Oι άνθρωποι που ήθελαν
να αλλάξουν τον κόσμο
Μάνος Χατζιδάκις
Μελίνα Μερκούρη
Μάνος Λοϊζος
Μίκης Θεοδωράκης
Νίκος Καββαδίας
Γιάννης Ρίτσος
Γιώργος Σεφέρης
Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τσε Γκεβάρα
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Νίκος Μπελογιάννης
Άγγελος Σικελιανός
Άρης Βελουχιώτης
Πάμπλο Νερούδα
Ανδρέας Εμπειρίκος
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Παύλος Σιδηρόπουλος
Χάρολντ Πίντερ

Μανώλης Αναγνωστάκης

Βλαντίμιρ Λένιν
Μαρία Δημητριάδη

Οδυσσέας Ελύτης

Κώστας Βάρναλης
Κάρολος Κουν
Κώστας Καρυωτάκης
Βασίλης Τσιτσάνης
Νίκος Παπάζογλου
Τζον Λένον
Πάτι Σμιθ
Γεώργιος Καραϊσκάκης
Νίκος Καζαντζάκης
Νίκος Ξυλούρης
Μάνος Ξυδούς
Στρατής Τσίρκας
Φερνάντο Πεσσόα
Νικόλας Άσιμος
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Κατερίνα Γώγου


Ειδικά αφιερώματα
Λίνα Νικολακοπούλου
Σταμάτης Κραουνάκης
Κική Δημουλά
Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Διονύσης Τσακνής
Νίκος Εγγονόπουλος
Δημήτρης Χορν
Κωνσταντίνος Καβάφης
Θόδωρος Αγγελόπουλος
Θάνος Μικρούτσικος
Αλέξης Μινωτής
Μίμης Πλέσσας
Χάρις Αλεξίου
Δήμητρα Γαλάνη
Θανάσης Βέγγος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Σταύρος Ξαρχάκος
Νίκος Γκάτσος
Μάρκος Βαμβακάρης
Γιάννης Τσαρούχης
Κατίνα Παξινού
Μιχάλης Καραγάτσης
Διονύσης Σαββόπουλος
Ελένη Καραϊνδρου
Άντριου Λόιντ Γουέμπερ
Πέδρο Αλμοδόβαρ
Άγαμοι Θύται
Σπείρα Σπείρα
Αγκάθα Κρίστι
Σαλβαντόρ Νταλί
Τζον Μάλκοβιτς
Αντζελίνα Τζολί
Νίνο Ρότα

Aφιέρωμα: Μετάδοση
200 θεατρικών παραστάσεων
από το Ελληνικό και Ξένο Δραματολόγιο




 

 

 
Αφιερώματα  

Οι άνθρωποι που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο!

Θανάσης Βέγγος
- Mάιος 2011
(Τελευταία ενημέρωση 12/02/14)

Αφιέρωμα Φιλμογραφία / Θέατρο Βιογραφικό Video

Θανάσης Βέγγος

Επιμέλεια: Νίκος Βιδάλης
Κείμενα: Γιώργος Νικολαϊδης, Ευάννα Βενάρδου, Μαρία Κατσουνάκη, Μυρτώ Λοβέρδου, Γιάννης Σολδάτος, Άρης Δούκας, Ζωή Πολίτη
Φωτογραφίες: Αρχείο Ως3
Τηλεοπτικά ντοκουμέντα: Θανάσης Βέγγος - Η Τελευταία Νανοχήνα του Παντελή Βούλγαρη (1998)
Αρχείο/ντοκουμέντα: Άρης Δούκας



Να με λες Θανάση...
Του Νίκου Βιδάλη

Ένας μεγάλος ηθοποιός. Από τα πιο αξιόλογα άτομα αυτής της διδακτικής σχολής που δημιούργησαν ένα νταμάρι, από το οποίο αντλούν λίθους και οι νέοι κωμικοί. Είναι από τις περιπτώσεις που η δουλειά του δεν εξαντλείται στην ανώνυμη φάρσα, που έβγαζε απλά γέλιο. Ένας καλλιτέχνης, με ευαισθησίες, που μέσα από τα έργα του στέλνει πολλαπλά μηνύματα. Οι κωμωδίες του διευρύνονται... Σατιρίζει τα ελαττώματα των Νεοελλήνων, αλλά προχωρεί και σε ταινίες με πολιτικά υπονοούμενα σε εποχές δύσκολες. Σάρκασε το αστικό μας περιβάλλον μέσα από έναν δικής του επινόησης φτωχοδιάβολο, που δεν ήταν τελικά ένας αλλά πολλοί χαρακτήρες. Ήξερε να σοβαρεύεται αστειευόμενος και να αστειεύεται με τις σοβαροφάνειές μας. Απέδειξε ότι έχει και θα έχει διάρκεια γιατί είναι ο ίδιος ο ελληνικός κινηματογράφος αυτοπροσώπως!

Κάπως έτσι πορεύτηκε ο Θανάσης Βέγγος ως σήμερα: «Mακελεύοντας τη ζωή του». «Μακελεμένος λειτουργούσα. Βολεμένος ποτέ», έχει πει στο παρελθόν. Γι' αυτό και δεν έκανε ποτέ περιουσία. Γι' αυτό και αν και «πέρασαν πολλά χρήματα από τα χέρια του εξαφανίζονταν σε λίγους μήνες». Δούλεψε σκληρά για να επιβιώσει, βίωσε εξορίες και απώλειες. Ως «πολίτης β κατηγορίας» έκανε καριέρα. Δεν έχει καμία σχέση με τη δημοφιλία των σημερινών σταρ, με τις τηλεπερσόνες του περιφερόμενου ναρκισσισμού σε σημείο αυτισμού. Ο Θανάσης Βέγγος είναι φτιαγμένος από πραγματικά υλικά. Ζει αποτραβηγμένος, όχι από στυλ αλλά από ανάγκη. Όσο και να τον στριμώχνει η αδυναμία του να τρέξει, έχει ήδη διανύσει τόσα χιλιόμετρα που μπορεί να απολαμβάνει τη συντροφιά των οικείων του, χωρίς ενοχές. Δεκαετίες τώρα το έργο του παραμένει μοναδικό στην αυθεντικότητά του: Xαρτογράφησε, σε αυτήν την ξέφρενη πορεία του, τη μεταπολεμική Ελλάδα, το μελόδραμα και τη φαρσοκωμωδία, την παράγκα και το σεράι της.
Ο Αλέξης Δαμιανός είχε εύστοχα σχολιάσει ότι ο Θανάσης Βέγγος «έφερε με αξιοπρέπεια ακόμη και τον ευτελισμό του εμπορικού κινηματογράφου». Και η αλήθεια είναι ότι όταν έχεις γυρίσει πάνω από 120 ταινίες, δεν είναι δυνατόν να είναι όλες εφάμιλλες της «Μαγικής πόλης» και του «Δράκου». Όμως, μπορεί να εμφανίζεται στην «Ψυχή βαθιά» σε μια μόνο σκηνή, ως παππούς που αναζητάει τη σορό του εγγονού, να λέει «δεν είναι πόλεμος αυτός, ντροπή είναι» και στο βλέμμα του να κλείνει την αλήθεια μιας εποχής...




Θόδωρος Αγγελόπουλος: «Δεν συμμερίζομαι την άποψη περί κατατρεγμένου Ελληνα. Δεν βλέπω έτσι τον Ελληνα. (...). Στη συνεργασία μας πήρα αυτό που εγώ θεωρώ το καλύτερο που μπορούσα να πάρω από τον Βέγγο. (...) Δούλεψε με 20 βαθμούς υπό το μηδέν. Και χωρίς πάρα πολλή κίνηση» (χαμογελά).
Παντελής Βούλγαρης: «Κουβαλά τις μνήμες του Μικρασιάτη, του ανθρώπου του Εμφυλίου και της εξορίας (...). Θυμάμαι πως με το που στηνόταν το τρίποδο της μηχανής, υπολόγιζε τι φακό θα χρησιμοποιούσα και είχε ήδη πάρει τη θέση του. Νομίζω ότι ο Θανάσης δεν εκφράζει μόνο το σημερινό Έλληνα, φέρνει μνήμες από το παρελθόν. Φέρνει μνήμες από το Μικρασιάτη, από τον άνθρωπο του Εμφυλίου, από τον άνθρωπο της εξορίας, από τον άνθρωπο της μετά-εποχής του Εμφυλίου. Κουβαλάει πάρα πολλά πράγματα».
Νίκος Κούνδουρος: «Στη Μακρόνησο, ενώ προσπαθούσα να στήσω ένα αντίσκηνο να κοιμηθώ, τον είδα να καταφθάνει με κάτι σανίδια και να κάνει κάτι κατασκευές. Οταν τέλειωσε μου λέει: "Βάλε την κουβέρτα σου πάνω στα σανίδια. Θα πεθάνεις". "Ή τρελός ή άγιος είναι", σκέφτομαι... Αργότερα τον πήρα στη "Μαγική Πόλη". Δεν έπαιζε μόνο. Μας συγύριζε, μας ψώνιζε, μας έφερνε σάντουιτς».
Κώστας Γεωργουσόπουλος: « Ανήκε σε μια γενιά κινηματογραφικής βιοτεχνίας που έκανε τη μιζέρια τέχνη. Στην ουσία έπαιζε το ρεπερτόριο του Καραγκιόζη: Ο Βέγγος στην Κατοχή, ο Βέγγος στον πόλεμο, κ.ο.κ.: έναν τύπο που εντάσσεται κάθε φορά σε νέες περιπέτειες».
Αιμίλια Υψηλάντη: «Αν και δεν ήταν ωραίος, ήταν τόσο γλυκός που θα μπορούσε να έχει όλο ωραία κορίτσια δίπλα του. Θυμάμαι πως σ' ένα γύρισμα συνέχιζε την καντάδα που μου έκανε, αν και τον κατάβρεχαν με μάνικα. Στο γύρισμα διακινδύνευε ακόμα και τη σωματική του ακεραιότητα».
Βασίλης Βέγγος: «Για μας, τα παιδιά του, όλη αυτή η ιστορία της οικονομικής καταστροφής πέρασε απαλά. Η μητέρα μας ήταν η πραγματική ηρωίδα (...). Απορώ στ' αλήθεια πώς γυρίστηκε ο "Φαλακρός πράκτωρ": με τον μπαμπά να χρωστά τόσα εκατομμύρια, να τον κυνηγούν από πίσω οι δικαστικοί κλητήρες, να του σφραγίζουν τα studio, τα εργαστήρια...».
Ντίνος Δημόπουλος: «O μόνος υπέροχος χωροφύλακας που είδε στη ζωή του, ο μόνος που να μην κρατά όπλο, αλλά λουλούδι, ήταν ο Βέγγος, στην ταινία "Μανταλένα"».
Ντίνος Κατσουρίδης: «Είναι -λάθος- πολλών που πιστεύουν ότι ο Βέγγος, σαν ηθοποιός, αυτοσχεδίαζε στις ταινίες του, δούλευε συστηματικά, με εξαντλητικά σχεδιασμένη την ερμηνευτική προετοιμασία του για κάθε ρόλο του, για τον τέλειο συγχρονισμό της εικόνας του (κίνηση, χειρονομία, έκφραση προσώπου) με το λόγο του...».
Κώστας Κακαβάς: «Μία φορά είδα τον Θανάση θυμωμένο. Όταν γυρίζαμε μια ταινία, τη "Μυρτιά", εμπνευσμένη από ένα τραγούδι που μας είχε προσφέρει ο Μίκης Θεοδωράκης. Ηταν μαζί μας και η Γκέλυ Μαυροπούλου. Κάποιος μας έφερε ζωντανά περιστέρια κι άρχισε να τα σκοτώνει μπροστά στα μάτια μας. Πετάχτηκε ο Θανάσης, τον έπιασε από τον γιακά και τον σήκωσε ψηλά με το ένα χέρι αυτόν τον άντρακλα! Του φώναξε "κάθαρμα, εγώ πηγαίνω και ταΐζω τα ζωντανά κι ήρθες να τα σκοτώσεις, εγκληματία!...».
Γνώριζε ο Καραγκιόζης τον Αριστοφάνη; Στράτος Κερσανίδης: Αριστοφανικός ήρωας, πρωταγωνιστής του Θεάτρου Σκιών, ή μήπως η ψυχή του καθημερινού λαϊκού ανθρώπου αυτού του τόπου;
Οι κορυφές ενός τριγώνου μέσα στο οποίο κινούνται οι χαρακτήρες που έχει ερμηνεύσει αλλά και ο ίδιος ο άνθρωπος, ο δικός μας άνθρωπος: ο Θανάσης Βέγγος.


Η Μακρόνησος μου άλλαξε τη ζωή...

«Εμένα δε μου έκαναν τίποτα εκεί στη Μακρόνησο, μπροστά σε αυτά που έκαναν στους άλλους. Δεν μιλάω για τις απειλές, για το ξύλο, για την πείνα, για την ταπείνωση, για τα μαρτύρια, για τους βασανισμούς. Μιλάω για την ντροπή. Για κείνους που δεν άντεξαν. Και τους ανάγκασαν ύστερα να στραφούν εναντίον των συντρόφων τους. Αυτό δεν το σηκώνει κανένας. Είναι η χρεοκοπία του ανθρώπου. Κι αυτουνού που το συλλαμβάνει στο αρρωστημένο μυαλό του, και του αλλουνού που αναγκάζεται να το δεχθεί. Ο μεσαίωνας δεν το τόλμησε. Και το τόλμησαν αυτοί. Και είχαν το θράσος, και μάλιστα ένας πνευματικός άνθρωπος σαν τον Παναγιώτη τον Κανελλόπουλο, να πει πως η Μακρόνησος ήταν ο καινούργιος Παρθενώνας της Ελλάδας. Φτου!».

Τάσος Κατράπας, Νίκος Κούνδουρος, Θανάσης Βέγγος.
Μακρόνησος 1949


Ο Βασίλης Βέγγος, γιος του ηθοποιού, σε μια από τις σπάνιες δημόσιες εμφανίσεις του, μιλά στο φακό του Σολδάτου (Ένας άνθρωπος παντός καιρού), για τον πατέρα του. «Στην Κατοχή, ο παππούς ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μετά, όταν ο πατέρας κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, να πάει βεβαίως στη Μακρόνησο», λέει. Και συνεχίζει: «Θα έλεγα ότι ο πατέρας θα πρέπει να είναι από τους λίγους, αν όχι ο μοναδικός, που η Μακρόνησος του 'έκανε καλό', μακροπρόθεσμα. Γιατί αν δεν είχε πάει στη Μακρόνησο, δε θα είχε γνωρίσει το Νίκο Κούνδουρο, και κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν μέχρι και σήμερα ένας πάρα πολύ καλός κατασκευαστής δερμάτινων ειδών (.) Εκεί κάποια στιγμή γνωρίστηκαν με το Νίκο Κούνδουρο και έκαναν κάποια σκετσάκια για τις γιορτές. Οπότε ο Νίκος, όταν απολύονταν σαν, του είπε: «Θανάση, κάποια στιγμή, θα κάνουμε ταινία και θα σε φωνάξω και σένα να πάρεις μέρος», έτσι κι έγινε. Ο πατέρας, βέβαια, όταν απολύθηκε, επέστρεψε στην κανονική του δουλειά, κάπου στο Μοναστηράκι, αν θυμάμαι καλά, και ξέχασε τελείως την ιστορία του Κούνδουρου, ώσπου κάποια στιγμή, όταν ο Νίκος ετοιμαζόταν να γυρίσει την πρώτη του ταινία, τη 'Μαγική Πόλη', τον φώναξε (.)».

Mετά από θεατρική παράσταση - ναύτης ο Θανάσης Βέγγος.
Μακρόνησος 1949



Ο συναγωνιστής.
Από τη μεριά του ο Νίκος Κούνδουρος, θυμάται: «Το Βέγγο τον γνώρισα στο Μακρονήσι. Ήμουνα σ' ένα βουνό επάνω και προσπαθούσα να στήσω ένα αντίσκηνο να κοιμηθώ, ανάμεσα στη μάζα του λόχου, στα τέσσερις χιλιάδες αντίσκηνα παρατεταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, ανάμεσα σε τέσσερις χιλιάδες ανθρώπους, τρομαγμένους και κουρασμένους. Πήγα στην κορυφή του βουνού, με την ευλογία της διοίκησης, να στήσω τη σκηνή μου και τη ζωή μου. Κι εκεί που καθόμουνα και χάζευα και κοίταζα πως ν' αρχίσω, μόνος τελείως, μ' ένα αντίσκηνο πεταμένο χάμου, μ' ένα σκεπάρνι και με πασσάλους, βλέπω μια σιλουέτα περίεργη, μέσα σ' αυτές τις φοβερές χλαίνες που μας δίνανε, τις βρώμικες, ξεσκισμένες. Καταφθάνει, κουβαλώντας σανίδια από κιβώτια κι ένα σφυρί. Έφτιαξε κάτι, μια κατασκευή, ένα επίπεδο με τις σανίδες, και μου λέει ξαφνικά: 'Συναγωνιστή -ευλογημένη λέξη, που τελικά έχει γίνει ρετσινιά- συναγωνιστή, θα πεθάνεις', λέει. 'Το βράδυ κάνει κρύο. Βάλε την κουβέρτα σου πάνω στα σανίδια.. Λέω: 'Εσένα τι σε νοιάζει αν πεθάνω εγώ; Κι εσύ θα πεθάνεις'. Ούτε γέλασε καν ούτε και δε γέλασε. Πήρε τη διαλυμένη σκηνή κι άρχισε να τη στήνει μέσα στους πασσάλους της. Τον χάζευα, σκεφτόμουνα πως αυτός ή τρελός είναι ή άγιος. Τέλος πάντων, το ίδιο κάνει. Έκανα διάφορες σκέψεις, αφηρημένος και κουρασμένος, αλλά έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μου με το Βέγγο.

Τρία υπαίθρια θέατρα χτίστηκαν στη Μακρόνησο από το 1947 μέχρι το 1950. Τα έχτισαν οι ίδιοι οι εξόριστοι για την «ιδεολογική αναμόρφωσή τους» με πέτρες που έσπαγαν μόνοι τους από το βραχώδες έδαφος.


Έμεινε μαζί μου όλα τα χρόνια της Μακρονήσου. Είχα χρεωθεί την κατασκευή ενός θεάτρου -ήμουν τριτοετής της αρχιτεκτονικής τότε. Πήγα στη διοίκηση και λέω: "Αυτόν το μισότρελο φαντάρο να μου τον δώσετε". Κι έτσι βρέθηκα να φτιάχνω το θέατρο με το Θανάση βοηθό. Στήσαμε τη σκηνή, ανεβάσαμε το πρώτο έργο, και να ο Βέγγος ηθοποιός και να ο Βέγγος πρωταγωνιστής και να ο Βέγγος αγαπημένος ολόκληρου του τάγματος, και να ο Βέγγος η ανακούφισή μας, η λύτρωση μας και το χαμόγελό μας».


Το λιγότερο που φοβήθηκε ήταν η Μακρόνησος. Πιο πολύ φοβόταν τη σκόνη!
Ο Τάσος Ζωγράφος μιλάει για την περίοδο της Μακρονήσου με τον Θανάση Βέγγο στη βιογραφία του «Τάσος Ζωγράφος: Σκηνικό ζωής» (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. «Εφεραν τον Θανάση Βέγγο στη Μακρόνησο τον Μάρτη του 1949. Ηταν νευρικός, αεικίνητος, αγχώδης με όλα. Ηταν όμως και καρτερικός και βοηθούσε. Το λιγότερο που φοβήθηκε ήταν η Μακρόνησος. Πιο πολύ φοβόταν τη σκόνη. Οχι τα μικρόβια. Στα μακαρόνια μέσα έκοβε ένα κρεμμύδι κι έτρωγε όσο περίσσευε από την καραβάνα του άλλου χωρίς να σιχαίνεται. Οταν έφυγαν οι πολιτικοί από τη Μακρόνησο, μας χάρισαν τα κρεβατάκια τους. Ενα βράδυ, λοιπόν, καθόμαστε σ' αυτά τα κρεβατάκια, είχαμε οικονομήσει δυο παγούρια κρασί και τα είχαμε πιει. Είχε σημάνει το σιωπητήριο, αλλά εμάς μας είχε πιάσει το κρασί κι αρχίσαμε το τραγούδι. Μαζί μας είχαμε τον Νίκο Χατζηνικολάου, που έκανε καριέρα τενόρου αργότερα. Με τον Θανάση, που ήταν θεατρόφιλος και γνώστης της θεατρικής κουλτούρας από τον πατέρα του, τραγουδούσαν κάτι από τον ''Βαφτιστικό''. Κι επάνω εκεί που τραγουδούσαν ντουέτο άνοιξε η μπάντα της σκηνής και φάνηκε ένα ζευγάρι αρβύλες σε πολύ καλή κατάσταση. Ηταν ξεκάθαρο πως έμπαινε μέσα αξιωματικός. Ο Θανάσης σταμάτησε αυτόματα το τραγούδι και λες και ήμασταν σε γύρισμα ταινίας, έκανε με τα μάτια του ένα κατακόρυφο πλάνο από τις μπότες έως το κεφάλι, συνοδεύοντάς το με τον ανάλογο ήχο. Είχε μπει μέσα ο Τριανταφύλλου, ο επονομαζόμενος και Σάμπας, διότι είχε ζητήσει από τον συνστρατιώτη Νίκο Παπαδόπουλο να του μάθει σάμπα. Ηταν κι αυτός στρατιώτης, αλλά είχε γίνει εξ απονομής ανθυπολοχαγός. Εννοείται πως δρούσε υπέρ της εξουσίας και όπως ήταν φυσικό, μας έβγαλε στην αναφορά.
Ο Θανάσης κι ο Νίκος ο Κούνδουρος κι εγώ πρωτοκάναμε τις πρώτες θεατρικές δουλειές στη Μακρόνησο. Η Μακρόνησος ήταν, για μένα και για το Θανάση, εφαλτήριο. Από κει κινήσαμε και κάναμε αυτό που κάναμε».

Όταν ο Αριστοφάνης -γνώρισε- τον Θανάση.
Ο σκηνοθέτης Γιώργος Μιχαηλίδης, είναι ένας ακόμη από αυτούς που μιλούν για το Θανάση Βέγγο, στο ντοκιμαντέρ του Γιάννη Σολδάτου. «Ο Βέγγος φέρνει μαζί του όλη την ιστορία της κωμωδίας, χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει απόλυτα, χωρίς να το ξέρει. Η καταγωγή του είναι από το αρχαίο θέατρο, την παντομίμα, φτάνει στο τσίρκο, το βωβό κινηματογράφο, Μπάστερ Κίτον, αδελφοί Μαρξ, μέχρι σήμερα», λέει ο Μιχαηλίδης. Και λίγο μετά, μιλώντας για τη συνεργασία μαζί του στην "Ειρήνη" του Αριστοφάνη, που ανέβηκε στην Επίδαυρο, λέει: «Εγώ είδα στο Βέγγο τον τέλειο αριστοφανικό ήρωα. Του ταίριαζε του Βέγγου αυτή η αίσθηση κι αυτή η λαϊκή κωμική διάσταση που έχει ο Αριστοφάνης στα έργα του».
Ο κριτικός Κώστας Γεωργουσόπουλος, από τη μεριά του, υποστηρίζει: «Ο αριστοφανικός ήρωας είναι αστείος δεν είναι χωρατατζής. Είναι άλλο πράγμα το αστείο που έχει σχέση με το άστυ και την αστική αντίληψη κι άλλο πράγμα το χωρατό που έχει σχέση με το χωριό και με το χοντρό χιούμορ. Ο Αριστοφάνης είναι Αθηναίος πολίτης κι ασχολείται με τους αθηναϊκούς θεσμούς, όπως ακριβώς ο Βέγγος είναι Αθηναίος πολίτης, Έλληνας πολίτης, μικροαστός ή αν θέλέτε λούμπεν προλετάριος, ο οποίος προσπαθεί όμως να ενταχθεί μέσα στη μικροαστική αντίληψη, να βρει την καλή, να πιάσει το κόλπο, να μπορέσει να επιβιώσει με χίλια μέσα, όπως ακριβώς κι ο Καραγκιόζης προσπαθεί να επιβιώσει μέσα στο Σαράϊ του Πασά(.)».

Στη σκιά του Θεάτρου των ...σκιών.
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν πως η παρουσία του Βέγγου έχει την αυθεντικότητα του Καραγκιόζη. Σύμφωνα με τον Κούνδουρο, «Ο Βέγγος κι ο Καραγκιόζης είναι πρωτοξάδεφοι. Γεννηθήκανε από την ίδια αστείρευτη πηγή που λέγεται λαός, έζησαν στον ίδιο γεννοβόλο χώρο που λέγεται Ανατολή. Είναι η φιλοσοφία τους το κυρίαρχο χαρακτηριστικό που ενώνει τον Καραγκιόζη με το Βέγγο, και η λαϊκοσύνη τους, επίσης».
Από τη μεριά του ο Πάνος Γλυκοφρύδης έχει διαφορετική άποψη: «Δεν πιστεύω πως έχει καμία σχέση με τον Καραγκιόζη. Δεν έχει δηλαδή αυτή τη λαϊκότητα του Καραγκιόζη, με το χοντρό καλαμπούρι, το χοντρό αστείο κλπ. Και κάτι άλλο: είναι σκιά ο Καραγκιόζης».
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Γρηγόρης Γρηγορίου: «Ο Βέγγος είναι κι αυτός ένας λαϊκός ήρωας όπως είναι κι ο Καραγκιόζης, αλλά μεταξύ τους δεν υπάρχει καμία ουσιαστική σχέση. Ο ένας είναι σκιά κι ο άλλος είναι άνθρωπος και μάλιστα σπαρταριστός άνθρωπος».
Και ο Γιώργος Λαζαρίδης: «Δε νομίζω ότι γεφυρώνεται πουθενά ο Θανάσης των ταινιών με τον Καραγκιόζη του Θεάτρου Σκιών. Είναι δύο γεωμετρικά αντίθετοι ήρωες, αντιήρωες. Ο Θανάσης είναι ο κινητικός, ο ακούραστός, αυτός που δε σταματάει σε κανένα εμπόδιο. Ο Καραγκιόζης είναι ο τεμπέλαρος, ο οποίος εν πάση περιπτώσει, κάνει μια αντίσταση αρνητική. Του Βέγγου η αντίσταση είναι ενεργητική(.)».
Ο Δήμος Αβδελιώδης, λέει πως: «Αν ο Καραγκιόζης εκφράζει τον οίστρο, την ετοιμότητα, την αμφισβήτηση απέναντι στην εξουσία αυτού του κόσμου, αλλά ταυτόχρονα κι αυτό το παιγνιώδες που αγκαλιάζει τη ζωή σφιχτά, τότε αυτό μπορούμε να πούμε ότι το έχει και ο Βέγγος. Τρέχει γιατί αν είναι η ζωή ένα ποτό, ας πούμε, θα πρέπει να το πιει μέχρι την τελευταία σταγόνα. Αν είναι ένα φύσημα αέρα, πρέπει να αφεθεί σ' αυτό το φύσημα μέχρι τέλους (.)».

Ένας άνθρωπος παντός καιρού... Ο πολύ επιτυχημένος τίτλος του ντοκιμαντέρ του Γιάννη Σολδάτου -ίδιος με εκείνον του βιβλίου του για το Βέγγο- ταιριάζει απόλυτα στον άνθρωπο στον οποίο αναφέρεται. Όσο για την ταινία, χαρακτηριστικό είναι το νευρώδες μοντάζ, που μόνον τέτοιο θα μπορούσε να είναι για να ακολουθήσει τους ρυθμούς του καταιγιστικού Θανάση Βέγγου. Παράλληλα με τα βήματα στη ζωή και την καριέρα του μεγάλου μας ηθοποιού ο Σολδάτος παρακολουθεί και την Ιστορία, παραθέτοντας επίκαιρα εποχής από τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν τη χώρα μας. Με τον τρόπο αυτό εκτός από τον ίδιο τον ήρωά του και τις ταινίες του, προσεγγίζει την Ιστορία, τοποθετώντας το Βέγγο μέσα σε αυτήν.
Χωρίς πλατειασμούς και με καλό σκηνοθετικό ρυθμό ο Γιάννης Σολδάτος δίνει ένα εμπεριστατωμένο πορτρέτο του Θανάση Βέγγου, μέσα από τις ταινίες του αλλά και μέσα από μαρτυρίες και αφηγήσεις προσωπικοτήτων. Εκτός από τους προαναφερθέντες, μιλούν στο ντοκιμαντέρ πολλοί ακόμη. Εμείς, αφού σας παροτρύνουμε να δείτε την ταινία, θα κλείσουμε με τα λόγια της ηθοποιού Βάσιας Τριφύλλη, γιατί μας αρέσουν: «Το να είσαι αριστερός δε σημαίνει η ψήφος που δίνεις, είναι ο τρόπος που ζεις. Και ο Θανάσης ζει σαν αριστερός»...

 




Mάτια γεμάτα εικόνες και ιστορίες...
Της Μαρίας Kατσουνάκη



«Δεν θα σας στοιχίσω τίποτα!», απάντησε στην πρόταση για γεύμα. «Δυστυχώς, δεν βγαίνω σχεδόν καθόλου από το σπίτι». Η συνάντηση πρωινή, στο διαμέρισμα της Ηπείρου, στην Αγία Παρασκευή, στον 4ο όροφο. Την πόρτα ανοίγει ο ίδιος ο Θανάσης Βέγγος και με αργά, προσεκτικά βήματα μάς οδηγεί στο καθιστικό. Ένας καναπές, δυο πολυθρόνες, με περιποιημένο λευκό - κρεμ προσκεφάλι. Παλιά συνήθεια, που υπογράμμιζε την έγνοια της νοικοκυράς για το σπίτι και για τα έπιπλα. Αισθητικά και πρακτικά (να μη φθαρεί η στόφα) παραπέμπει σε άλλες εποχές. Ένα μανουάλι, εικόνες, ποικίλα έπιπλα, ένας μεγάλος πίνακας με προσωπογραφία του Θανάση Βέγγου δεσπόζει. Ευχάριστη θέα από τα παράθυρα. Σπίτι που έχει διασχίσει αλώβητο τις δεκαετίες, με ζωή πυκνή, οικογενειακή. «Καθίστε όπου θέλετε», η προτροπή. «Να μη σας ξεβολέψω», λέω, καταλαβαίνοντας ότι η θέση του είναι δεδομένη. «Αστειεύεστε;», αποκρούει με ένα ανυπόκριτο αίσθημα φιλοξενίας και μου υποδεικνύει την αναπαυτική μπερζέρα.
«Φοβάμαι, ότι αυτόν τον καιρό, λόγω της ταινίας (σ. σ. εμφανίζεται στην "Ψυχή βαθιά" του Παντελή Βούλγαρη) έχετε εκτεθεί στον Τύπο περισσότερο από ό, τι αντέχετε», ξεκινώ διστακτικά, έτοιμη να κρατήσω σημειώσεις. Δύο πράγματα μπορούν (μπορούσαν) να προκαλέσουν πανικό στον Θανάση Βέγγο: η σκόνη, κατάλοιπο της Μακρονήσου, και τα δημοσιογραφικά μαγνητόφωνα. Στα 83 του, μοιάζει συμφιλιωμένος και με τα δύο.

Εσωτερικά χιλιόμετρα...
Όταν τον συναντήσαμε πριν από 10, περίπου, χρόνια, στα γυρίσματα της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη «Όλα είναι δρόμος», στο Δέλτα του Έβρου, αρνήθηκε το μαγνητόφωνο ευγενικά αλλά και αδιαπραγμάτευτα. Διηγιόταν, μιλούσε με ένταση, τόνιζε και «τράβαγε» τις συλλαβές, συνοδεύοντας με μικρές νευρώδεις κινήσεις, τινάγματα, στα χέρια και στο κεφάλι, κάθε επεισόδιο της ζωής του. «Έτρεχα σε όλη μου τη ζωή με 300. Αλλά δεν έκοψα ποτέ το νήμα γιατί συνεχώς μου το μετακινούνε. Όλο πλησίαζα και όλο μου το πήγαιναν λίγα μέτρα πιο κει.», έλεγε τότε. Τώρα, παίρνει θέση στον καναπέ, τα χιλιόμετρα που διανύει είναι εσωτερικά, ο χρόνος έχει αποκτήσει σχετικότητα, οι ημερομηνίες δηλώνονται κατά προσέγγιση. Δεν κρύβει τα προβλήματα υγείας, δέσμιος σε ένα σώμα που δεν ακολουθεί τις διαθέσεις του.
Η συζήτηση δεν υπακούει σε τυπικές προδιαγραφές. Οι φράσεις μπορούν να μένουν μισοτελειωμένες, να περνάμε από το ένα θέμα στο άλλο, να παρατηρούμε μαζί τις οικογενειακές φωτογραφίες, να γινόμαστε από δύο, τρεις όταν η σύζυγός του Ασημίνα εμφανίζεται για να σερβίρει, να διορθώσει διακριτικά μια ημερομηνία, να θυμηθεί την πρώτη τους συνάντηση.
Πώς να βάλεις εξάλλου σε μια σειρά πάνω από 120 ταινίες, θεατρικούς ρόλους, τηλεοπτικές εμφανίσεις, μια ζωή και ένα πρόσωπο πάνω στο οποίο αποτυπώνονται η πορεία της μεταπολεμικής Ελλάδας, η οδύσσεια του Νεοέλληνα που ελπίζει και αποτυγχάνει, που ονειρεύεται και απογοητεύεται. Αλλά συνεχίζει να πορεύεται.
«Ο Βούλγαρης, ο Κούνδουρος, ο Κατσουρίδης, έφεραν τη ζωή μου άνω κάτω. Ειδικά ο Κούνδουρος. Είμαστε μαζί στη Μακρόνησο. Μου είπε: "Θανάση, θα γυρίσω μια ταινία και θα σε βάλω να παίξεις". Τι λέει ο άνθρωπος; Σκέφτηκα. Ύστερα από χρόνια εμφανίζεται ο Κούνδουρος στην Καλλιθέα όπου δούλευα σε ένα πατάρι επισκευάζοντας τσάντες γυναικείες, πορτοφόλια και με έκανε ηθοποιό». 1954 και «Μαγική πόλη». Ο Θανάσης, όπως λέγεται ο ήρωας, είναι σπαρακτικά καλός. Τον πνίγει το δίκαιο του αδικημένου, δεν αντέχει τον θρίαμβο του άδικου.
Ο χρόνος κράτησε ανέπαφη αυτήν την πτυχή του Θανάση Βέγγου.
Εμφανίζεται διακριτικά η κυρία Ασημίνα Βέγγου. Με την άκρη του ματιού, έβλεπα τη φιγούρα της να πηγαινοέρχεται στα δωμάτια, ολοκληρώνοντας τις πρωινές δουλειές του σπιτιού. «Η γυναίκα μου», τη συστήνει υπερήφανα.
«Θα πάρετε κάτι;»
«Νερό, ευχαριστώ πολύ»
«Και καφέ, φέρε και καφέ», παρεμβαίνει ο οικοδεσπότης.
«Ο μόνος καφές που υπάρχει στο σπίτι είναι ελληνικός», συμπληρώνει εκείνη.
«Που λέτε, μη δω σκόνη και στραβό πράγμα», συνεχίζει ο Θ. Βέγγος ισιώνοντας την άκρη ενός σεμέν. «Η σκόνη στη Μακρόνησο ήταν άλλο πράμα. Από τα μαγειρεία, για να πας στο αντίσκηνο, ο αέρας έπαιρνε τα φασόλια από την κατσαρόλα και έμενε μόνο η σκόνη».
Πώς ήταν η καθημερινότητα στη Μακρόνησο; «Έπρεπε να σας δείξω μια φωτογραφία κάτω από την οποία ο Κούνδουρος έγραψε: "Το παρόν ονομάζεται φαντάρος"». Τι έπρεπε να διαθέτετε για να βγάλετε πέρα τη ζωή σας εκεί; «Αντοχή και ψυχραιμία. Ήταν πέντε τάγματα. Ήμουν στο δεύτερο. Πέρασαν πολλοί επώνυμοι άνθρωποι. Κάθε μέρα 11 με 12 πηγαίναμε στο βουνό της Μακρονήσου και μαζεύαμε αφάνες για τη φωτιά. Έπρεπε να μαζεύουμε τέσσερις με πέντε».

Η αλήθεια μιας εποχής...
Ο θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης Γιώργος Λαζαρίδης έχει αφηγηθεί το εξής περιστατικό: «Στις δοκιμές του "Τρελού του Λούνα Παρκ" (1970) ο Θανάσης έπρεπε κάποια στιγμή να σταματήσει τις τρεχάλες πάνω στη σκηνή για να τον παρακολουθήσει και ο θεατής. "Δάσκαλε, αδύνατο να φρενάρω. Είμαι ηθοποιός ανοιχτής θάλασσας, κατάλαβε το", έλεγε στον Μιχαηλίδη, τον σκηνοθέτη του. "Κι όμως Θανάση μου, στη σκηνή του μονολόγου που λες για τη ζωή σου πρέπει να κάτσεις σ' αυτό το σκαμνάκι και να συγκεντρωθείς. Αλλιώς, δεν βγαίνει συγκίνηση". Πράγματι στην πρόβα τζενεράλε ο Θανάσης κάθεται στο σκαμνάκι του μονολόγου και δίνει ρεσιτάλ. Κλαίγοντας τελείωσε. Όρθιοι χειροκροτούσαν. Τρέχει συγκινημένος και ο Μιχαηλίδης στα παρασκήνια. "Είδες Θανάση μου που είχα δίκιο;". "Δάσκαλε: Δεν βγήκε από το σκαμνάκι η συγκίνηση. Σκεφτόμουν ότι αύριο έρχονται κλητήρες και μου παίρνουν το σπίτι και δεν ξέρω πού να βολέψω τη Μίνα και τα παιδιά."».
Κάπως έτσι πορεύτηκε ο Θανάσης Βέγγος ως σήμερα: «Mακελεύοντας τη ζωή του». «Μακελεμένος λειτουργούσα. Βολεμένος ποτέ», έχει πει στο παρελθόν. Γι' αυτό και δεν έκανε ποτέ περιουσία. Γι' αυτό και αν και «πέρασαν πολλά χρήματα από τα χέρια του εξαφανίζονταν σε λίγους μήνες». Δούλεψε σκληρά για να επιβιώσει, βίωσε εξορίες και απώλειες. Ως «πολίτης β κατηγορίας» έκανε καριέρα. Δεν έχει καμία σχέση με τη δημοφιλία των σημερινών σταρ, με τις τηλεπερσόνες του περιφερόμενου ναρκισσισμού σε σημείο αυτισμού. Ο Θανάσης Βέγγος είναι φτιαγμένος από πραγματικά υλικά. Ζει αποτραβηγμένος, όχι από στυλ αλλά από ανάγκη. Όσο και να τον στριμώχνει η αδυναμία του να τρέξει, έχει ήδη διανύσει τόσα χιλιόμετρα που μπορεί να απολαμβάνει τη συντροφιά των οικείων του, χωρίς ενοχές. Δεκαετίες τώρα το έργο του παραμένει μοναδικό στην αυθεντικότητά του: Xαρτογράφησε, σε αυτήν την ξέφρενη πορεία του, τη μεταπολεμική Ελλάδα, το μελόδραμα και τη φαρσοκωμωδία, την παράγκα και το σεράι της.
Ο Αλέξης Δαμιανός είχε εύστοχα σχολιάσει ότι ο Θανάσης Βέγγος «έφερε με αξιοπρέπεια ακόμη και τον ευτελισμό του εμπορικού κινηματογράφου». Και η αλήθεια είναι ότι όταν έχεις γυρίσει πάνω από 120 ταινίες, δεν είναι δυνατόν να είναι όλες εφάμιλλες της «Μαγικής πόλης» και του «Δράκου».
Όμως, μπορεί να εμφανίζεται στην «Ψυχή βαθιά» σε μια μόνο σκηνή, ως παππούς που αναζητάει τη σορό του εγγονού, να λέει «δεν είναι πόλεμος αυτός, ντροπή είναι» και στο βλέμμα του να κλείνει την αλήθεια μιας εποχής.
Μας υποδέχτηκε στο διαμέρισμα της Ηπείρου με μια, απρόσμενη για τους καιρούς, καλοσυνάτη οικειότητα. Μας αποχαιρέτησε επιμένοντας να έρθει, μαζί με την κυρία Ασημίνα, ως την εξώπορτα. Και να περιμένουν μαζί μου το ασανσέρ. «Μα δεν υπάρχει λόγος.», ψέλλισα. «Βεβαίως και υπάρχει», παρατήρησε.

«Ήθελα να είμαι δουλευταράς. Να δουλεύω με ταχύτητες μεγάλες».

Η πιο χαρακτηριστική φράση της καριέρας σας είναι η προσφώνηση «Καλέ μου άνθρωπε..». Την πιστεύετε;
«Για όνομα του Θεού! Καθόλου.. Τότε, θα μου πείτε, γιατί το έλεγα...».

Έρχεται ο καφές δίνοντας χρόνο για ανασύνταξη. «Στην υγειά σας. Και στην υγειά της Ιωάννας (Καρυστιάνη) και του Παντελή (Βούλγαρη). Τους αγαπάμε πάρα πολύ», εύχεται η κυρία Ασημίνα, τακτοποιώντας στο μικρό τραπέζι που βρίσκεται στη μέση το κέικ (που είχα υποσχεθεί πως θα φέρω συμβάλλοντας στον πρωινό καφέ), κουλούρια, ένα μπολ με σοκολοτάκια υγείας. «Ο Παντελής μού έστειλε ένα σημείωμα ότι γυρίζει την ταινία και θα ήθελε να εμφανιστώ. Είκοσι πλάνα όλα κι όλα. Αλλά με ήθελε κοντά του. Μου λέει ο μικρός μου γιος, ο Χάρης, πατέρα ούτε να το συζητάς. Πρέπει να πας. Και πήγα. Παρά το γεγονός ότι έχω στην πλάτη μου αρκετά εγκεφαλικά επεισόδια...Θυμάστε και το ατύχημα με το τρένο; Γυρίζαμε με τη γυναίκα μου από την Κόρινθο. Εκείνη κινδύνεψε πολύ. Εκ των υστέρων κατάλαβα πόσο πολύ. Ότι είναι σήμερα καλά οφείλεται κυρίως σε έναν γιατρό που το πήρε προσωπικά και δεν έφυγε από δίπλα της.»

Πόσα χρόνια είστε μαζί;
45...
Πώς είπατε; Διορθώνει η κυρία Ασημίνα. Πενήντα δύο, παρακαλώ! Από τα 19 μου.

Πώς γνωριστήκατε;
Της πήγαινα πάγο στο σπίτι. Δούλευα σε γαλακτοπωλείο. Ανέβαινα το λόφο Σκουζέ με 100 χιλιόμετρα. Πιστέψτε με! Με τον πάγο στο χέρι. Η μία πόρτα άνοιγε, η άλλη έκλεινε. Είστε πολύ καλή, της έλεγα. Μακάρι να ήταν όλες οι πελάτισσες σαν κι εσάς.

Τι σας συγκίνησε πάνω του; Απευθύνομαι στη σύζυγο.
Τα ωραία πράσινα μάτια του. Η λάμψη από ευγένεια, καθαρότητα και καλοσύνη που εξέπεμπαν...
Ε, και τρέλα! Μια δόση τρέλας, υπήρχε, χαμογελάει ο Θ. Βέγγος.
Μισό αιώνα στον χώρο του θεάματος. Οι συνάδελφοί του σχολιάζουν την τόση εντιμότητα και αφοσίωσή του στην οικογένεια σχεδόν ως παραδοξότητα. Γι' αυτό και η ερώτηση «τι ρόλο έπαιξαν οι γυναίκες στη ζωή σας», απλώνει ένα ανεπαίσθητο κόκκινο στο πρόσωπό του.
Είμαστε 52 χρόνια μαζί. Μιλάμε για λατρεία.

Ναι, αλλά ασκείτε και ένα επάγγελμα που, ας πούμε ότι, δεν βοηθάει τις μακροχρόνιες σχέσεις, επιμένουμε.
Έχετε δίκιο. Αλλά για μένα ήταν αυτονόητο ότι θα περάσω με τη Μίνα. Δεν προλάβαινα κιόλας!

Χαλαρώνατε ποτέ;
Όχι! Τώρα μόνο, αναγκαστικά...

Τι σας ενοχλεί σε αυτό;
Ότι καταφθάνει η ώρα μηδέν...

[Η μέρα είναι φωτεινή. Κοιτάει έξω από το παράθυρο, στο βάθος του ορίζοντα. Τρώει με προσοχή λίγο κέικ. Η παύση, αναγκαία. Η κυρία Ασημίνα έχει αποσυρθεί στα ενδότερα. Η στιγμή δεν έχει ούτε αμηχανία, ούτε αγωνία, ούτε αιχμές. Μόνο ησυχία.]

Ποιο ήταν καύσιμο για τη δική σας μηχανή; Το δικό σας «κάρβουνο» για να συνεχίσετε;
Απαντά χωρίς να σκεφτεί:
Δεν είχα ποτέ φιλοδοξία να γίνω καλός ηθοποιός. Ήθελα να είμαι δουλευταράς. Να δουλεύω με ταχύτητες μεγάλες.

Ήταν, άραγε, κάτι που ήθελε να αφήσει πίσω του ή κάτι που επιδίωκε να συναντήσει μπροστά του; Διατυπώνω περισσότερο μια σκέψη παρά ερώτηση. «Αφήνω σε εσάς την απάντηση», αποκρίνεται στον ίδιο τόνο.
Κάτι είχε η φάτσα μου που έφερνε τον άλλον κοντά μου. Ίσως, όταν έπεφτε η ματιά τους επάνω μου, ήξεραν ότι είμαι ένας πολύ εντάξει άνθρωπος. Υπήρξαν και άνθρωποι που επέμεναν να με αποκαλούν «κύριε Βέγγο». Ε, εκεί γινόμουν έξω φρενών! Μα, Θανάση με λένε! Είναι δυνατόν να με φωνάζετε κύριε Βέγγο; Ένας λαϊκός άνθρωπος ήμουν.

[Είναι στιγμές που το βλέμμα του υγραίνεται. Γεμίζει από εικόνες, ιστορίες, συναντήσεις. Δεν το δηλώνει ευθέως, αλλά κουράζεται. Θα καταρρεύσει προκειμένου να μη γίνει αφιλόξενος. Καταλαβαίνω γιατί σηκώνει το τηλέφωνο ο μικρότερος γιος, ο Χάρης, δημιουργώντας έναν προστατευτικό κλοιό γύρω από τον πατέρα του.]

Τι δεν αντέχετε περισσότερο;
Την υποκρισία και την ψυχική μιζέρια. Αυτό, το εσωτερικό στρίμωγμα στους ανθρώπους.

Ποιο είναι το μεγάλο δώρο που πήρατε από τη ζωή;
Πείνασα πολύ κι εγώ και η οικογένειά μου. Πολλά χρόνια. Μην κοιτάτε πού μένω τώρα. Γεννήθηκα στο Νέο Φάληρο, το '27. Για μια 20ετία η φτώχεια ήταν πολύ μεγάλη. Στην αρχή, με τη γυναίκα μου, μέναμε σε ένα δωμάτιο.

Έχετε περάσει και καλά στη ζωή σας όμως;
Ναι, ασφαλώς, Απέκτησα δυο γιους, τον Βασίλη, πενήντα ετών, και τον Χάρη, 40. Από τον Βασίλη έχω δύο εγγόνια που λατρεύω. Την Αγγελική και τον Θανασάκο.

[Στις φωτογραφίες απέναντι, χαμογελούν αφοπλιστικά. Και από το διπλανό τραπέζι, από τον τοίχο, παντού, συντροφεύουν τον παππού όταν δεν είναι κοντά του.]

Τι κρατάτε από τη ζωή σας;
Ότι με αγάπησαν 4 εκατομμύρια άνθρωποι και με μίσησαν τρεις. Νομίζω ότι δεν θα είναι παραπάνω.

[Η συνάντηση. Το πρωινό στο σπίτι του Θανάση Βέγγου, στην οδό Ηπείρου, στην Αγία Παρασκευή, περιλάμβανε ελληνικό καφέ, κέικ βανίλιας, κουλουράκια πλεγμένα πλεξίδα, σοκολατάκια υγείας, που υπήρχαν ήδη πάνω στο τραπέζι. Και μια διάχυτη, ανεπιτήδευτη, ευγένεια...]
(Συνέντευξη στην Εφημερίδα Καθημερινή στις 01/11/2009).

 




Ο Αριστοφανικός Θανάσης Βέγγος
Της Μυρτώς Λοβέρδου

Επίδαυρος 1995. Τρυγαίος στην Ειρήνη του Αριστοφάνη.

Γενειοφόρος. Ο Θανάσης Βέγγος με γένια. Μια εικόνα διόλου συνηθισμένη. Κάθεται. Άλλη μια εικόνα ασυνήθιστη. Γιατί ο Θανάσης Βέγγος συνήθως τρέχει. Και αυτή τη φορά όμως θα τρέξει. Για την ειρήνη. Για την ειρήνη των «Αχαρνέων» του Αριστοφάνη. Σε μια παράσταση σαν γιορτή, σ' ένα πανηγύρι. Για δεύτερη φορά, τρία χρόνια μετά, θα κατεβεί στην Επίδαυρο (3-4 Ιουλίου). Για δεύτερη φορά θα ερμηνεύσει έναν αριστοφανικό ήρωα. Τότε ήταν ο Τρυγαίος από την «Ειρήνη». Τώρα είναι ο Δικαιόπολις στους «Αχαρνής».
Υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Γιώργου Μιχαηλίδη ο Θανάσης Βέγγος θα αλλάξει την εικόνα του. «Σχεδόν ο ίδιος μου πρότεινε την αλλοίωση της εικόνας του. Κατάλαβε αμέσως τι θέλω και ήταν πρόθυμος να το κάνει» λέει ο σκηνοθέτης. «"Με βάζεις να λέω τη λέξη ψ... πενήντα φορές. Δεν έχει συνηθίσει ο κόσμος να τα ακούει αυτά από τον Βέγγο", μου είπε» συνεχίζει ο σκηνοθέτης. «Κι εγώ του απάντησα ότι δεν με ενδιαφέρει ο μύθος Βέγγος αλλά ο ηθοποιός Βέγγος, τον οποίο εκτιμώ και θαυμάζω βαθύτατα. Και συμφώνησε μαζί μου. Ήταν έτοιμος να καταλάβει».
Στο Θέατρο Νταμάρι των Βριλησσίων αλλά και στο Ανοιχτό Θέατρο του Γκύζη συνεχίζονται οι πρόβες των «Αχαρνέων», δύο εβδομάδες σχεδόν προτού κάνουν πρεμιέρα στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Ο Θανάσης Βέγγος πάει πάντα πρώτος και περιμένει να αρχίσουν. Προβάρει τα λόγια του με τη βοήθεια του ηθοποιού Θόδωρου Σταυρόπουλου. Δεν του είναι ιδιαίτερα εύκολη υπόθεση η αποστήθιση του ρόλου. Σηκώνεται, κάθεται, κάνει δύο - τρεις βόλτες, μιλάει με τους συναδέλφους του. Λιγομίλητος, ως συνήθως. Πλησιάζει τον Γιώργο Μιχαηλίδη, αναρωτιέται για την ώρα που θα αρχίσουν την πρόβα. Έχει αγωνία. Και το λέει: «Αυτή την περίοδο είναι δύσκολο να είμαστε καλά. Ο πυρετός της πρόβας είναι στο 39 αυτές τις μέρες. Τι αλλάζει που έχω πάρει το βάπτισμα της Επιδαύρου; Έχω πάλι τρακ. Όχι στον βαθμό της προηγούμενης φοράς». Τον ρωτάω: «Και ο Δικαιόπολις πώς είναι;». Απαντά άμεσα: «Τώρα μου παίρνετε συνέντευξη;» Όχι, μόνον ερωτήσεις. Γελάει δυνατά. Επανέρχεται στο άγχος του. Αγωνιά γιατί δεν είναι έτοιμο ακόμη το φροντιστήριο, γιατί λείπει το σκηνικό, λείπουν τα κοστούμια. Λείπουν όμως και οι γυναίκες από την παράσταση, αφού ο θίασος των «Αχαρνέων» αποτελείται αποκλειστικά από άνδρες. «Για μένα πάντως είναι χειρότερα όταν λείπουν οι γυναίκες». Μοιάζει πρόθυμος να μιλήσει, αλλά φοβάται. Έχει «τρεις χιλιάδες λόγους» για να μην ξαναμιλήσει σε δημοσιογράφο. Μια παλιά ιστορία που τον πίκρανε, τον έκανε να ορκισθεί ότι δεν θα ξαναδώσει συνέντευξη. Ας είναι.
Μετρά τις μέρες ως την πρεμιέρα της Επιδαύρου, υπολογίζει πόσο καιρό θα κάνουν πρόβες στα Βριλήσσια, πότε θα κατεβούν στην Επίδαυρο, πότε είναι η τζενεράλε. Νιώθει έτοιμος για τη μεγάλη κάθοδο στην Επίδαυρο; «Ποτέ μου δεν αισθάνθηκα έτοιμος, ποτέ. Σε ό,τι και αν έκανα. Μια ζωή στην τσίτα ήμουν. Δεν ηρεμώ ποτέ. Είμαι της... αγχωτικής κωμωδίας εγώ. Όπως μου το είχε γράψει ο Γιάννης Σολδάτος. Το άγχος είναι η σπεσιαλιτέ μου. Μόνο στον άλλο κόσμο θα ηρεμήσω». Και το γέλιο, το γέλιο που ο ίδιος σκορπούσε και σκορπά δεν του προσφέρει ηρεμία; «Ποιο γέλιο;» αναρωτιέται. «Δεν βλέπω γέλιο, μόνο χαμόγελα βλέπω. Σήμερα πλέον ο κόσμος δεν γελάει με τίποτε. Έχει πολλά προβλήματα. Δεν γελάει όπως γελούσε. Έχει ανάγκη να γελάσει και μεγαλύτερη από παλιά, αλλά δεν γελάει. Είναι πικραμένος ο κόσμος. Δεν νομίζετε κι εσείς;» με ρωτάει. «Του δίνουμε αυτό που του χρειάζεται του κόσμου;» επανέρχεται. «Δεν νομίζω. Έχουν αλλάξει πολλά πράγματα...».
Ο Γιώργος Μιχαηλίδης ξέρει καλά τον Θανάση Βέγγο. Γι' αυτό και ο ηθοποιός τον εμπιστεύεται και πορεύεται μαζί του στην αριστοφανική κωμωδία. «Είναι ο πιο υπάκουος ηθοποιός από όλους. Σε κοιτάει και είναι πρόθυμος να κάνει ό,τι του πεις» λέει ο σκηνοθέτης και φίλος του. «Και φυσικά δεν έχει καμία αίσθηση του σταρ. Δεν πουλάει τίποτε. Είναι ο εαυτός του. Κάθε πρόβα, κάθε παράσταση είναι για εκείνον όπως η πρεμιέρα». Σε αυτή τη δεύτερη συνεργασία τους ο Μιχαηλίδης ξέρει καλά τι ζητεί από τον πρωταγωνιστή του. «Η προσπάθειά μας είναι να ακούσουμε τον Δικαιόπολι. Δεν θέλουμε να ξεκινάμε από τον Βέγγο προς τον Δικαιόπολι, αλλά το αντίστροφο. Αυτή η αλλαγή πορείας είναι και πιο σημαντική και πιο θεατρική. Χωρίς να αλλοιώσει ο Βέγγος τον εαυτό του, ούτε να παραμορφώσει τους κώδικές του ή να τους αρνηθεί, αλλά βάζοντας σε προτεραιότητα τον Δικαιόπολι. Τι απαιτεί ο Δικαιόπολις; Αυτό θα κάνουμε. Είναι ένας θεατρικός και σωστός δρόμος. Όλες αυτές οι αντιδράσεις γίνονται όμως με βεγγέικο τρόπο. Είναι απαιτήσεις του ρόλου. Για να ανταπεξέλθεις σε όλα αυτά απαιτείται μια ηρεμία, πνευματική και ψυχική. Μόνος και πανικόβλητος δεν σώνεσαι. Δεν πρέπει να είσαι βέβαιος αλλά ούτε και πανικόβλητος. Τώρα που είναι η δεύτερη φορά του, νιώθει πιο καλά. Ξέρει ότι έκανε μια δοκιμή και αυτή η δοκιμή πέτυχε. Τώρα ξέρει πιο πολύ ότι του ταιριάζει ο Αριστοφάνης. Και αυτό τον καθησύχασε. Έτσι δουλεύουμε πιο ήρεμα». Από το 1995 που συνεργάστηκαν στην «Ειρήνη» ο Μιχαηλίδης του είχε μιλήσει για τους «Αχαρνής». Ο Βέγγος δεν ήξερε αυτή την κωμωδία, τη διάβασε και συμφώνησε. Έτσι επανήλθαν.
Στην πρόβα όλοι μιλάνε για την καλή του διάθεση και για τη δυνατότητά του να δημιουργεί ένα τελείως άλλο κλίμα. Σε αυτό συνέβαλε και ο ίδιος ο σκηνοθέτης που ήξερε, καλύτερα από την πρώτη φορά, πώς να συνεργασθεί με τον Βέγγο στον Αριστοφάνη. Οι δυο τους όμως γνωρίζονται πολλά χρόνια. Στο παρελθόν ο Μιχαηλίδης του έγραφε νούμερα, τον σκηνοθετούσε. Έτσι έμαθε τον «βεγγέικο» τρόπο του.
«Στις πρόβες γελάμε πολύ. Ο Βέγγος είναι από μόνος του ευρηματικός, μεγάλο ταλέντο» λέει ένας από τους ηθοποιούς του Χορού, ο Ηλίας Σκούφης. «Ότι βλέπαμε μικροί στις ταινίες και γελούσαμε τώρα το βλέπουμε μπροστά μας. Κι εφόσον ο σκηνοθέτης μάς ζητεί και αυτοσχεδιασμό, καταλαβαίνει κανείς τι κάνει εκεί ο Βέγγος». Και ο Δημήτρης Πιατάς, ο οποίος υποδύεται τον Λάμαχο στην παράσταση, προσθέτει: «Είναι πρόκληση να παίζεις με τον Βέγγο. Είναι σαν στούντιο. Ο Βέγγος αποτελεί ένα παιδικό μου ίνδαλμα. Το κακό είναι ότι εγώ μεγάλωσα ενώ ο Βέγγος παρέμεινε παιδί. Μας δίνει ένα μάθημα ο Βέγγος για το πώς ο χρόνος δεν είναι φθορά. Για το πώς θα μείνουμε αναλλοίωτοι κρατώντας τον αυθορμητισμό μας. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα».
Βλέποντας τον να υποδύεται τον Δικαιόπολι εύκολα κανείς αναρωτιέται γι' αυτή την πορεία του Βέγγου, που ίσως ήρθε αργά. Είναι 73 χρόνων. Άραγε μετάνιωσε για πράγματα που έκανε; Όπως λένε όσοι τον ξέρουν, δεν έχει μετανιώσει σε τίποτε για ό,τι έκανε στον κινηματογράφο. Στο θέατρο μάλλον ναι. «Είναι όμως κάτι που δεν το συζητά ποτέ και με κανέναν» λέει ο Γιώργος Μιχαηλίδης.«Ο θρίαμβός του στην Επίδαυρο όμως ήταν τέτοιος πριν από τρία χρόνια που δεν μπορεί να μην επηρεάστηκε και να μη σκέφτηκε τα πράγματα που θα μπορούσε να είχε κάνει». Από τότε πέρασαν τρία χρόνια. Τι έκανε ενδιαμέσως; Εκτός από ένα καλοκαίρι που έπαιξε στο «Δελφινάριο» και εκτός από την ταινία του Παντελή Βούλγαρη, στην οποία συμμετείχε, δεν τον είδαμε αλλού. Πήγαινε όμως συστηματικά στις πρεμιέρες του Ανοιχτού Θεάτρου και οι υπόλοιπες ασχολίες του ήταν εκείνες ενός συνηθισμένου ανθρώπου. Κύριο μέλημά του είναι τα δύο σπίτια που ετοιμάζει για καθέναν από τους γιους του.
«Το θετικό με τον Βέγγο είναι ότι, ενώ είναι ενστικτώδης, οι επιλογές του ήταν συνειδητές. Γι' αυτό και έγινε μεγάλος κωμικός. Οι άλλοι κωμικοί έφτιαξαν έναν τύπο. Ο Βέγγος έχει φτιάξει ένα πλάσμα κατασκευασμένο από όλα τα μέλη της ιστορίας της κωμωδίας. Και αυτό ήταν συνειδητό» τονίζει ο Γιώργος Μιχαηλίδης. «Ο θαυμασμός του απέναντι στον Τσάρλι Τσάπλιν, στον βουβό κινηματογράφο, στο τσίρκο, στον Μπάστερ Κίτον είναι συνειδητός. Αυτά τα είδη όμως κατάγονται από πολύ παλιά. Και ξαφνικά βλέπεις μέσα στον Βέγγο κωδικοποιημένη όλη την ιστορία της κωμωδίας, των κωμικών. Ως ένα βαθμό ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Η τρέλα του είναι συνειδητή. Καμία τρέλα εξάλλου και μάλιστα καλλιτεχνική δεν είναι εύκολη». Άλλωστε και ο ίδιος, μέσα στην απλότητά του, μοιάζει δύσκολος άνθρωπος, με μια ιδιαίτερη ευφυΐα. «Είναι όμως έντιμος» επανέρχεται ο Γιώργος Μιχαηλίδης. «Δεν θα σου κάνει καμία ατιμία, δεν θα σε κλέψει, δεν θα σε γελάσει. Αυτό το ήθος το έδωσε βέβαια στον ήρωα του. Γιατί είναι ίδιος ο εαυτός του».

 




Τράβηξα κουπί στην ζωή μου...
Της Ευάννας Βενάρδου



Έχοντας εδώ και χρόνια προσωπικό σύνδεσμο μαζί του, ο Γιάννης Σολδάτος, εκδότης του «Αιγόκερου» και ιστορικός κινηματογράφου, επιχείρησε τελικά το μεγάλο βήμα: να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους για το «σύμβολο του κατατρεγμένου Ελληνα», που τόσο γενναιόδωρα σκόρπισε και σκορπίζει το γέλιο, αλλα τόσο πεισματικά αρνείται να μιλήσει δημόσια για τον εαυτό του.
Συνήθως άλλοι μιλούν γι' αυτόν. Οπως στο «Ενας άνθρωπος παντός καιρού» του Σολδάτου, που θα κάνει πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (15-21/3), πριν βγει στις αίθουσες και κυκλοφορήσει σε DVD: μιλάει ο γιος του Βασίλης, συμπρωταγωνίστριες, συνεργάτες και φίλοι του: από τον Βούλγαρη και τον Αγγελόπουλο μέχρι τον Κατσουρίδη και τον Αβδελιώδη (που τώρα ετοιμάζει μαζί του ταινία, το «Πρόβα στην τρικυμία»). Μεταξύ άλλων και ο Σπαθάρης που στήνει στην ταινία μια παράσταση με τον Βέγγο ήρωα του Καραγκιόζη!
Το μεγαλύτερο όμως δέλεαρ αυτού του ντοκιμαντέρ είναι ότι εδώ μιλάει και ο ίδιος. «Δεν θα καθόταν ποτέ να μιλήσει στην κάμερα», διευκρινίζει ο σκηνοθέτης. «Τον είχα όμως τραβήξει παλιότερα σε διάφορες φάσεις, καθώς συνομιλούσε με τον Αβδελιώδη, με φίλους...». Σαν να στήνει η κάμερα αυτί σε κουβέντες του, καθώς κάθεται στο σαλόνι του σπιτιού του, και τα λέει με φίλους του.
Παρακολουθώντας την ταινία, αισθάνεσαι πως ο Βέγγος είναι ένας σεμνός και χαμηλών τόνων άνθρωπος που διακατέχεται από μια βαθιά μελαγχολία. Εκφραστικότατος στις περιγραφές του, τις διανθίζει με απίστευτες κινήσεις των χεριών, τα οποία, συχνά, με έμφαση, ακουμπά στο κεφάλι του. Ομως δεν γελά σχεδόν ποτέ -το δάκρυ μάλλον του 'ρχεται ευκολότερα. Τα μάτια του, έξυπνα, θλιμμένα και σοβαρά, κοιτούν με ένταση... «Μακελάρισμα...» είναι μια λέξη που επαναλαμβάνει συχνά, με ευδιάκριτη πίκρα, αναφερόμενος στην οικονομική καταστροφή που υπέστη η εταιρεία του «ΘΒ-ταινίες γέλιου» πριν από χρόνια.


Παραθέτουμε αυτούσια μερικά από τα λόγια του:

Για την απόφασή του να γίνει ο ίδιος παραγωγός των ταινιών του και τη χρεοκοπία του:
«Εγώ ποτέ δεν μπορούσα να λειτουργήσω σαν ηθοποιός, να βγάλω αστείο, όταν ήμουν βολεμένος, όταν είχα λεφτά (...) Κι όταν έγινε εκείνο το οικονομικό μακελάρισμα, που ναυάγησα, ήρθε ο Τεγόπουλος (σ.σ. ο παραγωγός Απόστολος Τεγόπουλος της Κλακ Φιλμ), και είπε: "Τι ταινίες του Βέγγου εγώ ν' αγοράσω τώρα (...)". Και προβλέπει δηλαδή πως ο Βέγγος σ' ένα εξάμηνο δεν θα υπάρχει. Μπροστά μου το' πε (...) Αλλεπάλληλες σφαγές. Μιλάμε για σφαγές...».

Για την υπερκινητικότητά του και την τελειομανία του:
«Κι έβλεπες έναν αφηνιασμένο Βέγγο να τρέχει σαν τρελός και γύρω γύρω ήρεμους ανθρώπους (...). Να φωνάξουμε "αέρα" και να ορμήσουμε. Αν δεν γίνει μια γιούρια απ' όλους μας (...). Πάθος, και τέτοια προσπάθεια που κατέβαλλα στο γύρισμα αυτών των ταινιών. Αυτές τις απλοϊκές ταινίες, τις πολύ απλοϊκές δηλαδή... Ημουν αφηνιασμένος, αφηνιασμένος (βάζει τα χέρια στο μέτωπο)».

Για τη σκηνή στον «Φαλακρό Πράκτορα», όπου του λένε «κάνε ποντίκι!», κι αυτός εμφανίζει στο μπράτσο του ένα αληθινό:
«Τι τραβήξαμε. Τριάντα φορές το πλάνο, μέχρι να κάτσει το ποντίκι (δείχνει το μπράτσο του), το οποίο γλίστραγε κι έπεφτε».

Για το θρυλικό περασμά του μέσα από ένα τζάμι στον «Παπατρέχα»:
«Τέτοια ιστορία σου λέω. Τέσσερα χιλιοστά τζάμι, τι μου λες τώρα. Τέσσερα χιλιοστά».
- Και πώς δεν κόπηκες;
«Αν δεν το περάσεις με ταχύτητα δεν γίνεται τίποτε».
- Αυτό ήταν σχεδιασμένο να γίνει;
«Τι σχεδιασμένο; Οχι, μου 'ρθε να περάσω μέσα από το τζάμι και πέρασα».
Στην ίδια ταινία:
«Εχω παντρέψει τις πέντε αδερφές μου και μένει η έκτη. Ομως η θεία (η Ταϋγέτη) είναι ανύπαντρη. Παθαίνει κρίση, ανεβαίνει τη σκάλα στην ταράτσα και πάει ν' αυτοκτονήσει. Εγώ προσπαθώ να την προλάβω, μου ξεγλιστράει η θεία κι εγώ πρέπει να πέσω και να κρεμαστώ από τον πέμπτο όροφο. Κι εκεί ξαφνικά ανοίγει μια μπαλκονόπορτα και εμφανίζεται ο Γιαλούρης -ο πιστός μου (βάζει το χέρι στην καρδιά), γενικών καθηκόντων. Και μου λέει: "κύριε Βέγγο να σας πω κάτι που το θεωρώ απαραίτητο να σας το πω;" (γελάει εδώ, αλλά μετά το βλέμμα του σκοτεινιάζει): "Διαμαρτυρήθηκε το πρώτο γραμμάτιο της Κόντακ! (...)"».

Αλλά δεν διαμαρτύρονταν μόνο τα γραμμάτια:

«Και ο διαχειριστής είχε έρθει για έκτη φορά να πάρει τα κοινόχρηστα, (...), αλλά χωρίς φιλμ πώς θα γυρίσω;».

Για τα κλασικά ηχητικά εφέ του:
«Τα περισσότερα ήταν από Σπάικ Τζόουνς. Μου έβαζε τον δίσκο, κι έτσι όπως λαγοκοιμόμουν (κλείνει τα μάτια), του έλεγα: "Οχι, παρακάτω... Προχώρα, προχώρα, προχώρα..." και, ξαφνικά (γουρλώνει τα μάτια) ..."αυτό είναι!" Και πεταγόμουν (ενθουσιασμένος, κρατά το κεφάλι του με τα χέρια). Τέτοιο πάθος...».

Για το θεατρικό «Ο τρελός του λούνα παρκ» σε σκηνοθεσία Κωστή Μιχαηλίδη:
«Είχα φέρει φοβερές αντιρρήσεις... Επρεπε να κάτσω σ' ένα σκαμνί. Αποκλείεται! Βάλε με όρθιο, άσε με εκεί στο τηλέφωνο, άσε με στο σκοπευτήριο, βάλε με στην κολώνα».
«Εγώ είμαι ηθοποιός ανοιχτής θαλάσσης, αν δεν τρέξω δεν μπορώ να παίξω», θυμάται ο Γιώργος Λαζαρίδης πως είχε πει τότε ο Βέγγος.
Τελικά;
«Εγινε σφαγή επί μια εβδομάδα μέχρι να βρούμε άκρη. Τελικά είχε δίκιο. Κάθησα (αναστενάζει). Ελεγα μια φράση: "Γλυκέ πιτσιρικά...". Για τον γιο μου τον μικρό που ήταν πέντε μηνών (δακρύζει). Μόλις έλεγα αυτή τη φράση φτιαχνόμουν και με αναφιλητά έλεγα τον μονόλογο -για τον πατέρα μου (συγκινείται) που επί Γερμανών... Και στο τέλος σταμάτησα να λέω αυτήν τη φράση γιατί... (δακρύζει και δεν συνεχίζει)».

Αλλά δεν έρχονταν όλοι για να τον χειροκροτήσουν:
«...Δεκατρείς θεατές ήταν κάτω και είκοσι δικαστικοί κλητήρες που περίμεναν ν' αρπάξουν την είσπραξη μόλις τελειώσει η παράσταση (...).
Οι 2 σκηνές του Παρκ και του Αμιράλ είχαν σαπίσει από τον δικό μου ιδρώτα (τρίβει τα μάτια του). Το μακελάρισμα...»

Για την «Εαρινή σύναξη των αγροφυλάκων» του Αβδελιώδη:
«Ξεκινά η ταινία και τρελαίνομαι. Τρελαίνομαι τελείως! Οταν βλέπω αυτά τα ηλιοτρόπια και τα καρπούζια, και βλέπω αυτές τις φιγούρες των αγροφυλάκων. Ρε γαμώτο λέω, γιατί δεν με φώναξε να τον κάνω εγώ;».

Για τη βραδιά προς τιμήν του στον Κορυδαλλό:
«Καλοί μου άνθρωποι... Πρέπει να κουραστήκατε απ' αυτήν την ακατάσχετη βεγγολογία -εγώ πάντως κουράστηκα. Το χάρηκα, αλλά κουράστηκα. Ειλικρινά δεν πιστεύω ότι έκανα πάρα πολύ σπουδαία πράγματα στην καριέρα μου. Για ένα πράγμα όμως σας διαβεβαιώ: ότι στη γαλέρα της ζωής μου τράβηξα άγριο κουπί» (κλαίει).

 




Ένας άνθρωπος παντός καιρού
Του Γιάννη Σολδάτου



Ο αρχαίος Έλλην ήταν ωραίος, αθλητικός, με νουν και σώμα υγιές, ο διαχρονικός Έλληνας είναι ωραίος σαν Έλληνας, σαν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τον Αθανάσιο Διάκο, σαν τον Σίμωνα Μπολιβάρ, ο Νεοέλληνας πώς είναι; Σαν τον Θανάση Βέγγο: σκονισμένος.
Ο ρόλος του Βέγγου ερμηνεύεται σε σχέση με την ανάγκη που πέρασε τον Θανάση από τη γή στην οθόνη κι εκεί τον καθιέρωσε: την ανάγκη του κόσμου να έχει απέναντί του έναν δίμορφο Θανάση. Το ρεαλιστικό φουκαρά, μια και τον άλλον τον υπερρεαλιστή, τον εκδικητή της πολύπαθης περιπλάνησής του. Ανάγκη τυφλή όπως αυτή που γέννησε, μετά από αιώνες, τον Θανάση τον Νεοέλληνα. Πάντως, ο Βέγγος είναι δημιούργημα μιας τέτοιας ανάγκης και, κατά συνέπεια, επαναφέρει και διακωμωδεί τα τραγικά συμβάντα της φυλής. Εύκολα μπορεί στη μυθοπλασία των ταινιών του, να ξεχωρίσει το Καλό από το Κακό (κύριο χαρακτηριστικό στο χαρακτήρα του Θανάση) σύμφωνα με την παραδοσιακή ηθική, μα η παραπέρα εξέλιξη του μύθου δεν αφήνει περιθώρια συνθέσεων, παράθυρα λύσεων. Βαδίζει μέσα από συνεχείς συγκρούσεις σ' ένα κοινωνικά στάσιμο πεδίο. Μόνη λύση η υπέρβαση, με το σύστημα των δικών του αυτοματικών λειτουργιών ή ακολουθώντας ενστικτώδικα τα τυχαία συμβάντα που διέπονται από βουλές αγνώστων θεών.



Ένα βιβλίο...
Το «Ενας άνθρωπος παντός καιρού» αναφέρεται στη ζωή και στο έργο του ταλαντούχου ηθοποιού Θανάση Βέγγου (σε αυτόν ανήκει η ιδέα του τίτλου), δεν είναι ωστόσο βιογραφία, αυτοβιογραφία, δοκίμιο ή μελέτη. Ο Γιάννης Σολδάτος (Λευκάδα, 1952), ιδρυτής του εκδοτικού οίκου Αιγόκερως, σεναριογράφος και σκηνοθέτης, συγγραφέας μυθιστορημάτων, διηγημάτων, καθώς και της πολύτομης Ιστορίας του ελληνικού κινηματογράφου αλλά και της κριτικής βιογραφίας του Αλέξη Δαμιανού και του Ζαν Λυκ Γκοντάρ, σε τούτο το βιβλίο επιχειρεί μια πρώτη προσέγγιση του ανθρώπου και ηθοποιού Βέγγου. Ο ίδιος ο καλλιτέχνης, αποφεύγοντας συνειδητά να αναμειγνύεται στα θεωρητικά, κριτικά ή δημοσιογραφικά κείμενα που τον αφορούν, δεν συμμετείχε με οποιονδήποτε τρόπο στο εγχείρημα, απλώς πρόσφερε στον συγγραφέα τη συνδρομή του στη συγκέντρωση του υλικού. Το βιβλίο αποτελείται από μια κριτική παρουσίαση του ηθοποιού με τίτλο «Θανάσης ο νεοέλληνας και Θανάσης Βέγγος», ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα, μια σύντομη κριτική θεώρηση ή παρουσίαση των 100 και πλέον ταινιών στις οποίες συμμετείχε, αποσπάσματα από συνεντεύξεις του, κείμενα και κριτικές των Μαργαρίτας Παπαγεωργίου, Νίκου Κούνδουρου, Ντίνου Κατσουρίδη, Γιώργου Λαζαρίδη, Κώστα Χατζηχρήστου, Ντίνου Δημόπουλου, Γρηγόρη Γρηγορίου, Κώστα Γεωργουσόπουλου, Γιώργου Σαββίδη, Μιρέλλας Γεωργιάδου, Γιάννη Μπακογιαννόπουλου, Ζαννίνο, Τάκη Παπαγιαννίδη, Κώστα Σταματίου, Γιώργου Πηλιχού, Διαμάντη Λεβεντάκου, Κώστα Πάρλα, Ερρίκου Θαλασσινού, Αντώνη Μοσχοβάκη, Χρήστου Βακαλόπουλου, Σωτήρη Κακίση, Δημήτρη Κολιοδήμου, Θόδωρου Αγγελόπουλου και Βασίλη Ραφαηλίδη. Τα κείμενα συνοδεύονται από πλούσιο εικονογραφικό υλικό: φωτογραφίες από ταινίες, γυρίσματα και στιγμές της προσωπικής ζωής ­ ανάμεσά τους και μία σπάνια από τη θητεία του στη Μακρόνησο ­, εξώφυλλα περιοδικών κ.ά.



Ένα ντοκιμαντέρ...
Και αυτοί που μίλησαν στην ταινία για τον Βέγγο, κάνοντας διάφορους και διαφορετικούς χαρακτηρισμούς, αλλά και ο Ελληνας θεατής, που έκανε -και κάνει- τους δικούς του, «μέσα είναι». Ο,τι κι αν πεις για τον Βέγγο, δεν κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς υπερβολικός. Ο άνθρωπος είναι χείμαρρος, ποταμός, Νιαγάρας δροσιάς, γέλιου, πίκρας, πόνου! Είναι ένας άνθρωπος με πολλαπλές επιστρώσεις. Και όλες αυθεντικές.
Από πού, λοιπόν, να τον πιάσεις; Ετσι περιορίζεσαι στις «μερικές σκηνές» του «έργου». Φιλμογραφείς -και δείχνεις- «αποσπάσματα» μόνο από τη ζωή του, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες του. Φιλμογραφείς -και δείχνεις- το πηγαίο ταλέντο του. Τα έκπληκτα μάτια του. Τη βραχνή (από τις φωνές, τις κραυγές και τα κλάματα) φωνή του. Δείχνεις τις γρήγορες, σπασμωδικές κινήσεις του, την αγωνία του. Και δείχνεις, βέβαια, και την απέραντη καλοσύνη του.
Ο Βέγγος δεν είναι εύκολη υπόθεση για να τον κάνεις ταινία. Κατανοώ τον Σολδάτο που στάθηκε διακριτικά «ουδέτερος». Που ρώτησε τους φίλους και τους συνεργάτες του Βέγγου, που άφησε τον ίδιο τον θαυμάσιο ηθοποιό, μέσα από τις ταινίες του και τις λίγες σεμνές εξομολογήσεις του, να μας αυτο-αποκαλυφθεί. Η άλλη λύση ήταν να κάνει ένα επιστημονικό κοινωνιολογικό ντοκιμαντέρ. Μια επιστημονική έρευνα της ελληνικής κοινωνίας τα τελευταία 70-80 χρόνια και εκεί μέσα να εντάξει και τον Βέγγο. Αυτό που εκφράζει ο Βέγγος. Στη θέση των σκηνοθετών ηθοποιών, συγγραφέων κλπ., που μίλησαν στην ταινία για τον Βέγγο και το έργο του να μιλούσαν ειδικοί επιστήμονες (κοινωνιολόγοι κλπ.).
Ο θεατής, ωστόσο, βλέποντας τον άνθρωπο παντός καιρού, θέλει δε θέλει, θα κάνει τους δικούς του συνειρμούς. Ο πιο «απλός» θεατής θα γευτεί το πρώτο επίπεδο (πλούσιο και αυτό). Θα χαρεί τον «Βέγγο για όλες τις δουλιές». Θα γελάσει και θα πικραθεί μαζί του. Θα αγανακτήσει και θα θυμώσει. Θα έχει πλούσια συγκομιδή. Οποιος, όμως, έχει την ικανότητα -και τη θέληση- να δει πέρα από το πρώτο επίπεδο και βάλει τον εαυτό του στην παραγωγική διαδικασία των κοινωνικών αναφορών θα ευτυχήσει διπλά. Γιατί ο Βέγγος, έστω πρωτόγονα και αυθόρμητα, μπόρεσε να εκφράσει ένα μεγάλο σύνολο ανθρώπων και καταστάσεων. Στις ανεπανάληπτες ερμηνείες του συναντάς μια μεγάλη «γκάμα» ανθρώπινων χαρακτήρων. Πολλές φορές, την ίδια μάλιστα στιγμή, ο Βέγγος ήταν δυο και τρεις και τέσσερις χαρακτήρες μαζί!
Στις επιστημονικές και κοινωνιολογικές εξηγήσεις για το φαινόμενο Βέγγος, ο ερευνητής θα βρει άφθονο υλικό για μελέτη. Είναι από τις σπάνιες, αν όχι η μοναδική περίπτωση καλλιτέχνη, στον κόσμο ολόκληρο, που δύσκολα ξεχωρίζεις τη ζωή του από το έργο του. Ο Βέγγος δραπέτευσε από τη ζωή και χώθηκε (για να γλιτώσει) στις ταινίες του. `Η το αντίστροφο! Δραπέτευσε από τις ταινίες του και χώθηκε (για να μπλεχτεί) στη ζωή.


Ο Βέγγος ήταν «παντού», όπου ήταν ο Ελληνας τα τελευταία 80 χρόνια. Ηταν στο μεροκάματο, στο κυνήγι της αστυνομίας, στις εξορίες. Ηταν στους γάμους και τα πανηγύρια. Στην οικογένεια και τα παιδιά. Στις Εφορίες και τις ουρές των λεωφορείων. Αυτός ήταν ο Βέγγος και αυτό έδειχναν και οι ταινίες του. Ομως, θα είναι ασέβεια και προς τον Βέγγο και, κυρίως, προς την αλήθεια αν κανείς πει -και δεχτεί: «εντάξει, μωρέ, ηθοποιός; Τη ζωή του έπαιζε!». Οποιος πει ή δεχτεί αυτήν τη συκοφαντία, σημαίνει πως δεν έχει δει τον Βέγγο μέσα στο ίδιο πλάνο, να αλλάζει δυο, τρεις και τέσσερις φορές «ψυχολογικά» κάνοντας ...τίποτα! Δεν είδε, φαίνεται, τα μάτια του να κλαίνε χωρίς δάκρυα. Τη φωνή του να σπάσει σε χίλια κομμάτια, χωρίς να εκφέρει μία έστω ολόκληρη λέξη.
Ο Βέγγος ήταν και είναι μεγάλος ηθοποιός. Και είναι κρίμα, που γεννήθηκε σε ετούτη τη χώρα, όπου η τέχνη είναι πολυτέλεια! Η περίπτωση του Βέγγου εξηγεί την αγωνία των ανθρώπων, αυτών των ανθρώπων, που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο. Που θέλουν να δημιουργήσουν τις συνθήκες για να μπορεί ο άνθρωπος να ξεδιπλώνει όλα του τα ταλέντα και όλες του τις αρετές. Σκέφτεστε τον Βέγγο σε μια κοινωνία όπου η τέχνη θα αναζητούσε τη λεπτομέρεια, πέρα από τη σκοπιμότητα και την εμπορία; Ο Βέγγος, δυστυχώς, δεν ελευθέρωσε παρά το ελάχιστο (όσο οι συνθήκες του επέτρεψαν) από το ταλέντο του (περίπτωση «Θανάση Πάρε το Οπλο σου», ας πούμε). Και πρόσφερε ό,τι οι συνθήκες επέτρεψαν και ό,τι αυτός «έκλεψε» από τους «φύλακες». Το κοινωνικό σύστημα, ο καπιταλισμός, χρεώνεται όχι μόνον την εκμετάλλευση, αλλά και την αναγκαστική αναπηρία που οδηγεί τους ανθρώπους.
Εμφανίζονται και μιλούν: Αγγελόπουλος, Κούνδουρος, Κατσουρίδης, Γλυκοφρύδης, Γρηγορίου, Βούλγαρης, Ζωγράφος, Θεοδωράκης, Σπαθάρης, Φόνσου, Ροδίτη, Ψαρράς, Αριστόπουλος, κ.ά.

 




Αφιέρωμα Φιλμογραφία / Θέατρο Βιογραφικό Video

Φιλμογραφία

- Μαγική πόλις 1954
- Καταδικασμένη κι απ' το παιδί της (1955)
- Ο δράκος (1956)
- Κυριακάτικοι ήρωες (1956)
- Το κορίτσι με τα μαύρα (1956)
- Το κορίτσι με τα παραμύθια (1956)
- Το κορίτσι της αμαρτίας (1957)
- Έχει θείο το κορίτσι (1957)
- Μαρία Πενταγιώτισσα(1957)
- Τσαρούχι, πιστόλι, παπιγιόν(1957)
- Της τύχης τα γραμμένα (1957)
- Για το ψωμί και τον έρωτα, ή Συννεφιασμένη Κυριακή (1957)
- Ο Μιμίκος και η Μαίρη (1958)
- Κάθε εμπόδιο για καλό (1958)
- Χαρούμενοι αλήτες (1958)
- Η φτώχεια θέλει καλοπέραση (1958)
- Διακοπές στην Αίγινα (1958)
- Το εισπρακτοράκι(1958)
- Ο θείος από τον Καναδά (1959)
- Δοσατζήδες (1959)
- Η μουσίτσα(1959)
- Γαμήλιες περιπέτειες (1959)
- Καραγκιόζης, ο αδικημένος της ζωής (1959)
- Ανθισμένη αμυγδαλιά (1959)
- Το αγοροκόριτσο (1959)
- Ο Ηλίας του 16ου (1959)
- Περιπλανώμενοι Ιουδαίοι (1959)
- Τα ντερβισόπαιδα (1960)
- Τυφλός άγγελος (1960)
- Το ραντεβού της Κυριακής (1960)
- Μήτρος και Μητρούσης στην Αθήνα (1960)
- Το κλοτσοσκούφι (1960)
- Ποτέ την Κυριακή (1960)
- Η αυγή του θριάμβου (1960)
- Ερωτικά παιχνίδια (1960)
- Για σένα την αγάπη μου (1960)
- Οι 900 της Μαρίνας (1960)
- Μια του κλέφτη (1960)
- Μανταλένα (1960)
- Ζητείται ψεύτης (1961)
- Χαμένα όνειρα (1961)
- Ποια είναι η Μαργαρίτα (1961)
- Οικογένεια Παπαδοπούλου (1961)
- Λάθος στον έρωτα (1961)
- Η Λίζα και η άλλη  (1961)
- Η κατάρα της μάνας (1961)
- Δούλεψε για να φας (1961)
- Ευτυχώς τρελάθηκα (1961)
- Το πιθάρι (1962)
- Ψηλά τα χέρια Χίτλερ (1962)
- Το πιθάρι (1962)
- Ζήτω η τρέλα (1962)
- Ο βασιλιάς της γκάφας (1962)
- Αστροναύτες για δέσιμο (1962)
- Μην είδατε τον Παναή (1962)
- Γαμπρός για κλάματα (1962)
- Η νύφη το 'σκασε (1962)
- Δουλειές του ποδαριού (1962)
- Ο ατσίδας (1962)
- Ο Ιππόλυτος και το βιολί του (1963)
- Τύφλα να 'χει ο Μάρλον Μπράντο (1963)
- Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης (1963)
- Ο τρελάρας (1963)
- Το τυχερό πανταλόνι (1963)
- Σχολή για σωφερίνες (1964)
- Οι φτωχοδιάβολοι (1964)
- Ο καταφερτζής (1964)
- Ο πολύτεκνος (1964)
- Θα σε κάνω βασίλισσα (1964)
- Έξω φτώχεια και καλή καρδιά (1964)
- Τα δίδυμα (1964)
- Είναι ένας τρελός, τρελός, τρελός Βέγγος (1965)
- Ευτυχώς τρελάθηκα (1966)
- Ο παπατρέχας (1966)
- Φανερός πράκτωρ 000 (1967)
- Πάρε κόσμε (1967)
- Τρελός, παλαβός και Βέγγος (1967)
- Δόκτωρ Ζι-Βέγγος (1968)
- Ποιός Θανάσης (1968)
- Ένα ασύλληπτο κορόιδο (1969)
- Θου-Βου: φαλακρός πράκτωρ, επιχείρησις Γης Μαδιάμ (1969)
- Ένας Βέγγος για όλες τις δουλειές (1970)
- Ο Θανάσης, η Ιουλιέτα και τα λουκάνικα (1970)
- Διακοπές στο Βιετνάμ (1971)
- Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση; (1971)
- Ξένοιαστος παλαβιάρης (1971)
- Θανάση, πάρε τ' όπλο σου (1972)
- Ο άνθρωπος που έτρεχε πολύ (1973)
- Δικτάτωρ καλεί Θανάση (1974)
- Ο τσαρλατάνος (1975)
- Ο Θανάσης στη χώρα της σφαλιάρας (1976)
- Από πού πάνε για τη χαβούζα; (1978)
- Βέγγος ο υπέροχος (1978)
- Ο παλαβός κόσμος του Θανάση (1979)
- Ο φαλακρός μαθητής (1979)
- Θανάση, σφίξε κι άλλο το ζωνάρι (1980)
- Βέγγος, ο τρελός καμικάζι (1980)
- Το μεγάλο κανόνι (1981)
- Ο Θανάσης και το καταραμένο φίδι (1982)
- Τρελός και πάσης Ελλάδος (1983)
- Ο Θανάσης στη χώρα του «Θα» (1988, βίντεο)
- Made in Greece (1988)
- Τρελοκομείον η Ελλάς (βίντεο)
- Θανάσης ο αισιόδοξος (1989, βίντεο)
- Το δίδυμο της συμφοράς (1989, βίντεο)
- Κρεβάτι για πέντε (1989, βίντεο)
- Ο πρωταθλητής (1989, βίντεο)
- Θανάσης ο βομβιστής (1990, βίντεο)
- Ήσυχες μέρες του Αυγούστου (1991)
- Ζωή χαρισάμενη (1993)
- Το βλέμμα του Οδυσσέα (1995)
- Βήματα (1996, τηλεταινία)
- Όλα είναι δρόμος (1998)
- Το αίνιγμα (1998)
- Η ιστορία της Λίλυ (2002)
- Ψυχή Βαθειά (2009)
- Το πέταγμα του κύκνου (2010)

Τηλεόραση
- Βεγγαλικά (ΕΡΤ, 1988)
- Αστυνόμος Θανάσης Παπαθανάσης (ΑΝΤ1, 1990)
- Έρωτας, όπως έρημος (NET, 2003)
- Περί ανέμων και υδάτων (Mega, 2002)
- Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου (ΑΝΤ1, 2006)
- Η Θεσσαλονίκη της νοσταλγίας μας(ΕΤ3, 2009)



Θέατρο

Ο Θανάσης Βέγγος απέκτησε άδεια άσκησης επαγγέλματος ηθοποιού και έγινε μέλος του Σ.Ε.Η. στις 11 Απριλίου 1959.
Η πρώτη του θεατρική εμφάνιση έγινε την ίδια χρονιά, στο θέατρο Περοκέ, στην επιθεώρηση των Δημήτρη Βασιλειάδη και Ναπολέοντα Ελευθερίου "Ομόνοια πλατς-πλουτς".
Θίασοι:
(1959-60): Δημήτρη Βασιλειάδη και Ναπολέοντα Ελευθερίου "Μαντουμπάλα και Καινούργια Αθήνα" , Χρήστου Γιαννακόπουλου και Αλέκου Σακελλάριου "Ανθρωποι του 60".
Θέατρο Ακροπολ (1963): Γ. Ασημακόπουλου - Β. Σπυρόπουλου - Π.Παπαδούκα "Οκτώ άνδρες κατηγορούνται" Ασημ. Γιαλαμά - Κ. Πρετεντέρη - Ναπ. Ελευθερίου "Κόκκινα Τριαντάφυλλα"
Θέατρο Εθνικού Κήπου (1963) : Ασημ. Γιαλαμά - Κ. Πρετεντέρη "Οι φτωχοδιάβολοι" ρόλος Φρίξος
Θέατρο Ακροπόλ (1963-64) συνθιασάρχης με τους Ρένα Βλαχοπούλου , Γ. Δάνη : Γ. Γιαννακόπουλου - Κ. Νικολαίδη - Γ. Οικονομίδη "Αρχοντορεμπέτισσα" και "Κύπρος γιοκ"
Συνθιασάρχης με την Σμαρούλα Γιούλη (1969-1970) : Γ. Λαζαρίδη "Ο τρελλός του Λούνα Παρκ και η ατσίδα" (ρόλος Θανάσης)
Από το 1970 και επί σειρά ετών συγκρότησε επανειλλημένως δικούς του θιάσους σε διάφορες περιόδους. Αναφέρονται τα έργα:
Γ. Λαζαρίδη "Ο τρελλός του Λούνα Παρκ" στο θέατρο Παρκ (λεωφόρος Αλεξάνδρας) ως Θανάσης ο Απόλας. Επαιξε το ίδιο έργο σε πολλές παραστάσεις και το παρουσίασε επίσης μεταξύ άλλων σε περιοδεία του στις Η.Π.Α.
Αλ. Σακελλάριου "Τι έκανες στον Τρωικό πόλεμο , Θανάση" (Μενέλαος)
Γ. Λαζαρίδη " Το βλήμα" (Θανάσης Μουρλός)
Γ. Μιχαηλίδη - Γιαν. Ξανθούλη "Μαμ , κακά κοκό και νάνι" θέατρο Ριάλτο ( στην Κυψέλη)
Το 1976-77 συνεργάζεται με τον θεατρικό επιχειρηματία του θεάτρου Ακροπόλ Βασίλη Μπουρνέλλη και εμφανίζεται στο μονόπρακτο του Ηλία Λυμπερόπουλου «Τα μεταξωτά βρακιά...» (δεύτερο μέρος της επιθεώρησης «Έξω απ' τα δόντια») σε σκηνοθεσία Ντίνου Κατσουρίδη.
Ανοιχτό Θέατρο Γ. Μιχαηλίδη (1995 - Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου κλπ) Αριστοφάνη "Ειρήνη" (Τρυγαίος)
Θέατρο Δελφινάριο (1997): Λάκη Μιχαηλίδη - Γιώργου Σκούρτη - Μήτσου Ευθυμιάδη "Ελλην Εξασθενητής" Επιθεώρηση
Ανοιχτό Θέατρο (1998 - Φεστιβάλ Επιδαύρου κλπ) Αριστοφάνη "Αχαρνης" (Δικαιόπολις)
Θέατρο Ακροπολ (1998-99 έκτακτη συμμετοχή ) "Ελληνες είστε και φαίνεστε" Επιθεώρηση σε σκηνοθεσία Χάρρυ Κλύνν, χειμώνας 1998-99, με τους: Χάρρυ Κλυνν - Θανάση Βέγγο - Στάθη Ψάλτη - Παύλο Κοντογιαννίδη - Γιάννη Καπετάνιο...
Στην Επίδαυρο επανεμφανίζεται το 2001 με την "Ειρήνη" του Αριστοφάνη και συνεχίζει σε περιοδεία με τεράστια επιτυχία.



Βραβεύσεις
Ο Θανάσης Βέγγος έχει τιμηθεί με τα παρακάτω βραβεία:

Έτος

Φορέας

Βραβείο

Ταινία

1962

Ένωση Ελλήνων κριτικών

 

 

1971

Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Α' Ανδρικού Ρόλου

Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;

1971

Ένωση Ελλήνων κριτικών

 

Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;

1972

Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Α' Ανδρικού Ρόλου*

Θανάση, πάρε τ' όπλο σου

1991

Κρατικό βραβείο

Β' Ανδρικού Ρόλου

Ήσυχες μέρες του Αυγούστου

1993

Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Ειδικό βραβείο για το σύνολο του έργου του

 

2008

Πρόσωπα 2008

Ειδικό βραβείο για το σύνολο του έργου του

 

2010

Άνδρες της χρονιάς 2009

Βραβείο ΕΡΓΟ ΖΩΗΣ

 

2010

Επίτιμο μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών

 

 

*Το βραβείο αυτό του δόθηκε και ως αντίδραση στο τότε καθεστώς.

- Το 2002 ο Δήμος Κορυδαλλού τίμησε τον καταξιωμένο ηθοποιό δίνοντας το όνομά του στο 1.900 θέσεων, δημοτικό αμφιθέατρο της περιοχής.
- Τον Οκτώβριο του 2008 ο Δήμος Πειραιά μετονομάζει, ύστερα από απόφαση του Δ.Σ., την πλατεία Ευαγγελισμού στο Νέο Φάληρο, γενέτειρα του ηθοποιού, σε πλατεία Θανάση Βέγγου.



Oι σταθμοί του

1927
Γεννιέται στο Νέο Φάληρο, μοναχοπαίδι του Βασίλη και της Ευδοκίας Βέγγου.
1948 - 1950
Εξορία στη Μακρόνησο και γνωριμία με τον Νίκο Κούνδουρο.
1954
Πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση στη «Μαγική πόλη».
1962
«Ψηλά τα χέρια Χίτλερ» του Ροβήρου Μανθούλη. Η πρώτη πολιτική ταινία (μαύρη κωμωδία για την περίοδο της Κατοχής) στην οποία πρωταγωνιστεί.
1971
Αποθεώνεται στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για το «Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;» του Ντίνου Κατσουρίδη. Αποσπά το Βραβείο Ερμηνείας Α΄ Ανδρικού Ρόλου.
1972
Η επιτυχία και το βραβείο επαναλαμβάνονται με το «Θανάση, πάρε τ' όπλο σου».
1991
Κρατικό Βραβείο για τη συμμετοχή του στις «Ησυχες μέρες του Αυγούστου» του Παντελή Βούλγαρη. Μετά απουσία 8 χρόνων επιστρέφει στις οθόνες ένας «άλλος» Βέγγος, χαμηλών τόνων, μεγάλης λιτότητας και ωριμότητας.
1993
Ειδικό Βραβείο από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για το σύνολο του έργου του.
1995
Εμφανίζεται στην Επίδαυρο στο ρόλο του Τρυγαίου στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαηλίδη.
2008
Ξεχωριστή στιγμή στην καριέρα του η απονομή του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

 




Αφιέρωμα Φιλμογραφία/Θέατρο Βιογραφικό Video

Βιογραφικό

Θανάσης Βέγγος
(1927-2011)



Γεννήθηκε στον Πειραιά, στο Νέο Φάληρο, στις 29 Μαΐου του 1927 από το Βασίλη και την Ευδοκία Βέγγου, των οποίων ήταν και το μοναδικό παιδί. Ο πατέρας του ήταν δημόσιος υπάλληλος, συγκεκριμένα εργαζόταν στην Εταιρεία Ηλεκτρισμού, και ήρωας της αντίστασης. Μετά τον πόλεμο, εκδιώχθηκε από τη δουλειά του εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων. Η απόλυση του πατέρα του προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, σοβαρό οικονομικό πρόβλημα στην οικογένεια του Θανάση, κάτι που τον αναγκάζει να ριχτεί στον αγώνα για το μεροκάματο. Κυριότερη μεταξύ των επαγγελμάτων με τα οποία ασχολήθηκε ήταν η απασχόληση σε επεξεργασίες δερμάτων. Παράλληλα έκανε διάφορα μικροθελήματα στη γειτονιά του.
Τα χρόνια 1948-1950 εξορίστηκε στη Μακρόνησο, όπου γνωρίστηκε με τον μετέπειτα γνωστό σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο. Αυτή η γνωριμία οδήγησε στην πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο, το 1954 στην ταινία Μαγική Πόλις του Κούνδουρου. Για τα επόμενα πέντε χρόνια έπαιξε σε μικρούς ρόλους, εργαζόμενος παράλληλα και ως φροντιστής στα πλατό. Την περίοδο αυτή εμφανίστηκε σε μερικές από τις πιο ιστορικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, όπως «Ο δράκος», «Διακοπές στην Αίγινα», «Μανταλένα», «Συννεφιασμένη Κυριακή», «Ο Ηλίας του 16ου», «Ποτέ την Κυριακή». Την εποχή που γυριζόταν Ο δράκος παντρεύτηκε την Ασημίνα Βέγγου, με την οποία είναι μαζί μέχρι και σήμερα, και έχουν δύο γιους.
Ο πρώτος του μεγάλος ρόλος είναι μαζί με το Νίκο Σταυρίδη στην ταινία Οι δοσατζήδες του 1960. Τον ίδιο καιρό, το 1959 πήρε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού όχι από Σχολή αλλά ως εξαιρετικό ταλέντο με εξετάσεις σε ειδική επιτροπή. Η πρώτη του θεατρική παράσταση ήταν στην επιθεώρηση «Ομόνοια πλατς πλουτς», δίπλα στους Νίκο Ρίζο και Γιάννη Γκιωνάκη, επίσης το 1959.
Τα επόμενα χρόνια, συνεργαζόμενος κυρίως με τον σκηνοθέτη Πάνο Γλυκοφρύδη, αναπτύσσει τον τύπο του νευρικού, αεικίνητου τύπου, που τον καθιέρωσε και αρχίζει να γίνεται δημοφιλής. Με ταινίες όπως «Ψηλά τα χέρια, Χίτλερ», «Μην είδατε τον Παναή», «Ζήτω η τρέλα», «Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης», καθιερώνεται στη συνείδηση του κοινού. Το 1964, σε αναζήτηση καλλιτεχνικής ελευθερίας, ίδρυσε τη δική του εταιρία παραγωγής ΘΒ - Ταινίες Γέλιου. Την περίοδο 1965 -1969, συνεργαζόμενος με τον Πάνο Γλυκοφρύδη και τον Ερρίκο Θαλασσινό, αλλά και σκηνοθετώντας ο ίδιος κάποιες φορές, γύρισε τις καλύτερες κατά γενική ομολογία ταινίες του, όπως τις Φανερός πράκτωρ 000, Τρελός, παλαβός και Βέγγος, Ποιος Θανάσης;, που τις χαρακτηρίζουν το σουρεαλιστικό χιούμορ, ο αυτοσχεδιασμός και η πηγαία ερμηνεία. Παρά την εμπορική και καλλιτεχνική τους επιτυχία, οι ταινίες αυτές οδηγούν την εταιρία του Βέγγου σε κλείσιμο και τον ίδιο σε οικονομική καταστροφή, από την οποία θα συνέλθει μόνο μετά από πολλά χρόνια.
Η καριέρα του συνεχίζεται με τον σκηνοθέτη Ντίνο Κατσουρίδη, ενώ η δημοτικότητά του παραμένει σταθερή κι οδηγεί στην αποθέωσή του από τον κόσμο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1971, όπου η ταινία Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση; αποσπά τα βραβεία κριτικών και κοινού. Άλλη σημαντική ταινία αυτής της περιόδου είναι Ο Θανάσης στη χώρα της σφαλιάρας του 1976. Η θεματολογία των ταινιών του μετατοπίζεται προς την κοινωνική κριτική, ενώ το 1983 σταματά για λίγα χρόνια να κάνει κινηματογράφο. Τη δεκαετία του '80 ασχολείται με το γύρισμα έξι βιντεοταινιών και της τηλεοπτικής σειράς Βεγγαλικά που, μετά από προσπάθειες πολλών ετών, προβλήθηκε τελικά στην τηλεόραση το 1988. Το 1990 εμφανίστηκε στη σειρά του ΑΝΤ1 Αστυνόμος Θανάσης Παπαθανάσης.
Η επιστροφή του στον κινηματογράφο γίνεται με την ταινία «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου» του Παντελή Βούλγαρη. Η ερμηνεία του έχει πια διαφοροποιηθεί, είναι χαμηλών τόνων αλλά μεγάλης εκφραστικότητας, με κορυφαία στιγμή το ρόλο του στην ταινία Όλα είναι δρόμος του 1998. Την περίοδο αυτή εμφανίστηκε επίσης στην Επίδαυρο, το 1997 στο ρόλο του Δικαιόπολι στους  «Αχαρνής» και το 2001 στην Ειρήνη του Αριστοφάνη με μεγάλη επιτυχία. Το 2002, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση, ο Θανάσης Βέγγος κράτησε έναν από τους βασικούς ρόλους στην τηλεοπτική σειρά «Περί ανέμων και υδάτων».
Την ίδια χρονιά συμμετέχει στη ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή Βαθιά». Ακολουθούν δυο τηλεοπτικές παρουσίες του : «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου» ΑΝΤ1, το 2006 και «Η Θεσσαλονίκη της νοσταλγίας μας» ΕΤ3, το2009.
Τελευταία ταινία για τον Θανάση Βέγγο είναι «Το πέταγμα του κύκνου» του Νίκου Τζίμα το 2010.
Συνεχίζει μέχρι σήμερα να είναι από τους πιο αγαπημένους και δημοφιλείς κωμικούς του ελληνικού κινηματογράφου.
O Θανάσης Βέγγος «έφυγε» σε ηλικία 84 ετών στις 3 Μαϊου του 2011.

 




Αφιέρωμα Φιλμογραφία / Θέατρο Βιογραφικό Video

Video



Θανάσης Βέγγος - Η Τελευταία Νανοχήνα
Όλα είναι δρόμος... του Παντελή Βούλγαρη (1998
Διάρκεια 09:15 (Απόσπασμα)
Θανάσης Βέγγος (1927-2011)

 

 

 

 











 
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα