iΑρχικήiσελίδα

iΤαυτότητα

iΠεριεχόμενα

iΑφιερώμαται

iΑrtως Radio

iΑrtως TV

iExodως3

 
Χώστρια  

ΧΩΣΤΡΙΑ
Της Νοέλ Μπάξερ

Εξοστρακισμός...

Αν δεν το είχε δει με τα μάτια του, αν δεν είχε ζητήσει μάλιστα να το ξαναδεί για να του δώσει την ευκαιρία να αποδειχθεί οφθαλμαπάτη, έστω ένα παιχνίδι του φωτός που ήταν πρόθυμος -βιαστικός- να το δικαιολογήσει τόσες ώρες καρφωμένος κάτω από τον ήλιο, δεν θα το πίστευε. Ισχυρίζεται πως έγινε αυτό επειδή το έπιασε. Εκείνη την στιγμή, ένα μυστήριο πράγμα, κάτι έκανε ένα τσικ μέσα του, ίσως τσαφ σαν ανάφλεξη, και στην στιγμή, ακαριαία, έμαθε πως δεν θα ήταν η ζωή του στο εξής όπως πριν. Γιατί, τώρα, το είχε αγγίξει κι είχε μεταδώσει σε αυτόν ό,τι κουβαλούσε.

Πρώτος ο εργάτης που έσκαβε στην αρχαία Αγορά των Αθηνών βρήκε το κομμάτι του αγγείου με το χαραγμένο ανδρικό όνομα. Μαλακά πέρασε το χέρι του πάνω στην μελανή επιφάνειά του γιατί κατά τόπους διατηρούσε ακόμη λίγη γυαλάδα που τον κάλεσε. Με το τρυφερό πέρασμα του χεριού του έβγαλε από πάνω από το όστρακο, από αυτό το μικρό θραύσμα του αγγείου, αιώνες, πάμπολλα κοιμισμένα χρόνια, σπάζοντας με αυτόν τον τρόπο την κακή συνήθεια το θραύσμα να σωπαίνει -ή μήπως τον όρκο της σιωπής;
Το βρήκε θαμμένο στη γη, καλυμμένο με χώμα σαν να ήταν κεφάλι στρουθοκαμήλου, επιζητώντας έτσι να μην βλέπει πως τα χρόνια πέρασαν και οι εποχές άλλαξαν, πως ήρθε κάποτε ένας Μεσσίας και τρεις μάγοι με δώρα, λιβάνια και τέτοια, δεν μπορούσε να τα μυρίσει σκεπασμένο με το χώμα. Ανακάλυψε το όστρακο ο εργάτης και με τη χαρά του διασώστη το επανέφερε στο φως. Με μια γοργή κίνηση το πέρασε από τον θάνατο στη ζωή, με το ανθρώπινο χέρι του ανακατεύοντας άσχημα τα θεϊκά πράγματα. Συμβαίνει κάποιες φορές να είναι η διατήρηση του θανάτου ίσως ορθή. Με το που το ένιωσε στο χέρι του ήξερε, μα ήταν αργά για να το βάλει πίσω, πως θα προτιμούσε το μελανό όστρακο την ανυπαρξία στο χωμάτινο κέλυφός του. Επειδή στο μεταξύ (μόνο σήμερα) ο Παρθενών του έγινε κρατική εγγύηση για διεθνές οικονομικό δάνειο και ο υπέρλαμπρος ναός της Αθηνάς του γυάλισε σε τραπεζίτες. Πού ο καιρός που μάζευε ικέτες και ιέρειες! Το ξεθαμμένο όστρακο τον βρήκε τώρα να στέκεται γυμνός από το πέπλο του, της τελευταίας πομπής των Παναθηναίων, ένα κουτσουλισμένο μαρμάρινο κουφάρι να αγκομαχά στο χρόνο, τουριστικό μνημείο με κάλπικες Καρυάτιδες που δεν τις άγγιξε αυτές ανδρικό χέρι αρχαίου γλύπτη, ούτε έτρεξε πάνω τους το δάχτυλό του ο Φειδίας να δει αν ο χιτώνας τους σκαλώνει. Γιατί έπρεπε να είναι καλοϋφασμένο το μάρμαρο, όπως τις αξίζει.
Το χάιδεψε λοιπόν ο εργάτης λίγο, πέταξε πέρα την σκόνη και την κονιορτοποιημένη λάσπη από τα ούρα γενεών και γενεών αλήτικων σκύλων που είχαν ποτίσει τη γη του, πριν το παραδώσει στον αρχαιολόγο που στεκόταν από πάνω του με το σαφάρι μπεζ παντελόνι έτοιμος για κυνήγι. Ο αρχαιολόγος επανέλαβε την κίνηση του εργάτη, έβγαλε κι άλλους αιώνες πάνω από το αρχαιολογικό εύρημα, μάλιστα αυτός στην συνέχεια το σκούπισε απαλά πάνω στο σαφάρι παντελόνι του τρίβοντας με το ζόρι την μια εποχή πάνω στην άλλη σε μια φύρδην μίγδην, και γι' αυτό ευτυχώς άγονη, συνεύρεση. Έσκυψε σχεδόν γονατίζοντας για να ακουστεί στο σκάμμα που βρισκόταν ο εργάτης αλλά να μην ακουστεί παραγύρω, και διάβασε:
Κίμων Μιλτιάδου.
«Κίμων Μιλτιάδου» επανέλαβε σαν να συστήνεται σε μια παρέα, τόσο οικεία ακούστηκε στον χώρο της αρχαίας Αγοράς (είχε να ακουστεί κάτι αιώνες), και εναπόθεσε μαλακά το κομμάτι από το μελανό αγγείο στο κασόνι με τα ευρήματα της μέρας.
«Μπορώ να το δω λίγο;», ζήτησε ο εργάτης.
«Τον Κίμωνα του Μιλτιάδου;» ρώτησε για να σιγουρευτεί ο  αρχαιολόγος, όπως θα ρωτούσε έναν ιατροδικαστή που του ζήτησε να δει ξανά κάποιο πτώμα.
Με τέτοια ταιριαστή σε ιατροδικαστή ψυχραιμία, έπιασε κι έβγαλε από το κασόνι το όστρακο και το πρόσφερε στον εργάτη για να το δει ξανά. Έσκυψε από πάνω του και του είπε:
«Ο μπαγάσας εξοστρακίστηκε. Δεν τις καπούλαρε όπως οι σημερινοί πολιτικοί.»
Ο εργάτης περιεργαζόταν το όστρακο του Κίμωνα αμίλητος.
«Βλέπεις, Σταύρο; Τον Κίμωνά μας το 461 πΧ ο Δήμος ψήφισε να φύγει εξορία με αυτό το θραύσμα κι άλλα 5.999. Έξι χιλιάδες συν ένα χρειαζόντουσαν συνολικά. Τον κύριο που κρατάς, έξι χιλιάδες άνθρωποι θέλησαν να φύγει από την πόλη-κράτος τους και έφυγε.» Έφερε ένα γύρω το βλέμμα του μήπως κανείς είναι κοντά και τους ακούει. «Πόσες εκατοντάδες χιλιάδες, στην πραγματικότητα εκατομμύρια αλλά θα πούνε ότι βάζουμε μέσα και τα νεογνά, είμαστε εμείς που θέλουμε να φύγουν αυτοί; Αλλά οι δικοί μας δεν εξοστρακίζονται με τίποτα! Βγαίνουν στα κανάλια.»
«Ίσως έτσι εξοστρακίζεται ο κόσμος σήμερα», το φιλοσόφησε ο εργάτης. «Βγαίνουν στην τηλεόραση και γίνονται ρεζίλι στο πανελλήνιο.»
«Τα κάνανε μαντάρα. Πλίνθοι και κέραμοι, να καλή ώρα σαν τούτο το όστρακο, ατάκτως ερριμμένοι. Ένας λόφος όστρακα! Μα το Θεό τούς αξίζει να ανοίγουνε την εξώπορτά τους και να τους εμποδίζει να βγούνε έξω ένα βουνό όστρακα! Από το πρωί μέχρι το βράδυ θα καθόμαστε σε ένα τέτοιο σκαμνάκι», είπε και έδειξε το σκαμνάκι του, «και θα γράφουμε ονόματα πάνω σε σπασμένα σταμνιά. Χ όνομα, Ψι όνομα, Ωμέγα όνομα, όλοι τους. Οικοτεχνία θα το κάνουμε, θα βάλουμε και τα παιδιά μας να γράφουν. Θα αφήσουν οι συνταξιούχοι το ΠροΠό και θα συμπληρώνουν όστρακα!»
Ο εργάτης γέλασε, ο αρχαιολόγος κούνησε το κεφάλι του.
«Μη γελάς, γιατί θα σε βάλω με το βουρτσάκι να περάσεις ένα χέρι όλη την ανασκαφή! Με τέτοια κομμάτια από σπασμένα αγγεία, όπως αυτό που κρατάς, υπήρχε η Δημοκρατία που υμνούνε και ποθούμε. Έγραφε χαράζοντας ο καθένας το όνομα εκείνου που θεωρούσε πως έπρεπε να φύγει για το καλό του συνόλου. Έτσι απλά. Κι έφευγε! Του έλεγε η φωνή του κόσμου με αυτά τα όστρακα, δεν θέλω άλλο να ακουμπάς τη ζωή μου και ως δια μαγείας γινόταν! Γιατί περί ενός τύπου μαγείας πρόκειται, θα το πιστεύαμε άμα το βλέπαμε εμείς σήμερα; Δεν θα τρίβαμε τα μάτια μας;»
Ο εργάτης συμφώνησε. «Θα τα τρίβαμε.»
Ο αρχαιολόγος κάτι σκέφτηκε και γέλασε. «Υπήρχε κι ο αρχι-μπαγάσας ο Μεγακλής του Ιπποκράτη που εξοστρακίστηκε δυο φορές. Αυτός κι αν θα ήταν... Εξοστρακίστηκε αν και ανιψιός του Κλεισθένη, είχε δηλαδή γερό μέσο, μπάρμπα Πρωθυπουργό που λέμε.»
«Καλά, τους λέγανε να φύγουνε κι αυτοί φεύγανε;»
«Βρε εδώ τον Σωκράτη δεν του είπανε οι φίλοι του να τον φυγαδεύσουν για να αποφύγει το κώνειο κι αυτός είπε όχι γιατί έτσι θα ακύρωνε όσα πρέσβευε στη ζωή του; Οι δικοί μας πολιτικοί δεν τα λένε αυτά ούτε την πρωταπριλιά!»
«Αντί για τα όστρακα, γιατί δεν τους περνούσαν από δίκη αφού είχαν δικαστήρια;»
«Δικαστές και ένορκοι όλος ο Δήμος. Μέιτζορ δίκη, Σταύρο. Υπερδίκη. Σήμερα, όταν λέμε δήμος, μάς έρχεται στο μυαλό το σκουπιδιάρικο που περνάει κάθε ξημέρωμα κάτω από το σπίτι μας και μας χαλάει τον ύπνο μας σαν μουεζίνης. Σκέψου όμως τι καλό θα γινόταν σήμερα, στην εποχή μας, με ένα τέτοιο δα πραγματάκι.»
«Το όνομα που γράφει πάνω κάνει τη διαφορά, αλλιώς είναι ένα σπασμένο κουπάκι,», είπε φωναχτά την σκέψη του ο Σταύρος.
Ο αρχαιολόγος γέλασε.
«Πάλι καλά που έχει γεμίσει η πολιτική με τους γιους και τις κόρες των παλιών βουλευτών και υπουργών», είπε ο αρχαιολόγος και αυτή τη φορά ξεκαρδίστηκε. «Έτοιμο με το όνομά τους θα το έχουμε το όστρακο. Θα το κρατάμε στο συρτάρι για τον επόμενο της οικογένειας. .Έχουμε γίνει και πολλοί πια, πού να βρίσκουμε τόσα σπασμένα κουπάκια κάθε τόσο.»

Επέστρεφε σπίτι του και δεν ήξερε πώς θα της το πει. Είχε πάρει επίτηδες τον μακρύτερο δρόμο, για να σκεφθεί. Να βρει στο μυαλό του όλες τις πιθανές εναλλακτικές οδούς. Όπως συνήθως, προτίμησε τελικά την συντομοτέρα και με το που μπήκε σπίτι είπε στη γυναίκα του: «Γυναίκα, υπάρχει δημοκρατία.»...

Νοέλ Μπάξερ

 

Ο παππούς - Κράτος και η γιαγιά - Πολιτεία...

Ο παππούς-Κράτος και η γιαγιά-Πολιτεία μένουν στην ίδια γειτονιά με μένα, όμως σε άλλο σπίτι.
Η γιαγιά-Πολιτεία έχει μπλε λουλακί μαλλιά και λευκή επιδερμίδα. Είναι νέα στη ψυχή αν και έχει τα χρονάκια της. Περνάει τα χρόνια της με παραμύθια. Λέει πολλά παραμύθια. Πολυλογού και φαγού, φουσκώνει αυτό που θέλει να πει σαν τσουρέκι. Είναι άριστη στο μαγείρεμα, πού και πού τη βγάζουν και στην τηλεόραση. «Η εκπομπή της Πολιτείας» ή κάπως έτσι. Τηλεφωνάει τότε στα παιδιά της, εμάς, να γυρίσουμε κανάλι να τη δούμε. «Παιδιά, τρέξτε», λέμε χαρούμενα στα παιδιά μας τα δυο φορές παιδιά της,  «ελάτε να ακούσετε τη γιαγιά-Πολιτεία». Όταν φουρκίζεται μαζί μας, βγαίνει και φωνάζει από τα μπαλκόνια ότι, ουουου, ξέρει αυτή από παιδιά. Κορδώνεται ότι γνωρίζει απ' έξω κι ανακατωτά πώς να τα χειρίζεται. Αυτό σίγουρα που θυμάμαι ως παιδί κι έχω να το λέω, είναι ότι έχει τον τρόπο να φέρεται σε ένα άτακτο παιδί.
Ο παππούς-Κράτος ζει με τη γιαγιά-Πολιτεία από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου και ακόμη παλιότερα. Αυτός είναι πιο εσωστρεφής τύπος. Έχει μαθηματικό μυαλό, τόσο το λάδι τόσο το ξύδι. Με ένα μπακαλοτέφτερο τον θυμάμαι από πάντα. Ξεκίνησε από λογιστής. Τώρα, στα γεράματα, είναι διαχειριστής, σε αυτόν πληρώνουμε κάθε μήνα τα Κοινόχρηστα. Για ένα φεγγάρι έκανε και τον μηχανικό. Έστησε μάλιστα και μια δικιά του μηχανή. «Κρατική μηχανή» την ονόμασε αλλά δεν δουλεύει καλά. Ποτέ δεν δούλεψε καλά, όχι τώρα που είναι, όσο να 'ναι, πολυκαιρισμένη και θέλει άλλαγμα.
Ο παππούς-Κράτος δεν βγαίνει στα μπαλκόνια, προτιμάει να βγαίνει έξω για ψώνια. Ή για λίγη κουβεντούλα που δεν κοστίζει τίποτα. Όταν πάει στο εξωτερικό για να αγοράσει αέρα κοπανιστό, είναι αστείο αλλά φοβάται μη χαθεί και παίρνει σχεδόν όλο το σόι συνοδεία. Μας πληρώνει όλα τα έξοδα, τζάμπα είναι, λέμε, κι όλοι τρέχουμε.
Χούι του, σήμα κατατεθέν, το να σφυρίζει ανέμελα. Συχνότερα τα παιδιά του τον ακούμε παρά τον βλέπουμε. Κάθε 4ετία τού αρέσει να μας μαζεύει γύρω του, όλα του τα παιδιά, και να παίζει κρυφτό με τα μαθητούδια. Το σφύριγμά του όμως τον προδίδει και τον ανακαλύπτουν τα δυο φορές παιδάκια του κρυμμένο στη γωνία. «Ο παππούς-Κράτος, ο παππούς-Κράτος» φωνάζουν κι από το μανίκι τον τραβάνε έξω. Για να γλυτώσει, και επειδή το χαίρεται ως παππούλης βέβαια, πετάει στον αέρα καραμελίτσες. Γελάει να βλέπει τα μικρά να πηδάνε στον αέρα και να αρπάζουν γυαλιστερά χαρτάκια. Πιο πολύ του αρέσει, λέει, που τους μοιράζει γλύκα. Κι ας τους χαλάει τα δόντια!
Η γιαγιά-Πολιτεία μού 'χει φάει τα αυτιά. «Θέλω εγγόνια» και «θέλω κι άλλα εγγόνια». Τον τελευταίο καιρό την έπιασε ξαφνικά μεγάλη ανησυχία. «Θα σου το πηγαίνω στις κούνιες. Θα σου πλέκω ζιπουνάκια». Λες κι ακούω άλλη γιαγιά! Ο παππούς-Κράτος πιο πρακτικός, συλλογιέται το όνομα της φαμίλιας. Στα οικογενειακά τραπεζώματα μετράει κεφάλια και μας βρίσκει λίγους. «Τς-τς, φθίνουμε, φθίνουμε» λέει, κουνάει το κεφάλι του σκεπτικός και του κόβεται η όρεξη. «Τι το κουνάς, παππούλη;» θέλουμε τα παιδιά του να του πούμε. «Ξεχνάς τότε που ερχόμασταν τα παιδιά σου και σου λέγαμε πώς να τα βγάλουμε πέρα με παιδιά χωρίς δουλειά;» «Δυο το λάδι - δυο το ξύδι», μας απαντούσες -θυμάσαι;- «σας φτάνουν και σας περισσεύουν». Εμ, τα παιδιά δεν φορούν ξύδι για παπούτσια, παππούλη! Κάτσε λοιπόν εκεί που είσαι τώρα, αυτοί είμαστε, λίγοι είμαστε, μην σε κουράζουμε και στο μέτρημα.

Καλύπτει μυστήριο τα οικονομικά του παππού-Κράτους και της γιαγιάς-Πολιτείας. Μια ζωή παραπονιούνται ότι ζουν στη φτώχεια κι ότι τα φέρνουν βόλτα με χίλιες δυο θυσίες. «Τι είμαι εγώ», λέει ο παππούς, «ένα φτωχοΚράτος». Εμείς τους φταίμε για τη μυστήρια φτώχεια τους, τα σπάταλα παιδιά τους, κι όχι το στραβό τους το κεφάλι που τόσα χρόνια δεν βάλανε ούτε ένα κέρμα στην άκρη. Από τη μια αδέκαροι κι από την άλλη ζούνε στο χρυσάφι, γι' αυτό σου λέω, τα οικονομικά τους είναι μυστήριο. Άμα πάμε να πούμε κάτι, κάτι να τους ζητήσουμε κι εμείς σαν παιδιά τους τέλος πάντων, μας κατηγορούν ότι είμαστε αχάριστοι. Να, σαν τότε που έμεινα χωρίς δουλειά. Αν δεν χτυπήσω τη δική τους πόρτα, ποιανού την πόρτα θα χτυπήσω; Του ξένου; Πήγα και τους ζήτησα μια βοήθεια, κάτι. Η γιαγιά-Πολιτεία δεν μπορούσε, λέει, γιατί ήταν πολύ απασχολημένη, φρόντιζε τα «χαμηλά στρώματα». Τα είχε κατσιάσει από το τίναγμα. Και τον παππού-Κράτος τον βρήκα να κοιμάται, πού αλλού, στα «υψηλά στρώματα». Το χέρι στην τσέπη δεν το βάλανε! Ούτε μια καλή κουβέντα, να μου πουν ότι έχω δίκιο βρε αδερφέ. Ε, μετά από αυτό, πες μου, εγώ φταίω αν τους ξεμπροστιάσω στα παιδιά μου τα δυο φορές παιδιά τους; Θα έρθει η ώρα -δεν θα 'ρθει;- που θα μου ζητήσει η μικρή παπούτσια και ο μεγάλος λεφτά για το φροντιστήριο. «Στον παππού σας-Κράτος και στη γιαγιά σας-Πολιτεία να πάτε» θα τους πω. Α, δεν θα τους χαριστώ! Αρκετά! Από τότε που έμεινα χωρίς δουλειά και μου έκλεισαν την πόρτα, άλλαξα, δεν είμαι αυτός που ήμουν. Άλλαξε αυτός που ήξεραν, να τους πεις. Δεν θα τους καλοπιάσω ξανά με καλέσματα, α όχι! Δεν με έχετε ανάγκη, πολύ καλά, μην μου έρθετε όμως πίσω κάποια στιγμή και μου κλαίγεστε «παιδί μου και παιδάκι μου» όταν θα έχετε εσείς ανάγκη σαν Κράτος και Πολιτεία. Γέροντες είστε, άμυαλοι είστε, όλο και θα μου έρθετε ξανά, ξεχνάτε τι έγινε στο παρελθόν;

Σκέψη στο περιθώριο
Κακώς ξεχνάνε τι έγινε στο παρελθόν!

Νοέλ Μπάξερ

 

Θεατρικό σποτ...

Ο νεαρός άντρας κατέβηκε από την ράμπα για τα φορτηγά και μπήκε στη μεγάλη υποφωτισμένη αίθουσα. Τον προϋπάντησε η γύμνια του χώρου. Η αίθουσα είχε το μπετόν της, το τσιμέντο της και τίποτα άλλο. Μόνο σε μια άκρη είδε συγκεντρωμένες κάτι ξεχαρβαλωμένες πολυθρόνες και μερικούς καναπέδες με πεταμένες έξω τις σούστες τους. Νεκροταφείο βελούδινων καναπέδων από αστικά σαλονάκια τού ήρθε στο μυαλό, θυμήθηκε τη γιαγιά του και μελαγχόλησε. Δεν πέρασε καθόλου από το νου του αυτό που ήταν στην πραγματικότητα, ένα νοσοκομείο γερασμένων καναπέδων. Στον χώρο αυτό, που απόψε στα κρυφά τον χρησιμοποιούσαν για να γυρίσουν το ερασιτεχνικό ταινιάκι τους, κάποιος φρόντιζε με αγάπη παλιά έπιπλα.

Γι' αυτήν την αποτρόπαιη γύμνια της επιλέχθηκε η αίθουσα, ως ιδανικό ντεκόρ για να λεχθούν γυμνές αλήθειες. Έτσι κακοφωτισμένη, ταίριαζε επίσης στην μαύρη ψυχική διάθεση του σκηνοθέτη και στους μισοσκότεινους σκοπούς του.

Ο άντρας προχώρησε στο βάθος της αίθουσας, χαιρέτησε το κινηματογραφικό συνεργείο μαγκωμένος και άρχισε να βγάζει τα ρούχα του. Κανείς δεν τον σταμάτησε. Έμεινε τσίτσιδος, πιο γυμνός κι από την αίθουσα (αυτή είχε τουλάχιστον τους καναπέδες της).
«Αλείψτε τον με λάδι!» παρήγγειλε ο σκηνοθέτης. «Τον θέλω να γυαλίζει σαν να έχει τρέξει χιλιόμετρα».
Έτσι είπε και μια κοπέλα που έκανε χρέη μακιγιέρ προσέτρεξε με ένα μπουκάλι ελαιόλαδο. Ξεκίνησε να απλώνει το λάδι στο σώμα του γυμνού νέου σαν να του βάζει αντιηλιακό.
«Και το πουλί;», ρώτησε. Χαχάνισε, το βρήκε αστείο.
«Και το πουλί!» της απάντησε ο σκηνοθέτης. «Θες στην ταινία να βγει θαμπό;»
Η κοπέλα ξαναχαχάνισε.
«Άσε, θα το αναλάβω εγώ» προθυμοποιήθηκε κάποιος από το κινηματογραφικό συνεργείο και πήγε να της πάρει το λάδι από το χέρι.
«Δεν είσαι καλά!» τον έκοψε η κοπέλα και χαχάνισε για τρίτη φορά. «Ένα καπάκι λάδι αρκεί», συνέχισε. «Σιγά το πουλί!»
«Αν ξαναμιλήσουν, να πετάξει κάποιος και τους δυο έξω!» φώναξε μαινόμενος ο σκηνοθέτης. «Δεν θα μου το χαλάσουν αυτοί.»

Λαδωμένος, στεκόταν όρθιος και περίμενε. Όλη αυτή την ώρα, οι άλλοι είχαν στήσει στον χώρο ένα μαύρο ορθογώνιο πλαίσιο και τώρα στερέωναν με πινέζες, μέσα στο πλαίσιο, ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί που έδειχνε την ελληνική Βουλή, μια εικόνα παρμένη από την τηλεόραση.
«Λοιπόν, κοίτα!», τον πλησίασε κι άρχισε να του εξηγεί ο σκηνοθέτης. «Να σου πω τι πάμε να κάνουμε. Αυτό το μαύρο πλαίσιο που βλέπεις, είναι, πες, το περίγραμμα μιας τηλεόρασης. Η τηλεόραση θα δείχνει τάχα μου το ελληνικό Κοινοβούλιο σε συνεδρίαση. Εν ώρα δράσης, τρομάρα μας! Εμείς υποτίθεται είμαστε οι θεατές, το τηλεοπτικό κοινό, και παρακολουθούμε στους δέκτες μας το σήριαλ της Κρίσης. Τι μας κόβουν, τι μας παίρνουν, τι δεν μας δίνουν. Τα βλέπουμε απαθείς γιατί βαρεθήκαμε να βογκάμε. Τρώμε τα σποράκια μας και διασκεδάζουμε με τα χάλια μας.
>Και τότε, Λάκη, Σάκη, Μάκη, Τάκη, .πώς σε είπαμε;»
«Σάκης!»
«Α γεια σου. Σάκης. Και τότε, Λάκη, να τι πετιέται, να τι πετιέται, θα πεταχτείς εσύ μέσα από την οθόνη, παλικάρι μου, και θα λευτερωθείς! Θα ελευθερώσουμε τον Έλληνα! Καλό; Θα κάνεις έτσι με την γροθιά σου, χρατς θα σκίσεις την Βουλή, την Κρίση κι όλους τους παπάρες, θα βγεις έξω και θα αρχίσεις να τρέχεις!»
«Θα τρέχω και θα πάω πού;»
«Κάτσε ντε, θα σου τα πω όλα. Πετιέσαι λοιπόν μέσα από την τηλεόραση κι αρχίζεις να τρέχεις. Τώρα πρόσεξε! Δεν σε θέλω να τρέχεις σαν γυναικούλα ούτε σαν να καίγεσαι. Μπορείς να μου τρέχεις σαν αρχαίος δρομέας; Ε, Τάκη; Σαν αρχαίος δρομέας! Έτσι σε θέλω!
Κοίτα εδώ τι σου έχω. Μια φωτογραφία από βιβλίο αρχαιολογίας. Δες! Ο Δισκοβόλος του Μύρωνα. 450 πΧ. Βρίσκεται στο Μουσείο της Ρώμης, όλοι οι ξένοι τον ξέρουν. Ωραίος; Ωραίος! Κλαίνε οι γριές τουρίστριες μπροστά του! Ολοφύρονται! Έτσι σε θέλω να είσαι όταν θα πεταχτείς ελεύθερος. Πλάτη με γράμμωση, γλουτοί σφιχτοί, .τετράσφιχτοι, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα το θέλω! Δες και τις γάμπες του Μύρωνα! Τις γάμπες σου θέλω να μου τις σφίξεις κι εσύ έτσι. Να φαίνονται δυο μεγάλοι κόμποι όπως στο άγαλμα, .για κάν' το, φίλε Μάκη, να το δω.»
Ο νέος πήρε πόζες μπόντι μπίλντινγκ, μιμούμενος τον Δισκοβόλο.
«Ωραία, λίγες προβίτσες θες και θα μου το βγάλεις», σχολίασε ο σκηνοθέτης ικανοποιημένος.
«Και γιατί πρέπει να δείχνω σαν τον αρχαίο;» αναρωτήθηκε ο γυμνός άντρας.
«Αντιλαβού μηδέν, μου φαίνεται», αναστέναξε ο σκηνοθέτης. «Άκου τι ρωτάς. ...Και το ρωτάς; Σάκη, άνοιξε τα μάτια σου!», διαμαρτυρήθηκε κι άρχισε να τραβάει δραματικά την μπλούζα του και να την ξεχειλώνει. «Ρε Μυρσίνη», γύρισε προς την μακιγιέρ και φώναξε, «τον φλόμωσες στο λάδι και χάζεψε!»
Αναστέναξε και γύρισε ξανά στον γυμνό άντρα. Έβαλε το χέρι του στον ώμο του και μόλις συνειδητοποίησε ότι λερώθηκε από το λάδι, τράβηξε το χέρι του απότομα και το σκούπισε στο μπατζάκι του παντελονιού του λέγοντας:
«Να σου πω γιατί. Οι Γερμανοί θυμάσαι που έβαλαν εξώφυλλο στο περιοδικό το άγαλμα της Αφροδίτης, την Αφροδίτη την κουλή, να μας κάνει χειρονομίες; Εμείς τους απαντάμε με τον Δισκοβόλο!»
«Θα τρέξω και μετά θα κάνω κι εγώ την γνωστή χειρονομία;», ο άντρας προσπάθησε να προλάβει τον σκηνοθέτη.
«Όχι, αγόρι μου. Καμιά χειρονομία εμείς. Εσύ θα κάνεις κάτι χειρότερο. .Θα σκεφτείς!!!!»
Με αυτό, ο σκηνοθέτης εμφάνισε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του μια δεύτερη διπλωμένη σελίδα.
«Φωτοτυπία από άλλο μεγάλο βιβλίο αυτή. «Ο σκεπτόμενος» του Γάλλου γλύπτη Ροντέν. 1880. Δες το άγαλμα και θαύμασε. Μπράβο! Πήγαινε τώρα στην άκρη και αποτύπωσε την στάση του και την έκφρασή του. Γιατί έτσι θα τελειώσει το σποτ μας. Με «κάδρο» σε σένα, τον Νέο Έλληνα, ως ο Σκεπτόμενος του Ροντέν. Αυτή, Μάκη μου, θα είναι η απάντησή μας στους έξω: Η σκέψη.
Ο Λόγος.
Ό,τι είχαμε, έχουμε και θα έχουμε, δηλαδή. Αρχαία παράδοση και τα γνωστά. Μωρέ και τα βρακιά να μας πάρουν, την Σκέψη δεν θα μπορέσουν να μας την αφαιρέσουν. Πήγαινε τώρα στην ακρούλα και ξεκίνα να προβάρεις την στάση του Σκεπτόμενου γιατί σε θέλω καρα-Σκεπτόμενο.»
Ο σκηνοθέτης γέλασε και του παρέδωσε την φωτογραφία του αγάλματος.
«Κι όσο εσύ θα κάνεις αυτό», συνέχισε, «οι υπόλοιποι εν τω μεταξύ θα σου ετοιμάσουμε το ντεκόρ. Δεν θα έχουμε τον Σκεφτόμενό μας να τρέχει στα τσιμέντα ούτε να σκέφτεται χαμέ. Στα βελούδα θα τον έχουμε, όπως του αξίζει! Θα φτιάξουμε έναν μακρύ διάδρομο, μια γέφυρα πες το καλύτερα, με τους παλιούς βελουδένιους καναπέδες από τα σαλόνια της αντιπαροχής. Φύρδην μίγδην θα τους μαζέψουμε σε έναν σωρό, ξεκοιλιασμένους, τριμμένους, λερωμένους καναπέδες από την αστική Ελλάδα που μας έφερε εδώ.
Για να φτάσεις στο σημείο όπου θα κάτσεις και θα σκεφτείς, θα πατήσεις πρώτα σε μια βελούδινη γέφυρα των αναστεναγμών, θα κάνεις μια ιερή πορεία μέσα από σουμιέδες και σκουριασμένα ελατήρια και θα πατήσεις με το γυμνό σου πέλμα την κληρονομιά σου από πολύτιμα υφάσματα λεκιασμένα με σπέρμα και τίλιο.
Ξεθωριασμένα από πολλών χρόνων ελληνικό ήλιο.
Που ό,τι ξεθώριασε, ξεθώριασε! Έτσι που πάμε, παίζεται κι αυτός για πόσο ακόμη θα παραμείνει ελληνικός.»
Ο  σκηνοθέτης έκλεισε τα μάτια του σαν να τον λούζει το φως, χαμογέλασε φιλήδονα και οραματίστηκε:
«Κι όταν ψου-ψου-ψου θα διαδοθεί όλοι να στηθούν στις τηλεοράσεις τους στις εννέα το βράδυ, ούτε παρά ένα λεπτό ούτε και ένα λεπτό, εννέα νταν που όλα τα κανάλια θα παίξουν το σποτ μου συγχρονισμένα, για μία και μοναδική φορά, τότε η Ελλάδα θα μείνει με το στόμα ανοιχτό και η υφήλιος κάγκελο. Όλοι, φίλε μου, θα σκεφθούν το ίδιο πράγμα: «Αμάν, αν αρχίσει να σκέφτεται ο Έλληνας!»
Κοίταξε τον γυμνό άντρα, ενθουσιασμένος:
«Τι έχει να γίνει άμα σκεφθεί ο Έλληνας! Το σκέφτεσαι, Σάκη;»...

Νοέλ Μπάξερ

 

Μη με κοιτάς, το ξέρω πως φεύγεις...

Με ξύπνησε ο ήχος από το φερμουάρ της βαλίτσας. Επίτηδες είχα ξαπλώσει εκεί κοντά, περίεργη να δω ποιος είναι αυτός που θα φύγει ταξίδι. Δυο μέρες στεκόταν ακίνητη η βαλίτσα στο σαλόνι και περίμενε όπως εγώ. Τώρα ξέρουμε. Και εκείνη και εγώ.
Δυστυχώς είσαι εσύ αυτός.
Σε παρακολουθώ που ανοίγεις τη βαλίτσα σου κι είμαι περίλυπη. Κι εσύ δείχνεις λυπημένος. Όλο γυρνάς και με κοιτάς.
«Φεύγω», μου ανακοινώνεις.
Το ξέρω.
Το είχα νιώσει πως θα φύγεις. Από τότε που έμεινες χωρίς δουλειά, έφευγες κάθε μέρα κι από λίγο. Απομακρυνόσουν συνέχεια, κάθε μέρα λίγο ακόμα, και γνώριζα ότι η μεγάλη σκιά σου κάποια κακή μέρα θα φύγει κι αυτή. Μάθε λοιπόν πως δεν με ξαφνιάζεις, αν αυτό φοβάσαι. Καιρό τώρα ήσουν εδώ κι έλειπες. Δεν ήταν όπως τότε που εργαζόσουν κι επέστρεφες τρεχάλα από το γραφείο για να βγούμε βόλτα. Δεν είσαι ο ίδιος χαρούμενος άνθρωπος. Λίγο μοιάζεις εσύ με εκείνον τον αγαθό γίγαντα που είχε χώρο και για μένα, έναν αδέσποτο σκύλο, αυτό θέλω να σου πω.
Άσε με να σου μιλάω. Δεν μπαίνω στα πόδια σου. Μόνο παρακολουθώ.
Εγώ το έβλεπα ότι η ζωή σού έφευγε. Άρχισες να λείπεις από το σπίτι κι ας μην έβγαινες έξω. Η ζωή σου υποχωρούσε. Σιγά-σιγά γινότανε, γι' αυτό ίσως εσύ δεν ένιωθες το έδαφος που αποσυρόταν κάτω από τα πόδια σου. Δεν το καταλάβαινες όπως δεν καταλαβαίνεις τη γη που γυρίζει.
Μη γυρνάς όλο να με κοιτάς.
Φτιάξε τη βαλίτσα σου χωρίς να με κοιτάς.
«Δες!», μου δείχνεις. «Βάζω στη βαλίτσα και μία φωτογραφία σου! Θα την βάλω στο κομοδίνο μου στο άλλο σπίτι.»
Εγώ δεν έχω δική σου.
«Να δούμε τώρα ποιος θα σε τρέχει στο βουνό!», συνεχίζεις.
Συνεχίζω κι εγώ. Τις μέρες ή τα βράδια μας θα νοσταλγήσω;
Τις μέρες! Δεν ευχαριστιόμουν τα τελευταία βράδια σου. Σου άρεσε να κάθεσαι στο μπαλκόνι και να κοιτάς το σκοτάδι. Καθόμουν στα πόδια σου και περίμενα να επιστρέψεις, να έρθεις πίσω από τη μαυρίλα της νύχτας και της ψυχής σου. «Ο μπαμπάς δεν είναι πια ο ίδιος», μου έλεγες συμπονώντας με.
Το ξέρω.
Φτιάξε τη βαλίτσα σου ήσυχος. Το ξέρω πως θα φύγεις, τις νύχτες σε άκουγα. Γνωρίζω όσα έλεγες στις σιωπές σου. Όλα τα πικρά που γύριζαν στην σκέψη σου περιμένοντας την σειρά τους να έρθουν. Το βλέμμα σου με είχε προειδοποιήσει πως θα φύγεις.
Αναστενάζεις. Αναστενάζω κι εγώ.
Διπλώνεις πουκάμισα και ξεφυσάς.
Μη με κοιτάς.
Φτιάχνε τη βαλίτσα σου και μη με κοιτάς.
«Αύριο, σκυλί μου καλό, που θα αράξεις στο μπαλκόνι και θα κοιτάς τον ουρανό όπως κάνεις, όταν θα δεις δυο μακρουλά άσπρα σύννεφα να τρέχουν, δυο γραμμές όταν θα σχηματιστούν που θα μοιάζουν με φωτεινά στενά ποτάμια που κυλάνε στον ουρανό, θα είμαι εγώ. Δεν πάω βόλτα. Πάω να δουλέψω στο εξωτερικό.»
Σου ζήτησα να μη με κοιτάς.
Σε παρακαλώ.
Ούτε να μιλήσεις άλλο. Μου τα είπες όλα.
Δεν μιλάς. Πιάνεις το λυπητερό μεταναστευτικό τραγούδι που τραγουδάς από χθες. Θυμώνω μαζί σου. Ή με το τραγούδι; Για κάποιον Φραντς λέει, για κάποιον Γιόχαν, αναφέρεις κάτι ονόματα που μου θυμίζουν σκύλους, ύστερα με πας τραγουδώντας σε μια γυναίκα που κι αυτή, σαν εμάς σήμερα, αποχαιρετάει έναν δικό της. Σταματάς πάνω στην στροφή, πριν το τέλος.
Κι εγώ δεν θέλω το τέλος απόψε.
«Θα ξανάρθω!» μου λες κι επιστρέφεις στα πουκάμισα που κουμπώνεις.
Δεν σε πιστεύω.
Τα τραγούδια που τραγουδάς λένε πως, αυτοί που μεταναστεύουν, δεν ξανάρχονται. Ερημώνει απόψε και το δικό μου σπίτι. Μην με κοροϊδεύεις. Σταμάτα, καλέ μου, ας μην κοροϊδευόμαστε. Ξέρω από αποχωρισμούς.
Κλείνεις τη βαλίτσα. Πάλι ο ανατριχιαστικός ήχος του φερμουάρ.
«Αυτό ήταν!» λες σιγανά. «Πάει».
Ναι. Πας. Ήμουν ένας σκύλος αδέσποτος. Και ξανά είμαι...

Νοέλ Μπάξερ

 

Καλή κοψοχρονιά...

Προσεγγίζουμε τον επόμενο σταθμό. Χάρη στο υπόγειο τρένο της μεγάλης πόλης μας βρισκόμαστε κοντά στα έγκατα της γης, εκεί που είναι τα αρχαία, στο βάθος όπου τα έθαψαν οι αιώνες που χώρισαν την αρχαία Ελλάδα από την σύγχρονη Ελλάδα πιστεύοντας οι χαζοί αιώνες, με αφέλεια, πως τόσο βαθιά θαμμένα τα αρχαία θα είναι ασφαλή από εμάς. Στα έγκατα, λοιπόν, στα βάθη των αιώνων στην κυριολεξία, μεταφερόμαστε οι επιβάτες του μετρό πιστεύοντας, κι εμείς με την αφέλεια των αιώνων, πως έχουμε έναν προορισμό.
Μας καλωσορίζει στον σταθμό το τραγούδι ενός τενόρου. Με μια άρια από ιταλική όπερα χτίζει την χαρούμενη, γιορτινή μας ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων. Ακούω τον τενόρο (όλο το βαγόνι τον ακούει) να τραγουδάει με πάθος από τα μεγάφωνα έναν καταδικασμένο έρωτα. Κι ας μην καταλαβαίνουμε τα λόγια, οι επιβάτες γνωρίζουμε καλά και αναγνωρίζουμε την απελπισία, αυτόν τον τόνο στη φωνή που προδίδει το δίπλωμα της καρδιάς.
Είναι Χριστούγεννα κι εμείς γιορτάζουμε. Παθητικά, στις θέσεις μας, περιμένουμε να ξαναξεκινήσουμε.
Ευτυχώς αναχωρούμε. Το ερωτικό ντελίριο του τενόρου σκεπάζει μακρινός ήχος ακορντεόν. Έρχεται προς το μέρος μας από το μπροστινό βαγόνι κι όσο πλησιάζει τόσο δυναμώνει. Κακοπαίζει ένα χριστουγεννιάτικο τραγούδι. Το ακορντεόν φαίνεται να μοχθεί, προσπαθεί πολύ, μα ο χαρούμενος ρυθμός του τραγουδιού τού βγαίνει λυπημένα, στα αυτιά μας είναι πιο ξένος κι από τα ιταλικά του τενόρου που αφήσαμε πίσω μας. Σκύβω στο πλάι για να δω αυτό το λυπημένο ακορντεόν. Θέλω να δω τι το λυπεί τόσο πολύ χριστουγεννιάτικα.
Ο προπομπός του ακορντεόν με υποδέχεται.
Μπροστά από το ακορντεόν περπατάει χοροπηδώντας ένα κοριτσάκι νήπιο. Ξεχειλίζει από νηπιακή χαρά και ξεχνάει πως πρέπει να δείχνει λυπημένο αλλιώς ο κόσμος δεν θα του δώσει κέρματα. Χαρούμενη κουνάει πέρα-δώθε το κεφάλι της για να ανεμίζουν τα κοτσίδια της. Γελάει πρώτη αυτή κι ύστερα εγώ. Άρχισα να νιώθω τη γιορτή.
«Οι Γιορτές φέτος ήταν ήχοι. Οι άλλες μου αισθήσεις δεν χόρτασαν Χριστούγεννα», ανακεφαλαίωσα τις φετινές γιορτές. Η γειτονιά μου δεν μοσχομύρισε από χριστουγεννιάτικα γλυκά και είδα περισσότερα σκοτεινά μπαλκόνια από πέρσι. Αυτό σκεφτόμουν όσο το λυπημένο ακορντεόν ξεμάκραινε από εμένα και με υποδεχόταν στον επόμενο σταθμό πάλι ο τενόρος. Στα υπόγεια του μετρό με κατέκλυσε, τότε, μια ταιριαστή υπόγεια, βαθύτατη λύπη γιατί ένας άσχετος τενόρος κι ένα ακορντεόν επιστρατεύτηκαν κι ανέλαβαν τα Χριστούγεννά μου. «Ευτυχώς βρέθηκαν εκείνα τα δυο κοτσίδια», ομολόγησα με ανακούφιση επιστρέφοντας στη χαρά.
«Η εποχή σου σε μεγάλωσε για να είσαι ευτυχισμένη», θύμισα στον εαυτό μου με πείσμα. Είχα κοντέψει να ξεχάσω πως ανήκω κι εγώ στις ελληνικές μεταπολεμικές γενιές οι οποίες ανατραφήκαμε μέσα στην ευδαιμονία, που μεγαλώσαμε για να γίνουμε ευδαίμονες επειδή η ζωή το χρωστούσε στους γονείς και τους παππούδες μας που πέρασαν πολέμους, εμφύλιο και ξεριζωμούς. Το κομμάτι της δικής τους χαμένης ευτυχίας, πολλαπλάσιο από την πείνα, το προσέφεραν στα παιδιά τους και στα παιδιά των παιδιών τους με πολλή αγάπη, κι εμείς το πήραμε. Για χρόνια οι σχολικές τάξεις η μια μετά την άλλη, ολάκερα σχολεία την πέρασαν στα πούπουλα ανάγοντας το πούπουλο σε αξία ζωής. Ανάλογης ελαφράδας. Όταν έπαψαν μεταπολεμικά οι χριστουγεννιάτικες κάρτες να εύχονται το Νέον Έτος να είναι Ειρηνικόν, ήρθε η περίοδος του πούπουλου. Η εποχή της ολόκληρης πίτας. Τα χορτάτα παιδιά των γονιών και των παππούδων μας, ζούμε τώρα την εποχή μας έκπληκτοι και προδομένοι. Φανερά ελλιπώς προετοιμασμένοι. Και, αυτονόητα και όχι ανόητα, δυστυχισμένοι.
Μοναχικοί περίπατοι λυπημένων ακορντεόν.
Περιπλανιόμαστε, ένας-ένας, στα χαλάσματα του κάστρου μας παίζοντας το γυαλιστερό ακορντεόν μας.
Τον δικό μου μοναχικό περίπατο με το τρένο συνόδευαν μαύρες σκέψεις, θαμπές ανησυχίες (επειδή δεν είναι ακόμα ευδιάκριτες) και σκοτεινά συναισθήματα. Στα πακέτα των δώρων, φέτος, με προειδοποιούσαν, κρύβονται μέσα δυσάρεστες εκπλήξεις και οι κακές απαντήσεις στα ερωτήματα που δεν θέλω να απαντηθούν. Το ίδιο ερήμην μου που με πήγαινε το τρένο, θα με πήγαινε και το Νέο Έτος. Όλος ο Καινούργιος Χρόνος. Αυτονόητα και όχι ανόητα δυστυχισμένη, αναστέναξα βαθιά. Τα κοτσίδια του μικρού κοριτσιού, η ωραία θύμηση της αθωότητας, δεν βοήθησαν αυτή τη φορά. Δεν καλυτέρεψαν καθόλου την εικόνα του ετοιμόρροπου οικοδομήματος στο οποίο έχω την χαρά να κατοικώ.
«Καλή Χρονιά!» σάρκασα την χρονιά που ερχόταν. «Καλή κοψοχρονιά» το διόρθωσα περίλυπη για αυτά που θα δώσω και όλοι μας θα δώσουμε κοψοχρονιά φέτος. Στο βαγόνι που σιωπούσε, ήσυχο μετά το ακορντεόν, ακούστηκε το γέλιο μου παράφωνο. Νευρικά συνέχισα να γελάω κι όσο με έβλεπα να σπάω την νεκρική σιγή τόσο πιο ηχηρά γελούσα. Το έκανα με αγριότητα. Φαινόμουν να γελάω μόνη μου, μια επιβάτης που τρελάθηκε. Η κυρία που καθόταν απέναντί μου με κοίταξε βλοσυρά.
«Καλή κοψοχρονιά», της είπα ξεκαρδισμένη. Με κοίταξε απορημένη. «Δεν το βρίσκετε εσείς αστείο;», τη ρώτησα.
«Και μη χειρότερα!», απάντησε και κούνησε το κεφάλι της με κατανόηση.
Δεν είχα βγει ακόμα πάνω στο φως. Ο προορισμός μου ήταν πιο μακριά μα σηκώθηκα βιαστικά να φύγω από το τρένο. Μια ώρα αρχύτερα ήθελα να έρθω έξω στο φως, εκεί που ήταν, λέγανε, χαρά θεού. Προσέβλεπα σε αυτή τη χαρά. Γελούσα ακόμα καθώς ανέβαινα τις κυλιόμενες σκάλες. Ανέβαινα και ξεμάκραινε ο ήχος από το γέλιο μου. Η κραυγή του δικού μου λυπημένου ακορντεόν γρήγορα για τους τέως συνεπιβάτες μου στο βαγόνι θα γινόταν ψίθυρος. Ένας διακριτικός ψίθυρος. Ξεψυχισμένος. Έβγαινε ο ήχος του ακορντεόν μου κοφτός σαν ανθρώπινα βήματα. Το ακορντεόν στα χέρια μου τρέκλιζε προς τη νέα χρονιά που το περίμενε στην έξοδο...

Νοέλ Μπάξερ

 

Μήλα μεταλλαγμένα...
Ένα νέο παιχνίδι για κακή παρέα.  

Μια ηλικιακή φέτα. Ένα μπούγιο πενηντάρηδες. Ανώνυμοι ως πλήθος, με όνομα και οικογένεια ένας-ένας. Ανάμεσά τους ο Γιάννης, ο Κώστας και η φίλη μου η Μαργαρίτα. Και πολλές χιλιάδες άλλοι μαζί, που σουλατσάρουν στην πέμπτη δεκαετία της ζωής τους.
Λίγο πάνω - λίγο κάτω πενηντάρηδες χωρίς δουλειά. Στις νέες συνθήκες της Κρίσης, πολύ ακριβοί ή πολύ κουρασμένοι. Μια νέα δουλειά θέλει νιάτα, ρώμη και φρεσκάδα. Ένα βιολογικό ρολόι ζητάει η εργασιακή αγορά που να μην έχει χτυπήσει πολλά χρόνια. Πενήντα χτυπήματα ντάγκα-ντούγκα μετράνε κάποια σώματα ανέργων, σημάδια και ενθύμια μιας καθημερινής βιοπάλης που διακόπηκε ερήμην τους και δίχως δικό τους φταίξιμο. Η Κοινωνία που υπηρέτησαν, που έθρεψαν κι αυτοί με την σειρά τους όπως οι προγενέστεροί τους, και όπως οι επόμενοί τους τώρα, κρύβεται πίσω από έναν σωρό Μέτρα και την ταμπέλα Νέα Ελλάδα που, επειδή δεν έχει περιεχόμενο, δεν έχει ακόμα σώμα οπότε δεν έχει σκιά να ρίξει, τίποτα δεν ξεφεύγει από την ορθογώνια λογική της. 
Πενήντα παρά κάτι. Πενήντα συν κάτι. Κάτι λείπει. Η Κοινωνία.
Μία ηλικιακή φέτα στα αζήτητα. Η Κοινωνία δεν έχει χρόνο να ασχοληθεί μαζί της, έχει φούριες. Οι νεότεροι την κοιτούν με αμηχανία, οι γηραιότεροι με λύπη. Στη μέση αυτοί κι εγώ μαζί τους. Μας θυμίζουμε αυτό που δεν είμαστε, νεολαίοι που παίζουμε στην αλάνα «μήλα» και «κορόιδο». Εμείς προτιμούμε τα παραδοσιακά «μήλα», όμως η ομήγυρη της Κοινωνίας αυτή την εποχή έχει όρεξη να παίξει μαζί μας το Κορόιδο. Σε μια μεταλλαγμένη έκδοση σαν αφύσικο καλαμπόκι.
Το παιχνίδι «μήλα μεταλλαγμένα» παίζεται με δύο ομάδες ανθρώπων, τους θλιμμένους και τους θλιβερούς, και μια Κοινωνία αμέτοχη. Α ναι! Και με μια μπάλα γεμάτη κούφια λόγια και πατημένα όνειρα. Γι' αυτό, δεν παίζει κανένα ρόλο.
Στεκόμαστε στο κέντρο, λοιπόν, όλοι οι άνεργοι πενηντάρηδες σκόρπιοι, και ο καθένας μας αγωνίζεται να αρπάξει την μπάλα μιας δουλειάς. Τρέχει πάνω-κάτω, σκουντιέται με τους άλλους πενηντάρηδες που βρίσκονται στην ίδια θέση, ιδρώνει, ξεϊδρώνει. Συνήθως δεν υπάρχει πια μια μαμά να τσιρίξει μετά πως θα αρρωστήσουμε, οπότε ιδρώνουμε ήσυχοι. Όμως την μπάλα δυσκολευόμαστε να την αρπάξουμε και εσείς δεν μας την δίνετε.
Άλλοι νωρίτερα - άλλοι αργότερα, οι πενηντάρηδες της φέτας σταματάμε να τρέχουμε και στεκόμαστε ξέπνοοι πιάνοντας τα γόνατά μας όπως οι μπασκετμπολίστες στα ματς, όσο προσπαθούμε να φτιάξουμε μια στρατηγική της προκοπής γιατί με το τρέξιμο, καταλάβαμε, θα χάσουμε και θα αποκλειστούμε. Τρέχει το μυαλό μας. Αυτό είναι που τρέχει τώρα.
Τούτο έχουμε να αντιπαραθέσουμε. Ένα μυαλό γεμάτο εμπειρία. Την φωλιά μας γεμάτη σοφά ζουζούνια. Μια βαριά, γινομένη κηρύθρα με μέλισσες εργάτριες και κάνα-δυο κηφήνες.
Η εμπειρία του πενηντάρη διαθέτει για κάθε περίπτωση εφαρμοσμένες εναλλακτικές που σαν τα ανώτερα μαθηματικά δεν πρόλαβαν και δεν τα διδάχθηκαν τα μαθητούδια. Σφύζει από την ενέργεια της γνώσης που κινείται από μόνη της, τεντώνεται και ταλαντώνεται συνεχώς κι αδιάκοπα όπως τα σωματίδια της μικροΰλης (που είναι πολύ μικρή για να τη διακρίνουν οι άνθρωποι με έπαρση) και επειδή έτσι είναι φτιαγμένη η Γνώση, συνεχώς να μεγαλώνει και να μεταλλάσσεται, τι να κάνουμε, είναι η φτιαξιά της να κινείται, δεν ιδρώνει και ξεϊδρώνει κι είναι κατάλληλη ακριβώς για πενηντάρηδες.
Αυτό το πολύτιμο (κι αν δεν είναι πολύτιμο, το ό,τι κι αν είναι) που δεν απευθύνεται σε Αϊνστάινς αλλά σε συνανθρώπους με κοινή λογική, μένει στα αζήτητα κι είναι κρίμα που παίζοντας «μήλα μεταλλαγμένα» η ελληνική Κοινωνία ξεχάστηκε.
Ξέχασε πως και αυτή, η Κοινωνία μας, έχει καβατζάρει τα πενήντα. (Προ πολλού μάλιστα.) Σαν τους άνεργους πενηντάρηδες, διεκδικεί την ωριμότητα και επιθυμεί να συνεχίσει να παίζει καλά. Όπως εκείνοι, ούτε η Κοινωνία εργάζεται. Καμώνεται πως δουλεύει, ίδια αυτή σαν κάποιους πενηντάρηδες χωρίς δουλειά που φεύγουν το πρωί από το σπίτι με τον χαρτοφύλακα και βγάζουν την μέρα στο παρκάκι χαϊδεύοντας αδέσποτα και διαβάζοντας παρατημένες εφημερίδες.
Σε κάποια από τις εφημερίδες που θα της στείλει ο αέρας, περιμένει την Κοινωνία μια μικρή αγγελία που δεν θα μπορέσει να προσπεράσει: «50άρηδες αξιολάτρευτοι, παιχνιδιάρηδες, στειρωμένοι, ζητούν επαγγελματική στέγη».
Όσο θα ταΐζει με ψίχουλα τα λευκά περιστέρια, η Κοινωνία θα έχει όλο τον χρόνο να σκεφτεί πως η αριθμητική πράξη «πενήντα συν κάτι, μείον πολλά, ίσον τίποτα» είναι λάθος...

Νοέλ Μπάξερ

 

Να ευθυμήσει ο λαός, με το ζόρι κι όπως να 'ναι...

Ήθελα να γράψω ένα κείμενο ευδιάθετο στα όρια του κωμικού. Κάτι χαρούμενο, κόντρα στην περίσταση. Με αυτό τον σκοπό στρώθηκα κάτω, είχα μάλιστα κατά νου κάτι ωραία. Στην πορεία όσα είχα μαζέψει μού φάνηκαν ξελιγωμένα, ξεχειλωμένα και ξεθωριασμένα. Νερουλά. Το ρεύμα των ημερών τα πήρε εκτός τόπου και χρόνου και έμεινα σκέτη. Έμεινα χωρίς ευθυμία. Παρόλα αυτά συνέχισα. Ήξερα ότι θα προέκυπτε ένα κείμενο κωμικό από πάνω και τραγικό από κάτω. Ένα ντουμπλ φας κείμενο όπως οι καμπαρντίνες. Θα φαινόταν χαρούμενο αλλά στη φόδρα του θα ήταν στενοχωρημένο.
«Ο λαός θα ευθυμήσει», τότε βρήκε και σχολίασε με αφορμή τις πολιτικές τους αντιπαραθέσεις ο επικεφαλής του ΛΑΟΣ στη Βουλή, κι εγώ αισθάνθηκα πιο πολύ από ποτέ λυπημένος λαός.
Δεν ξέρω κανέναν που να ευθυμεί. Κανέναν εκτός Βουλής.
Κι όμως τα δέκα εκατομμύρια (πλην των τριακοσίων βουλευτών) λυπημένοι άνθρωποι πρέπει με το ζόρι να δείξουμε ότι ευθυμούμε για να μην παρεξηγηθούμε κι άλλο ότι δεν συνεργαζόμαστε. Να μην ξανά κατηγορηθούμε διεθνώς ότι είμαστε δύσκολοι. Πίεσα λίγο (όχι και πολύ) τον εαυτό μου να συνεχίσω εκείνο το άλλο μέσα - άλλο έξω κείμενο, αλλά με το ζόρι και κατά παραγγελία δεν γίνεται χαρά.
«Για δες! Μέχρι και η ευθυμία δεν μπορεί να δουλέψει», σκέφτηκα με μαύρο χιούμορ. Αυτό το χιούμορ μού απέμεινε.
Ω του θαύματος, τούτη η σκέψη έσυρε από κάπου στο βάθος, από την ντουλάπα που δεν την ανοίγω εγώ για να την αερίσω, μόνη της ανοίγει, μου ήρθε μια κουβέντα και μια εικόνα μαυρόασπρη από θεατρική παράσταση την εποχή που οι θεατρικές ομάδες λέγονταν μπουλούκια και οι ηθοποιοί θεατρίνοι. Η εικόνα της ντουλάπας μου έδειξε έναν τέτοιον θεατρίνο πάνω σε σκηνή πρόχειρα φτιαγμένη από σανίδια σε κάποιο χειμερινό καπηλειό γεμάτο κάπνα, χνώτα και μυρωδιές από τα μαγειρευτά της κατσαρόλας. Αλλοτινός κόσμος μιας πιο φτωχής Ελλάδας έπαιζε το κοινό, ξεκαρδιζόταν και από τα γέλια χτυπούσε τα πόδια του στο μωσαϊκό και τις κουρελούδες.
Παρακολουθούσα την παράσταση από την απόσταση του χρόνου που μας χωρίζει, όχι από τα παρασκήνια αφού έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχαν παρασκήνια αλλά από παντού στον χώρο, διάχυτη και τεράστια γιατί το παρόν είναι μπροστά, άρα μεγάλο, και το παρελθόν όσο πιο πίσω πάει τόσο μικραίνει. Αμέτοχη στα γέλια επειδή τόσο καιρό μετά αράχνιασαν τα αστεία, με άλλα γελάμε στην εποχή μου.
Αμέτοχη και για έναν ακόμη λόγο. Γιατί γνωρίζω ότι, πριν ανέβει στην σκηνή, ο θεατρίνος θρήνησε. Έμαθε ότι πενθεί και, στην συνέχεια δεύτερη τραγική επίγνωση, ότι ένας θεατρίνος δεν πενθεί όταν ο κόσμος ζητάει να γελάσει. «Ο λαός θα ευθυμήσει», τον είδα και τον άκουσα που αναφώνησε από καθήκον και μια και δυο έκανε τη λύπη του στην άκρη, μεταμορφώθηκε σε θεατρίνο κι όχι λυπημένο άνθρωπο και προχώρησε στην σκηνή, εκεί που η ψυχή του ηθοποιού είναι έκθετη και βορά στον όχλο.
Θεωρούμαστε εύθυμος λαός;
Τις σκέψεις μου διέκοψε ο ήχος από στρατιωτικό καμιόνι που αταίριαστο στον χρόνο ήρθε από το 1974, από την Επιστράτευση και από την Καβάλα. Η διάχυτη και τεράστια του καφενείου μαζεύτηκα στο παιδί που ήμουν το '74 και ανακατεύτηκα με τον κόσμο που παρακολουθούσε παραταγμένος στον κεντρικό δρόμο της Καβάλας το μέρα-νύχτα ασταμάτητο κομβόι από φορτηγά, επιταγμένα αγροτικά και στρατιωτικά οχήματα που μετέφεραν επιστρατευμένους άντρες στον Έβρο. Ο κόσμος, εκείνος ο όχλος του θεατρίνου, χειροκροτούσε και αντάλλασσε αστεία με τους άντρες πάνω στα οχήματα. «Χούλια, σου 'ρχομαι!» κάποιος που πήγαινε στον πόλεμο είχε γράψει στα πλαϊνά του φορτηγού, στέλνοντας ένα μήνυμα στην Αλίκη Βουγιουκλάκη της Τουρκίας.
Τα συνθήματα της Επιστράτευσης που στα φανερά έδειχναν αστεϊσμό και περιπαιχτική διάθεση μα μέσα τους έκρυβαν ασφαλώς φόβο και ανησυχία, μου έφερε στο μυαλό το τραγικό «θα ευθυμήσει ο λαός» που ακούστηκε στην Βουλή και στα σαλόνια μας. Η κρυφή ικανότητά μας, που δεν την ξέρουν οι ξένοι, να κρύβουμε τον πόνο μας στο γέλιο φοβήθηκα έξαφνα ότι βρίσκεται σε κίνδυνο. Ανησύχησα ότι πάλι πάμε να παρεξηγηθούμε ομαδικώς, ως λαός, επειδή ίσως δεν είναι γνωστό αρκετά ότι συχνά το κωμικό μας εξωτερικά είναι τραγικό εσωτερικά. Αν και θα έπρεπε, θαρρώ, να το γνωρίζουν και οι πέτρες. Τις μεγαλύτερες τραγικές αλήθειες της πολιτικής και της καθημερινής ζωής των ημερών του έκανε ο Αριστοφάνης κωμωδία, πιπεράτα αστεία και φαλλούς και με αυτά ακόμη μελετάται στην Οξφόρδη.
Πιο πολύ από την ξένη παρεξήγηση, φοβάμαι την ντόπια χειραγώγηση. Το ίδιο με φοβίζει η κακή χρήση μιας παράδοσης τίμιας, με ευτράπελα συνθήματα που δεν ξέρουν πού να σταματήσουν. Το να ευθυμούμε κατά παραγγελία δεν είναι καθόλου αστείο.
Δεν ευθυμώ.

Νοέλ Μπάξερ

 

Μπαμπουσκίτσα
(Έτσι μικρές μας φτιάχνουν σήμερα)...

«Αχά!», είπα και άνοιξα την μεγάλη μπαμπούσκα κι έβγαλα από μέσα την μικρότερη. Ξεβίδωσα κι αυτή κι έβγαλα από μέσα της την ακόμα μικρότερη. Κι από αυτή την κι άλλο μικρότερη. Και στην συνέχεια, μέσα από αυτή, έβγαλα την τελευταία. Την τοσοδούλικη που δεν μικραίνει άλλο! Έστησα τις μπαμπούσκες πλάι-πλάι παραταγμένες στην σειρά καθ' ύψος και είδα πώς ήμουν και πώς έγινα!!
Θαύμασα τις μπαμπούσκες! Λυπήθηκα τον εαυτό μου!
«Η μικρότερη μπαμπούσκα της σειράς κατάντησα», σκέφτηκα με θλίψη. «Μια μπαμπουσκίτσα!»

Στην τηλεόραση δεν με φωνάζουν έτσι. Το λένε «συρρίκνωση». Είναι πιο πομπώδες και επιστημονικό αλλά εμένα δεν μ' αρέσει, μου έρχεται στο μυαλό κάτι ζούφιο και ρυτιδιασμένο. Δεν θέλω να είμαι ζούφια.
Γι' αυτό, προτιμώ να με λέτε «μπαμπουσκίτσα».
Με κεφαλαίο Μι, παρακαλώ. Μπαμπουσκίτσα.

Κάθομαι, λοιπόν, στητή στην καρέκλα μου, με όρθια πλάτη, και με βλέπω. Με τις μπαμπούσκες, τις ρώσικες κούκλες, απέναντί μου δεν χρειάζομαι καθρέφτη για να με δω. Αυτό διαπιστώνω και χαίρομαι γιατί όλο πλεονεκτήματα είναι οι άτιμες. Έχω μπρος μου πέντε ζευγάρια ζωγραφισμένα μάτια. Κοιταζόμαστε. Εκείνες χαμογελούν, εγώ όχι. Δεν ξέρω τι βλέπουν πάνω μου και χαμογελούν (ή περιγελούν μήπως;), εγώ πάντως δεν χαμογελώ γιατί βλέπω σε αυτές εμένα συρρικνωμένη. Κι αυτό δεν είναι αστείο.
Δεν είναι διόλου ευχάριστο.

Σύρω πιο μπροστά από τις άλλες την τοσοδούλικη, την μέσα-μέσα κουκλίτσα μπαμπούσκα, γιατί γειτνιάζω πιο πολύ με αυτήν σε μέγεθος, σαν από μια οικογένεια αδελφές να διαλέγω την πιο κοντινή μου στο σουλούπι, και με παρατηρώ. Χωριάτισσα ντυμένη, με μαντίλα. Μαύρα ζωγραφιστά μάτια σαν καμένες τελείες και χείλη κόκκινα τριανταφυλλένια. Μια χαρά!
«Περίφημα!» λέω κι αισθάνομαι καλά με τον εαυτό μου. Καλά στα ρούχα μου. Κι ας μην με έχω δει ποτέ στο παρελθόν με μαντίλα. Μου αρκεί που δεν είμαι ρυτιδιασμένη. Ρυτιδιασμένα συρρικνωμένη. «Κουκλάκι σκέτο. Να τι είμαι», λέω στον εαυτό μου δυνατά για να με ακούσω μπας και πειστώ. «Χαριτωμένη μινιατούρα!» (Λίγο ακόμα και σε λίγο θα σφυρίζω χαρούμενα.)
Μειδιώ.
Χαμογελώ, γιατί έτσι μας φτιάχνουν εμάς τις μπαμπούσκες. Κάθομαι χαμογελαστή με την στητή μου πλάτη ανησυχώντας μόνο μήπως τα χείλια μου δεν είναι ικανοποιητικά τριανταφυλλένια.
Μήπως δεν είμαι καλή μπαμπουσκίτσα, φοβάμαι.

Κάθομαι έτσι για ώρες. Στην καρέκλα της κουζίνας μου. Στητή και χαμογελαστή με βρίσκει η νύχτα γιατί κάποια ώρα το φως χαμηλώνει. Ήρθε η νύχτα και τρίβει τα μάτια της. Πλησιάζει και με πλησιάζει. «Άνθρωπος είναι τούτη;», σκιάζεται. «Πού πήγε ο άνθρωπος που ήταν εδώ» αναρωτιέται κι ανοίγει και ψάχνει τα ντουλάπια της κουζίνας. Εγώ την βλέπω τι κάνει αλλά δεν αφήνω την στητή στάση μου ούτε το ζωγραφισμένο μου χαμόγελο. Δεν αξίζει να αφήσω για μια νύχτα ό,τι μου πήρε μήνες να κατορθώσω. Ενδόμυχα εύχομαι, μόνο, να μην μου ανακατέψει τα ντουλάπια. Χρειάζομαι δουλειά, αλλά όχι τούτη!

Η νύχτα είναι μεγάλη. Μια θεόρατη μπαμπούσκα. Μέσα της κρύβει νυχτερινούς ψιθύρους, βραδινά αγκομαχητά, σκοτεινά σχέδια, λευκές νύχτες, εφιδρώσεις σε καθαρά σεντόνια, συνευρέσεις χωρίς νόημα. Και όνειρα. Πολλά όνειρα! Καλά γαντζωμένα όνειρα και πεφταστέρια όνειρα που προκαλούν τον άνθρωπο να κάνει μια ευχή (δεν πραγματοποιούνται) και φρεσκογεννημένα όνειρα που γεννιούνται εκείνη τη νύχτα. Άραγε θα ενηλικιωθούν;
Μέσα της η μπαμπούσκα-νύχτα κρύβει, ακόμη, νυχτέρια και κρησφύγετα. Ο καθείς μας στο κρησφύγετό του. Άλλος το βρέχει από φόβο, άλλος με δάκρυα. ενώ για άλλους, βέβαια, αλλού βρέχει. Μια μεγάλη μπαμπούσκα είναι η νύχτα που χωράει τους πολλούς, πάμπολλους εαυτούς μας. Πολλές γυναίκες, πολλούς άντρες, πολλά παιδιά, .πολλά σκυλιά. Δίπλα μου παρόμοια στητή κάθεται η χοντρή σκυλίτσα-μπαμπούσκα περιμένοντας την κυρά της να ζωντανέψει.

Μία μπαμπούσκα γίγαντας η νύχτα. Με τριανταφυλλί χείλια που δεν φαίνονται στο σκοτάδι και μαύρα μάτια που έτσι κι αλλιώς δεν φαίνονται στο σκοτάδι. Κάθεται δίπλα μου και περιμένει υπομονετικά σαν μάνα. Περιμένει, όπως εγώ, να ξημερώσει. Για να μου κάνει καλή παρέα (και επειδή λίγο βαριέται), ανάβει την τηλεόραση. Πέφτουμε σε Ειδήσεις.
Στα σκληρά κι όχι στα μαλακά πέφτουμε, δηλαδή.
Με τα αμυγδαλωτά ζωγραφιστά μου μάτια κοιτάω ανέργους στους δρόμους, ταξιτζήδες να διαπληκτίζονται, συνταξιούχους να αδειάζουν τα τελάρα μετά τη λαϊκή και να διαλέγουν λιωμένα φρούτα, «στοιχηματίες» να παίζουν με τα νεύρα μας και να βάζουν στοίχημα ότι δεν θα φυλακιστούν, παιδιά που πηγαίνουν στα σχολεία τους με σάκες χωρίς βιβλία. Στην τηλεόραση το χαρούμενο πρόσωπο του Μίκυ Μάους, έτσι το θυμόμουν παλιά, πάνω στην κενή σχολική σάκα δείχνει ρυτιδιασμένο. Συρρικνωμένος έως κι ο Μίκυ!
«Μπράβο τους!», επαινώ ειρωνικά.
Χαμογελώντας πάντα.
Στο επόμενο πλάνο περιμένει ένας μεσήλικας καθισμένος σε πεζοδρόμιο. Βαστάει το κεφάλι του με τα δυο του χέρια. Θα ήθελα να το νιώθει βαρύ από σκέψεις μα είναι, ξέρω, βαρύ από έγνοιες. Συνεχόμενα στις Ειδήσεις βλέπω έναν κόσμο που δεν είναι χαμογελαστός. Ούτε ωραία στημένος όπως εγώ στην καρέκλα του.
«Νύχτα, κλείνεις την τηλεόραση, σε παρακαλώ;»
Δεν μου αρέσει να βλέπω τον κόσμο μου συρρικνωμένο σαν φωτοτυπία σε σμίκρυνση, ελάχιστο. Δεν θέλω έναν κόσμο μπαμπουσκίτσα!
(Ούτε, βέβαια, μια Ελλάδα μπουκίτσα.)

Στο σκοτάδι οι πέντε μπαμπούσκες, έξι με μένα, χαμογελούμε στο κενό...

Νοέλ Μπάξερ

 

Εντός του ύδατος
(Μια βρεγμένη κουκκίδα στο σύμπαν)

Κάθομαι στο πεζούλι και παρακολουθώ τα αγόρια που παίζουν μπάλα. Εγώ είμαι μικρή και κορίτσι, δεν με παίζουν. Κάθομαι, λοιπόν, ψηλά στο πεζούλι με τα πόδια κρεμασμένα στο κενό και τους βλέπω. Με φωνές και παλαμάκια επευφημώ τον αδελφό μου, τον αρχηγό της δικής μας γειτονιάς. Παράλληλα κοιτώ στα πρόσωπα των αγοριών, ακόμη και της αντίπαλης ομάδας, και ψάχνω ποιος θα με αγαπήσει.

Από όλη τούτη την παλιά θύμηση των παιδικών χρόνων, αυτό έμεινε. Το ότι δεν με παίζουν και ποιος θα με αγαπήσει.

Κάνοντας ο χρόνος γκελ σαν ένα μεγάλο ουράνιο τόξο, τέλος πάντων με μια πανομοιότυπη καμπύλη γραμμή γεμάτη χρώματα, βρέθηκα να κολυμπώ στην απέραντη και αιώνια θάλασσα. Μόνο που τούτο το καλοκαίρι, εκεί που κολυμπούσα περικυκλωμένη από γαλάζιο, από τόσο θανατηφόρα θαλασσί, ένιωσα το ίδιο. Ότι δεν με παίζουν και ποιος θα με αγαπήσει. Στο παιχνίδι που παίζεται σήμερα, το κοινωνικό και οικονομικό, είδα τον εαυτό μου όπως τότε: αμέτοχο, καθισμένο στο πεζούλι. Ανακάλεσα τα πρόσωπα των σημερινών παικτών. Ένιωσα βαθιά πως κανείς δεν με αγαπάει κι ούτε πρόκειται να με αγαπήσει.

Ήταν παράδοξο γιατί ήρθε στο μυαλό μου την πλέον αταίριαστη ώρα, την στιγμή που ένιωθα πανάλαφρη μέσα στο νερό, ενόσω κολυμπούσα ελεύθερη και χαιρόμουν αυτό ακριβώς, πόσο ελαφριά και ελεύθερη ήμουν. Ήρθε επομένως η θύμηση όταν δεν έπρεπε. Για να μου χαλάσει τη διάθεση. Μπορώ να πω χωρίς τύψεις πως ήταν μια εχθρική πρωτοβουλία της γαλήνιας θάλασσας που δεν ξέρω κι εγώ τι ζήλεψε από έναν ταλαιπωρημένο πολίτη της Ελλάδας, φίσκα φουρτούνες, που βγήκε από έναν Χειμώνα -και τι Χειμώνα- για να κολυμπήσει.

Πρόλαβα όμως και μου έμεινε η στιγμή που την γράπωσα καθώς έφευγε. Το ότι, για μια στιγμή, ήμουν ελεύθερη. Η αστραπιαία και κεραυνοβόλα διαπίστωση ότι όλα αυτά που με ταλάνισαν τον Χειμώνα, οι περικοπές και οι απειλές, η στενοχώρια και ο τρόμος, δεν έχουν το βάρος που τους δίνουν οι Ειδήσεις όσο εγώ νιώθω ελεύθερη. Μέσα στο νερό, ούτε αυτά έχουν βάρος.

Ο νόμος του Αρχιμήδη ας είναι καλά. (Οι φυσικοί νόμοι ισχύουν.)

Κολυμπώντας και παρακολουθώντας από τη μέση της θάλασσας τη φύση, κοιτώντας τα «από πάντα» βουνά και την «αιώνια» θάλασσα, αναγκαστικά φρεσκάρονται οι διαστάσεις. Τι να κάνουμε, ο κόσμος του Εγώ στον κόσμο όλο είναι τοσοδούλικος. (Τελικά, τα «μπάνια του λαού» είναι σοφό πράγμα.) Το βαρύ Εγώ μου έγινε ελαφρύ τόσο όσο το βαρύ σώμα μου μέσα στο νερό που κάποτε ήταν παγετώνας και αύριο ποιος ξέρει τι θα γίνει, ελπίζω σύννεφο. Και τι παράξενη αίσθηση, ενώ το παραπάνω ακούγεται ίσως παραδομένο και αδύναμο, αντίθετα είναι ανέλπιστα δυνατό γιατί μου έδωσε την ελευθερία, για όσο διάστημα βρισκόμουν μέσα στην υπέργηρη θάλασσα, ότι δεν εξαρτάται από μένα ο κόσμος.

Το αν μας δίνουν τα χοντρά λεφτά για τον Παρθενώνα μας, για το πετρέλαιο, τα υπόγεια ύδατα ή τις λιμπιστικές αμμουδιές μας, μέσα στο νερό είναι λόγοι χωρίς βάρος. Επέπλεαν δίπλα μου στη θάλασσα όπως τα φύκια.

Όμοια με ένα μάτσο φύκια.

Σαν λυμένα κοριτσίστικα μαλλιά στη θάλασσα.

Αν γίνεται, εγώ θέλω στην στεριά να είμαι «θαλασσινά» ελεύθερη. Λαχταρώ ξανά τη λαμπρή, στιγμιαία εμπειρία της παντοδυναμίας μου. Θέλω πίσω εκείνη την ακαριαία μέγιστη απόλαυση που έχει τη γλύκα της νίκης. Πολύ απλά, πάλι να νιώσω όπως τότε που το γεμάτο κεφάλι μου ήταν μια βρεγμένη κουκκίδα στο απέραντο σύμπαν.

Να είμαι ελεύθερη!

Ας μην με παίζουν! Ας παίζουν μόνοι τους! Όλο τον βαρύ Χειμώνα που έρχεται, θα κάθομαι, είπα, στο πεζούλι με τα πόδια κρεμασμένα στο κενό και θα τους κοιτώ, την Κυβέρνηση και όποιον από τις άλλες, ξένες, γειτονιές έρθει να παίξει στην αλάνα μου. Και, άμα κάνει κανείς τους καμιά καλή απόκρουση ή κατεβασιά, τότε θα τον επευφημώ με ενθουσιασμό όπως έκανα παλιά στον αδελφό μου και πάντα νίκαγε.

Από τους παίκτες κάποιος να με αγαπήσει, όμως, ακόμα με καίει. Τούτο δεν μπόρεσα στα θαλάσσια μπάνια να το γιατρέψω.

Νοέλ Μπάξερ

 

Τα ιδανικά μας έφυγαν με μια παλιά βαλίτσα
και μια νταμιτζάνα...

Μία εικόνα - χίλιες λέξεις από ένα σμήνος χελιδόνια που φεύγουν. Πιο γλυκά και ρομαντικά, εικόνα μιας οικογένειας χελιδονιών. Μπαμπάς, μαμά και χελιδονάκια. Σε χαρτί πιο σκληρό από τα σημερινά και χρώματα λιγότερο λαμπερά από τα τωρινά ιλλουστρατιόν. Σαν από παλιά ξυλομπογιά που δεν την πολυπατάμε για να φτουρήσει το μολύβι.
Τα χελιδόνια της εικόνας φεύγουν. Δεν έρχονται. Είναι η εποχή της παλιάς ελληνικής Μετανάστευσης. Υπάρχει ένα ρεύμα που παρασύρει και τα πουλιά μας. Υποκύπτουν τα χελιδόνια στη φύση τους και το μεταναστευτικό ρεύμα της εποχής της εικόνας.
Ύστερα ήρθαν τα ντοκιμαντέρ. Ήταν βουβά και τα έντυσαν ηχητικά με τη φωνή του Καζαντζίδη. Περαστικές άσπρες-μαύρες εικόνες από ανθρώπους που επιβιβάζονταν σε τρένο, συγγενείς που τους αποχαιρετούσαν κλαίγοντας στον σιδηροδρομικό σταθμό, άλλους ανθρώπους που κατέβαιναν από κάποιο τρένο κρατώντας στο ένα χέρι μία παλιά βαλίτσα και στο άλλο πλαστική νταμιτζάνα με το νερό τους που πήραν από την βρύση τους στην Ελλάδα και μέχρι να φτάσει στην Γερμανία (ή αλλού) πάλιωσε και μύρισε. Η μετανάστευση είχε κιόλας καλύψει την μυρωδιά της πατρίδας τους.
Οι άνθρωποι αυτοί κάτι λένε. Στο ντοκιμαντέρ μιλούν. Φαίνεται να μιλούν. Εμείς ακούμε τον Καζαντζίδη.
Κάτι λένε που εμείς δεν ακούμε.
Οι άνθρωποι αυτοί, οι προγενέστεροι Έλληνες μετανάστες, κάτι έλεγαν που εμείς δεν ακούσαμε.
Μια εικόνα-χίλιες λέξεις, θα μπορούσαμε άμα θέλαμε να το διαβάσουμε στα μάτια του μετανάστη. Τον δείχνει το ντοκιμαντέρ μας να κατεβαίνει από το τρένο, πλέον στην ξένη χώρα. Κουρασμένος, φοβισμένος και χαμένος. Μα όρθιος, σοβαρός και αξιοπρεπής. Με το παλαιάς κοπής κοστούμι του, την βαλίτσα του και την νταμιτζάνα του. Τι κουβαλάει αυτός ο άνθρωπος στην ψυχή του δεν φαίνεται στην εικόνα.
Φαίνεται και παραφαίνεται όταν ζουμάρει ο φακός στα μάτια του. Ψάχνοντας κάτι. Που εμείς, οι μεταγενέστεροι, αγνοούμε.
Το όνειρο είναι γένους θηλυκού. Κι ας είναι ουδέτερο. Οι άντρες προτιμούν τους στόχους που είναι αρσενικοί. Ο στόχος υλοποιείται, το όνειρο δεν έχει ύλη. Υπάρχει ένα ταιριαστό και στα δύο φύλα, πραγματικά ουδέτερο, κι αυτό είναι ΤΟ ιδανικό. Διατίθεται και σε επίρρημα, σε ωραίες φράσεις που ξεκινούν με το «ιδανικά,» ώστε να εκφραστεί με μια λεξούλα αυτό που ο ομιλητής θεωρεί ως το καλύτερο κατ' αυτόν.
Υπάρχουν και άλλα ιδανικά. Την εποχή τούτη τείνουμε και τα δύο φύλα να το ξεχάσουμε. Πρόκειται για τα ιδανικά μας.
Τα ιδανικά αυτά περνούν κρίση. Ξεκίνησε από την οικονομική μας και κατέληξε σε υπαρξιακή τους. Ανησυχούν ότι ο κόσμος τους καταρρέει.
Και αυτά ακούνε τα ίδια που ακούμε κι εμείς γύρω μας. Τάχα, πως δεν υπάρχουν ιδανικά. Πως μας τελείωσαν τα ιδανικά. Τέρμα. Το βλέπουν κιόλας, χαζά δεν είναι, πόσο εύκολα υιοθετήθηκαν άλλα. Μοντέρνα ιδανικά με σούπερ μίνι, και χαμηλοκάβαλα ιδανικά με τατουαζάκι στον πισινό. Μετράνε κεφάλια και βλέπουν επικίνδυνα λίγους να ζητούν πίσω και ακέραιο το παλιό Ιδανικό τους. Κόντρα στην εποχή τους, να επιμένουν πως αυτοί εκείνο θέλουν. Το πολυμεταχειρισμένο τους, το χιλιομπαλωμένο τους, το όχημά τους που κινείται με την παλιά βενζίνα.
Το δικό τους Ιδανικό.
Με αυτό που μεγάλωσαν και αυτό που αγαπήσαν.
Τα ιδανικά έχουν αγανακτήσει. Ξεπέρασαν το στάδιο της συλλογικής μουρμούρας. Μας κοιτάνε με πλάγιο θυμωμένο βλέμμα. Μέσα από τα δόντια τους κάποια από αυτά μας λένε «χαμένα κορμιά». Μαθημένοι κι εμείς, είναι αλήθεια, από αλλού, τους είχαμε υποσχεθεί πολλά και διάφορα. Χαμηλότοκα στεγαστικά, δωρεάν εισιτήρια, επιχορηγήσεις, επιδοτήσεις, είχαμε τάξει στα ιδανικά μας λαγούς με πετραχήλια αλλά, πρώτα και κύρια, μονιμότητα. Τους είχαμε τάξει το δικό τους σπίτι. Ένα σπιτάκι με θέα εμάς. Χωρίς δεύτερη σκέψη και άλλες φορές με δεύτερη σκέψη, και με ακόμη περισσότερες σκέψεις συχνά, τους είχαμε παραχωρήσει την μόνιμη κατοικία του εαυτού μας.
«Σε θέλω!», είπαμε ο καθένας επιλέγοντας ένα-ένα τα ιδανικά μας από τα πολλά.
Το κάθε ξεχωριστό Ιδανικό είχε έρθει αποδεχόμενο μετά χαράς την πρόσκληση. Εγκαταστάθηκε ανοίγοντας την βαλίτσα του και βγάζοντας και τακτοποιώντας τα υπάρχοντά του, μαζί και δώρα: όνειρα στις γυναίκες, στόχους στους άντρες. Με πολλή όρεξη για δουλειά. Και πράγματι, τα ιδανικά μας, δούλεψαν. Πολύ, μέτρια, λίγο ανάλογα με το πόστο και το αφεντικό.
Τώρα, στον καταιγισμό των απολύσεων, απολύονται και αυτά. Πέφτουν βροχή οι εξώσεις των ιδανικών. «Κι εμείς; Τι θα απογίνουμε;», ρωτούν. «Τι σκοπεύετε να κάνετε με μας;»
«Γιατί μας φερόσαστε έτσι;», λένε κάποια πληγωμένα ιδανικά.
Η παρηγορητική ξύλινη γλώσσα μας, που την μάθαμε στο φροντιστήριο ξύλινης γλώσσας «Πολιτική», ελάχιστα τα παρηγορεί. Δικαιολογημένα, αφού ούτε εμάς η πολιτική γλώσσα μάς παρηγορεί.
Νιώθουν μόνα τους τα Ιδανικά σήμερα. Εγκαταλειμμένα από εμάς, τους ανθρώπους τους. Νιώθουν ότι τα εγκαταλείψαμε άλλο τόσο όσο νιώθουμε κι εμείς, με την σειρά μας, εγκαταλειμμένοι από άλλους. «Άρα γνωρίζεις πόσο με πονάει αυτό που μου κάνεις». Νιώθουν εφάμιλλη οργή με αυτή την πολλή που νιώθουμε εμείς. Συσπειρώνονται κι αυτά. Τα ιδανικά της Επικράτειας. Ανταλλάσσουν μεταξύ τους SMS «Ιδανικά των Ελλήνων ελάτε όλα στην πλατεία».
Εμείς, εν τω μεταξύ, κοιμόμαστε ανήσυχοι. Κάτι τρέχει. Κάτι συμβαίνει. Μέσα μας, έξω μας, παντού και απανταχού. Τα όνειρα των γυναικών, οι στόχοι των ανδρών και τα ιδανικά και των δύο ανακατεύονται μέσα μας σε διαρκείς κινητοποιήσεις που έχουν γίνει τελευταία μόνιμη κατάσταση (αυτή είναι η μονιμότητα που υποσχεθήκαμε;) στην κυκλική πλατεία του στομάχου μας, στην πολυεπίπεδη του εγκεφάλου μας, ή στην δυστυχώς επίπεδη (δεν πέτυχε η ανακαίνιση) της ψυχής μας.
Το Ιδανικό της οικείας  πολλών από μας, το σώγαμπρο, η ψυχοκόρη Ιδανικό, έσυρε από κάτω από το κρεβάτι την παλιά βαλίτσα που πήρε από το ντοκιμαντέρ της μετανάστευσης, την έχει ανοίξει και κάθεται πανιασμένο στην καρέκλα μαζεύοντας δύναμη να αρχίσει να τα μαζεύει για αλλού.
Έχουμε συνειδητοποιήσει πόσο μόνοι μας θα μείνουμε;
Σέρνοντας την βαλίτσα του αναχωρεί νύχτα. Κάποιον ή κάποια από εμάς εγκατέλειψε αφήνοντας ένα γράμμα στο κομοδίνο.

Αγαπητέ μου,
Λυπάμαι, αλλά ήρθε η ώρα να χωρίσουμε. Δεν σου ζητώ συγνώμη, γιατί εσύ φταις. Με εγκατέλειψες πριν σε εγκαταλείψω. Γι' αυτό μην κλάψεις, δεν το αξίζεις. 
Σε ξάφνιασα; Όταν ηρεμήσεις και κάτσεις και το σκεφτείς, αν αποφασίσεις να συζητήσεις επιτέλους και λίγο με τον εαυτό σου, σοβαρές κουβέντες κι όχι μπούρδες, θα δεις ότι η συγκατοίκησή μας εδώ και κάμποσο καιρό δεν είχε αξία!
Με πλήγωσες με την αδιαφορία σου. Η αμέλειά σου θα ήταν εγκληματική αν δεν ήμουν ιδανικό και δεν μπορείς να εγκληματήσεις με μένα. Εμείς τα ιδανικά είμαστε ανώτερα πλάσματα και δεν πεθαίνουμε. Μετοικίζουμε.
Όταν με ξαναχρειαστείς, σφύρα μου! Φώναξέ με εσύ και ίσως, ΙΣΩΣ, επιστρέψω. Δεν σου υπόσχομαι τίποτα. Θα το σκεφτώ πολύ γιατί με απογοήτευσες. Είσαι σκέτη απογοήτευση! Μην κατσουφιάζεις, δεν υπάρχει χώρος για άλλη. Ο εαυτός σου, εσύ ολόκληρος είσαι απογοήτευση.
Σε φιλώ!
Όχι! Μετάνιωσα! Δεν σε φιλώ!
ΥΓ. Αν νιώθεις χάλια, σκοτίστηκα! Καλά να πάθεις!

Το άφησε στο κομοδίνο κι έφυγε μέσα στη νύχτα. Το κατάπιε το Ιδανικό μας η νύχτα με μια μεγάλη γουλιά. Οπωσδήποτε νύχτα κι όχι ημέρα γιατί το βράδυ συνήθως συμβαίνουν οι συμφορές. Η νέα μέρα που θα ξημέρωνε θα καλημέριζε τον αγαπητικό του Ιδανικού με την συμφορά της εγκατάλειψης.
Ένα τέλος που έχει νόημα. Μεγάλο νόημα.
Το Ιδανικό δεν θέλει να γίνει ντοκιμαντέρ και παίρνει την αντίθετη κατεύθυνση από τον σταθμό του τρένου. Δεν θέλει να ξενιτευτεί. Καταφεύγει στο γκέτο των ιδανικών. Αποφασισμένο να ψωμολυσσάξει μα να μην εκδοθεί. Ενδόμυχα ελπίζοντας πως θα το φωνάξουν πίσω. Γι' αυτό ζητά τα άλλα Ιδανικά να κάνουν ησυχία με τακτικά «σσσσς» και το δάχτυλο στα χείλη. Μισοστήνει αυτί. Κοιμάται τα βράδια και κλαίει στον ύπνο του κι ύστερα λέει ψέματα πως τάχα είδε κακό όνειρο ενώ δεν ήταν όνειρο ήταν πραγματικότητα κι ήταν το χθες του και το σημερινό του σήμερα.
Κοιμάται πάνω σε μια γέφυρα τρένου. Άστεγο μα όχι αλήτικο. Εκεί κοιμάται τις νύχτες για να είναι ψηλά και να ακούει καλύτερα τα νυχτερινά καλέσματα. Έχει βάλει για μαξιλάρι την βαλίτσα. Δίπλα του έχει την νταμιτζάνα. Την γέμισε πριν φύγει από το σπίτι μας. Είναι γεμάτη με τους χυμούς της ψυχής μας. Υψηλοί σε περιεκτικότητα οινοπνεύματος όπως τα αποστάγματα της αμπέλου, κάνει για τις πληγές αλλά, προσοχή, αναφλέγεται εύκολα. Κοιμάται με το χέρι στην νταμιτζάνα του μην του την κλέψουν. Φοβάται μην την χάσει. Και τι θα γίνει ένα Ιδανικό χωρίς ανθρώπινους χυμούς;
Ιδανικά, δε θέλει να μας χάσει!

Νοέλ Μπάξερ

 

Μια αγανακτισμένη σελίδα από τετράδιο...

Ανέμιζε σαν φύλλο στον άνεμο. Ήταν ένα φύλλο χαρτί, μια σελίδα με γραμμές σκισμένο άτσαλα από κοινό τετράδιο. Το συγκεντρωμένο πλήθος στο Σύνταγμα φώναζε, μούντζωνε, γελούσε, γυναίκες χτυπούσαν τα καπάκια από τις κατσαρόλες τους και ένα ζευγαράκι μπροστά μου φιλιόταν με πάθος. Στην καρδιά του όχλου.
Ετερόκλητο πλήθος σε έξαρση και εξέγερση, όλοι μαζί σαν ένα πλήθος κοιτούσαν τη Βουλή και περίμεναν από τον νεαρό άντρα μπροστά τους, ο οποίος για να φαίνεται στεκόταν μισοανεβασμένος στο οδόφραγμα στραμμένος προς αυτούς, να δώσει το επόμενο σύνθημα. Το λαχταρούσαν να πέσει αδηφάγα. Σταματούσαν για λίγο να χτυπούνε την κατσαρόλα για να κάνουν ησυχία και να το ακούσουν καλά. Να το πιάσουν στον αέρα όπως θα φύγει από το χαρτί, το φύλλο που ανέμιζε. Συμβουλευόταν εκείνος το χαρτί του ρίχνοντας μια ματιά και φώναζε ένα από τα συνθήματα με την ντουντούκα. Θαρρώ δεν ακολουθούσε την σειρά. Αντί τα πράσινα φωτάκια που χόρευαν στους τοίχους και τις κλειστές γρίλιες της Βουλής, εγώ παρακολουθούσα αυτόν.
Όχι αυτόν. Το χαρτί που κρατούσε.
Όσο το πλήθος -εμείς- επαναλαμβάναμε σαν καλοί μαθητές την πρόταση που ήταν γραμμένη και είχε εκφωνήσει ο κύριος, εκείνος ανέμιζε το χαρτί δίνοντάς μας το τέμπο. Σαν μαέστρος κατηύθυνε την δημόσια συναυλία μας κουνώντας έντονα τα χέρια του και η σελίδα από το τετράδιο χρησίμευε σαν η σοφιστικέ μπαγκέτα του. Αν το πλήθος τα πηγαίναμε καλά, ο μαέστρος μας όλο χαμόγελα βύθιζε την προσοχή του πίσω στο χαρτί που στεκόταν ακίνητο ίσα-ίσα όσο να ψαρέψει ένα επόμενο εξίσου καλό σύνθημα.
Ήταν μια επιφανής σκισμένη σελίδα από τετράδιο. Όχι καμιά τυχαία, κι ας ήταν ευτελούς αξίας. Αυτή ήταν η τυχερή του τετραδίου. Η καθαρογραμμένη. Η Σταρ Σελίδα. Ενδεχομένως να ήταν η τελευταία σελίδα στο τετράδιο, εκεί που δοκιμάζουμε το στυλό αν γράφει και την έχουμε για πέταμα. Θα είχαν προηγηθεί διάφορες άτυχες σελίδες πριν από αυτήν που θα χρησιμοποιήθηκαν ως πρόχειρες, σαν γυναίκες της μίας φοράς, ερωμένες της ξεπέτας, γράφοντας και διαγράφοντας συνθήματα, έξυπνες ατάκες, χλευασμούς σε ρίμα, ομοιοκαταληξίες με το «ξουτ» και το «ουστ».
Αυτή η σελίδα τετραδίου που έβλεπα εγώ, που γνώρισα και ξετρελάθηκα μαζί της, ήταν πολυγραμμένη. Με χυδαίο στυλό. Επιπέδου περιπτέρου. Καλό ταίρι για μια σελίδα από κοινό τετράδιο. Όμως με νοικοκυρεμένα, ευανάγνωστα γράμματα και, θέλω να ελπίζω, ελεγμένη ορθογραφία. Ήταν η ωραία καθαρογραμμένη.
Η οργή του λαού είχε στάξει με λέξεις πάνω σε αυτό το χαρτί. Η σελίδα που παρακολουθούσα με επιμονή και δεν έχανα από τα μάτια μου ήταν μια δεξαμενή που γέμισε οργισμένες λέξεις με εσάνς παλιάς επανάστασης.
Κι όσο φώναζα ένα μεσαίο, θαρρώ, σύνθημα συγχρονισμένη με το ζευγαράκι μπρος μου που επιτέλους αποφάσισε και χρησιμοποίησε το στόμα του για έναν πιο ομαδικό σκοπό, σκεφτόμουν τον κάτοχο του κοινού μπλε τετραδίου σπίτι του ή σε μια γωνιά στην συνοικιακή καφετέρια, ίσως και στο Κάτω Σύνταγμα καθισμένος στην σκιά των δέντρων το πρωί να γράφει, διαγράφει, ξαναγράφει και καθαρογράφει συνθήματα. Το ένα κάτω από το άλλο, σε στοίχιση σαν τους αστυνομικούς που ήταν παραταγμένοι γύρω από την πλατεία. Κι αν αυτός ο συνειρμός λόγω του περιεχομένου της δεν είναι στην σελίδα μου αρεστός, ας πούμε πως έμοιαζαν με χρωματιστές ξυλομπογιές που τοποθέτησε κάποιο παιδάκι σε μια σελίδα χαρτί την μια ξυλομπογιά κάτω από την άλλη για να παίξει.
Ήθελα να μείνω ως το τέλος. Ήμουν περίεργη τι της επιφύλαξε το μέλλον. Ήθελα να δω τον άντρα της να την μαζεύει. Ήμουν περίεργη αν θα την δίπλωνε σαν λευκό γιορτινό τραπεζομάντιλο, με ανάλογη τιμή και αγάπη, ή σαν ένα παλιόχαρτο που έκανε τη δουλειά και θα πεταχτεί πριν μπει το ρούχο στο πλυντήριο. Μήπως έχει την τύχη της λίστας του σούπερ μάρκετ ανησυχούσα.
Ήθελα επίσης να διαπιστώσω, γιατί είχα αγωνία για τη φίλη μου, αν θα την βάλει στην τσέπη του πουκαμίσου του που ακουμπάει την καρδιά του ή στην ποταπή κωλότσεπη στο παντελόνι του. Ήθελα να δω, με άλλα λόγια, αν θα πέσει στα χαμηλά ή θα πάρει τα υψηλά διαζώματα που της αξίζουν. Κι ας μην συνηθίζεται μια απλή σελίδα τετραδίου να γυρεύει αξιώματα.
Αυτής της άξιζε, θαρρούσα.
Ήμουν περίεργη να δω αν ήξερε ο κάτοχός της ότι εκείνη την ώρα η σελίδα αυτή έγραφε Ιστορία.
Έφυγα πριν από την σελίδα δυστυχώς. Την άφησα να ανεμίζει με φόντο τη Βουλή σε ρυθμό συνθήματος και βυζαντινού Ιπποδρόμου. Σήκωσα το χέρι μου και το ανέμισα κι έτσι χαιρετηθήκαμε με την σελίδα.
Δεν πρόλαβα να φτάσω ως την γωνία και άκουσα το συγκεντρωμένο πλήθος να μου φωνάζει «ουστ!»...

Νοέλ Μπάξερ


iΗ Νοέλ Μπάξερ στο αρχείο του Ως3: Λόγια στοiχαρτί
 

 
Μάιος 2012
Editorial
Περιεχόμενα
Παράθυροiμεiθέα
του Γιώργου Ανδρέου
Διογένους Λέξεις
του Διογένη Δασκάλου
Ρεύμα...
του Σπύρου Ορνεράκη
Σκάντζα Βάρδια
του Μπάμπη Ξαρχάκου
Ζαπink
του Soloup
Ταξίδιiστοiχρόνο
του Νίκου Ζερβονικολάκη
Χώστρια
της Νοέλ Μπάξερ
Ωστρικήiσκόνη
Συνεντεύξεις
Λόγιαiστοiχαρτί
Πολιτική
Αποστολή
Βιβλίο
Τόπος
Ζωντανόςiπλανήτης
Μουσική
Θέατρο
Κινηματογράφος
Εικαστικά
Χορός
Φωτογραφία
Φεστιβάλ

Exodως3
Η ατζέντα του μήνα:
Μουσικές σκηνές, Σινεματιές,
Πάμε Θέατρο, Φωτογραφία, Χορός, Εικαστικά, Φεστιβάλ.

new: Αφιερώματα
Οι άνθρωποι που ήθελαν
να αλλάξουν τον κόσμο!

new: Αφιερώματα
Οι άνθρωποι που ήθελαν
να αλλάξουν τον κόσμο!

new: Αφιερώματα
Οι άνθρωποι που ήθελαν
να αλλάξουν τον κόσμο!

new: Αφιερώματα
Οι άνθρωποι που ήθελαν
να αλλάξουν τον κόσμο!