| |
 |
Χώστρια |
|
ΧΩΣΤΡΙΑ
Της Νοέλ Μπάξερ
 |
Έψιλον Ύψιλον...
Το Έψιλον και το Ύψιλον, από την ελληνική αλφάβητο τα δύο γράμματα, πιάστηκαν χεράκι-χεράκι και ξεκίνησαν τη βόλτα τους. Κρατούσαν από ένα βαλιτσάκι με ρόδα. Για εκεί που πήγαιναν το καλαθάκι με τα φαγώσιμα της Κοκκινοσκουφίτσας θα ήταν προτιμότερο, αλλά προέρχονται από ένα παλιό αλφάβητο που γεννήθηκε πριν ακόμη και από τα παραμύθια της Χαλιμάς. Τα ρόδα τα προόριζαν για τους τυχερούς ανθρώπους που θα τους έφερναν την ευτυχία. Την απίστευτη τύχη να είναι ευτυχισμένοι.
Το πρόγραμμα της διαδρομής τους για την συγκεκριμένη μέρα το είχαν γραμμένο σε ένα χαρτί από διαφημιστικό μπλοκ. Τον τελευταίο καιρό ήταν πλέον τόσο λίγοι οι άνθρωποι που επισκεπτόντουσαν, που θα μπορούσαν να είχαν γραμμένα τα ονόματά τους στην εσωτερική μεριά της παλάμης τους. Θα χώραγαν.
Για σήμερα είχαν γραμμένο στο χαρτί τους μόνο τέσσερις λεξούλες: το καράβι του Νώε.
Ανεμίζοντας το χαρτί, τα βαλιτσάκια με τα ρόδα και τραγουδώντας λα-λα-λα, τα γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου που φέρνουν την ευδαιμονία, την ευφορία και την ευτυχία, ξεκίνησαν τον δρόμο τους.
Να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους.
Καθοδόν κοιταζόντουσαν και χαμογελούσαν το ένα στο άλλο σαν ερωτευμένοι. Το ήξεραν επειδή τους το έλεγε ο κόσμος, πως η συνεύρεσή τους στην αρχή μίας λέξης δημιουργεί ένα ερεθιστικό θέαμα. (Κάποιοι άλλοι άνθρωποι αδιάφοροι στους λεπτούς ερεθισμούς, θεωρούν πως η παρέα του Έψιλον με το Ύψιλον δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που πρέπει να κατασταλεί.) Πράγματι, όποτε συναντώνται τα δύο γράμματα στην αμμουδιά μιας μακριάς λέξης, τρέχουν και κάνουν την δαιμονία ευδαιμονία, την τυχία ευτυχία και την φορία ευφορία. Ανοίγουν το βαλιτσάκι τους όπως οι παλιές μαμμές, παίρνουν από μέσα μια χούφτα ροδοπέταλα και τα σκορπάνε πάνω στον άνθρωπο που κάνουν ευτυχισμένο. Τον αλατοπιπερώνουν με χαρά. Ύστερα πιάνονται ξανά χέρι με χέρι και πάνε στην μακριά λέξη του διπλανού του, να κάνουν κι εκείνου την δαιμονία ευδαιμονία. Πριν προλάβει το κακό, και γίνει κακοδαιμονία.
Το Έψιλον και το Ύψιλον είναι ο Σάκης και ο Λάκης της ελληνικής αλφαβήτου. Η Ρούλα και η Σούλα στο θηλυκό γένος. Είναι τα γράμματα που παραδοσιακά ανήκουν στα λαϊκά στρώματα αφού η ευτυχία, θεωρητικά, ανήκει σε όλους. Συχνοί επισκέπτες της φτωχολογιάς παρά το επίσημο τελικό γράμμα «ν» που τους είναι φορεμένο σαν λινό άσπρο γάντι από μια αρχαΐζουσα εποχή που σήμερα φαντάζει όπως ένα μοντέρνο σαλονάκι στολισμένο με σεμέν.
Αυτά ως χθες.
Σήμερα είναι τα γράμματα της αλφαβήτου τα σε μεγαλύτερη απόσταση από τον άνθρωπο. Η ευδαιμονία, η ευτυχία και η ευφορία είναι πιο μακριά από τον μέσο Έλληνα από όσο πίσω στο χρόνο θυμούνται οι νέοι, οι κάπως νέοι και οι λιγότερο νέοι σε ηλικία. Τα εύκολα χρόνια γίνανε δύσκολα. Στις γειτονιές, παραταγμένα σε στρατιωτικό σχηματισμό, τριγυρνάνε πλέον το Δέλτα και το Σίγμα με το υπερήφανο Ύψιλον στη μέση σαν κρατούμενος. Δυσκολία, δυσχέρεια, δυσφορία.
Μόνο το Έψιλον και ένα ελεύθερο Ύψιλον μπορούν να τα βάλουν μαζί τους!
Στο χαρτί που ανεμίζουν ανέμελα, το Έψιλον και το Ύψιλον έχουν γραμμένη την μυστική τους αποστολή. Έφτασε στα αυτιά τους επιτέλους πως στο αμπάρι του καραβιού του Νώε βρίσκονται πολλοί δυστυχείς Έλληνες συνωστισμένοι και πάνε όπου τους πάει το κύμα και ο τυφλός καπετάνιος. Μια και δυο, έκρυψαν τα «ευ» τους, τα εύσημά τους και τα ρόδα, πήραν την φάτσα δύστυχων πριν τους ευτυχήσουν, και πήγαν να περιμένουν το καράβι του Νώε σε μια βραχονησίδα που η καρδιά της είναι τραυματισμένη από ένα κοντάρι σημαίας χωρίς την σημαία.
Έκατσαν στο βράχο σαν γλάροι και περίμεναν υπομονετικά. Περνούσαν οι ώρες. Τα ρόδα στο βαλιτσάκι είχαν ζαλίσει τα δυο γράμματα με το άρωμά τους, το ίδιο και ο ήλιος που τα χτύπαγε κατακούτελα. Μια παλιά ξεχαρβαλωμένη δασεία πάνω από το Ύψιλον πόση σκιά να προσφέρει; Παρά την θερμοπληξία τους, το ένα γράμμα κοίταζε το άλλο όπως οι παράνομοι εραστές που πάνε να κάνουν αταξία. Ίδια με γραμματάκια σχολιαρόπαιδα που ετοιμάζονται για την πρώτη τους φορά. Το Έψιλον που προηγείται στην αλφαβήτα και θεωρεί τον εαυτό του πιο σπουδαίο, αγριοκοίταξε το Ύψιλον που ήταν έτοιμο να κρυφτεί στην λέξη του ύπνου.
«Ξύπνα, Ύψιλον!», του είπε δυνατά.
Πέρασαν έτσι άπραγα κι άλλες πολλές ώρες. Το Έψιλον κοίταξε το ρολόι του και συνοφρυώθηκε. Το Ύψιλον χασμουρήθηκε. Κόντευε να το πάρει ο ύπνος.
«Να το!» φώναξε το Έψιλον ταράζοντας το διπλανό του γράμμα. Σηκώθηκαν όρθια κι άρχισαν να χειρονομούν προς το πλοίο, να τους δει ο τυφλός καπετάνιος. Εκείνος τους άκουσε και σταμάτησε. Στο δρόμο της θάλασσας έμεινε για λίγο το πλοίο του ακυβέρνητο. Τα δυο τους, άρπαξαν γρήγορα τα βαλιτσάκια τους κι επιβιβάστηκαν στην παμπάλαια ξύλινη κιβωτό που βγήκε εκ νέου στα πέλαγα. Τα οδήγησαν στο αμπάρι με τους φυλακισμένους Έλληνες. Υποχώρησε κι άνοιξε μπροστά τους η μεταλλική χοντρή πόρτα του αμπαριού που είχε χοντρύνει κι άλλο από τα πολλά στρώματα λαδομπογιάς.
Μέσα, τα υποδέχτηκε η μυρωδιά από πεθαμένα όνειρα. (Το ανθρώπινο δάκρυ είναι άοσμο.) Το Έψιλον και το Ύψιλον κόλλησαν το ένα δίπλα στο άλλο και σαστισμένα κοίταξαν γύρω τους στο αμπάρι την πολλή δουλειά που τα περίμενε.
«Πώς έγινε έτσι ο κόσμος;», ρώτησε ψιθυρίζοντας το Ύψιλον.
«¶μα ο καπετάνιος είναι τυφλός και οι μούτσοι ξένοι, τι περιμένεις!» σχολίασε μέσα από το δόντια του το Έψιλον.
Τσαλαβουτώντας στα δάκρυα των ανθρώπων, που άχνιζαν, τόσο φρέσκα, τα δύο γράμματα της αρχαίας αλφαβήτου άρχισαν να διασχίζουν τις πυκνές γραμμές των σημερινών Ελλήνων.
Χέρια τεντωμένα ζητούσαν ελεημοσύνη ένα ρόδο.
«Πρέπει οπωσδήποτε να μείνουμε μαζί. Κοίτα μη χαθείς!» προειδοποίησε το Έψιλον. «Μόνο εμείς μπορούμε να φέρουμε σε αυτούς τους ανθρώπους την ευτυχία, την ευδαιμονία και την ευφορία που χρειάζονται.»
«Και την ευζωία!», θύμισε το Ύψιλον.
«Πού την θυμήθηκες! Εδώ κόντεψα να την ξεχάσω εγώ!» απάντησε το Έψιλον που πάντα έπρεπε να έχει τον τελευταίο λόγο στην κουβέντα τους.
Διέσχιζαν το αμπάρι με δυσκολία, όμοια με τους ροκ σταρς που εμποδίζονται από τους θαυμαστές τους μετά από συναυλία, και σκορπούσαν ρόδα. ¶νθιζε ένα χαμόγελο όπου έπεφτε ένα ροδοπέταλο. Τα πρόσωπα των ανθρώπων φωτίζονταν από χαρά. Η ευφορία ακολουθούσε τα δυο γράμματα σαν φως από προβολέα.
Με αυτά που είδαν στο αμπάρι, το Έψιλον και το Ύψιλον θύμωσαν που ανήκαν στο ίδιο αλφάβητο μαζί με τα γράμματα που δημιουργούν τις λέξεις κρίση, πρόβλημα, δουλειά, χρήματα, ανάγκη. Το προτιμούσαν, συνειδητοποίησαν, που βρίσκονταν ανάμεσα στον κόσμο και μοίραζαν τους καρπούς του ευ τους. Αυτή τη μέρα, στο αμπάρι του Νώε, τα παμπάλαια γράμματα μπήκαν σε άλλη εποχή. Μέχρι να φτάσουν ως την άλλη άκρη του καραβιού, είχαν αλλάξει. Στη διαδρομή, κάπου εκεί μέσα, έχασαν είκοσι δύο γράμματα και το άσπρο λινό γάντι τους. Ήρθαν πάλι κοντά στους ανθρώπους...
Νοέλ Μπάξερ
Μια μετανάστρια απ' τις Κυκλάδες...
Η φίλη μου μιλάει με ενθουσιασμό γι' αυτήν. Είναι η καινούργια φίλη της, το παιδί που δεν έχει και ίσως θα ήθελε, ο νέος σκοπός της ζωής της, κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο. Την ακούω, όπως θα άκουγα μια νέα μαμά να μιλάει για το μωρό της, με σχετική προσοχή αφού τα ίδια λέμε όλες.
Κάθομαι λοιπόν φρόνιμα και παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον πόσο όμορφα διαλύεται η κουταλιά μέλι στο καυτό τσάι μου. Θαυμάζω με τι αρχοντική άνεση, .πόσο γλυκά γίνεται αυτό κι απορώ επειδή συμβαίνει χωρίς την ανθρώπινη μεσολάβησή μου. Στον αιώνα μου έχουμε μάθει τίποτα να μην γίνεται χωρίς τον άνθρωπο, κι εγώ απλώς κρατάω το κουτάλι στον αέρα και κοιτάω ένα μέλι να ενώνεται με ένα τσάι. Η ανθρώπινη επέμβαση δεν αργεί. Σκέφτομαι πως αυτό που βλέπω το χρειαζόμαστε: μια σταγόνα ευφορίας να λιώνει μέσα στη μερίδα της ημέρας μας. Μας λείπει αυτή η μελωμένη σταγόνα που θα κάνει την καθημερινότητά μας πιο γλυκιά, αφού η επιθυμία είναι όχι μόνο να επιζήσουμε από την Κρίση αλλά να επιζήσουμε με έστω λίγη χαρά.
Χαρούμενη η φίλη μου συνεχίζει να μου μιλάει για την μικρή της Κυκλαδίτισσα. Μικρή σε μέγεθος και πολύ μεγάλη σε ηλικία αφού πρόκειται για ένα κυκλαδικό ειδώλιο ξέμπαρκο που βρέθηκε θαμμένο σε ένα αρχείο κάποιας βιβλιοθήκης ιπποτών. Στεκόταν πάνω σε μια καλογραμμένη αράδα. Μου δείχνει η φίλη μου την παλάμη της για να μου πει πως είναι τόση δα, χωράει στο χέρι της. Αυτό που βλέπω εγώ είναι πως είναι τόσο μεγάλη όσο η γραμμή της ζωής της. Την ανακάλυψε στη βιβλιοθήκη, χαμένη σε ένα βιβλίο με διάφορα σκόρπια αρχαιολογικά ευρήματα. Περιφερόταν το ειδώλιο πολλά χρόνια αφού το βιβλίο είναι παμπάλαιο. Με το που την είδε η φίλη, ανέλαβε να την φροντίσει σαν να μαζεύει αδέσποτο. Την διάλεξε, μου είπε, γιατί την συγκίνησε. Όπως διάλεγε ο κόσμος Σερβόπουλα στον πόλεμο της Βοσνίας στο Κόσοβο. Από φωτογραφίες.
Ζητάω να τη δω και μου τη δείχνει στο κινητό σαν να μου δείχνει γκόμενα. «Δεν είναι κούκλα;» μου λέει.
Από την οθόνη του κινητού με βλέπει μια μικρούλικη γυναίκα καμωμένη από λευκό μάρμαρο, μια μετανάστρια του χρόνου από άγνωστη πατρίδα, αρπαγμένη βίαια από τον τόπο της, χωρίς μεταναστευτική πολιτική και τούτη. Το άγνωστο κυκλαδικό νησί της τραβάει την πορεία στο μέλλον του, χωρίς εκείνη, σαν να έχασε μία επιβάτισσα. Την περιφέρανε όπου θέλανε με το ζόρι, θα την έπιασαν πολλά ξένα χέρια, την ψαχούλεψαν, και στο τέλος κατέληξε στον σκοτεινό κόσμο ενός κλειστού χάρτινου κουτιού. Σε ένα κάστρο ιπποτών. Καθόλου ιπποτικά, στην αποθήκη του.
Την παρατηρώ εξονυχιστικά σαν σωματέμπορας. Με τα χέρια διπλωμένα στην κοιλιά της προστατεύει το φούσκωμα μιας εγκυμοσύνης ή πρόσφατης γέννας, προδίδοντας έτσι πως στο δράμα της υπάρχει κι ένα παιδί. Αυτή η άγνωστη μαρμάρινη γυναίκα, η αδέσποτη, η ανένταχτη στον κόσμο μου, που δεν έχει όνομα ούτε τόπο, που κανείς μάλλον δεν θα μάθει ποτέ από πού προέρχεται και πού ανήκει, με συνταράζει γιατί σαν το μέλι που ενώθηκε με το τσάι, έτσι κι αυτή ενώθηκε με σημερινές μετανάστριες που συναντώ στο δρόμο. Κάποιες από αυτές, ανακαλώ, έχουν παρόμοιο φούσκωμα, εγκυμοσύνης ή μητρότητας.
Η γυναικεία μορφή του μαρμάρινου ειδωλίου είναι μια μετανάστρια του χρόνου. Ο προϊστορικός τεχνίτης την έκανε μικρόσωμη. Κοντούλα λόγω κακής διατροφής ή επειδή της ροκάνισαν το μπόι οι αιώνες. Μπορεί, ακόμη, να έπεσε η καημένη σε τσιγκούνη τεχνίτη που υπολόγισε το μάρμαρο, ή ο τόπος όπου γεννήθηκε να έβγαζε μόνο μαρμαράκια. Την φρόντισε ο τεχνίτης της όμως. Με την στοργή Αφρικάνας μάνας, της χάραξε τα δαχτυλάκια στα πόδια, ένα-ένα με προσοχή, να είναι ίσια και περιποιημένα. Όμορφα. Μην ξέροντας, της έκανε τα πόδια τεντωμένα και κλειστά στην στάση του Σταυρωμένου. Οι μύτες των ποδιών τεντωμένες σαν να χορεύει. Η μία μύτη. Η άλλη έσπασε πάνω στον χορό. Χάθηκαν τα ωραία ακροδάχτυλα.
Προετοιμάζοντάς την για μια σκληρή ζωή, ο προνοητικός τεχνίτης της της έκανε το στέρνο αντρικό. Τριγωνικό και πλατύ όπως των προπονημένων κολυμβητών. Παρατηρώ τα στήθη της, δυο βουναλάκια, όμοια με αυτά από άμμο που φτιάχνουμε στις παραλίες. Η μορφή αυτή μού είναι γνώριμη κι όσο την κοιτάζω τόσο πιο γνωστή μου φαίνεται. Με τουρμπάνι ή χωρίς, με πολλά πλεγμένα κοτσιδάκια ή όχι, με μαλλί ξέξασπρο από το οξυζενέ, οι μετανάστριες χορεύουν στις μύτες στην στάση του Εσταυρωμένου χωρίς σταματημό σε έναν αέναο χορό του Χρόνου. Ξαπλωμένη ανάσκελα στη γη της, η μαρμάρινη μετανάστρια κοιτούσε τον ίδιο ήλιο. Η ίσια μύτη της θα έδειχνε την ώρα στο ηλιακό ρολόι που δεν άλλαξε από τότε, παραμένει ίδιο και χωρίς τικ-τακ δείχνει ότι ο χρόνος για κάποιες γυναίκες κυλάει στάσιμος. Πολλές γυναίκες έξω από την καφετέρια μας αυτή την στιγμή σφίγγουν τα χέρια πάνω από την φουσκωμένη τους κοιλίτσα παρακαλώντας μας κάτι σε μια γλώσσα που δεν κατανοούμε.
Όσο κι αν το προσπαθήσει η φίλη μου, είμαι βέβαιη πως το ειδώλιο της δεν θα μαρτυρήσει την καταγωγή του. Χωρίς συντρόφους να μιλήσουν γι' αυτήν, άλλα ειδώλια, και δίχως προσωπικά αντικείμενα να προδώσουν τις συνήθειές της, αφού δεν αναφέρονται κτερίσματα που ανακαλύφθηκαν παρέα, θα κρατήσει την ιστορία της μυστική από εμάς. Το ξέρω αυτό από τις μετανάστριες της εποχής μου. Κόντρα στην ιστορική έρευνα, μου φαίνεται πολύ αξιοπρεπές η ξέμπαρκη γυναίκα στο υπόγειο των ιπποτών να κρατήσει την ιστορία της για τον εαυτό της. Είναι αστεία η απαίτησή μας να γνωρίσουμε σε αυτή τη γυναίκα και άλλο περιεχόμενο. Κι ας είμαι άνθρωπος που θέλω να ανακατεύω το μέλι μου, δίνω το δικαίωμα στο ειδώλιο και την αλήθεια να παίξουν μαζί μου κρυφτούλι. Δεν θα τις βρω. Ας είναι ένας μοναχικός περιπατητής της Ιστορίας. Ακόμη ένας. Ευτυχώς τούτη από μάρμαρο, από υλικό που αντέχει. Μας χωρίζουν με την μαρμάρινη κυρία χιλιάδες χρόνια κι αυτό μου αρέσει. Τεντώνεται ο χρόνος της στιγμής μου και μεγαλώνει.
Η φίλη μού παίρνει το κινητό από τα χέρια κι ακουμπάει την Κυκλαδίτισσα πάνω στο τραπέζι δίπλα στον λογαριασμό. Η μύτη της μετανάστριας μου απ' τις Κυκλάδες σημαδεύει την ψευδοροφή μας. Η διαπίστωση αυτή μού δίνει τη σταγόνα ευφορίας που χρειάζομαι για σήμερα...
Νοέλ Μπάξερ
| |
 |
Νέο μεταναστευτικό κύμα στη χώρα του Κρόνου...
Είμαι μαθημένη να με εγκαταλείπουν. Αυτό λέω στον εαυτό μου προσπαθώντας να με πείσω. Όμως δεν πείθομαι γιατί, αντίθετα, έχω μάθει πως ποτέ δεν το μαθαίνεις αυτό. Δεν συνηθίζεται η εγκατάλειψη, ο αποχωρισμός με το ζόρι.
«Είμαι μαθημένη να με εγκαταλείπουν τα παιδιά μου», λέω και ξαναλέω κι όσο να 'ναι ανακουφίζομαι κομματάκι αφού υποτίθεται πως είμαι μαθημένη.
Είναι σούρουπο, κάθομαι ως χώρα στην ακροθαλασσιά, στα παράλια της ηπείρου που κατοικώ, στηρίζω την πλάτη μου στα ψηλά βουνά μου, στον Όλυμπο, τον Σμόλικα, τον Γράμμο, και χάνομαι στις σκέψεις μου αφηρημένα τακτοποιώντας τα νησιά μου. Όμορφα-όμορφα τα βάζω σαν μπιμπελό, σαν μπουμπουνιέρες από παλιές βαφτίσεις, πάνω σε ένα γαλάζιο ύφασμα που κυματίζει σαν την σημαία μου και περιμένει τις νύχτες με φεγγάρι για να ασημίσει και να πάρει αξία. Μεγαλύτερη αξία, και με βοηθήσει έτσι στα άθλια οικονομικά μου. Μήπως με σώσει σαν χώρα. Μειδιώ γιατί είμαι χαρούμενη χώρα όπως ταιριάζει σε μια ηλιόλουστη. Λίγο παραπάνω έξω καρδιά από αυτό που θα άρεσε στις χώρες που νυχτώνει νωρίς, αλλά δεν με νοιάζει. Σκοτίστηκα. Αυτό τους λέω και τώρα, στα δύσκολα, και χαίρονται, το παρεξηγούν πως μοιάζουμε, νομίζουν πως αναφέρομαι στο σκοτάδι τους. Σκοτίστηκα! Το ότι χάνω τα παιδιά μου με νοιάζει εμένα. Ότι, φουρνιές-φουρνιές σαν γέννες, μου τα παίρνουνε χώρες αβάπτιστες σε κολυμπήθρες χάλκινες. Ξένες, ανότιστες από το θαλασσινό αλάτι, που δεν δοκίμασαν το μελτεμάκι μου, τις θεϊκές μυρωδιές του θυμαριού και της άγριας ρίγανης. Χώρες δίχως μαγεία αφού δεν μαγεύτηκαν από τον δικό μου ήλιο που δύει, δύει, δύει, ώσπου κατρακυλώντας από τη μύτη ενός νησιού μου πέφτει μέσα στο νερό της θάλασσας στο σημείο εκείνο που το πρωί πλατσουρίζοντας ζύμωσαν κι άνοιξαν παιδάκια. Στο ακριβές σημείο που σημειώθηκε από τους αιώνες και έψαξαν σπιθαμή προς σπιθαμή, ελέγχοντας και προετοιμάζοντας τη βούτα του ήλιου, γοργονίτσες με βατραχοπέδιλα και μάσκα. Και αυτές παιδιά μου.
¶ραγε θα τις χάσω κι αυτές σαν μεγαλώσουν;
Ο Κρόνος που κατάπινε τα παιδιά του για να μην τον διαδεχθεί κανένα λένε πως παλιά κατοίκησε κι αυτός εδώ, στα μέρη μου, πιθανώς στο ίδιο σπιτάκι που κληρονόμησα ρημαγμένο από πολέμους, Τουρκοκρατίες, διωγμούς, πολιτικές ταραχές (ταραχές, αναταραχές και διαταραχές. Από όλων των ειδών). Ίσως εκείνος, λέω, με την ισχυρογνωμοσύνη του γέροντα, να άφησε στον τόπο τον καμένο από τον ήλιο, τον γλυκό μου ξερότοπο, ευχή και κατάρα, αποκοτιά κι εθνική κακία, κάποιος να τρώει τα παιδιά μου. Δεν θέλει να βασιλέψει κανένα παιδί μου.
Αναστενάζω και τακτοποιώ καλύτερα την Χίο που γύρισε κατά λάθος και κοιτάει προς την Τουρκία. Την έφερα πάλι μπροστά, να κοιτάει εμένα. Μυρωδιά μαστίχας μού φέρνει ο αέρας. Χαμογελώ. Πάω στο επόμενο νησί, το πιο κάτω. Το φτάνω. Έχει ακόμα σημάδια από την προσφυγιά της Μικρασίας. Το χέρι μου πληγώνει ένα παλιό καρφί που ξέμεινε πίσω από ένα ξύλινο πορτάκι. Κι ας σήκωσε το βάρος ανθρώπων που κουβαλούσανε μια χαμένη πατρίδα, είναι γερό. Έχει ακόμη τη δύναμη να πονάει. Γλείφω το χέρι μου, δεν θέλω άλλο αίμα.
Κι εκείνα τα παιδιά μου της Μικρασίας και του Πόντου δεν κράτησα, σκέφτομαι. Κι ας με έλεγαν μητέρα πατρίδα. Μου έφυγαν τότε πολλά από την τρύπα της Μακεδονίας. Βαγόνια φίσκα άντρες γερούς. Νοτιότερα, ολόκληρα αμπάρια πλοίων γεμάτα όμορφα κορίτσια, έτοιμες νύφες. Δεν μπόρεσα να τους κρατήσω στο νέο τόπο τους. Δεν ήμουν καλή μητέρα πατρίδα. Ζητώ συγνώμη που υπήρξα μία μάνα που δεν χώρεσε όλα τα παιδιά της. Τόσα χρόνια πληρώνω το τίμημα.
Ψάχνω στο μεγάλο νησί μου την Κρήτη, πάνω στην Ίδη και στη Δίκτη, για την σπηλιά όπου γεννήθηκε ο Δίας, να κρύψω κι εγώ κανα παιδί μου. Με το δάχτυλο ψηλαφώ τα βουνά γυρεύοντας το άνοιγμα της σπηλιάς. Έστω μια βολική σχισμή στο έδαφος να χώσω μερικά παιδιά μου. Γιατί και τώρα πάλι. Ξανά χάνω παιδιά μου. Πίσω από την πλάτη μου ακούω τις ετοιμασίες που γίνονται. Μεγάλες φούριες. Μια νέα γενιά παιδιών μου, μοσχαναθρεμμένα τούτα και καλοσπουδαγμένα, φτιάχνουν βαλίτσες. Θα μου τα καταπιεί ο Κρόνος όπως τα άλλα μου;
Γέρνω το κεφάλι, στο πλάι, να περάσει η ματιά μου ελεύθερη σαν κλωστή μέσα από το μάτι της βελόνας ανάμεσα από νησιά και νησούδια και να φτάσει στο σημείο του ορίζοντα που γράφουν οι χάρτες με κεφαλαίο γράμμα, στο Νότο. Ή στην Ανατολή. Ή στο Βορά. Ψάχνω να ξεφύγω από τα νέα βάσανα με κάτι κεφαλαίο. Καβαλώντας τα κύματα αποφεύγω το μεταναστευτικό κύμα. Με αυτό τον τρόπο μπορώ και δεν βλέπω τον πατέρα που βάζει στον φάκελο με το εισιτήριο του γιού του τα τελευταία χαρτονομίσματα των οικονομιών μιας ζωής, ούτε τη μητέρα βλέπω που καθαρογράφει στην κουζίνα την συνταγή για τα γεμιστά της μαμάς. Δεν μυρίζει το ίδιο ο μαϊντανός χωρίς ήλιο. Χαμηλώνω το κεφάλι. Δεν μπορώ να τους βλέπω. Δεν μπορώ να ξαναδώ. «Είσαι μαθημένη να σε εγκαταλείπουν τα παιδιά σου», μιλάω μόνη μου και, με πείσμα, ίσως και λίγο θυμωμένα, εξακολουθώ να τακτοποιώ τα νησιά μου. Δεν θέλω να ξέρω πώς μυρίζουν τα γεμιστά με μαϊντανό που δεν έχει ποτίσει ο δικός μου ήλιος.
Ψάχνω στη θάλασσα, που θέλει να με σώσει, ένα βραχονήσι, το γυμνό λιθάρι των γλάρων για να το προσφέρω στον Κρόνο να το καταπιεί, να τον ξεγελάσω όπως έκανε η Ρέα. Να γλυτώσω τους Δίες μου.
Θέλω να μην χάσω και τούτα τα παιδιά μου.
Νοέλ Μπάξερ
| |
 |
Στον κύβο...
Αλλάζω στάση για να βολευτώ καλύτερα. Τώρα φέρνω τα γόνατα κολλητά στο πηγούνι. Λίγο να τεντώσω τα χείλη μου και θα τους δώσω φιλάκι. Τα χέρια όμως τα αφήνω ελεύθερα, να τα κουνώ όπως θέλω. Μ' αρέσει που ακόμη κρατώ λίγη ελευθερία. Μετακινώ τα χέρια μου άσκοπα για να τη γευτώ χορταστικά. Φτάνω στην ταχύτητα του ξέφρενου μα δεν χορταίνεται η ελευθερία. Καταπονημένη από τόση ελευθερία, σταματώ να ξεκουραστώ. Ας μείνω και λίγο ήσυχη.
Από τον διάφανο πλεξιγκλάς κύβο όπου έχω μπει οικειοθελώς κι έχω κλειστεί, από αξιοπρέπεια, κοιτώ τι γίνεται έξω. Τον έξω κόσμο. Αυτοί είναι η βιτρίνα κι εγώ ο κόσμος όλος. ¶νθρωποι περπατούν, χειρονομούν έντονα, φτύνουν το πεζοδρόμιο, φιλιούνται, ψάχνουν τα κλειδιά τους, παίζουν με το κινητό τους, κουβαλάνε σακούλες γυαλιστερές. Ζούνε, ανακοινώνω στον εαυτό μου αδιάφορα. Δεν νιώθω ιδιαίτερη προσμονή για αυτό που με ξαναπεριμένει σαν βγω από το κουτί μου. Στριμωγμένη στον στενό κυβάκο μου, δεμένη σαν φιόγκος, δεν έχω μετακινηθεί χιλιοστό από την απόφασή μου να δοκιμάσω το έσχατο, να αφήσω τον κόσμο να κινείται χωρίς την παρουσία της συνείδησής μου, σπρωγμένη στην απόφαση αυτή από μια στραβιά πραγματικότητα σαν στραβωμένος σωλήνας που συνεχίζει να λυγίζει επικίνδυνα έτοιμος να σπάσει. Μου είναι φανερό πια πως από μόνη μου δεν έχω τη δύναμη να τον συγκρατήσω. Όσο κι αν είμαι πισθάγκωνα δεμένη εδώ μέσα, συνάμα το διασκεδάζω περίεργη να δω ο κόσμος πού θα πάει, ως πού θα το τραβήξει.
Ένα ανακουφιστικό ροζ συννεφάκι είναι το κουτί μου. Μια φιλόξενη μήτρα από την οποία δεν βλέπω τον λόγο να βιαστώ να βγω. Εδώ μέσα επικρατεί ηρεμία, ησυχία και η ζεστασιά της ανάσας μου. Ακούω τους εξωτερικούς ήχους από απόσταση. Ακόμη και οι δυνατές φωνές γίνανε μουρμουρητό. Μόνο οι σπάνιες κραυγές φτάνουν ως εμένα, κι από αυτές όχι τόσο ο ήχος όσο το πάθος, τις στέλνει ως εδώ η δύναμη της εκπνοής. Φωνές δεν ακούω αλλά παραδόξως ακούω τους αναστεναγμούς γιατί τους βλέπω. Βλέπω το στήθος των ανθρώπων να φουσκώνει και ύστερα απότομα να αδειάζει. Με την παρατήρηση έχω μάθει να τα ξεχωρίζω αυτά, άλλο είναι το φούσκωμα και ξεφούσκωμα της ανάσας.
Ξαναλλάζω στάση. Έτσι κοιτώ τον ουρανό. Βλέπω την κοιλιά ενός γλάρου που πετάει από πάνω μου γυρεύοντας την θάλασσα. Δεν βλέπω το κεφάλι του. Καλύτερα, για να μη δω την αγωνία του πουλιού. Αντί αυτής βλέπω μια κομμένη εικόνα από το παρελθόν μου, ένα κίτρινο πούπουλο από το καναρίνι που είχα όταν ήμουν παιδί. Το φτεράκι ακουμπισμένο στην παλάμη μου. Μέσα στον κύβο μου ένιωσα ξανά το βάρος του τίποτα. Μέχρι να ζυγίσω το τίποτα, ο γλάρος πέταξε παρακάτω. ¶δειασε ο ουρανός. Κοιτώ το σκέτο γαλάζιο. Την ουράνια θάλασσα. Χώνω το βλέμμα μου για να φτάσω στο βάθος του. Αν έχει ένα όριο ο ουρανός, θα το ανακαλύψω. Ενδόμυχα προτιμώ να μην έχει. Κάτι στον κόσμο μου ας είναι απεριόριστο. Στη λέξη τέλος επιθυμώ να βάλω μπροστά το στερητικό άλφα. Θα περιμένω. Να μην βιάζομαι, συμβουλεύω τον εαυτό μου.
Βυθισμένη στον ουρανό δεν άκουσα βήματα (που έτσι κι αλλιώς δεν τα ακούω στον κύβο της ησυχίας μου) και ταράχτηκα. Θα αναπηδούσα αν είχα χώρο να αναπηδήσω. Κάποιος βρήκε τον κύβο μου να στρογγυλοκαθίσει σαν να κάθεται σε πεζούλι. Ο ουρανός έγινε μπλουτζίν με ραφές και δυο κωλότσεπες. Μετράω τα γαζιά για να περάσει η ώρα και να ξεκουμπιστεί το μπλουτζίν από τον ουρανό μου. Δεν ξέρω αν ακούστηκε εκεί έξω η εσωτερική φωνή μου, πάντως απότομα σηκώνεται και φεύγει. Δεν έχει αφήσει πίσω του τίποτα, διαπιστώνω με χαρά. Ούτε αποτύπωμα ούτε στάμπα ούτε βαθούλωμα. Μόνο λίγη θερμότητα που δεν θα κρατήσει πολύ. Και αυτός τελικά ο άντρας πέρασε από πάνω μου απαρατήρητος.
Ο ουρανός ξαναέγινε μπλε ουρανί. Μέσα στον κύβο μου χαμογελώ. Πλημμύρισα χαρά.
Θα έρθει αναπόφευκτα η ώρα που θα πρέπει να γεννηθώ γιατί θα είναι η ώρα να ζήσω. Για πόσο ακόμη θα μείνω κλεισμένη σε ένα κουτάκι! Το καθυστερώ αλλά κάποια στιγμή θα πρέπει να βγω. Θέλω να απομακρύνω αυτή την σκέψη αλλά αδυνατώ, μέσα στο κουτί οι σκέψεις μου ζουν μαζί μου.
Ο κύβος σιγά-σιγά γεμίζει με τις σκέψεις μου σαν δεξαμενή που γεμίζει με νερό. Με το δάχτυλο μετράω κάθε λίγο και λιγάκι πόσο ανεβαίνει η στάθμη. Σκέψη έρχεται και στρώνεται πάνω στην σκέψη σαν κλινοσκεπάσματα. Μία σκέψη και μετά άλλη μία. Ανεβαίνει η στάθμη. Φοβάμαι πως στο τέλος θα πνιγώ. Πρέπει να κάνω όνειρα, συμβουλεύω τον εαυτό μου. Θα σωθώ αν κρατηθώ από το σωσίβιο ενός γερού ονείρου, κι ας είναι φουσκωμένο με λόγια από τα λόγια του αέρα. Τα όνειρα δεν είναι τεχνάσματα του μυαλού όπως οι σκέψεις. Έχουν ελευθερία που δυστυχώς για την βολή μου δεν ταιριάζει στον περιορισμένο χώρο ενός κουτιού. Θα μπορέσω να ονειρευτώ κλεισμένη στον κύβο μου; Θα το ανακαλύψω σύντομα.
Ένα όνειρο χρειάζομαι. Ένα καλό όνειρο. Το παραγγέλνω σαν να είναι πίτσα: θέλω να έχει υλικά πολλών θερμίδων και, φυσικά, από πάνω να βάλουν μπόλικη προοπτική γιατί θέλω να πραγματοποιηθεί. Ζητώ επίμονα να έχει γλυκύτητα. Τρελαίνομαι για τα γλυκά όνειρα.
Δεν θα βγω αν δεν βρω πρώτα ένα όνειρο, πεισμώνω. Από μένα θα προέλθει κι αυτό. Πού αλλού θα το βρω μέσα στο κουτί; Σκέψου το γρήγορα αν θες να βγεις, λέω φωναχτά στον μόνο άνθρωπο που έχω, εμένα, γιατί κακομοίρα μου σε λίγο θα αρχίσει να νυχτώνει εκεί έξω και το μόνο που θα βλέπεις θα είναι μια μαυρίλα.
Η μαυρίλα δεν μου αρέσει. Με αγωνία σηκώνω ξανά το βλέμμα ψάχνοντας τον ανοικτό ουρανό μου. Εκεί που ήταν το μπλουτζίν βρίσκω μια γούνα. Λες κι είναι καπό αυτοκινήτου που θερμάνθηκε από την αναμμένη μηχανή, βρήκε στο κουτί μου ζεστασιά μια γάτα και κάθισε. Απλώνει την ουρά της πάνω στον κύβο μου κι αρχίζει να την πλένει. Παρακολουθώ μαγνητισμένη την κίνησή της, πόσο πάει κι έρχεται νωχελικά η γλώσσα της. Ριγώ μέσα στο καβούκι μου. Επιζήτησα να μην φέρω μέσα συναισθήματα, ειδικά όσα προκαλεί η αφή, δεν θέλω χάδια γιατί δεν τα έχω, και ξάφνου μια γάτα που πλένεται συνταράσσει τον κόσμο της ασφάλειας μου, σπάει την απομόνωσή μου σαν κέλυφος αυγού και γκρεμίζει τον κόσμο μου, τα ελάχιστα εκατοστά μου, εκεί στο πολύ λίγο που ζω χωμένη. Τακ-τακ τής χτυπώ το διαφανές πλεξιγκλάς από μέσα. Η γάτα αφήνει για λίγο την ουρά της και με κοιτά. Με το νύχι ξύνει το κουτί. Μη! κραυγάζω. Ο ουρανός μου μετά θα έχει ρωγμές! Την εκλιπαρώ να σταματήσει! Με κοιτάει με σχιστά μάτια και την κοιτώ κι εγώ με σχιστά μάτια. Μελετιόμαστε σαν αντίπαλοι. Είμαι ένα μεγάλο ποντίκι πιασμένη στην φάκα; διαβάζω στα μάτια της πως αναρωτιέται. Καταλήγει πως είμαι αδιάφορο πλάσμα. Βαθιά ανάσα από ανακούφιση. Καταχάρηκα που είμαι ένα αδιάφορο πλάσμα. Επιστρέφει στην ουρά και τη μπουγάδα της. Πλέον την παρατηρώ ήρεμη. Νανουρίζομαι. Μην κοιμηθείς! Κρατήσου ξύπνια! Μόνο με μάτια ανοιχτά είναι και το μυαλό ανοιχτό, μαλώνω τον εαυτό μου. Περιμένεις, καλή μου, ένα όνειρο να έρθει, περιμένεις επισκέψεις. Τον χρυσό μουσαφίρη. Έναν καλό γαμπρό. Τέτοια μελιστάλαχτα λέω για να με πείσω. Η παλιογάτα τυλίγεται κουβάρι πάνω στον κύβο μου και ρίχνει έναν ύπνο. Μένω να παρακολουθώ τον ύπνο της. Τα όνειρα μιας γάτας.
Νοέλ Μπάξερ
Παράλληλα βήματα...
Κανένας Γερμανός δεν είχε ρωτήσει τη γιαγιά μου το '41 αν ήθελε να μεγαλώσει παιδιά της Κατοχής. Έτσι και τώρα, κανένας Γερμανός, ούτε άλλος, με ρωτάει εμένα αν θέλω να μεγαλώνω ένα παιδί της Κρίσης. Αυτό σκεφτόμουν βλέποντας στην τηλεόραση, στις ειδήσεις, την ¶νγκελα Μέρκελ να βαδίζει στο κόκκινο, κι όχι μπλε θαλασσί, χαλί της Ελλάδας.
Η καλεσμένη μας περπατούσε στο χαλί μας αργά, επίσημα, και μου έδωσε τον χρόνο να σκεφθώ τη γιαγιά μου κι εμένα. Με εκείνη τη γυναίκα που θυμάμαι το πρόσωπό της σαν μια σκιά, κι αυτή αμυδρή, να τρεμοσβήνει στο λυχνάρι της λήθης, βρεθήκαμε ξάφνου να καθόμαστε δίπλα-δίπλα στον καναπέ και να βλέπουμε μαζί μιαν άγνωστή μας Γερμανίδα να βαδίζει αγέρωχα προς την ζωή μας. Κι ας αγνοώ το πρόσωπο της γιαγιάς μου, μου έμελλε να γνωρίσω τα συναισθήματά της τότε που στην ηλικία μου τάιζε παιδιά με σχεδόν τίποτε κι έντυνε τα κορίτσια της χρησιμοποιώντας το ύφασμα από τις λουλουδάτες κουρτίνες της.
Ακόμη ένα βήμα της Μέρκελ και πάω ακόμη πιο βαθιά, στα ενδότερα της γιαγιάς μου, φεύγοντας από τα υλικά ανύπαρκτα αγαθά της και πηγαίνοντας στις νύχτες της. Κάθομαι δίπλα της στο κρεβάτι και ψιθυριστά, για να μην ξυπνήσουμε το σπίτι, μιλάμε σαν έφηβα κοριτσόπουλα που συνωμοτούν με έρωτες, μόνο που εμείς μιλάμε για αγάπη. Για άλλους πόθους. Τον πόθο να μην στερήσεις από όσους αγαπάς τα απαραίτητα και ίσως, γιατί όχι;, και κάτι ακόμα.
¶λλο ένα βήμα και βρίσκομαι καθισμένη στο μπράτσο της αγαπημένης πολυθρόνας της γιαγιάς μου που την έσυρε κοντά στο παράθυρο για να προλάβει κι άλλο λίγο ήλιο. Πριν δύσει και κρυώσει.
Από τον κόκκινο δίσκο του ήλιου, κόκκινο σαν το χαλί που πατάει η Γερμανίδα Καγκελάριος, παίρνω με δυσκολία το βλέμμα μου κι επιστρέφω στην οθόνη της τηλεόρασης για να δω τις χειραψίες. Με εμποδίζουν να δω καθαρά οι πάμπολλες ασπρόμαυρες εικόνες από κατοχικά ξυλιασμένα χέρια και χεράκια που τρίβονται το ένα με το άλλο για να ζεσταθούν. «Μην ξεχάσεις να βάλεις τα χέρια της κόρης σου άμα παγώσουν κάτω από την μασχάλη σου», μου λέει το μυαλό μου και του λέω σουτ για να ακούσω πώς αντηχούν στην ησυχία τα «βιλκόμεν» του δικού μας Πρωθυπουργού και του μισού υπουργικού μας συμβουλίου.
«Τίποτε δεν ξεχνώ», καθησυχάζω το μυαλό μου.
Η γιαγιά μου το ακούει και χαμογελάει από την πολυθρόνα της. Γυρισμένη ακόμη προς το παράθυρο, ψάχνει με το πρόσωπό της την τελευταία ακτίνα της μέρας. Βρίσκω την ακτίνα πρώτη, απλώνω το χέρι και την κρατώ να μην φύγει. Έρχομαι από μια άλλη εποχή και από μια γενιά που όλα της επιτρέπονταν. «Η ακτίνα σου, γιαγιά», της λέω τρυφερά χωρίς να καώ. Την παραλαμβάνει από το χέρι μου και την τυλίγει σαν μαλλί για πλέξιμο, από συνήθεια. Θα πλέξει με την ακτίνα του ήλιου κάλτσες και φανέλες του στρατιώτη. Έτσι λογαριάζει.
Τώρα φεύγουνε μαζί. Οι δύο Πρωθυπουργοί. Πού θα πάνε; Με πιάνει ταραχή. Σηκώνομαι και κλειδώνω την πόρτα του σπιτιού μου. Ξέρω όμως πως δεν θα μπορέσω να κρατήσω απέξω την Κρίση. Σαν τον καπνό της φωτιάς θα βρει τρόπο να εισβάλει. Αναστενάζω. Σέρνω μια καρέκλα της τραπεζαρίας και κάθομαι κοιτώντας την εξώπορτα. Περιμένω το αναπόφευκτο. Φαίνομαι στωική αλλά στην πραγματικότητα δείχνω την ευγένεια του ηττημένου. Βιλκόμεν, θα πω κι εγώ.
Ερήμην μας συμβαίνει, γιαγιά.
Κοιτάω ένα άδειο κόκκινο χαλί στην οθόνη της τηλεόρασης.
Μια άδεια γενιά μού ζητείται να αναθρέψω. ¶δεια από προοπτικές, άδεια από καλά προσόντα και με αδειασμένες τσέπες.
Χωρίς να με ρωτάει κανείς αν θέλω, γίνομαι μάνα μιας γενιάς που θα στερηθεί και θα τραυματιστεί. Ενώ η γιαγιά μου στην Κατοχή είχε την λάθος εντύπωση πως είναι κάτι περαστικό και δεν θα αφήσει μόνιμα σημάδια πάνω στο παιδί όπως η βαριά ανεμοβλογιά, εγώ δεν έχω την πολυτέλεια να αγνοώ. Από τις διηγήσεις της μητέρας μου γνωρίζω πώς είδαν τα παιδικά μάτια την Κατοχή. Τρέμω τι βλέπουν τα μάτια της κόρης μου σήμερα. Πιο πολύ από τις εικόνες φοβάμαι τα συναισθήματα, αφού στο καλό σαλόνι της ψυχής συμβαίνουν τα δράματα.
«Ποιος παίζει μουσική;» με ρωτάει η γιαγιά μου με την ακτίνα του ήλιου κουβάρι στα πόδια της. Δεν αναγνωρίζει τον εθνικό της ύμνο και τον γερμανικό δεν θέλει να τον θυμάται. Χαμηλώνω τον ήχο στην τηλεόραση.
Εσύ, γιαγιά μου, νόμιζες πως ανέθρεφες τις κόρες σου με στερήσεις λόγω του πολέμου αλλά μετά τα πράγματα θα συνεχίζανε κανονικά, η προπολεμική ζωή θα ξαναρχόταν κουνιστή και λυγερή, εγώ δεν ξεγελιέμαι. Δεν ήσουν εδώ να την δεις αλλά η ζωή εξελίχθηκε αλλιώς. Μας μάζεψε όλους και μας έδειξε πως δεν μπορείς να πετάς από πάνω σου τους χρόνους και τις εμπειρίες που σε σένα δεν δείχνουν όμορφα σαν φουστάνι που το μπαινοβγάζεις. Φοράνε οι άνθρωποι κάθε χρόνο ένα ακόμη μεσοφόρι. Στα ειρηνικά χρόνια της ευημερίας που θα ακολουθήσουν Κατοχές και Κρίσεις μπορεί να μπούνε από πάνω χλιδάτες φορεσιές, αλλά το τρύπιο τρίχινο μεσοφόρι από κάτω θα τσιμπάει την σάρκα. Ίσως πάντα θα την πληγώνει.
Ίσως πάντα θα πληγώνει το παιδί μου όπως πάντα πλήγωνε τη μάνα μου.
Η γενιά της μητέρας μου βγήκε από την Κατοχή τραυματισμένη. Σε τέτοιο μεγάλο βαθμό που ούτε οι μετακατοχικές έγιαναν. Τις επιπτώσεις του τραύματος τις είδαμε και συνεχίζουμε να τις βλέπουμε, είναι η Σύγχρονή μας Ιστορία, τόσο σύγχρονη που είναι το ίδιο μας το σπίτι, η οικογενειακή ιστορία του κάθε ελληνικού σογιού. Η υστερία του πλούτου, η μανία τα παιδιά των παιδιών να μην στερηθούν όσα στερήθηκαν οι γονείς τους, η ανάγκη για βόλεμα και κούρνιασμα. Μια ανόρθωση των ιδανικών με ανύψωση του βιοτικού επιπέδου και ταυτόχρονα -πώς γίνεται;- ένα κοινωνικό ξεφτίλισμα.
Η γιαγιά μου στην Κατοχή όταν ακουμπούσε πάνω στο τραπέζι την πορσελάνινη πιατέλα με την μπομπότα και τα καλούδια του Δελτίου δεν τα ήξερε αυτά που γνωρίζω εγώ, η απόγονος. Η μεταγενέστερη γυναίκα. Δεν μπορώ να εμποδίσω την ζωή να κάνει κύκλους, δεν μπορώ να σταματήσω όσα συμβαίνουν πίσω από την εξώπορτά μου, για πόσο ακόμα, γιαγιά, θα ορίζω αυτά που συμβαίνουν στο μυαλό μου;
Το κόκκινο χαλί που πάτησε η Μέρκελ θα το έχουν μαζέψει τώρα, σκέφτομαι. Θα το έχουν κάνει ρολό όπως ανοίγουν μια κονσέρβα σαρδέλες. Πίσω από την εξώπορτα, κρατώντας τσίλιες για να μην μπει η Κρίση, σκέφτομαι αυτό και γελάω.
Νοέλ Μπάξερ
| |
 |
Ένα παιδί μετράει τ' άστρα...
Ένα παιδί βγήκε στο μπαλκόνι να μετρήσει τα άστρα. Μπούχτισε να βλέπει στην τηλεόραση κακές ειδήσεις και στο σπίτι του κατσουφιασμένα πρόσωπα. Κοιτάει ψηλά και παρατηρεί τον ουρανό. Τον βλέπει μονάχο και ερημίτη. Τον τελευταίο καιρό, από τότε που ξεκίνησε η Κρίση, ο νυχτερινός ουρανός έγινε ερημοσπίτης. Δίχως το στρόγγυλο φως της σελήνης. Χωρίς τα φωτάκια των αστερισμών. Το παιδί ψάχνει την Μεγάλη ¶ρκτο. «Τίποτα μεγάλο δεν υπάρχει πλέον σήμερα, αρκέσου στη Μικρή», του λέει μέσα του η φωνίτσα του φόβου του. Φρόνιμα, σαν καλό παιδί, ψάχνει για τη Μικρή ¶ρκτο. Έχει αρχίσει ήδη να μπαίνει στο ουράνιο στερέωμα της αγωνίας. Τρέμει μήπως, με όλα αυτά που συμβαίνουνε στην οικογένεια του, με το ένα και με το άλλο που χάσανε, το αυτοκίνητο της μαμάς, τα μαθήματα πιάνου, τις ωραίες ξύστρες, του χάθηκε και ο Πολικός Αστέρας. Το παιδί στο μπαλκόνι αγωνιά σαν χαμένος ναυτικός στη μέση της θάλασσας. Νυχτωμένη και κατράμι μαύρη κι αυτή.
Απόψε και τούτο το παιδί είναι ναυαγός. Κολυμπάει μέσα στην ανασφάλεια. Κάθε μέρα, η νύχτα βλέπει κι ένα άλλο παιδί να της έρχεται για να μετρήσει τ' άστρα, και γίνεται ακόμη πιο μαύρη. Έτσι κοκκινίζει η νύχτα όταν ντρέπεται. «Γύρνα πίσω, παιδάκι, στο φωτεινό σαλόνι σου», θέλει να του πει με τη βελούδινη φωνή της. «Στο γαλάζιο φως της τηλεόρασης τράβα γρήγορα, φοβισμένο νοικοκυρόπαιδο». Όμως από τότε που έχασε τα αστέρια της, είναι φυλακισμένη στην σιωπή. Οι νύχτες μιλούνε με τα άστρα, γράφουνε στον μαυροπίνακα του ουρανού με πεφταστέρια, και δεν της έχει μείνει αστέρι. Πλέει στο σκοτάδι. Η σελήνη δεν βοηθάει. Εδώ και μήνες έχει στρέψει το κεφάλι της από λύπη και φωτίζει την άλλη πλευρά, την σκοτεινή της. Ο κόσμος ήρθε τα πάνω κάτω.
Το παιδί επιστρέφει λυπημένο στο σαλόνι και κάθεται δίπλα στην οικογένεια του μπροστά στην αναμμένη τηλεόραση που συνεχίζει να δείχνει τις ειδήσεις. Ξαφνιασμένο αναπηδάει στη θέση του όταν βλέπει ότι η παρουσιάστρια φοράει ένα χρυσό αστέρι στο πέτο του ταγιέρ της. «Πού βρέθηκε εκεί το μοναδικό αστέρι του κόσμου;» σκέφτεται απορημένο. Η απορία του είναι μεγάλη και μικρή ταυτόχρονα όσο το μπόι του. Ένα μέτρο και κάτι εκατοστά απορία. Το αστέρι τού στέλνει μια αστραπιαία λάμψη. Σταλμένη από τον προβολέα του στούντιο ειδήσεων με αγάπη. Ένα κλείσιμο ματιού με μήνυμα. Είναι ολοφάνερα ένα συνωμοτικό σινιάλο κόντρα στην μαυρίλα των ειδήσεων. Το παιδί κρυφά χαμογελάει. Νιώθει προς στιγμή ευτυχισμένο. Καθησυχασμένο. Γυρίζει το βλέμμα του ένα γύρο στο σαλόνι, στους άλλους, αν το είδανε το σινιάλο και εκείνοι. Ο παλιός κόσμος που ήξερε μπορεί στα φανερά να έχασε την μαγεία του αλλά να που αυτή δεν χάθηκε παρά μόνο κρύφτηκε, βρήκε καταφύγιο σε πέτα και σε σακάκια κουμπωμένα σταυρωτά, σε κοριτσίστικα σκουλαρίκια και σε ζυμαρικά που μυρίζουν φρέσκο βούτυρο. Ο κόσμος έχει αστέρια, κι ας είναι ψεύτικα, κι ας είναι φτιαγμένα από χαρτί. Η ύλη τι σημασία έχει όταν ονειρεύεται ένα παιδί!
Πετάγεται όρθιο και τρέχει έξω στο μπαλκόνι να δει μήπως ήρθανε τα αστέρια πίσω στον ουρανό. Ο πατέρας στρέφει το κεφάλι του, βλέπει το παιδί του για πού το έβαλε και μετά επιστρέφει στην τηλεόραση. Η γάτα όμως με τα σχιστά μάτια συνεχίζει να παρατηρεί το παιδί. Καταλαβαίνει πως βγήκε στο μπαλκόνι για κυνήγι, δεν ξέρει τι πήγε να κυνηγήσει, πρέπει να μάθει, και ξεβολεύεται από το χαλί. Σούρνοντας την κοιλιά της στο παρκέ, μουλωχτά, να μην την καταλάβει το θήραμα αστέρι, βγαίνει στη βεράντα πίσω από το παιδί. Και οι δυο τώρα παρατηρούν τον ουρανό. «Βλέπεις εσύ τίποτα;» το παιδί την ρωτάει σιγανά. Η γάτα χασμουριέται. Βαριέται θανατηφόρα. Το κυνήγι δεν έχει ενδιαφέρον χωρίς τίποτα να κυνηγήσεις. «Ψάχνω αστέρια για να τα μετρήσω», εξηγεί ψιθυριστά το παιδί. Τίποτα δεν υπάρχει στον νυχτερινό ουρανό. Είναι ένας κενός ουρανός όμοιος με άδεια τσέπη. Ένας ουρανός σιωπηλός σαν άδειος κουμπαράς.
«Ξέρω πού έχει αστέρια. Πάμε!» λέει. Παίρνει την γάτα αγκαλιά κι επιστρέφουνε στον καναπέ. Το παιδί κοιτάει το χρυσό αστέρι της εκφωνήτριας και ζηλεύει. Το μετράει ξανά και ξανά. Πάλι και, ξανά, πάλι: «Ένα.» «Ένα.» «Ένα.» Ο νυχτερινός ουρανός αυτού του παιδιού έχει μονάχα ένα αστέρι.
«Τους κερατάδες!», του διακόπτει το μέτρημα ο πατέρας του. Θυμωμένος μετράει τα κομμένα επιδόματα και τα απλήρωτα γραμμάτια. Κάποτε, αναπολεί, μετρούσε δουλειές και, πιο πριν, γκόμενες. Σταματάει να φωνάζει, τρώει πασατέμπο και τον φτύνει δυνατά. Απολαμβάνει το φτύσιμο. Δίπλα του η μητέρα μηχανικά σιδερώνει στα γόνατά της ένα χαρτομάντιλο με την ανάποδη του χεριού της. Από μέσα της κι αυτή μετράει όπως το παιδί της. Μετράει πόσα λιγότερα αγοράζει στον μπακάλη. Κοντά στην στοίβα με τα ασιδέρωτα, βλέπει την στοίβα στενοχωρημένες μέρες. Αισθάνεται οργή. Δεν ξέρει πού να την στρέψει, το χαρτομάντιλο στα γόνατα ίσιωσε καλά, στριφογυρίζει η οργή της όπως το ζάρι στην χούφτα. Κάπου πρέπει να το ρίξει. «Αύριο πάλι θα φάτε φακές!», ανακοινώνει με κακία σε αυτούς που δεν της φταίνε. Ο πατέρας φτύνει ακόμη πιο δυνατά και στέλνει τον πασατέμπο στο πάτωμα. Υπολογίζει με το καινούργιο χαράτσι πόσο από το σπιτάκι του του παίρνουν. «Φτου, κερατάδες!» φωνάζει.
Η γάτα ξέρει πως τελειώνουν οι Ειδήσεις. Το «Φτου, κερατάδες» είναι λίγο πριν από τον Καιρό που λέει η κοπέλα με την κοντή φουστίτσα. Το παιδί το γνωρίζει κι αυτό. Το ξέρει πως σε λίγο θα χάσει το αστέρι. Το μοναδικό αστέρι. Στυλώνει το βλέμμα του στο σβησμένο πέτο περιμένοντας ένα νέο σινιάλο. Μιαν ευχή. Ελπίζει ότι το αστέρι δεν θα φύγει χωρίς να του πει καληνύχτα. «Κυρίες και κύριοι, ευχαριστούμε που μας παρακολουθήσατε» λέει η εκφωνήτρια, φανερά ανακουφισμένη που τελείωσε ένα ακόμη μαρτυρικό δελτίο ανακοινώσεων αντικοινωνικών μέτρων, και σκύβει ανεπαίσθητα προς τα μπρος. Το μοναδικό αστέρι υποκλίνεται.
Νοέλ Μπάξερ
| |
 |
Εγώ θέλω τον χρόνο να κάνει τικ-τακ...
Εγώ θέλω τον χρόνο να κάνει τικ-τακ. Να τρέχει σαν άνθρωπος! Ο αλαφροΐσκιωτος χρόνος που εννέα και κάτι δευτερόλεπτά του είναι αρκετά για να διανύσουν εκατό μέτρα οκτώ άντρες, δεν είναι ο χρόνος που ξέρω και αγαπώ. Δεν τον γνωρίζω τον κύριο! Μου είναι παντελώς άγνωστος. Στο αγώνισμα των 100 μέτρων ανδρών στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου είδα το παραμορφωμένο πρόσωπο του χρόνου. Τεντωμένος, έτοιμος να σκιστεί, ώστε σε κάτω από 10 δευτερόλεπτα να χωρέσει 100 μέτρα απόσταση.
Έτσι τεντωμένος ο χρόνος δεν μπορεί να χαμογελάσει.
Ο δικός μου χρόνος όμως χαμογελάει. Έχει χρόνο για να γελάει. Ξοδεύει τα πολύτιμα δευτερόλεπτά του με την αρχοντιά του χορτάτου χρόνου. Κάποιες φορές τα σπαταλάει είναι αλήθεια και τότε μιλάμε για πολύ χρόνο, ούτε καν για δέκατα ή εκατοστά του δευτερολέπτου. Υπάρχουν όμως και φορές που ο χρόνος μου μένει ακίνητος. Από έκπληξη ή από πόνο, σαν να κόβεται και σ' αυτόν η ανάσα, άλλες φορές πάλι, σαν άνθρωπος, μαθημένος από την συγκατοίκηση με εμάς, απλώς βαριέται να κυλήσει. Είναι ο ανθρώπινος χρόνος που ζω μαζί του. Και μ' αρέσει.
Ο δικός μου χρόνος είναι άλλος από τον υπερφυσικό χρόνο των πρωταθλητών του στίβου. Κάνει τικ-τακ στο ρυθμό των χτύπων της καρδιάς μου. Είναι στα μέτρα μου και σαν και μένα έχει τα χρονάκια του. Μπερδεύει τη νύχτα με τη μέρα. Χωρίς ενοχές.
Τον αφήνω.
Γιατί τον αγαπώ κι ας είναι λάθος.
Με αυτόν τον χρόνο που δε ξέρει από τσιγκουνιές και ακρίβεια, τρέχω τα καθημερινά μου κατοστάρια στο τρίαθλο αγώνισμα μόνο για γυναίκες «δουλειά-σπίτι-παιδί», με προσωπικό καλύτερο χρόνο είκοσι τέσσερις ώρες. Όσο αθλούμαι, ο λιπόσαρκος χρόνος των πρωταθλητών του στίβου με βλέπει που τρέχω σαν παλαβή και χασμουριέται βαριεστημένος με την αργοπορία μου. Με κοροϊδεύει παίζοντας στα δάχτυλα το χρυσό του μετάλλιο. Μου λέει πως τεμπελιάζω, πως έχω χαλαρώσει επικίνδυνα, πως παραμεγάλωσα, πως υπέκυψα στην θαλπωρή. Πως τάχα δεν είμαι εγώ για κολλητά σορτσάκια. Μου λείπουν κάτι τεντωμένοι μύες, μου συστήνει οπωσδήποτε να κάνω την σάρκα μου να δείχνει σαν σιδερωμένο πανί.
Αψηφώ τον πρωταθλητή χρόνο και συνεχίζω να τρέχω με τα βάρη μου στην πλάτη, με τις πολλές χαρές μου και μια δεκατεσσάρα κόρη. Φαινομενικά το μόνο που με συνδέει με τους άνδρες των εννιά δευτερολέπτων είναι το ίδρωμα. Αλλά κι εγώ έχω έναν στόχο, ένα νήμα που θέλω να σπάσω. Ο δικός μου στόχος είναι γενικός μα ο καθένας στο σπίτι του τον βλέπει για προσωπικό: Το να αναθρέψω, κόντρα στην Κρίση μέσα στην Κρίση, έναν εκκολαπτόμενο πολίτη που ακούσια και ερήμην του ανήκει στη φουρνιά που θα αποκαλείται στο μέλλον «η γενιά της Κρίσης».
Τρέχοντας βλέπω τον Ολυμπιονίκη Μπολτ να με προσπερνάει αλλά δεν με νοιάζει.
Εγώ έχω τον προσωπικό μου αγώνα. Τον δικό μου δρόμο.
Κι ευτυχώς, άλλον χρόνο.
Λυπημένη για το άθλημα που μου έλαχε, βαδίζω τρέχοντας στα χνάρια της γιαγιάς μου η οποία, κι αυτή ακούσια και ερήμην της, ανέθρεψε «παιδιά της Κατοχής». Στιγμές-στιγμές ο φόβος βγαίνει μπροστά από τη λύπη μου. Τότε επιταχύνω γιατί πρέπει ο φόβος να μένει πίσω. Σε παλιά γήπεδα ανακαινισμένα τρέχω, λοιπόν, αγκομαχώντας γιατί πέρα από τα βάρη, τις χαρές και την δεκατεσσάρα κόρη έχω και τις σκέψεις μου, τέτοιες βαριές σκέψεις που ζυγίζουν αφάνταστα πολύ ιδιαίτερα τα βράδια, και θα μπορούσαν να λυγίσουν έως και τον υπεράνθρωπο Μπολτ των 9 δευτερολέπτων, πόσο μάλλον εμένα των 24 ωρών, ...όταν ξάφνου ακούω ένα τικ-τακ να πλησιάζει.
Πλησιάζει κι άλλο, τώρα ακούγεται μόλις πίσω από την πλάτη μου, αντηχεί το τικ-τακ στο ηχείο του κορμιού μου, αναπαράγεται στο χωνί του αυτιού μου, γλιστράει στα φυλλώματα της καρδιάς μου, προσγειώνεται -με επιτυχία- στο σκάμμα της ψυχής μου. Επίτηδες ο συναγωνιστής χρόνος δεν με προσπερνάει. Τρέχει δίπλα μου. Τρέχουμε παρέα. Τικ. Τακ. Τικ. Τακ. Συγχρονίζεται με το βήμα μου και, χαμογελώντας εμψυχωτικά, στρέφεται προς εμένα και μου λέει:
«Κορίτσι μου, με το πάσο σου. Μη φοβάσαι, μαζί θα τερματίσουμε!»
Αυτόν τον ανθρώπινο χρόνο επιλέγω για μένα.
Τις νύχτες κόβω το νήμα του ύπνου με ένα νυσταγμένο τικ. Το τελευταίο τακ χάνεται. Από μία μέρα που γέμισε, επιστρέφει αχρησιμοποίητο. Για μια νέα μέρα...
Νοέλ Μπάξερ
Ουδέν κρυπτόν στη λάθος χώρα του ήλιου...
Ξεκίνησε από ένα ουράνιο σώμα πολύ φωτεινό, αυτό που ζωγραφίζουν τα παιδάκια κίτρινο και στρογγυλό, του βάζουν μάλιστα κι ένα μεγάλο χαμόγελο. Ξεκίνησε χαρούμενη όπως όλες οι ακτίνες του ήλιου νομίζοντας πως παντού ο κόσμος είναι το ίδιο φωτεινός. Ήταν μια ηλιαχτίδα με τα μυαλά φουσκωμένα από τόνους γνώσεις μια που ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον, δικαιολογημένα περήφανη που ο γεννήτορας-άστρο της λατρεύτηκε από πολλούς λαούς και σε διαφορετικές λαλιές σε έναν μακρινό πλανήτη, μπορεί και σε άλλους. Γοητευμένη που προερχόταν από έναν θεό ξεκίνησε κι αυτή το δρόμο της. Όπως όλες οι προηγούμενες ακτίνες και, ίσως, και οι μελλοντικές.
Πήρε το δρόμο της μοίρας μιας ηλιαχτίδας.
Στο μακρύ ταξίδι της στο διάστημα είχε όλο τον χρόνο να τα σκεφθεί αυτά. Φοβόταν το σκοτάδι κι έτρεχε. Περνούσε ξυστά από πλανήτες που δεν είχαν φανερή ζωή, τουρτουρίζοντας από την αποφορά της γύμνιας τους. Ούτε στον Ερμή μα ούτε στην Αφροδίτη, που έστω λόγω ονόματος κάτι καλύτερο ήλπιζε να βρει εκεί, είδε την χλιδή που ήθελε για εκείνη, έναν πλανήτη με θερμές σάρκες και όντα με βλέμματα που πετάνε σπαθιά όταν δεν πετάνε φλόγες. Περνούσε απ' έξω από ουράνια σώματα που δεν νιώσανε τα καημένα ποτέ το σκίρτημα του έρωτα, ψάχνοντας για έναν πλανήτη με ζωή, προσέχοντας να μην πέσει πάνω σε κομήτες, δορυφόρους και διαστημικά σκουπίδια και ξοδευτεί μια ηλιαχτίδα.
Κοντεύοντας στη Γη μας, αμφιταλαντεύτηκε πάνω από την Σελήνη. Την τράβηξε η σκοτεινή πλευρά της. Λυπήθηκε για το σβησμένο φως της, είπε. Όμως και αυτή η ηλιαχτίδα την προσπέρασε, το πρόδωσε το φεγγάρι μας, την τράβηξε παρακάτω ο μπλε πλανήτης με τα ωραία σχέδια της στεριάς. Από ψηλά είδε τις ηπείρους σαν μούντζες. Τη διασκέδασε αυτός ο προκλητικός μικρός πλανήτης που έχει το θράσος να μουντζώνει το σύμπαν.
Ένιωσε ή έλπισε πως εκεί ανήκει.
Κι έτρεξε κατά κει.
Έκλεισε τα μάτια για να μη χαλάσει περνώντας μέσα από τα πέντε στρώματα της ατμόσφαιρας της γης, τα πέντε πέπλα της, και, σαν κοντοζύγωσε στην επιφάνεια του πλανήτη μας με ένα κύμα σιωπής αφού είχε αφήσει τον ήχο της πολλά έτη φωτός πίσω και κουβαλούσε την σιγή της αβύσσου, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να γελάσει. Γέλασε όταν άκουσε από μια ανοιχτή τηλεόραση τους επιστήμονες να μιλάνε γι' αυτήν πως προκαλεί βλάβες, καρκίνους στο δέρμα και ωχρές κηλίδες, ενώ αυτή ήταν μια ταξιδιώτισσα από τον ήλιο που ήρθε για να ζεστάνει τον κόσμο.
Έπεσε σε μια χώρα που φημίζεται για τον ήλιο της λες και είναι δικός της! Με πολλά νησιά, σκορπισμένα εδώ κι εκεί σαν σκόρπια γη μαζεμένη στη μια άκρη της λεκάνης με θάλασσα της Μεσογείου. Μικρά, ταπεινά νησιά που δεν ξεχνάνε πως, και αν ακόμα κάποτε υπήρξαν γη, πλέον δεν ανήκουν στην στεριά. Έχουν συνείδηση πως είναι διαλείμματα της θάλασσας. Και μάλιστα ξερά. ¶νυδρα.
Δεν της έλαχε νησί αλλά η μεγάλη πόλη. Έπρεπε κάπου να καρφωθεί για να έχει λήξει το ταξίδι της. ¶ξιζε και σε αυτή την ακτίνα ένας προορισμός. Το δειλινό θα τερμάτιζε η ζωή της, ήτανε μοιραίο. Το αίμα της δύσης πάνω στην κορυφογραμμή θα σήμαινε μια νέα νεκρή ηλιαχτίδα. Δεν ήθελε να αλλάξει η μοίρα της, ζητούσε μόνο έναν ευγενή σκοπό. Να καταλήξει σε κάποιον προορισμό με ευγένεια και με ένα ωραίο θέαμα να κυλήσει στον ορίζοντα, στο χωνευτήρι των ηλιαχτίδων και χωνί του παρελθόντος. Αντί αυτού, του όμορφου θεάματος, με τρόμο είδε η ηλιαχτίδα να πλησιάζει επικίνδυνα ένας άστεγος ξαπλωμένος σε πεζοδρόμιο, ύστερα ένας επαίτης έξω από την τρύπα του μετρό, και στην συνέχεια μια συμπλοκή με σπαθιά και φλόγες δίπλα στο κενοτάφιο κάποιου άγνωστου στρατιώτη. Ένα αδέσποτο κουτσό σκυλί διψούσε για σκιά, ανθρώπινο χάδι και νερό, με τούτη την σειρά, πιο κει ένα παιδάκι έτρεχε ξεβράκωτο σε ένα βρώμικο σοκάκι και μια μαύρη γυναίκα άπλωνε την πολύχρωμη μπουγάδα της κι ένα πλυμμένο λούτρινο αρκουδάκι σε έναν σχεδόν ανήλιο ακάλυπτο πολυκατοικίας, τόσο ανήλιο που απόρησε η ακτίνα που κόμιζε το φως και τη ζέστα ποιος ήλιος θα τα στεγνώσει.
Λίγα μέτρα πιο πέρα είδε ένα γέροντα σε κάποιο παγκάκι να κλαίει με αξιοπρέπεια κρυμμένος πίσω από μια κυριακάτικη εφημερίδα που είχαν κιτρινίσει ο χρόνος και τα ψέματα, σε ένα πάρκο με σπασμένες κούνιες και ξεχαρβαλωμένες τραμπάλες που δεν είχε ψυχή. Γύρω του ροζ σελίδες ταξίδευαν στον άχρωμο ουρανό μιλώντας για λεφτά και μία Κρίση που δεν καταλάβαινε η απόγονος του ήλιου, μπλε σελίδες πετούσαν στον αέρα με τα διαμερίσματα νιόπαντρων ζευγαριών κι ένα κάρο χαμένα όνειρα, ενώ λευκές σελίδες με μαύρα νέα ποδοπατούσαν άνεργοι περαστικοί.
Στη χώρα του ήλιου βρήκε ελάχιστη χαρά και πουθενά ελπίδα. Σκλήρυνε η ηλιαχτίδα από αυτά που είδε και γιατί ήταν πια μεσημέρι, και προσγειώθηκε σε ένα μπαλκόνι, δίπλα σε μια γυναίκα με μαγιό που έγραφε στο λαπτόπ της αυτό το κείμενο. Δεν χρειάστηκε να προσπαθήσει για να δει τι έγραφε η γυναίκα. Το είχε όλο μπροστά της, καθώς ως ηλιαχτίδα αποτελούσε το φως, κι επίσης το είχε ζήσει. Το δικό της ταξίδι περιέγραφε το κείμενο. Τα χέρια της γυναίκας έτρεχαν στο πληκτρολόγιο και η ηλιαχτίδα τα άγγιξε με περιέργεια να δει αν καίνε. Τότε η γυναίκα σταμάτησε απότομα το γράψιμο και σήκωσε το κεφάλι της. Η κόρη του θεού Ήλιου ένιωσε ντροπή καθώς δεν είδε στα μάτια της γυναίκας αυτά που περίμενε, ούτε τα σπαθιά ούτε τις φλόγες, παρά μόνο δάκρυα.
«Πότε επιτέλους θα νιώσω ξανά χαρούμενη;», μονολόγησε η γυναίκα στο μπαλκόνι.
Όταν η ηλιαχτίδα τελείωνε το ταξίδι της, δυο δάκρυα ξεκινούσαν το δικό τους ταξίδι να βρέξουν τον κόσμο.
Νοέλ Μπάξερ
Μα σερ Κριστίν Λαγκάρντ...
Ζε μ' απέλ Νοέλ Μπαξέρ. Σου γράφω από την ελληνική Ελλάδα, και όχι του Νίγηρα, για να σου θυμίσω ότι είμαι εδώ και ακόμη, από τον Μάη, περιμένω μια συγνώμη για την προσβλητική δήλωσή σου στην εφημερίδα Guardian που με έθιγε ως γονιό και με μείωσε αφάνταστα στα μάτια του παιδιού μου. Τώρα που έχουμε την Κυβέρνηση που ήθελες, ας σιάξουμε κι αυτό το άτοπο που, αν και πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα, η μνήμη μου δεν κατάφερε να το διαγράψει μα ούτε η ψυχή μου να το χωνέψει. Ο νους μου δεν χωράει τα λόγια σου, Κριστίν, όσα είπες για την ανευθυνότητα του Έλληνα γονιού και, ιδιαίτερα, για τα παιδιά της χώρας μου και του Νίγηρα, γι' αυτό τα έχω αντιγράψει στην παλάμη μου όπως έκανα στο σχολείο. Τα διαβάζω και τα ξαναδιαβάζω (αυτομουντζώνομαι κανονικότατα, δηλαδή) κάθε φορά και πιο έκπληκτη που κάποιος (εσύ) ισχυρίζεται πως από τόσο μακριά είδε στην οικογενειακή εστία μου μια εστία του κακού, μια αιτία για να εξοριστεί ο άντρας μου στο εξωτερικό για να εργαστεί.
Πράγματι, είδα στην τηλεόρασή μου πως ζήτησες συγνώμη από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και για λίγο ένιωσα περίπου αξιοπρεπής, αλλά όλο αυτό, το ΔΝΤ ολογράφως, είναι πολύ μακρύ, 24 γράμματα, τα μέτρησα, τόσα όσα η ελληνική αλφαβήτα, και κάπου στο δρόμο χάθηκε η δική μου συγνώμη σου. Μάλλον ανάμεσα σε δυο σύμφωνα, πιθανώς στο πι και φι. Πάντως ποτέ δεν έφτασε σε μένα.
Κάθομαι στον καναπέ μου έκτοτε, υπομένω τις Ειδήσεις και περιμένω, με πείσμα, οργισμένη, να μου ζητήσεις την συγχώρεσή μου. Θα είναι ψέμα αν σου πω πως την έχω έτοιμη στο τραπεζάκι δίπλα στην πόρτα. Θα πρέπει, Κριστίν μου, να δώσεις έναν μικρό αγώνα για να μου την πάρεις. Ίσως και μεγάλο. Ως μητέρα έχω γίνει εύκολη στο να συγχωρώ κακές συμπεριφορές, αλλά δεν είσαι παιδί κι εγώ, δόξα τω Θεώ, δεν είμαι η μητέρα σου. Δόξα τω Θεώ θα λες τώρα από μέσα σου κι εσύ, επειδή τότε θα ήσουν ένα υπερχρεωμένο παιδί σαν όλα τα ελληνόπουλα ή ένα υποβαθμισμένο Νιγηράκι χωρίς εκπαίδευση όπως τα παιδάκια της γαλλικής αποικίας σας, με καμιά πιθανότητα, κατά εσένα, να γίνεις αυτό που είσαι. Θα σου αντιστρέψω το νόμισμα και θα κάνω, κι εγώ όπως εσύ, μια δήλωση. Θα σε προκαλέσω πως ίσως να είναι για το καλό της έφηβης κόρης μου αν δεν έχει καμιά πιθανότητα να γίνει αυτό που είσαι.
Από αυτό το μεγάλο που νιώθεις πως είσαι, αναμένω οπωσδήποτε να έρθει μια συγνώμη. Για να μην το ξεχάσεις, αν έχεις την καλοσύνη βάλε την εκκρεμότητα αυτή μαζί με τις επείγουσες νομισματικές κάτω από το πρες παπιέ. Την συγνώμη μου βάλε, εμένα δεν με πειράζει να με πάρει ο αέρας.
Στοπ!! Εγώ θέλω μια άλλη συγνώμη, Κριστίν μου. Από την υπολογισμένη με ακρίβεια λέξη συν λέξη συν λέξη που έδωσες στους συνεργάτες σου, προτιμώ μια συγνώμη με ψυχή. Ανθρώπινη και στοργική από τη Λαγκάρντ γυναίκα και μητέρα. Σαν γυναίκα προς γυναίκα και σαν μητέρα προς μητέρα. Σε αυτή τη γλώσσα ας εξηγηθούμε. Έτσι μιλάμε οι μάνες στη φτωχή Ελλάδα.
Σε αυτή τη γλώσσα έλα μέσα από την τηλεόραση σπίτι μου, όχι μόνο στο δικό μου, στο σπίτι κάθε παιδιού με πατέρα που εκδιώχτηκε από την Κρίση στα ξένα, και εξήγησε στο παιδί μου γιατί ο πατέρας του έφυγε στο εξωτερικό για να εργαστεί και πότε μέρα συν μέρα συν μέρα υπολογίζεις να επιστρέψει. Πότε το παιδί το δικό μου θα ξαναέχει πατέρα σαν τα Γαλλάκια, τα Γερμανάκια και, ελπίζω, τα παιδιά του Νίγηρα.
Όσο σε περιμένω, ως ανεύθυνη θα πιάσω ένα τραγούδι.
Σαλού,
Νοέλ Μπάξερ
Η τελευταία Αμαζόνα ανατρίχιασε...
Στο άγγιγμα του άντρα, πρώτα ξαφνιάστηκε και ύστερα αγριεύτηκε η έφιππη Αμαζόνα της τελευταίας, της τελικής μετόπης του Παρθενώνα. Πολεμούσε στη δυτική πλευρά, σε καλή θέση, φάτσα δύση. Πράγματι από κει πάνω είχε χαρεί τις χιλιάδες δύσεις που της είχε υποσχεθεί η αρχαία πόλη της Αθήνας όταν το πάρα πολύ πάλαι ποτέ μεσουρανούσε. Μια πόλη που μεσουρανεί να σου τάζει δύσεις! Τότε η Αμαζόνα το είχε βρει οξύμωρο. Σήμερα, προφητικό. Της το είχαν υποσχεθεί όμως οι αρχαίοι Αθηναίοι, η πέτρα ποτέ δεν ξεχνάει, όταν με το άλογό της την σήκωσαν από το έδαφος και την στήριξαν όρθια ανάμεσα σε δυο τρίγλυφα στην κορυφή του Παρθενώνα (σχεδόν στην κορφή, το αέτωμα είχε το ρετιρέ). Χωρίς να της πουν τότε πως κάποτε θα χάσει τον ουρανό και τ' άστρα και ότι από τα ψηλά θα βρεθεί ξανά στα χαμηλά, στο χώμα.
Η τελευταία Αμαζόνα οργίστηκε, με την εσωστρέφεια της πέτρας αναγκαστικά. Αιχμάλωτη από το υλικό που ήταν φτιαγμένη.
Την άγγιζαν! Ανατρίχιασε. Ρίγησε η πέτρα. Της ήταν ξένο αυτό το άγγιγμα και δεν ήθελε να του αφεθεί. Η Αμαζόνα ήτανε συνηθισμένη μόνο στο χέρι του αρχιμαρμαροτεχνίτη του Φειδία. Τούτο το χέρι τής ήταν ξένο, σκληρό από υγρά σαπούνια πιάτων, στριφτά τσιγάρα και λάθος χειρονακτικές εργασίες. Ενοχλητικά τραχύ από άγνωστες στην Αμαζόνα μας χειροτεχνίες και χειροποίητα. Βιαστικό λες και υπακούει σε ωράρια. Και εχθρικό. Έτσι το χαρακτήρισε αυτή που η ζωή της ήταν οι άγριες μάχες.
Ο πεσμένος πολεμιστής με τον οποίο μοιραζόταν την μετόπη της, Αθηναίος οπλίτης, όπως της συστήθηκε, την κοιτούσε. Τον είχε ρίξει η Αμαζόνα στο έδαφος της μετόπης με το δόρυ της την στιγμή που πέτρωσε η μυθική πάλη τους, όταν μαζί τους πέτρωσε η στιγμή. Στην στάση αυτή, σε ένα σύμπλεγμα οι δυο τους που κάπως μιμείτο τον μεταγενέστερο ¶η-Γιώργη, ο οπλίτης την κοιτούσε ακόμη. Στην ικεσία και στο φόβο, στη ματιά του, διέκρινε τώρα κοροϊδία. Χλευασμό και εκδίκηση. Ο νικημένος νίκησε με τη βοήθεια του χρόνου. Έκανε 2.500 χρόνια υπομονή και να που κέρδισε. Αν δεν ήταν πέτρινος και στριμωγμένος σε μια μετόπη, θα σηκωνόταν όρθιος και θα έδινε το χέρι του για ευχαριστώ στους συντηρητές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και του Μουσείου της Ακρόπολης που τον έβγαλαν από την ήττα του.
«Ρε από μια γυναίκα! Σε νίκησε μια γυναίκα, ξεφτιλισμένε!» τον μάλωνε μέσα από το δόντια του ένας ειδικευμένος εργάτης που πλησίασε στην μετόπη με κράνος. «Μας ντρόπιασες», τον μάλωσε ξανά ενώ τον χάιδευε σκουπίζοντας από πάνω του την σκόνη 25 αιώνων.
«2.500 ταπεινωμένα χρόνια», παραδέχτηκε ο Οπλίτης απολογητικά.
«Τι λες μωρέ;», τον έφερε στην πραγματικότητά μας ο σύγχρονος αρχιμαρμαροτεχνίτης κανενός Φειδία. «Εκείνα ήταν τα ταπεινωμένα χρόνια; Τούτα είναι! Πριν, καλά ήταν. Είχαμε τα επιδόματα.»
Η τελευταία Αμαζόνα περίμενε τελευταία την σειρά της. Υπομονετικά όσο χαϊδευόταν ο οπλίτης. «Δεν μου αξίζει» θα παραπονιόταν εάν είχε κάποιον να την ακούσει. Ο Φειδίας της όμως ήταν μακριά. Ούτε άκουγε πουθενά τον γλυκό λόγο του Περικλή, να την σώσει. Αναλογίστηκε από πόσα είχε διασωθεί σε αυτά τα πάρα πολλά χρόνια έως την αήττητη τωρινή επίθεση. Στις ανατινάξεις του ναού είχε μείνει στη θέση της ακούνητη, επειδή ακριβώς ήταν καλή στο να πολεμάει. Επίσης είχε σωθεί από επιθέσεις πουλιών, από σμήνη και σμήνη πουλιών και λευκά περιστέρια τάχα αθώα, αυτή τα ήξερε από την καλή κι από την ανάποδη. Δεν αμέλησε, τέλος, η έφιππη Αμαζόνα της τελευταίας μετόπης πως αυτή είχε γλιτώσει από την αρχαιολογική λαγνεία πρότερων ανδρών. Ερασιτεχνών. Είχε γλιστρήσει από το μάτι τους και είχε ξεφύγει ή μπορεί να είχαν φοβηθεί το μυτερό της ακόντιο, μην τους βρει η μοίρα του πεσμένη οπλίτη. Σε αυτό κατέληξε αυτάρεσκα. Γι' αυτές τις νίκες της, για να την τιμωρήσουν οι επίγονοι Αθηναίοι, της άφηναν τον χρόνο να αναλογιστεί τι θα χάσει εκτός από τις δύσεις της και τον ελεύθερο αττικό ουρανό.
Τη χαμένη της δόξα, λοιπόν, θυμόταν όταν ο συντηρητής την έβγαλε απότομα από τις σκέψεις της. Την ενόχλησε εκ νέου θωπεύοντας το γυναικείο της κορμί που, σαν να μαρμάρωσε από φόβο, στεκόταν ακίνητο, και συνέχισε μετά, ο αναίσχυντος, χαϊδεύοντας και το άλογό της που σάστισε και ξέχασε να χλιμιντρίσει. Πεισματικά, για να αμυνθεί, η Αμαζόνα ανακάλεσε το άλλο, εκείνο το αρχαίο άγγιγμα. Και το βλέμμα του Φειδία θυμήθηκε να την καλύπτει σαν βελούδινο ριχτάρι. Ο ξένος άντρας επέστρεψε στην Αμαζόνα. Τελευταία για σήμερα και για πάντα στον Παρθενώνα. Την ξανάγγιξε απαλά. Με τρυφερότητα διέτρεξε με το χέρι του το σώμα της. Ψαχούλεψε κρυφά το στήθος της, το ένα βυζί των Αμαζόνων. Ύστερα, την φύσηξε στο πρόσωπο. Κατάμουτρα. Πλησίασε το κεφάλι του κοντά στο δικό της, στην απόσταση του φιλιού, και την φύσηξε. Η Αμαζόνα δέχτηκε την σύγχρονη ανάσα του 21ου μας αιώνα χειρότερα κι από σιχαμερή φτυσιά.
«Νικηθήκαμε, καλή μου», της ψιθύρισε ερωτικά ο άντρας, ξεχνώντας πως σε έναν ναό ψιθυρίζουμε ευλαβικά. «Είναι προαποφασισμένο τίποτα να μην μείνει όρθιο». Η Αμαζόνα ρίγησε σύγκορμη στην προφητεία της πτώσης. «Η Ιστορία λύγισε, γονατίζει σαν τον οπλίτη σου», συνέχισε αυτός. «Πέφτουν τα σύμβολα. Μήνα Μάιο, να το θυμάσαι στο Μουσείο. Παραδοσιακά, τον Μάη συμβαίνουν στους Έλληνες οι πτώσεις.» Την περίμενε ώσπου να ριγήσει ξανά. «Μαζί σου σήμερα τελείωσαν οι Αμαζονομαχίες.»
«Εγώ ήμουν μια Αμαζόνα», σκέφτηκε λυπημένη και για πρώτη φορά στα 2.500 μετρημένα χρόνια της ζωής της τα έβαλε με τον γλύπτη που την κάλεσε στην πέτρα από ένα μύθο. Που την έφερε στον Παρθενώνα από τη χώρα των Αμαζόνων χαρίζοντάς της, διόλου αδιάφορο κίνητρο, έναν πορτοκαλί ουρανό. Δεν οργίστηκε γιατί την έκανε από πέτρα, άρα αιώνια, αλλά επειδή η απαράμιλλη τέχνη του της είχε σμιλέψει μια καρδιά.
Καθώς την κατεβάζανε στο έδαφος, αυτή η καρδιά έσπασε.
Ήτανε πρωί. Αργούσε η δύση.
Κρίμα.
Από σήμερα ο Παρθενώνας δεν δέχεται ικέτες.
Νοέλ Μπάξερ
Εξοστρακισμός...
Αν δεν το είχε δει με τα μάτια του, αν δεν είχε ζητήσει μάλιστα να το ξαναδεί για να του δώσει την ευκαιρία να αποδειχθεί οφθαλμαπάτη, έστω ένα παιχνίδι του φωτός που ήταν πρόθυμος -βιαστικός- να το δικαιολογήσει τόσες ώρες καρφωμένος κάτω από τον ήλιο, δεν θα το πίστευε. Ισχυρίζεται πως έγινε αυτό επειδή το έπιασε. Εκείνη την στιγμή, ένα μυστήριο πράγμα, κάτι έκανε ένα τσικ μέσα του, ίσως τσαφ σαν ανάφλεξη, και στην στιγμή, ακαριαία, έμαθε πως δεν θα ήταν η ζωή του στο εξής όπως πριν. Γιατί, τώρα, το είχε αγγίξει κι είχε μεταδώσει σε αυτόν ό,τι κουβαλούσε.
Πρώτος ο εργάτης που έσκαβε στην αρχαία Αγορά των Αθηνών βρήκε το κομμάτι του αγγείου με το χαραγμένο ανδρικό όνομα. Μαλακά πέρασε το χέρι του πάνω στην μελανή επιφάνειά του γιατί κατά τόπους διατηρούσε ακόμη λίγη γυαλάδα που τον κάλεσε. Με το τρυφερό πέρασμα του χεριού του έβγαλε από πάνω από το όστρακο, από αυτό το μικρό θραύσμα του αγγείου, αιώνες, πάμπολλα κοιμισμένα χρόνια, σπάζοντας με αυτόν τον τρόπο την κακή συνήθεια το θραύσμα να σωπαίνει -ή μήπως τον όρκο της σιωπής;
Το βρήκε θαμμένο στη γη, καλυμμένο με χώμα σαν να ήταν κεφάλι στρουθοκαμήλου, επιζητώντας έτσι να μην βλέπει πως τα χρόνια πέρασαν και οι εποχές άλλαξαν, πως ήρθε κάποτε ένας Μεσσίας και τρεις μάγοι με δώρα, λιβάνια και τέτοια, δεν μπορούσε να τα μυρίσει σκεπασμένο με το χώμα. Ανακάλυψε το όστρακο ο εργάτης και με τη χαρά του διασώστη το επανέφερε στο φως. Με μια γοργή κίνηση το πέρασε από τον θάνατο στη ζωή, με το ανθρώπινο χέρι του ανακατεύοντας άσχημα τα θεϊκά πράγματα. Συμβαίνει κάποιες φορές να είναι η διατήρηση του θανάτου ίσως ορθή. Με το που το ένιωσε στο χέρι του ήξερε, μα ήταν αργά για να το βάλει πίσω, πως θα προτιμούσε το μελανό όστρακο την ανυπαρξία στο χωμάτινο κέλυφός του. Επειδή στο μεταξύ (μόνο σήμερα) ο Παρθενών του έγινε κρατική εγγύηση για διεθνές οικονομικό δάνειο και ο υπέρλαμπρος ναός της Αθηνάς του γυάλισε σε τραπεζίτες. Πού ο καιρός που μάζευε ικέτες και ιέρειες! Το ξεθαμμένο όστρακο τον βρήκε τώρα να στέκεται γυμνός από το πέπλο του, της τελευταίας πομπής των Παναθηναίων, ένα κουτσουλισμένο μαρμάρινο κουφάρι να αγκομαχά στο χρόνο, τουριστικό μνημείο με κάλπικες Καρυάτιδες που δεν τις άγγιξε αυτές ανδρικό χέρι αρχαίου γλύπτη, ούτε έτρεξε πάνω τους το δάχτυλό του ο Φειδίας να δει αν ο χιτώνας τους σκαλώνει. Γιατί έπρεπε να είναι καλοϋφασμένο το μάρμαρο, όπως τις αξίζει.
Το χάιδεψε λοιπόν ο εργάτης λίγο, πέταξε πέρα την σκόνη και την κονιορτοποιημένη λάσπη από τα ούρα γενεών και γενεών αλήτικων σκύλων που είχαν ποτίσει τη γη του, πριν το παραδώσει στον αρχαιολόγο που στεκόταν από πάνω του με το σαφάρι μπεζ παντελόνι έτοιμος για κυνήγι. Ο αρχαιολόγος επανέλαβε την κίνηση του εργάτη, έβγαλε κι άλλους αιώνες πάνω από το αρχαιολογικό εύρημα, μάλιστα αυτός στην συνέχεια το σκούπισε απαλά πάνω στο σαφάρι παντελόνι του τρίβοντας με το ζόρι την μια εποχή πάνω στην άλλη σε μια φύρδην μίγδην, και γι' αυτό ευτυχώς άγονη, συνεύρεση. Έσκυψε σχεδόν γονατίζοντας για να ακουστεί στο σκάμμα που βρισκόταν ο εργάτης αλλά να μην ακουστεί παραγύρω, και διάβασε:
Κίμων Μιλτιάδου.
«Κίμων Μιλτιάδου» επανέλαβε σαν να συστήνεται σε μια παρέα, τόσο οικεία ακούστηκε στον χώρο της αρχαίας Αγοράς (είχε να ακουστεί κάτι αιώνες), και εναπόθεσε μαλακά το κομμάτι από το μελανό αγγείο στο κασόνι με τα ευρήματα της μέρας.
«Μπορώ να το δω λίγο;», ζήτησε ο εργάτης.
«Τον Κίμωνα του Μιλτιάδου;» ρώτησε για να σιγουρευτεί ο αρχαιολόγος, όπως θα ρωτούσε έναν ιατροδικαστή που του ζήτησε να δει ξανά κάποιο πτώμα.
Με τέτοια ταιριαστή σε ιατροδικαστή ψυχραιμία, έπιασε κι έβγαλε από το κασόνι το όστρακο και το πρόσφερε στον εργάτη για να το δει ξανά. Έσκυψε από πάνω του και του είπε:
«Ο μπαγάσας εξοστρακίστηκε. Δεν τις καπούλαρε όπως οι σημερινοί πολιτικοί.»
Ο εργάτης περιεργαζόταν το όστρακο του Κίμωνα αμίλητος.
«Βλέπεις, Σταύρο; Τον Κίμωνά μας το 461 πΧ ο Δήμος ψήφισε να φύγει εξορία με αυτό το θραύσμα κι άλλα 5.999. Έξι χιλιάδες συν ένα χρειαζόντουσαν συνολικά. Τον κύριο που κρατάς, έξι χιλιάδες άνθρωποι θέλησαν να φύγει από την πόλη-κράτος τους και έφυγε.» Έφερε ένα γύρω το βλέμμα του μήπως κανείς είναι κοντά και τους ακούει. «Πόσες εκατοντάδες χιλιάδες, στην πραγματικότητα εκατομμύρια αλλά θα πούνε ότι βάζουμε μέσα και τα νεογνά, είμαστε εμείς που θέλουμε να φύγουν αυτοί; Αλλά οι δικοί μας δεν εξοστρακίζονται με τίποτα! Βγαίνουν στα κανάλια.»
«Ίσως έτσι εξοστρακίζεται ο κόσμος σήμερα», το φιλοσόφησε ο εργάτης. «Βγαίνουν στην τηλεόραση και γίνονται ρεζίλι στο πανελλήνιο.»
«Τα κάνανε μαντάρα. Πλίνθοι και κέραμοι, να καλή ώρα σαν τούτο το όστρακο, ατάκτως ερριμμένοι. Ένας λόφος όστρακα! Μα το Θεό τούς αξίζει να ανοίγουνε την εξώπορτά τους και να τους εμποδίζει να βγούνε έξω ένα βουνό όστρακα! Από το πρωί μέχρι το βράδυ θα καθόμαστε σε ένα τέτοιο σκαμνάκι», είπε και έδειξε το σκαμνάκι του, «και θα γράφουμε ονόματα πάνω σε σπασμένα σταμνιά. Χ όνομα, Ψι όνομα, Ωμέγα όνομα, όλοι τους. Οικοτεχνία θα το κάνουμε, θα βάλουμε και τα παιδιά μας να γράφουν. Θα αφήσουν οι συνταξιούχοι το ΠροΠό και θα συμπληρώνουν όστρακα!»
Ο εργάτης γέλασε, ο αρχαιολόγος κούνησε το κεφάλι του.
«Μη γελάς, γιατί θα σε βάλω με το βουρτσάκι να περάσεις ένα χέρι όλη την ανασκαφή! Με τέτοια κομμάτια από σπασμένα αγγεία, όπως αυτό που κρατάς, υπήρχε η Δημοκρατία που υμνούνε και ποθούμε. Έγραφε χαράζοντας ο καθένας το όνομα εκείνου που θεωρούσε πως έπρεπε να φύγει για το καλό του συνόλου. Έτσι απλά. Κι έφευγε! Του έλεγε η φωνή του κόσμου με αυτά τα όστρακα, δεν θέλω άλλο να ακουμπάς τη ζωή μου και ως δια μαγείας γινόταν! Γιατί περί ενός τύπου μαγείας πρόκειται, θα το πιστεύαμε άμα το βλέπαμε εμείς σήμερα; Δεν θα τρίβαμε τα μάτια μας;»
Ο εργάτης συμφώνησε. «Θα τα τρίβαμε.»
Ο αρχαιολόγος κάτι σκέφτηκε και γέλασε. «Υπήρχε κι ο αρχι-μπαγάσας ο Μεγακλής του Ιπποκράτη που εξοστρακίστηκε δυο φορές. Αυτός κι αν θα ήταν... Εξοστρακίστηκε αν και ανιψιός του Κλεισθένη, είχε δηλαδή γερό μέσο, μπάρμπα Πρωθυπουργό που λέμε.»
«Καλά, τους λέγανε να φύγουνε κι αυτοί φεύγανε;»
«Βρε εδώ τον Σωκράτη δεν του είπανε οι φίλοι του να τον φυγαδεύσουν για να αποφύγει το κώνειο κι αυτός είπε όχι γιατί έτσι θα ακύρωνε όσα πρέσβευε στη ζωή του; Οι δικοί μας πολιτικοί δεν τα λένε αυτά ούτε την πρωταπριλιά!»
«Αντί για τα όστρακα, γιατί δεν τους περνούσαν από δίκη αφού είχαν δικαστήρια;»
«Δικαστές και ένορκοι όλος ο Δήμος. Μέιτζορ δίκη, Σταύρο. Υπερδίκη. Σήμερα, όταν λέμε δήμος, μάς έρχεται στο μυαλό το σκουπιδιάρικο που περνάει κάθε ξημέρωμα κάτω από το σπίτι μας και μας χαλάει τον ύπνο μας σαν μουεζίνης. Σκέψου όμως τι καλό θα γινόταν σήμερα, στην εποχή μας, με ένα τέτοιο δα πραγματάκι.»
«Το όνομα που γράφει πάνω κάνει τη διαφορά, αλλιώς είναι ένα σπασμένο κουπάκι,», είπε φωναχτά την σκέψη του ο Σταύρος.
Ο αρχαιολόγος γέλασε.
«Πάλι καλά που έχει γεμίσει η πολιτική με τους γιους και τις κόρες των παλιών βουλευτών και υπουργών», είπε ο αρχαιολόγος και αυτή τη φορά ξεκαρδίστηκε. «Έτοιμο με το όνομά τους θα το έχουμε το όστρακο. Θα το κρατάμε στο συρτάρι για τον επόμενο της οικογένειας. .Έχουμε γίνει και πολλοί πια, πού να βρίσκουμε τόσα σπασμένα κουπάκια κάθε τόσο.»
Επέστρεφε σπίτι του και δεν ήξερε πώς θα της το πει. Είχε πάρει επίτηδες τον μακρύτερο δρόμο, για να σκεφθεί. Να βρει στο μυαλό του όλες τις πιθανές εναλλακτικές οδούς. Όπως συνήθως, προτίμησε τελικά την συντομοτέρα και με το που μπήκε σπίτι είπε στη γυναίκα του: «Γυναίκα, υπάρχει δημοκρατία.»...
Νοέλ Μπάξερ
|
|