέα αλλά και δημόσιες δηλώσεις ανθρώπων από όλο τον κόσμο, το τρωκτικό μοιάζει να είναι παρόν, να αφουγκράζεται και να μεταδίδει την πληροφορία σε χρόνο σχεδόν ενός δικού μας κλικ, πολλές φορές με μια γερή δόση σάτιρας. Όντας ένα βήμα μπροστά από πολλά ειδησεογραφικά μέσα, μοιραία δέχεται επιθέσεις. Μέσα σε ένα κλίμα σύγχυσης και όπως φάνηκε, διαπλοκής, η λειτουργία του blog αναστάλθηκε για λίγο από την πάροχο εταιρία, ξεσηκώνοντας τις αντιδράσεις ενός μεγάλου πλήθους από bloggers και δημιούργησε ένα κύμα αναστάτωσης, φυσικά στο όνομα της ελευθερία τους λόγου και ενάντια στο μονοπώλιο της πληροφορίας που τώρα πια έχει σπάσει. Μόνο αν πληκτρολογήσει κανείς τη φράση «έκλεισε το τρωκτικό» στο Google, μπορεί να συλλάβει τη διάσταση του φαινόμενου (υπάρχουν γύρω στις 11.900 καταχωρήσεις...). Δεν είναι παράξενο λοιπόν, που έχει δεχθεί μηνύσεις με αστείες αφορμές ακόμα και από μεγάλες εφημερίδες γνωστών μεγαλοδημοσιογράφων. Το «Τρωκτικό» δεν είναι ένα. Είναι πολλά κι έχω την εντύπωση πως πληθαίνουν συνεχώς, τηρώντας (και τιμώντας) το νόμο της φύσης τους. Κινούνται αδιάκοπα και τρυπώνουν ανεπαίσθητα παντού, αναζητώντας την πληροφορία και διαδίδοντάς την όπως εκείνα ξέρουν. Και φυσικά, όπως όλα τα τρωκτικά απέναντι στους ανθρώπους, από κάποιο σημείο και μετά ενοχλούν. Σε μια τέτοια περίοδο, όπου η πληροφορία αναζητά διακαώς τη σφραγίδα της αντικειμενικότητας, οι γνήσιοι αναγνώστες στρέφονται εκεί που ξέρουν πως θα τη βρουν χωρίς να έχουν να κάνουν με πολιτικούς στιγματισμούς και ανταλλάγματα. Είτε πρόκειται για ένα μικροποσό, είτε για την κατάθεση του μέγιστου δημοκρατικού δικαιώματος... ΑΝΕΡΓΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ
«Είμαστε μια ομάδα άνεργων δημοσιογράφων Σκαλίζοντας τις σημειώσεις μου μέσα στο καλοκαίρι, ανακάλυψα χειρόγραφη μια φράση την οποία συνάντησα τυχαία πριν καιρό σε κάποια αναζήτησή στο διαδίκτυο. Σύμφωνα λοιπόν με ένα άλλο blog, το «Κουρδιστό Πορτοκάλι», ειπώθηκε από τον Ερρίκο Μπερό και λέει πως η δημοσιογραφία είναι ένα επάγγελμα στο οποίο περνάει κανείς τη μισή ζωή του μιλώντας για κάτι που δεν γνωρίζει και την άλλη μισή σωπαίνοντας γι' αυτό που ξέρει. Έστω. Στην Ελλάδα του 2009 και ύστερα από μια σειρά πρόσφατων γεγονότων, θα μπορούσαμε με άνεση να επεκτείνουμε τη ρήση, καρφιτσώνοντας μια παράμετρο αβεβαιότητας που θα αποτυπωνόταν στη φράση «αν βρει ποτέ δουλειά»... Η ανεργία είναι γνωστό πως δεν κάνει διακρίσεις. Δεν χτυπάει μονάχα τα κλασικά επαγγέλματα μα δεν θα έλεγα πως αυτό αποτελεί συνείδηση του μέσου πολίτη. Η έλλειψη θέσεων εργασίας στον τομέα των ΜΜΕ, αλλά και οι συνθήκες πρόσληψης είναι μερικά από εκείνα που οι ίδιοι οι μεγαλοδημοσιογράφοι ως μοναδικοί υπεύθυνοι αποφεύγουν συστηματικά να προβάλλουν, την ώρα που χιλιάδες συνάδελφοί τους είναι αναγκασμένοι να εργάζονται σε δουλειές του ποδαριού για να εξασφαλίσουν τα ελάχιστα για την επιβίωση. Έτσι κατέστη ανάγκη από κάποιους η δημιουργία ενός blog για να καταγράφονται και να δημοσιεύονται τα όλα προβλήματα και η αγωνία εκείνων των δημοσιογράφων που πέρασαν την πόρτα της ανεργίας χωρίς να φέρουν μερίδια ευθύνης. Σύμφωνα με τους συντάκτες: «Η δημιουργία του blog προέκυψε από την ανάγκη να αποκτήσουμε φωνή όλοι εμείς που μετά από λίγα ή πολλά χρόνια εργασίας βρεθήκαμε χωρίς δουλειά. Αφορμή αποτέλεσε η έναρξη των σεμιναρίων του ΟΑΕΔ για την κατάρτιση μας στην Πληροφορική. Εκεί διαπιστώσαμε ότι χρόνο με το χρόνο αυξάνεται ο αριθμός των ανέργων δημοσιογράφων. Έτσι λοιπόν, αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε τούτο εδώ το blog για να μπορούμε να καταγράφουμε τα προβλήματα μας αφού η ΕΣΗΕΑ δεν νοιάζεται να εκλέξει εκπρόσωπο των ανέργων στο Μικτό Συμβούλιο». Το blog δεν καταπιάνεται με το θέμα χρησιμοποιώντας τακτικές γκρίνιας. Από τις 3 Δεκεμβρίου του 2008, οπότε συναντάμε την πρώτη ανάρτηση, αναρτώνται διαδοχικά κείμενα τα οποία προσφέρουν καλή ενημέρωση για τα τεκταινόμενα του εργασιακού περιβάλλοντος της δημοσιογραφίας, αλλά και συστηματική παρακολούθηση των γεγονότων και των ανακοινώσεων από το σύνολο σχεδόν του Τύπου. Κι όλα αυτά δοσμένα με έναν τρόπο που δεν χαρίζεται, δεν κάνει εκπτώσεις και δεν χαϊδεύει τα αυτιά κανενός, φυσικά χωρίς εμπάθειες και μικροπρέπειες. Ένας αγώνας ανθρώπινος με όπλο την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και πληροφοριών και με πυρομαχικά την ίδια τη δημοσιογραφία. Σταθερά σκληροί απέναντι στο τωρινό προεδρικό καθεστώς της ΕΣΗΕΑ και με άρωμα έντονου συνδικαλισμού, επισήμως μη προσκείμενοι σε κομματικές παρατάξεις, οι Άνεργοι Δημοσιογράφοι καταγγέλλουν την απάθεια του σωματείου όταν γίνεται αντιληπτό πως τα εργασιακά τους δικαιώματα βρίσκονται μετέωρα. Ιδιαίτερα συχνά δηλαδή. Από το στόχαστρο δεν λείπουν και όσοι δημοσιογράφοι καταλαμβάνουν μια σειρά από υπεραμοιβόμενα πόστα σε διαφορετικά μέσα, στερώντας έτσι από τους νεότερους το δικαίωμα της εργασίας και της συμμετοχής στον χώρο (τηρουμένων των αναλογιών και της άτυπης επετηρίδας που ισχύει σε κάθε επάγγελμα), αλλά και μεγαλοδημοσιογράφοι που εκτελούν χρέη εργοδότη μη σεβόμενοι την αξιοπρέπεια και τις ανάγκες των υπόλοιπων συναδέλφων τους. Αντίβαρο στα καταγγελτικά τους κείμενα αποτελεί η στήριξη όλων εκείνων των μαχόμενων της δημοσιογραφίας που χαρακτηρίζονται από εντιμότητα και αξιοπρέπεια, μην επιτρέποντας στον εαυτό τους να σκύψουν το κεφάλι εν ίδει βολέματος. Ακόμα και όταν παρατηρήθηκε προσπάθεια φίμωσης κάποιων ελεύθερων δημοσιογραφικών blogs, όπως το NoNews, οι Άνεργοι Δημοσιογράφοι στήριξαν τον αγώνα και την προσπάθειά τους, φιλοξενώντας μια σειρά αναρτήσεων με την υπογραφή των παθόντων, χωρίς ίχνος από αισθήματα ανταγωνισμού. Γράφτηκε χαρακτηριστικά «Οι bloggers είναι οι μόνοι που γράφουν στα παπάρια τους τις θεωρίες των σκοτεινών κέντρων συνωμοσίας... απλά δεν φοβούνται και η τεχνολογία βοηθά σε αυτό....». Η αγορά εργασίας, όσο δύσκολη και σκληρή κι αν πραγματικά είναι στις μέρες μας, όταν συναντά την ευγενή άμυλα και τον ανθρωπισμό, αποτινάσσει από επάνω της την ασυδοσία, την απληστία και τη λογική του «ο θάνατός σου η ζωή μου». Οι μύτες που κληρονόμησε η γενιά των επτακοσίων ευρώ με τη μορφή «συστήματος», δεν ανοίγουν διά της πλαγίας οδού με όρκους και με τάματα, αλλά επιστρατεύοντας συλλογικά κάθε δυνατό μέσο που εξασφαλίζει την ελευθερία του λόγου και την ανάπτυξη επιχειρημάτων. Παλεύω για το σύνολο σημαίνει παλεύω για τον εαυτό μου. Έστω και εν ανεργία. ΒIBΛΙΑ ΚΑΙ ΞΕΡΟ ΨΩΜΙ Ένα μπλογκ για τα βιβλία και τις περιπέτειες μου μαζί τους! ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ Με την είσοδο του καλοκαιριού αυξάνεται, ραγδαία θαρρώ, το αίσθημα της ενοχής, όσων από εμάς δυσκολευόμαστε να βρούμε λίγο χρόνο στην κάθε ημέρα μας για την ανάγνωση ενός βιβλίου. Το κοινό χαρακτηριστικό των τεμπέληδων της λογοτεχνίας είναι η διασκέδαση και όχι η ψυχαγωγία. Όσοι ξέρουν να ψυχαγωγούνται δεν απέχουν για πολύ από τη μυρωδιά του βιβλίου. Όσοι απλά διασκεδάζουν, προσπαθούν απλώς να ξεχάσουν. Έτσι, με την είσοδο και την εδραίωση του καλοκαιριού στην καθημερινότητα, συναντάμε όλο και περισσότερο κόσμο να έχει ανοιχτό ένα βιβλίο στο τραίνο, στα πάρκα, στις παραλίες. Κι επειδή κατά την κινέζικη παροιμία, «σε έναν πεινασμένο καλύτερα να του μάθεις να ψαρεύει παρά να τον κεράσεις ένα ψάρι», εμείς για το καλοκαίρι προτείνουμε ένα blog για βιβλιοφάγους. Η Άννα Βαρνά είναι δασκάλα Αγγλικών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και ζει μόνιμα στη Λάρισα. Όπως μας λέει και η ίδια, σε αυτό το blog γράφει καταρχήν για τα βιβλία που διαβάζει και τη ζωή της παρέα με αυτά. Βιβλία από την παγκόσμια και την ελληνική λογοτεχνία, την ποίηση, τον περιοδικό τύπο αλλά και πολλά δρώμενα που αφορούν στο βιβλίο, όπως το ευρύτατα διαδεδομένο bookcrossing. Κάθε βιβλίο κρίνεται από το βλέμμα μιας επαγγελματία αναγνώστριας και σερβίρονται στο κοινό φιλτραρισμένα και έτοιμα προς αφομοίωση. Σχετικά με το βιβλίο The naming of dead του Ian Rankin για παράδειγμα, γράφει «Πώς μπορείς και διαβάζεις ένα αστυνομικό βιβλίο τη στιγμή που τόσα απίστευτα γίνονται στην αστυνομία στη χώρα σου; Νομίζεις άραγε ότι οι αστυνομικοί είναι καλύτεροι σε άλλες χώρες; Πιο εξευγενισμένοι, λιγότερο ρατσιστές; [.] Άλλωστε η αστυνομία είναι παντού ίδια (same shit) και μερικές φορές οι λέξεις που χρησιμοποιούνται είναι αποκαλυπτικές: Law Enforcement Force - Σώμα Επιβολής του Νόμου. Αλλά έλα που δεν επιβάλλουν το νόμο αλλά κάτι άλλο δικό τους, το νόμο της ζούγκλας ίσως;[.] Το βιβλίο μιλάει για περίπου 250.000 ανθρώπους που πάνε σε πορείες κατασκηνώνουν και διαμαρτύρονται χωρίς να ανοίξει ρουθούνι αλλά η τηλεόραση δείχνει ως συνήθως τα επεισόδια που προκαλούν καμιά εικοσαριά εγκάθετοι». Στην ουσία όμως δεν πρόκειται για στυγνή βιβλιοκριτική με τη μορφή που την έχουμε συνηθίσει στα διάφορα έντυπα, όπου ο χώρος είναι πολύτιμος και οι ποσότητες των βιβλίων που προορίζονται για κριτική τεράστιες. Μέσα από τα κείμενά της αναπτύσσει σταυροειδείς αναφορές στις πλοκές των βιβλίων που διαβάζει, τους χαρακτήρες και τις τοποθεσίες, αλλά και παραλληλισμούς με τη δική της καθημερινότητα, τους ανθρώπους, τα απλά γεγονότα της ζωής της που λίγο απέχουν από τα δικά μας. Ένας αδιάκοπο πλέγμα λογοτεχνίας και ζωής. «Καταλαβαίνω ότι ένα βιβλίο έχει μπει πραγματικά μέσα μου όταν εκεί που καθαρίζω ψάρια, στο νεροχύτη μου στη Λάρισα, στο δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας, σκέφτομαι ότι σίγουρα αυτή είναι μια πανάρχαια συνήθεια των ανθρώπων, ότι κάπως έτσι θα καθάριζαν τα ψάρια και οι γυναίκες των νησιών της Γαιοθάλασσας. [.] Η Ούρσουλα Λε Γκεν έχει αυτό το χάρισμα λοιπόν, με το γράψιμο της να μπαίνει στη σκέψη σου και να καρφώνεται εκεί. Να δημιουργεί ένα καινούριο κόσμο, που δεν είχες φανταστεί ποτέ. Ένα κόσμο με μάγους και σκιές, με υπεράνθρωπες δυνάμεις και σκοτεινές αδυναμίες». Μέσα από τα κείμενά μαθαίνουμε ακόμα για πτυχές της ζωής της που συνδέονται έμμεσα ή άμεσα με τη λογοτεχνία. Έτσι, με λίγη προσοχή και συνεχή παρακολούθηση μπορεί κανείς να σκιαγραφήσει ένα αρκετά αντιπροσωπευτικό πορτρέτο της. Εξάλλου, η ίδια γράφει επώνυμα, αναλαμβάνοντας κάθε πιθανή ευθύνη για καλές και κακές κριτικές σε αντίθεση με την πλειοψηφία του χώρου η οποία καλύπτεται από την ανωνυμία των ψευδωνύμων «Τα ονόματα είναι μαγικά. Τα παιδιά το ξέρουν αυτό από την αρχή, γι' αυτό όταν τα ρωτάς 'πως σε λένε' δεν απαντάνε αμέσως, περιμένουν λίγο μέχρι να σε εμπιστευτούν και να μπορέσουν να σου πουν το όνομα τους. Στη μυθολογία της Ursula Le Guin τα ονόματα, τα αληθινά ονόματα των πραγμάτων είναι και η δύναμη τους. Δεν τα λες έτσι για ψύλλου πήδημα». Χωρίς να πλατειάζει και να φλυαρεί, η Άννα δεν τσιγκουνεύεται τη γραφή, σε αντίθεση με άλλους bloggers, οι οποίοι αποφεύγουν συστηματικά τα «σεντόνια» (μεγάλα κείμενα). Είτε αυτό συμβαίνει από πλήξη είτε από αδυναμία στην ανάπτυξη, είτε από έλλειψη εκείνου του μικροβίου που σε κάνει να δωρίζεις όλο σου το «είναι» και το κουράγιο στη γραφή. Η Άννα Βρανά δείχνει να απολαμβάνει αυτή την προσφορά γνώσης και πείρας (αν μπορεί να εννοηθεί η έννοια πείρα στο χώρο της βιβλιοφιλίας) χωρίς φυσικά να περιμένει οποιουδήποτε είδους ανταπόδοση, παρά μόνο την ικανοποίηση πως η λογοτεχνία αποτελεί όλο και περισσότερο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. OLD BOY Ανάβαλε για λίγο το θάνατό σου, ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ
Στέκομαι σχεδόν αμήχανα μπροστά στην πρόκληση να γράψω πέντε πράγματα για το συγκεκριμένο blog. Αν και το ζήτημα της επιλογής κάθε μήνα αποθέτεται στην πλήρη ελευθερία του γράφοντος, στην πραγματικότητα το blog του Old Boy θα μπορούσε να καλύψει από μόνο του και χωρίς άλλες προσθήκες το συγκεκριμένο κείμενο. Παρά μόνο κόβοντας και ράβοντας λίγες από τις εκατοντάδες φράσεις κλειδιά που διατυπώθηκαν σε μια πορεία τεσσάρων -αισίως- ετών από την ημέρα που πρωτοδιαβάσαμε το εναρκτήριο post: Καλησπέρα, καλώς σας βρήκα. Αν, δηλαδή, σας βρήκα κι αν με βρείτε [.]. Αν τυχόν όμως βρεθούμε, και φτάσουμε κάποτε στο σημείο να ψιθυρίσουμε κάτι ο ένας στον άλλο, τότε ο υπολογιστής μας θα μοιάζει τόσο με το αυτί της Σκάρλετ Γιόχανσον, όσο και οι λέξεις που πατάμε στα πληκτρολόγια με τις λέξεις του Μπιλ Μάρρευ. Ίσως τότε, δια της συναισθήσεως, αποκρυπτογραφήσουμε και τι της είπε. «Άποψη».λέξη που συνοψίζει τη δραστηριότητα του Old Boy καθώς και κείμενα γραμμένα υπό διάφορες συνθήκες και με αφορμές παρμένες από μια ευρεία γκάμα ενδιαφερόντων σχηματίζουν μια γεύση για το πώς αντιλαμβάνεται ο ίδιος την καθημερινότητα και πολύ περισσότερο πώς την αντιμετωπίζει. «Άλλο το "όλα είναι δρόμος" κι άλλο το "εδώ είναι το σπίτι μου"». Μια από τις μεγαλύτερες αγάπες του Old Boy είναι ο κινηματογράφος. Αγάπη που δεν σταματάει εκεί, αλλά επεκτείνεται για να αντλήσει παραδείγματα και αφορμές για απίστευτους παραλληλισμούς με την ίδια τη ζωή. Δεκάδες posts που πιάνονται από την άκρη ενός φιλμ, εντοπίζουν με το μικροσκόπιο σκηνές που για τους περισσότερους σημαίνουν από ελάχιστα έως τίποτα και βάζουν αντικριστά ανάλογες στιγμές της ζωής και της καθημερινότητας. Έπειτα ανακατεύουν επιδέξια και μας προσφέρουν ολοκληρωμένες παραβολές, με έξυπνες ατάκες και μια παραγωγή συμπερασμάτων που θα ζήλευε ο κάθε χρονογράφος διάσημων εφημερίδων. Κάπως έτσι συμβαίνει και με την πολιτική και τα μέσα μαζική ενημέρωσης «Αν το κάθε σκάνδαλο της ημερησίας διάταξης κρίνεται σε τηλεοπτικό και όχι σε δικαστικό χρόνο, λογικό είναι τηλεοπτικής φύσεως να είναι και τα αποδεικτικά μέσα. Έτσι, στο δημόσιο βίο της χώρας η στιγμή της αλήθειας του καθενός αποτυπώνεται πλέον αυθεντικά στα μεν τηλεπαιχνίδια μέσω ανιχνευτή ψεύδους, στις δε ειδήσεις και τις εν γένει ενημερωτικές εκπομπές μέσω ηχογραφημένης ή βιντεοσκοπημένης καταγραφής συνομιλιών και πράξεων.» Έτσι και με τα αθλητικά θέματα και γεγονότα (οπαδός του Παναθηναϊκού ο ίδιος): «Ψάχνω να βρω το "τότε" και δεν βρίσκω ένα εύκαιρο, οπότε αφού ο λόγος περί ανταγωνιστικότητας, εκείνο που μπορώ να πω λίγες ώρες πριν τον ημιτελικό του φάιναλ φορ, είναι ότι από ένα επίπεδο επιτυχίας και πάνω μια ομάδα λογοδοτεί μόνο στον εαυτό της, την δική της ιστορία, τα δικά της ρεκόρ, τον δικό της μύθο». Μιας και ο Old Boy είναι πολίτης της Ελλάδας και δη της Αθήνας, με όλη τη σημασία της λέξεως και τουλάχιστον όπως δηλώνει η τετράχρονη πορεία του στο χώρο των blogs, ας μου επιτραπεί να σφραγίσουμε το τέλος του κειμένου με ένα ακόμη απόσπασμα που αφορά στην ουσία της διαχείρισης των πόρων και των δυνατοτήτων αυτής της πόλης, όσο χιουμοριστικό κι αν δείχνει με την πρώτη ανάγνωση. «Ο Νικήτας Κακλαμάνης τραγουδούσε σε τσακίρ κέφι το αγαπημένο του τραγούδι: 'Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο, τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο'. Αναρωτήθηκε για πολλοστή φορά πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκουν αυτά τα λόγια μελαγχολικά κι ονειρεύτηκε για ένα νανοσεκόντ μια υψικάμινο Κύπρου και Πατησίων γωνία. Ήταν πραγματιστής όμως και ήξερε ότι στη χώρα της οικολογικής τρομοκρατίας και του ΣτΕ κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο.». (Στα ακουστικά «Για την Ελλάδα» του Σωκράτη Μάλαμα). ΚΟΥΦΟΣ ΕΙΣΑΙ ΡΕ; ΔΕΝ ΑΚΟΥΣ; ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ
Όλα όσα θέλατε να μάθετε για την κώφωση, από πρώτο... αυτί! Κάποτε, σε μια συζήτηση, ένας εκ των συνομιλητών διατύπωσε μεταξύ άλλων την άποψη ότι τα λεγόμενα «άτομα με ειδικές ανάγκες» αδικούνται μόνο και μόνο από την ονομασία που τους έχουμε προσδώσει. Τι ακριβώς σημαίνει λοιπόν κατά λέξη «άτομο με ειδικές ανάγκες»; Ένα άτομο το οποίο, πέραν των βασικών βιολογικών και κοινωνικών αναγκών, έχει κάποιες επιπλέον ανάγκες τις οποίες όλοι οι υπόλοιποι δεν έχουμε. Κάποιες ανάγκες οι οποίες το κάνουν, αν θέλετε, να υστερεί μέσα σε ένα σύνολο ανθρώπων, καθιστώντας το πιο ευάλωτο έναντι των υπολοίπων. Δεν είχε άδικο. Τα άτομα αυτά έχουν ακριβώς τις ίδιες ανάγκες με εμάς. Έχουν ανάγκη να αντιλαμβάνονται τον κόσμο, να ζουν μέσα σε αυτόν, να τον απολαμβάνουν, να μορφώνονται, να εργάζονται, να κάνουν οικογένεια, να μεγαλώνουν φυσιολογικά και άλλα πολλά, ακριβώς όπως και οι υπόλοιποι. Πού εντοπίζεται λοιπόν η επιπρόσθετη ανάγκη; Το θέμα έγκειται στο γεγονός ότι σε κάποιες σοβαρές περιπτώσεις, οι ανάγκες αυτές δεν μπορούν να ικανοποιηθούν το ίδιο εύκολα ή και καθόλου. ΥΓ: Η Σοφία Κολοτούρου είναι ποιήτρια. Η εξαιρετική ποιητική της συλλογή με τίτλο «Αν-επίκαιρα ποιήματα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τυπωθήτω. (Στα ακουστικά το «Μήνυμα στο μπουκάλι» του B.D Foxmoor σε στίχους της Σοφίας Κολοτούρου.) ΜΟΥΣΙΚΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ
Τον τελευταίο καιρό αρχίζει και φεύγει από μέσα μου εκείνη η ανησυχία σχετικά με το ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν τα blogs, ως νέα μορφή έκφρασης και επικοινωνίας. Τα πράγματα φαίνεται να ξεπέρασαν τον ενθουσιασμό αλλά και την ταραχή που τα περίελουσαν από τη μια μέρα στην άλλη και να στηρίζονται μόνο στις γερές κολώνες. Ό,τι δεν κατάφερε να επιβιώσει ας πάει στο καλό. Ό,τι κατάφερε να μείνει ενεργό, είναι εκείνο που κοίταξε κατάματα τις πραγματικές μας ανάγκες. VOICE OFF (ΤΗΣ CANDYBLUE) Στο δρόμο όλοι κοιτάνε κάτω. ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ
Δεν είναι ένα το χρώμα της πόλης. Δεν την μονοπωλεί ένα πρόσωπο, μία μυρωδιά ή ένας ήχος. Δεν είναι κάτι ενιαίο, δεν μαθαίνεται σε μια διαδρομή. Είναι συνισταμένη από χιλιάδες συνιστώσες. Η πόλη έχει εικόνες άλλων πόλεων, έχει συνδεδεμένα «πακέτα» από ζωές που ήρθαν και συνεχίζουν να έρχονται, απλώνοντας τις δικές τους αποχρώσεις καθιστώντας την καθημερινότητά μας ένα συνεχές αλισβερίσι. Η πόλη θυμίζει κολάζ. Έργο τέχνης από κείνα που σου παίρνει μήνες ή και χρόνια να τα γνωρίσεις κι άλλο τόσο πως τα έκανες δικό σου. Κι όμως την ώρα που βαστάς τα ινία της σιγουριάς, που έχεις κάνει τις μετρήσεις έχοντας κρίνει και συγκρίνει όλα τα μεγέθη, το μάτι σου ανακαλύπτει μια γωνιά που μέχρι τότε σχεδόν δεν υπήρχε. Ένα σημείο βαφτισμένο στη διακριτικότητα, εξίσου σημαντικό με εκείνα που κυριαρχούν από το σύνολο. Ένα σημείο που μπορεί να στρέψει τη γνώμη σου σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. (Στα ακουστικά «Ένα κλεμμένο ποδήλατο» από τους Stereo Nova) ΥΓ: Ο πίνακας που κοσμεί το άρθρο είναι έργο της Candyblue ΙΔΙΟΓΡΑΦΩΣ ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ «Γράψε, Σκάναρε, Πόσταρε»
Χρόνια τώρα κυκλοφορεί μια φιλολογία γύρω από τον κίνδυνο(;) αντικατάστασης του κλασικού τρόπου γραφής (χαρτί-μολύβι) από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Από τη μια οι νεωτεριστές: εκείνοι που θέλουν το χαρτί ξεπερασμένο, φθαρτό, άβολο και προπάντων (για να μην ξεχνιόμαστε) ακριβό, σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσφέρει ο ηλεκτρονικός υπολογιστής. Με ένα απλό και δωρεάν πρόγραμμα, σε μια μικρή γωνιά του σκληρού μας δίσκου, έχουμε, όχι μόνο την ευχέρεια ενός τετραδίου σημειώσεων, μιας γραφομηχανής και ενός καμβά σχεδίασης εικόνων, αλλά και ένα ανεξάντλητης χωρητικότητας αρχείο, με δυνατότητα τροποποίησης και αυτόματης ταξινόμησης. Από την άλλη, οι κλασικοί, που, μη έχοντας την ευχρηστία με το μέρος τους, προβάλλουν επιχειρήματα όπως τη «γοητευτική αίσθηση» του χαρτιού, τη μοναδικότητα του γραφικού χαρακτήρα εκείνου που υπογράφει και τον αυθορμητισμό στην εφάπαξ διατύπωση μιας σκέψης. Πόσο μάλλον, όταν πρόκειται για σκίτσα, φωτογραφίες καρφιτσωμένες στη σελίδα ενός σημειωματάριου, μια κάρτα ιδιαίτερης ιστορικής ή συναισθηματικής, για τον εκάστοτε παραλήπτη, σημασίας, ένα εισιτήριο επιστροφής, κειμήλιο μνήμης ή ανατροπής... (Στα ακουστικά «The Park» του Κωνσταντίνου Βήτα)... ΠΡΕΖΑ TV ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ
«Θα έρθει εκείνη η μέρα που οι αράδες αυτές, Όσο προχωρούν τα χρόνια, με τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης να εξελίσσονται κατά τα δυτικά πρότυπα, ο ρόλος της δημοσιογραφίας, γίνεται όλο και πιο ασαφής. Πέρα από τα παρακλάδια που συνεχώς αποκτά (πολλές φορές χάνοντας τη ρίζα), τα όριά της, υπόκεινται συνεχώς σε αναθεωρήσεις, ανάλογα με την εκάστοτε οπτική γωνία, τις πολιτικές (και κομματικές) γραμμές, τα «μικρο» (και «μακρο») συμφέροντα, τις προσωπικές διαθέσεις και τα ποσοστά τηλεθέασης, ακροαματικότητας και αναγνωσιμότητας, αντιστοίχως. Πρωτογενώς, κυριαρχούν δύο σχολές. Η πρώτη θέλει τη δημοσιογραφία συνώνυμη της ενημέρωσης, χωρίς να τοποθετείται απέναντι στα γεγονότα, να τα εξετάζει ενδελεχώς και να καταθέτει τα όποια ευρήματα, στην κρίση του κοινού. Η δεύτερη, τη θέλει να ερευνά, να κρίνει τα συμβάντα, να παίρνει θέση και να τη στηρίζει με επιχειρήματα, τα οποία, όμως, (όπως και όλα τα υγιή επιχειρήματα στις δημοκρατικές διαδικασίες), επιδέχονται αμφισβήτηση και αναθεώρηση, από το κοινό που φέρει την δική του άποψη, συνισταμένη πολλών διαφορετικών παραγόντων. Προφανώς, υπάρχει μια διαφοροποίηση όσον αφορά το κοινό των δύο αυτών σχολών. AΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑΣΜΑΤΑ «Χρόνια εργάτης στης ζωής την πυραμίδα ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ
Βολτάροντας συστηματικά στο διαδίκτυο, σίγουρα θα συναντήσεις πολλές, εκ διαμέτρου αντίθετες, καταστάσεις, καλές, κακές ή αδιάφορες. Πόσο, μάλλον, όταν πρόκειται για τον κόσμο της μπλογκόσφαιρας, που ο καθένας μπορεί να αποκτήσει βήμα και δημόσιο λόγο γρήγορα, απλά και δωρεάν. Από νεοσύστατα και «ρηχά», μέχρι πολυετή (πλέον) blogs, με τεράστιο αρχείο στις πλάτες τους. Από προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία έγιναν για ίδιο όφελος του «άγνωστου διαδικτυακού χρήστη», μέχρι επωνύμων που εκθέτουν τη δουλειά και τις απόψεις τους, επικοινωνώντας σε πρώτο πρόσωπο με το κοινό που τους παρακολουθεί. Η περίπτωση ενός blog το οποίο επιδίδεται με μεγάλη δεξιότητα σε θεματικά σλάλομ, αγγίζει την καθημερινότητα, την τέχνη, τον πολιτισμό και τις προσωπικές σχέσεις του γράφοντος, με ανθρώπους κάποιας σημαντικότητας στον χώρο που κινούνται, δεν είναι παρά η περίπτωση ενός blog που αξίζει μνεία. Τουλάχιστον, για όσους από εμάς αναζητούν κάποιες μικρές λύσεις μέσω της συγκεκριμένης μορφής ελευθερίας του λόγου. Τελικά, τι ακριβώς είναι το blog του Bosko; Η δυσκολία που θα συναντήσει κανείς, προσπαθώντας να βγάλει τη σωστή συνισταμένη (παρά το γεγονός ότι οι συνιστώσες βγάζουν μάτι) και να το κατατάξει στις ήδη υπάρχουσες κατηγορίες, αντισταθμίζεται επαρκώς με την απλή και καθημερινή επίσκεψη. Η διάθεση του blogger για γραφή και η συνεχής ενημέρωση της σελίδας με αναρτήσεις, που τίποτα δεν έχουν να ζηλέψουν από τις στήλες εφημερίδων και περιοδικών, προσφέρουν απλόχερα το κίνητρο. Είναι από εκείνες τις (ελάχιστες) περιπτώσεις που ωθείσαι, αφενός να συμμετάσχεις κι εσύ- με όποιον τρόπο κατέχεις- ενεργά στον πολιτισμό, αφετέρου σου αποκαλύπτεται το ανθρώπινό του πρόσωπο. Μακριά από κοινωνικές αποστάσεις και καλλιτεχνικές υπεροψίες. «Άσματα και μιάσματα», λοιπόν, όπως μας λέει και ο ίδιος, είναι το blog που αγαπά τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, τη φωνή της Φλέρυς Νταντωνάκη, τις ταινίες του Maya Deren, τη γενιά του Woodstock, την εποχή του Υδροχόου και τους αντιρρησίες κοινών συνειδήσεων. (Στα ακουστικά, το «Blue» του Μάνου Χατζιδάκι και του Άρη Δαβαράκη) Ο ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ Ιστορίες και άλλα... ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ
Πώς είναι άραγε να είσαι κομμάτι των πιο αθώων αναμνήσεων για ηλικίες με διαφορά δύο δεκαετιών; Πώς είναι να περπατάς στο δρόμο, να μπαίνεις στην τράπεζα, να περνάς τα διόδια με το αυτοκίνητο και να σου χαμογελούν χαρίζοντάς σου την πιο τρυφερή ματιά της ημέρας; Στον καιρό που η δημοσιότητα ταυτίζεται με την καχυποψία, ένας άνθρωπος ξετρυπώνει από το προσωπικό παρελθόν του καθενός μας, φτιάχνει το δικό του blog και συστήνεται εκ νέου στο αναγνωστικό κοινό, με το ίδιο μεράκι, που είχε πάντα και τα πιο αγνά κίνητρα που θα μπορούσε κανείς να συναντήσει. Κυρίες και κύριοι.ο Παραμυθάς. Αν η παιδικότητα μπορεί να αποτελέσει φάρμακο για τις ενήλικες εμμονές και τους μακροχρόνιους φόβους του καθενός μας, μπορούμε να το διαπιστώσουμε μονάχα μέσα από την πράξη. Και η πράξη δε θα μπορούσε να βρει καλύτερο προσκεφάλι για να ακουμπήσει, από το blog του Παραμυθά. Γιατί, όταν αφιερώνεις την καριέρα σου σκεπτόμενος σαν παιδί και συνεχίζεις κατ' αυτόν τον τρόπο, δεν μπορείς να κοροϊδέψεις κανέναν πια πως μεγάλωσες. Τι κι αν πάλιωσε το «μαγικό γιλέκο» και αραιώσαν τα μαλλιά. (Στα ακουστικά: «Τι έπαιξα στο Λαύριο» του Διονύση Σαββόπουλου). KROTKAYA Το μόνο που έχω να πω ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ
Πώς μπορεί να χαρακτηριστεί εκείνη η αλυσίδα απανωτών ενθουσιασμών που προκύπτει όταν το ενδιαφέρον μας γαντζώνεται πεισματικά από κάτι; Δεν έψαξα πολύ, η έννοια στην καθομιλουμένη είναι ευρέως γνωστή. Είναι αυτό που απλά ονομάζουμε «κλικ». Κι όταν αυτό το κλικ του μυαλού μοιάζει να δικαιολογείται απόλυτα σε κάθε κλικ του ποντικιού του υπολογιστή, δεν χωράει καμιά αμφιβολία πως αυτό το «κάτι» αξίζει να προταθεί δημόσια. Αν και το όνομα που διάλεξε να την χαρακτηρίζει στο διαδίκτυο σημαίνει «μειλίχια», η ουσία που αναβλύζει από το blog της μαρτυρά έναν άνθρωπο υπερδραστήριο, σκεπτόμενο και ανήσυχο. Η Krotkaya φαίνεται να είναι μια Ελληνίδα που κατοικεί μόνιμα στην πόλη των Βρυξελλών, ταξιδεύει πολύ, διαβάζει πολύ, γελάει πολύ και συγχρονίζεται απόλυτα με την ελληνική πραγματικότητα, παρόλο που δεν την βιώνει πρωτογενώς στην κάθε της ημέρα. Με όχημα το διαδίκτυο καταφέρνει και ενημερώνεται πλήρως για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, να συλλέγει γνώμες, να σχολιάζει και να τοποθετείται βάσει απλών ανθρώπινων συλλογισμών, έχοντας απόλυτη συναίσθηση του ρόλου της στο διαδίκτυο. Γράφει για την προ μηνών επίθεση κατά των blogs από κάποιους πολιτικούς «Είναι αδύνατο να μπορέσει οποιοσδήποτε πολιτικός, υπουργός ή παράγοντας να χωρέσει σε ένα τσουβάλι (είτε αυτό λέγεται νομοσχέδιο, είτε μανιφέστο) τις εκατοντάδες τάσεις και αποχρώσεις της κοινωνίας. Και αυτό απλά αντικατοπτρίζεται και στα blogs. Τα blogs δεν είναι η κοινωνία. Είναι ένα κομμάτι από την αντανάκλασή της. Εδώ μέσα υπάρχει και η νοικοκυρά, και ο υπάλληλος, και ο επαναστάτης, και ο εργάτης, και ο δημοσιογράφος, και ο Κνίτης, και ο δεξιός, και ο φοιτητής, και ο μικροαστός, και ο πολιτικός ακόμα. Βάφτισέ το όπως θέλεις. Αλλά μην προσπαθείς να το χωρέσεις σε ένα κουτί. Και μην προσπαθείς να το προσεταιριστείς. Ή προσπάθησέ το, άμα σου κάνει κέφι. Απλά θα αποτύχεις.» Τα κείμενά της, συνοδευόμενα από κατάλληλες μουσικές επιλογές τοποθετημένες σε pod casts, δίνουν το στίγμα ενός ανθρώπου που έχει πλήρη επίγνωση της ζωής του και που προσπαθεί με ό,τι καλύτερο διαθέτει να την εμπλουτίσει. Βασικοί της σύμμαχοι η μουσική, το βιβλίο και η τέχνη που εναλλάσσονται αποτελεσματικά με τον δικό της αφηγηματικό τρόπο γραφής και μας προσφέρουν τα αποτυπώματα μιας σκέψης υπερβολικά κοντά σε αυτό που θέλει να είναι «Παραβλέπουμε το αυτονόητο. Ότι η αιτία διαφέρει από τον λόγο. Βουλιάζοντας στα επιχειρήματα, χάνεται η ουσία. Χρησιμοποιούμε τα πτώματα σαν άλλοθι για την πολυθρόνα μας. 'Όταν κλείνεις την εφημερίδα, χαίρεσαι γιατί ο κόσμος είναι πολύ μακριά' -έλεγε η Σουζανίτα στη Μαφάλντα. Όταν κλείνεις τον υπολογιστή σου, χαίρεσαι επειδή οι φίλοι σου είναι μακριά;» Η Krotkayaμέσα απο το blog της προσφέρει μία από τις καλύτερες οπτικές γωνίες μιας καθημερινότητας που δεν πλήττει ποτέ. Αντιθέτως, μοιάζει να απολαμβάνει τις επιλογές της και να τις προτείνει απλόχερα στους αναγνώστες, οι οποίοι με εργαλείο τον σχολιασμό, μοιάζουν να συγχρονίζονται απόλυτα στο όλο κλίμα και στις πολλές θεματικές της διακυμάνσεις. Σκέψεις, γεγονότα, αναμνήσεις και τεκμηριωμένες προτάσεις σε μια εναλλαγή εναρμονισμένη με τις καθημερινές απαιτήσεις ενός απλού ανθρώπου, όπως αυτός θα πρέπει να εννοείται. ΠΟΙΕΙΝ ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ Ποιήματα, ποιητές
Την ώρα που ένα μεγάλο μέρος κριτικού και αναγνωστικού κοινού μοιάζει να αμφιβάλει για το μέλλον του βιβλίου με τη μορφή που έχει σήμερα, στον κόσμο των blogs γεννιέται ένας διαφορετικής υφής πολιτισμός: πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι και κριτικοί καταθέτουν τη δουλειά τους δημόσια, αδιαφορώντας για πωλήσεις, διαφημίσεις σε ένθετα εφημερίδων και προθήκες βιβλιοπωλείων. Κι ενώ η έντυπη λογοτεχνία συγκεντρώνει τον κόσμο της κατά κύριο λόγο σε τεύχη ασταθούς περιοδικότητας και περιορισμένης διάθεσης, η ελληνική μπλογκόσφαιρα διαθέτει απλά το Ποιείν. «Η Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης «poiein.gr» είναι μια ιστοσελίδα για ποιήματα, ποιητές και ποίηση (ίσως.) από όλο τον κόσμο. Από τον Δεκέμβριο 2006 λειτουργεί ως διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό με καθημερινή ανανέωση το οποίο περιέχει 14 μόνιμες στήλες. Παραπέμπει σε επιλεγμένους συνδέσμους για την ποίηση και όχι μόνο (προσωπικά blogs, διαδικτυακά περιοδικά, μουσικά sites κ.α). Ο ιδρυτής του Ποιείν, ψυχίατρος στο επάγγελμα, Σωτήρης Παστάκας, μάχιμος της ποίησης στην Ελλάδα εδώ και 27 συναπτά έτη, με έξι ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του, μεταφράσεις, δοκίμια και συμμετοχές σε συνέδρια ανά τον κόσμο, συνεργάζεται με τον φιλόλογο και δημοσιογράφο Σπύρο Αραβανή δημιουργώντας ένα blog, ισχυρό πυρήνα λόγου και τέχνης. Έναν πυρήνα που καταφέρνει και συγκεντρώνει αφενός ανθρώπους με έντονη παρουσία στον χώρο του βιβλίου και των τεχνών, αφετέρου όσους επέλεξαν την ανεξάρτητη οδό του διαδικτύου. Με τα σχόλια ανοικτά κι ευπρόσδεκτα σε κάθε δημοσίευση, επιτυγχάνεται ο δημόσιος διάλογος που στερείται εδώ και χρόνια η ελληνική πραγματικότητα της λογοτεχνίας: επιχειρήματα, απόψεις, παραπομπές και επικλήσεις σε καταξιωμένους ποιητές διαφόρων εποχών τρέχουν παράλληλα σε ένα τεραίν φτιαγμένο από την ίδια την τέχνη. Γνωστοί bloggers της ποίησης όπως ο Γιώργος Μίχος, ο Σωκράτης Ξένος, ο Θεοδόσης Βολκώφ και ο Γιάννης Κυριαζής, συμμετέχουν ως σχολιαστές, συζητούν, παρατηρούν, διαφωνούν και αναλύουν από την δική τους οπτική γωνία πρωτοεμφανιζόμενους, καθιερωμένους, νέες λογοτεχνικές κυκλοφορίες αλλά και αναλύσεις σε ήδη δημοφιλή και πολυδιαβασμένα έργα. Καθημερινά παρόν στα λογοτεχνικά δρώμενα, το Ποιείν, αποτελεί εδώ και καιρό ένα από τα βασικότερα εργαλεία ενημέρωσης στον χώρο της λογοτεχνίας. Ενίοτε αιχμηρό, διακριτικά επαναστατικό αλλά πάντοτε με σεβασμό απέναντι στη διαφορετικότητα και τις ανάγκες αυτής της ιδιόρρυθμης εποχής για την ποίηση και τη λογοτεχνία, ξέρει να στηρίζει ό,τι αξίζει, να προσπερνά τις μικρότητες των ανθρώπων και να τακτοποιεί τις αλαζονικές συμπεριφορές της διαδικτυακής ανωνυμίας εκεί που τους αρμόζουν. Με όπλο τον ανεξάρτητο χαρακτήρα του, μακριά από εκδοτικούς οίκους και εταιρίες και με βασικά προτέρημα την καθημερινή του ανανέωση, το Ποιείν καταφέρνει και συγκεντρώνει ένα ευρύ φάσμα λογοτεχνικών σχολών, εποχών και χαρακτηριστικών, που πολλές φορές είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Όπως σε κάθε blog, ανάλογα με την δομή που επιθυμεί ο συντάκτης, κάθε δημοσίευση τακτοποιείται σχετικά με την προέλευση ή το περιεχόμενό της σε συγκεκριμένες κατηγορίες, καθώς επίσης και ημερολογιακά. Έτσι, στις δεκατέσσερις μόνιμες στήλες του Ποιείν, συναντάμε ποιητές από όλο τον κόσμο, νέους- πρωτοεμφανιζόμενους, παρουσιάσεις βιβλίων, underground ποιητές, κείμενα για την αγορά του βιβλίου, μικρά δοκίμια ποιητικής, αναγνώσεις- κριτικές κ.α καθώς και την ιδιαίτερη στήλη με τίτλο «Spontaneous Anthology», στην οποία παρουσιάζεται μοντέρνα ελληνική και ξένη ποίηση, επιλεγμένη και σχολιασμένη από φίλους- αναγνώστες του Ποιείν κι όπου προτείνονται ποιήματα (όχι ονόματα), σε μια προσπάθεια απόσταξης των άξιων δημιουργιών, μακριά από τη δημοσιότητα και τον μύθο των ίδιων των δημιουργών τους. Όλες αυτές οι κατηγορίες, μαζί με τις συμμετοχές των ίδιων των αναγνωστών και τη συνδρομή όσων ξεδιψάνε χρόνια απ' την πηγή της λογοτεχνίας, συνθέτουν αρμονικά μια στιβαρή και ενημερωμένη επιθεώρηση τέχνης που, όχι μόνο δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα ομότεχνα έντυπα που κυκλοφορούν, αλλά πολλές φορές είναι σε θέση να διδάξει. Η γνώση, η πολυφωνία, η ελευθερία του λόγου, η άμεση ανταπόκριση στα ερεθίσματα της καθημερινότητας και η προσφορά βήματος σε νέες φωνές με βάση την ουσία, είναι όσα χρειάζεται η εποχή μας για να μπορέσει να θρέψει τα παιδιά της και να παράξει έναν υγιή πολιτισμό. ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΝΟΠΛΙΑ ΜΟΥ; ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ
«Ζω σε εταιρικό περιβάλλον. Μοιάζει να είναι η σύγχρονη, διαδικτυακή εκδοχή, του πασίγνωστου ποιήματος του Καβάφη, με τίτλο «Ιθάκη». Μια Ιθάκη, πάντοτε στο τέρμα της διαδρομής και η διαδρομή, ηθελημένα ατέλειωτη. Ο Dr. Uqbar, άλλοτε καπετάνιος κι άλλοτε απλός (συν)επιβάτης, φρόντισε από την αρχή, με λίγες, διαλεγμένες πινελιές, να προσδιορίσει μόνος του το χαρακτήρα και το ρόλο αυτού του blog: «Δεν είμαστε συγγραφείς. Ούτε ποιητές είμαστε. Την ψυχή μας ανοίγουμε, μήπως μάθουμε κι εμείς οι ίδιοι κάποτε, τι κρύβει μέσα της. Να 'χουμε να κοιτάζουμε μακριά, για να περνούν οι μέρες.». Επί της ουσίας, η αναζήτηση της πανοπλίας, ταυτίζεται με μια εσωτερική αναζήτηση απαντήσεων, με πάτημα στους καθημερινούς προβληματισμούς και όργανα προσανατολισμού, την τέχνη, τη μουσική και μια πολυεπίπεδη κριτική, που- όπως φαίνεται να πιστεύει- θα τον θωρακίσουν, απέναντι στη σκληρότητα του κόσμου. Γιατί, για να θωρακιστείς από κάτι, πρέπει να ξέρεις καλά πού χτυπάει και πώς. Και η σωστή γνώση, μόνο μέσα από την εμπειρία κατακτάται. Έτσι, ο πηγαιμός αυτός, αποτυπώνεται με μια σχεδόν ημερολογιακή γραφή, φορέα μιας εμπνευσμένης καθημερινότητας. Κοινωνικά ευαίσθητος και ανθρώπινα συναισθηματικός, όπου κρίνει πως αξίζει, ο Dr. Uqbar, μοιάζει άνθρωπος που δε χαρίζει κάστανα, μήτε στον ίδιο του τον εαυτό: «Ξυπνάω και γεμίζω το βραστήρα με νερό, προσπαθώντας να μουλιάσω τα χθεσινά μου όνειρα. Γελώ, σιωπηλά, μέσα από ένα βαθύ χασμουρητό. Δεν υπάρχουν χτεσινά όνειρα. Ούτε παλαιότερα. Φλάς, εκτύπωση, φωτογραφία, τίτλος: «Ανόητος μίζερος αστός». Τα κείμενά του, διακατέχονται από ένα ύφος σαρκαστικό, τόσο για τον ίδιο, όσο και για τις κοινωνικές καταστάσεις που συναντά, χωρίς όμως να ξύνει πολιτικές πληγές. Αποστασιοποιημένος από κάθε κομματικό χρωματισμό, πιστεύει στην αυτοβελτίωση και στη συλλογικότητα και απεχθάνεται την υποκρισία και τη σκηνοθεσία της ζωής. Σκηνοθεσία, όπως λέει, απαραίτητη για την επιβίωση, σε μια τενεκεδένια πόλη: «Για πόσο ακόμα θα λέμε κρύα αστεία; Θα μιλάμε για τον καιρό χωρίς να έχουμε ρίξει μια ματιά στον ουρανό;» Γιατί, πρόκειται για έναν άνθρωπο της πόλης κι αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό, αφενός από τις αστικές εκφράσεις (με την γεωγραφική έννοια, όχι με την κοινωνική) και τις περιγραφές του, αφετέρου από τις φωτογραφίες που επιλέγει να αναρτά παρέα με τα κείμενά του. Εικόνες από τον διάχυτο ψυχισμό μιας πόλης, μέσα και έξω από το σπίτι, από τα κάγκελα του μπαλκονιού ή το φως του παραθύρου. Το blog Dr.Uqbar για την αναζήτηση της πανοπλίας, συνθέτει έναν από τους πιο επιτυχημένους συμβολισμούς της νέας πραγματικότητας -όχι μόνο της διαδικτυακής. Μέσα στο αστικό περιβάλλον όπου κινείται και αναπνέει (και ζει;) η μεγαλύτερη μερίδα ανθρώπων με εσωτερικές αναζητήσεις και προβληματισμούς, πέρα από το βιοπορισμό -ακόμα κι αν τα πράγματα δυσκολεύουν δραματικά μέρα τη μέρα- η μεν θωράκιση απέναντι στη σκληρότητα του κόσμου είναι πολύτιμη, η δε ανακάλυψη της εσωτερικής μας πατρίδας, ανάγκη επιτακτική. (Στα ακουστικά, Black από Pearl Jam). CIRCLES ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ «Μίκρυνε και η μοναξιά μου
Αν η μελαγχολία του διαδικτύου ήταν κήπος, θα ήταν σπαρμένη με χιλιάδες τριαντάφυλλα σε κόκκινο βαθύ χρώμα, θα ήταν νύχτα και θα είχε υγρασία. Έτσι την έχει ζωγραφίσει η δική μου φαντασία. Ωστόσο, διατηρώ βασικές επιφυλάξεις, για το τι θα μπορούσε κανείς να συναντήσει εκεί μέσα, αν και πολλοί θα προτιμούσαν, πρωτίστως, να έχουν από κοντά μια καγκελόπορτα και το κλειδί στο χέρι. Για όσους ασχολούνται με το θέμα blogs και ξέρουν περί τίνος πρόκειται, είναι σχεδόν βέβαιο, πως σε μια γωνιά, ανάμεσα στις τριανταφυλλιές, θα τη συναντούσαν. Ένα μικρό κοριτσάκι, ντυμένο στα λευκά, με τα απαλά μαλλάκια του κι ένα δάκρυ ετοιμόρροπο στην κόχη του ματιού, να κάνει κύκλους γύρω από το μοναδικό δέντρο με τα εκατόφυλλα. (Στα ακουστικά, Again των Archive). ΧΝΟΥΔΙ «Με το μέτωπο στο τζάμι, παύουμε να κρυβόμαστε
Στον θαυμαστό κόσμο της μπλογκόσφαιρας, υπάρχουν δύο ειδών «διάσημα» blogs. Το ένα έχει τις βάσεις του στην παλαιότητα: όσο παλαιότερο τόσο πιο δημοφιλές. Το άλλο έχει να κάνει με την αλήθεια. Ένα blog για να διαβαστεί πολύ και να συνεχίσει να διαβάζεται πολύ, πρέπει να κουβαλά στις τσέπες του, όση αλήθεια κουβαλά και ο συγγραφέας, ζώντας την καθημερινότητά του. Κάπου ανάμεσα, ξεπετάγεται ο γόνος των δύο, συνδυασμός που όποτε επιτεύχθηκε, πήρε δυνατά το δρόμο του, για την ιστορία αυτού του τρόπου έκφρασης, που λέγεται blogging. |
|
|---|