| |
 |
Λόγια στο χαρτί |
|
ΛΟΓΙΑ ΣΤΟ ΧΑΡΤΙ
Τέσσερις πλανόδιοι μουσικοί...
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗΣ
(Ως3 - Ιούνιος 2001)
΄Eνα πρωί πήρα το λεωφορείο της Καλαμαριάς από
τη στάση της γειτονιάς μου και κατέβηκα στην Αριστοτέλους. Από 'κει
πήγα στα εκδοτήρια του ΟΣΕ κι έβγαλα ένα εισιτήριο. Την επόμενη μέρα
έπρεπε να ταξιδέψω για την Αθήνα και τη μεθεπόμενη να μπω στο στούντιο
για να ηχογραφήσω τα καινούργια μου τραγούδια.
Όταν τελείωσα με το εισιτήριο, τράβηξα κατά το Μοδιάνο και το Καπάνι
για ένα πέρασμα. Κάθε φορά που κατέβαινα στην πόλη, έκανα και μια
βόλτα σ' αυτές τις αγορές.
Για μένα κάτι τέτοιες βόλτες ήταν βόλτες αναψυχής και νοσταλγίας.
Με γύριζαν πίσω στα παιδικά μου χρόνια. Τότε που στην Κατοχή έκανα
τον μικροπωλητή σ' αυτά τα μέρη. Κάποια στιγμή, καθώς σεργιανούσα
στην Βασιλέως Ηρακλείου, άκουσα ζωντανή μουσική να 'ρχεται από τα
λουλουδάδικα. Ανέκαθεν μου άρεζε ν' ακούω πλανόδιους μουσικούς, γι'
αυτό προχώρησα προς τα 'κει.
Ήταν τέσσερις. Βιολί, κλαρίνο, ακορντεόν και ντέφι.
Άνθρωποι μεγάλοι, πενηντάρηδες, μπορεί και παραπάνω.
Έπαιζαν και τραγουδούσαν.
Το τραγούδι που έλεγαν ήταν «Το μινόρε της αυγής».
Ξαφνικά, λες κι ο θόρυβος της αγοράς σταμάτησε και ένας ήχος μαγικός
πλημμύρισε τα λουλουδάδικα. Ήταν κάτι το απίστευτο. Πού βρέθηκε τόση
γνησιότητα, τόση συγκίνηση και τόση μαγεία σ' έναν ήχο δρόμου.
Πάνω από τριανταπέντε χρόνια έχω πάρε δώσε με όργανα και τραγούδια
και ήχο τόσο αληθινό δεν θυμάμαι να ξανάκουσα. Πώς είναι δυνατόν,
σκέφτηκα, τέσσερις πλανόδιοι μουσικοί, με τέσσερα οργανάκια, να παίζουν
και να τραγουδούν έτσι απλά, μέσα στη φασαρία της αγοράς, και να βγάζουν
τέτοιον ήχο.
Κάτι, το οποίο, και να το θέλαμε εμείς οι λεγόμενοι σπουδαγμένοι,
δεν θα μας έβγαινε.
Μέσα σ' εκείνο το ξεχασμένο από την εξέλιξη τετράγωνο, πόσο όμορφα
ταίριαζε αυτός ο ήχος, αυτή η γνησιότητα. Δεν μου έκανε καρδιά να
φύγω από κοντά τους. Συντόνισα το βήμα μου με το δικό τους και, κάνοντας
πως χαζεύω τους πάγκους των μαγαζιών, απολάμβανα την τέχνη τους.
«Το μινόρε της αυγής» και ο αργός βηματισμός τους μου θύμιζαν Μεγάλη
Παρασκευή. Ένιωθα μια συγκίνηση, όπως όταν ήμουν παιδί κι έτρεχα από
επιτάφιο σε επιτάφιο ν' ακούσω τα Εγκώμια. Ω γλυκύ μου έαρ!
Το στούντιο που θα ηχογραφούσα ήταν από τα καλύτερα κι ο ήχος μου
έπρεπε να 'ναι σύγχρονος - μοντέρνος - σημερινός. Στην ουσία, ήχος
ψεύτικος, άψυχος και φτιασιδωμένος, όπως ταίριαζε στα σημερινά γούστα
του καταναλωτικού κοινού.
Την άλλη μέρα, κολλημένος στο παράθυρο του τρένου, ταξίδευα για την
Αθήνα- για τα καινούργια μου τραγούδια.
Όμως η σκέψη μου όλο στα χθεσινά γύριζε. Σ' εκείνους τους πλανόδιους
μουσικούς και στο δικό τους ήχο...
Μη γυρεύεις ομορφιές
Όλα τα 'καψε η φωτιά κι η πικρή σου η ματιά
ψάχνει μέσα στα τραγούδια
μα κι εκείνα δυστυχώς τα 'χει κάνει ο καιρός
δίχως άρωμα λουλούδια
Μη γυρεύεις ομορφιές δεν υπάρχουνε χαρές
σ' ένα κόσμο χαλασμένο σ' ένα κόσμο από βροχές
κάτι άρρωστες ψυχές να σε λένε ξοφλημένο
Κάθε μέρα που περνά κάτι μέσα σου πονά
κάτι μέσα σου ματώνει
πόση πίκρα κουβαλάς κι όλο λες κι όλο μιλάς
για μια πόλη που σκοτώνει
Μη γυρεύεις ομορφιές δεν υπάρχουνε χαρές
σ' ένα κόσμο χαλασμένο σ' ένα κόσμο από βροχές
κάτι άρρωστες ψυχές να σε λένε ξοφλημένο...
Σταύρος Κουγιουμτζής
Τραγούδι: Του κάτω κόσμου τα πουλιά - Γιώργος Νταλάρας
Διάρκεια: 04:19 - (1.517KB)
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής - Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας
ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ Ως3 - ΛΟΓΙΑ ΣΤΟ ΧΑΡΤΙ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ - ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΥΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ - ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ
- ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΑΛΑΝΗ - ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΥ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ - ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
- ΝΙΚΟΣ ΖΟΥΔΙΑΡΗΣ - ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ - XΡΗΣΤΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ - ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗΣ - ΚΩΣΤΑΣ
ΛΕΙΒΑΔAΣ - ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΖΩΜΕΝΟΣ - ΛΑΥΡΕΝΤΗΣ ΜΑΧΑΙΡΙΤΣΑΣ - ΙΕΡΟΚΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ- ΑΡΓΥΡΗΣ ΜΠΑΚΙΡΤΖΗΣ
- ΜΠΑΜΠΗΣ ΞΑΡΧΑΚΟΣ - ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ - ΜΙΛΤΟΣ ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ - ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ
- ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΑΡΟΒΑΣ - ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΤΣΑΚΝΗΣ - ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
|
|