Oι άνθρωποι που ήθελαν
να αλλάξουν τον κόσμο
Μάνος Χατζιδάκις
Μελίνα Μερκούρη
Μάνος Λοϊζος
Μίκης Θεοδωράκης
Νίκος Καββαδίας
Γιάννης Ρίτσος
Γιώργος Σεφέρης
Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τσε Γκεβάρα
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Νίκος Μπελογιάννης
Άγγελος Σικελιανός
Άρης Βελουχιώτης
Πάμπλο Νερούδα
Ανδρέας Εμπειρίκος
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Παύλος Σιδηρόπουλος
Χάρολντ Πίντερ

Μανώλης Αναγνωστάκης

Βλαντίμιρ Λένιν
Μαρία Δημητριάδη

Οδυσσέας Ελύτης

Κώστας Βάρναλης
Κάρολος Κουν
Κώστας Καρυωτάκης
Βασίλης Τσιτσάνης
Νίκος Παπάζογλου
Τζον Λένον
Πάτι Σμιθ
Γεώργιος Καραϊσκάκης
Νίκος Καζαντζάκης
Νίκος Ξυλούρης
Μάνος Ξυδούς
Στρατής Τσίρκας
Φερνάντο Πεσσόα
Νικόλας Άσιμος
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Κατερίνα Γώγου


Ειδικά αφιερώματα
Λίνα Νικολακοπούλου
Σταμάτης Κραουνάκης
Κική Δημουλά
Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Διονύσης Τσακνής
Νίκος Εγγονόπουλος
Δημήτρης Χορν
Κωνσταντίνος Καβάφης
Θόδωρος Αγγελόπουλος
Θάνος Μικρούτσικος
Αλέξης Μινωτής
Μίμης Πλέσσας
Χάρις Αλεξίου
Δήμητρα Γαλάνη
Θανάσης Βέγγος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Σταύρος Ξαρχάκος
Νίκος Γκάτσος
Μάρκος Βαμβακάρης
Γιάννης Τσαρούχης
Κατίνα Παξινού
Μιχάλης Καραγάτσης
Διονύσης Σαββόπουλος
Ελένη Καραϊνδρου
Άντριου Λόιντ Γουέμπερ
Πέδρο Αλμοδόβαρ
Άγαμοι Θύται
Σπείρα Σπείρα
Αγκάθα Κρίστι
Σαλβαντόρ Νταλί
Τζον Μάλκοβιτς
Αντζελίνα Τζολί
Νίνο Ρότα

Aφιέρωμα: Μετάδοση
200 θεατρικών παραστάσεων
από το Ελληνικό και Ξένο Δραματολόγιο




 

 
Αφιερώματα  

Οι άνθρωποι που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο!

Στρατής Τσίρκας
- Ιούνιος 2011
(Τελευταία ενημέρωση 12/02/14)

Αφιέρωμα Χρονολόγιο Εργογραφία Βιογραφικό Video

ΣΤΡΑΤΗΣ ΤΣΙΡΚΑΣ

Επιμέλεια: Nατάσα Ξαρχάκου
Κείμενα: Νίκος Βιδάλης, Γιώργος Νκολαϊδης, Χρύσα Προκοπάκη, Ζωή Πολίτη
Φωτογραφίες: Αρχείο Ως3
Μουσική επιμέλεια: Άρης Δούκας

ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗ ΤΣΙΡΚΑ



«Τι πιάνω να κάμω κι εγώ καλά καλά δεν ξέρω. Θα ήθελα, βέβαια, ένα μυθιστόρημα. Άσε όμως που καταλαβαίνω την τρομερή μου φτώχεια από την άποψη της τεχνικής, είναι και το ζήτημα του καιρού, η ανάγκη ν' απορροφηθώ από το θέμα για να μπορέσω να δώσω κάποια συνοχή...». Έτσι ξεκινούσε τις ημερολογιακές του καταγραφές, στις 8 Αυγούστου του 1945, ο Στρατής Τσίρκας και, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, μας έδωσε τον πρώτο τόμο της πιο σημαντικής τριλογίας στη νεοελληνική πεζογραφία, τη «Λέσχη», που ολοκληρώθηκε μερικά χρόνια αργότερα με την «Αριάγνη» και τη «Νυχτερίδα».
Η συμπλήρωση των 100 χρόνων από τη γέννηση του, είναι μια καλή αφορμή για να ξαναπιάσουμε στα χέρια μας τα βιβλία του Στρατή Τσίρκα (κυκλοφορούν όλα από τις εκδόσεις Κέδρος). Και δεν είναι μόνο οι «Ακυβέρνητες Πολιτείες» στη νέα σχολιασμένη έκδοση που επιμελήθηκε η Χρύσα Προκοπάκη, δίνοντας στους νέους αναγνώστες όλα τα κλειδιά για να διαβάσουν ένα πολιτικό και ιστορικό μυθιστόρημα.
Τη διαδρομή αλλά και την οδύνη της γραφής αυτών των τριών βιβλίων περιέχουν «Τα ημερολόγια της τριλογίας Ακυβέρνητες Πολιτείες», ένα καλό πρώτο ανάγνωσμα για να μπούμε όχι μόνο στο σύμπαν των τριών τόμων αλλά και στην εσωτερική διαδρομή του συγγραφέα τους. «Λέω πως αυτό δεν είναι τέχνη. Τέχνη είναι να δείξεις ζωή, ζωντανούς ανθρώπους». Αλλά και την αγωνία του όταν πλέον δόθηκε στο κοινό: «Το μυθιστόρημα -Η Λέσχη- γράφτηκε, τυπώθηκε, κυκλοφόρησε από τις 22 Δεκεμβρίου 1960. Και τώρα κάθομαι σαν τον κούκο -ο ανόητος! - και περιμένω γράμματα και κριτικές! Απελπίστηκα να περιμένω. Ο Μ. από τις 20 Δεκέμβρη δεν μου ξανάγραψε. Ένα σωρό γράμματα που περίμενα από διάφορους που τους έστειλα τη Λέσχη δεν ήρθαν - εκτός από του Β. και του Λ. και κάτι κάρτες (Π. Δ. Μ. Κ. Π.). Κάτι συμβαίνει. Ή μήπως εγώ νόμισα πως θα τους αρέσει κι έπεσα έξω;»
Και αν οι φιλομαθείς αναγνώστες θέλουν να μάθουν περισσότερα για τον Τσίρκα και την εποχή του, υπάρχουν και άλλα βιβλία του που κυκλοφορούν (και μερικά που έχουν εξαντληθεί και καλό θα ήταν οι εκδότες του να φροντίσουν για την ύπαρξή τους - όπως το χρονολόγιο «Στα ίχνη του Στρατή Τσίρκα» της Χρύσας Προκοπάκη ή το κριτικό του έργο «Ο Καβάφης και η εποχή του», για το οποίο βραβεύτηκε με κρατικό βραβείο δοκιμίου).
Σε όλα του τα κείμενα, πάντως, από τα πιο πρώιμα μέχρι τα πιο όψιμα, ο Στρατής Τσίρκας, «μελετώντας την ανθρώπινη μοίρα μέσα στον ιστορικό χρόνο, προβάλλει αξίες αναπαλλοτρίωτες. Προτάσσοντας την ελευθερία ως μέγιστο ιδανικό, υπερβαίνοντας τον μοναχικό βίο με τη συλλογική πράξη, δίνει ένα γνώμονα ζωής», όπως εύστοχα έχει συμπυκνώσει η μελετήτρια και μεταφράστριά του Χρύσα Προκοπάκη.
Ο Γιάννης Χατζηαντρέας, όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Στρατή Τσίρκα, γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου του 1911 στο Κάιρο της Αιγύπτου, όπου και πέρασε τις πρώτες τρεις δεκαετίες της ζωής του. Η οικογένεια Χατζηαντρέα είχε καταφύγει στην Αίγυπτο για να μην υπηρετήσει ο πατέρας του ως στρατιώτης σε τουρκική επικράτεια. Μετά τους σεισμούς του 1881 η οικογένεια μετακόμισε στη Χάιφα, ενώ με τον πόλεμο του 1897 κατέφυγε στην Αλεξάνδρεια. «Έτσι γινήκαμε εμείς αιγυπτιώτικο γένος, αλεξανδρινοί. Οι σχέσεις μου με το πνεύμα, τον κόσμο της προσφυγιάς είναι πολύ έντονες, υπάρχουνε ρίζες», θα πει ο συγγραφέας αργότερα.
Από μικρός επιδεικνύει εντυπωσιακή προδιάθεση για τη λογοτεχνία, δανείζεται από βιβλία από βιβλιοθήκες και φίλους, παρακολουθεί όλα τα θεατρικά έργα και τις ταινίες από την Ελλάδα ενώ σημειώνει στα σχολικά του σημειωματάρια οτιδήποτε διαβάζει ή τον ενδιαφέρει. Μέσα στον νεανικό δημιουργικό πυρετό της εποχής εκείνης γράφει και το πρώτο του μυθιστόρημα. «Όταν ήμουν είκοσι χρονών, έγραψα ένα μυθιστόρημα, από το οποίο σώθηκε ένα κεφάλαιο. Όλο το άλλο το έκαψα, γιατί σε κάποια στιγμή αυτογνωσίας είδα ότι λέω ψέματα. Και αυτή η εμπειρία μού κόστισε τόσο, ώστε έκανα 25 χρόνια να γράψω άλλο μυθιστόρημα», είπε ο ίδιος ο Τσίρκας σε συνέντευξή του. Tο 1927 δημοσιεύει το πρώτο του πεζό με τίτλο «Φεγγάρι».
Επαγγελματικά απασχολείται ως λογιστής στην Εθνική Τράπεζα της Αιγύπτου και στη συνέχεια σε βαμβακοβιομηχανία της Άνω Αιγύπτου για 10 χρόνια. Γύρω στο 1930 αναπτύσσει επαφές με το ελληνικό τμήμα του Κομουνιστικού Κόμματος Αιγύπτου, ενώ γίνεται και γενικός γραμματέας της Αντιφασιστικής Πρωτοπορίας στα θέματα της περιοχής της ΝΑ Μεσογείου. Το 1930 γίνεται και η γνωριμία του με τον κορυφαίο ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη, ο οποίος ασκεί μεγάλη επιρροή στον νεαρό συγγραφέα. Από 1927 έως το 1963, γράφει χωρίς διακοπή ποίηση, διηγήματα, δοκίμια ενώ συνεργάζεται σταθερά με περιοδικά και εφημερίδες.



Το 1937, ενώ διευθύνει πλέον ένα βυρσοδεψείο στην Αλεξάνδρεια, παντρεύεται την Αντιγόνη Κερασσώτη και ο μήνας του μέλιτος του ζευγαριού καταλήγει να γίνει να γίνει ακόμα μια πολιτική εμπειρία, αφού περνάνε από την υπό τη δικτατορία Μεταξά Ελλάδα, την Ιταλία του Μουσολίνι, την Αυστρία του αιμοσταγή Engelbert Dollfuss, την Τσεχοσλοβακία, τη Γαλλία του Λαϊκού Μετώπου. Στο μεταξύ μαίνεται ο Ισπανικός Εμφύλιος που ασκεί μεγάλη επίδραση στον συγγραφέα. Στο Παρίσι συμμετέχει στο Β' Διεθνές Συνέδριο των Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας Εναντίον του Φασισμού, στο οποίο έλαβαν μέρος μεταξύ των οποίων και οι Pablo Neruda και Bertold Brecht, και εκεί συντάσσει μαζί με τον Langston Hughes τον «Όρκο» στον δολοφονημένο Ισπανό ποιητή και συγγραφέα Federico Garcia Lorca, κείμενο το οποίο προωθεί ο Louis Aragon και υπογράφεται από σαράντα συγγραφείς. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Φελλάχοι».
Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος κάνει ακόμα πιο ενεργό πολιτικά τον Τσίρκα, ο οποίος γίνεται καθοδηγητικό στέλεχος του Ελληνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου και συντάσσει αντιστασιακά κείμενα. Το 1942, όταν τα Afrika Korps του Erwin Rommel απειλούν την Αλεξάνδρεια, ο Τσίρκας καταφεύγει με άλλους αριστερούς με στην Παλαιστίνη, μέχρι τη συμμαχική νίκη στο El Alamein τον Νοέμβριο του ιδίου έτους. «Βρίσκομαι στην Αλεξάνδρεια το 1942 και μαζί με φίλους βγάζουμε το αντιφασιστικό περιοδικό «Έλλην». Η κατάσταση των πολεμικών μετώπων είναι πολύ δύσκολη και αποφασίσαμε να προσπαθήσουμε με κάποιον τρόπο να φτάσουμε στον Ευφράτη, να περάσουμε στον Καύκασο και τη Σοβιετική Ένωση και να γλιτώσουμε από τα χέρια των χιτλερικών. Φτάσαμε στην Παλαιστίνη χωρίς χαρτιά, χωρίς τίποτε. Η μόνη ταυτότητα που είχα ήταν μια κάρτα διαρκείας του τραμ με μια φωτογραφία μικρή απάνω. Μ' αυτό το χαρτί πέρασα τα σύνορα. Εκεί, λοιπόν, στην Παλαιστίνη, δεν μπορούσαμε να εμφανιστούμε σε κανένα ξενοδοχείο επίσημο, από αυτά που ζητάνε διαβατήρια. Κάναμε επαφή με αριστερούς Εβραίους, οι οποίοι μας έστειλαν σε μια πανσιόν όπου η κυρία που την διηύθυνε ήταν τόσο αριστοκράτισσα, ώστε νόμιζε πως ήταν ντροπή να ζητάς ταυτότητα, ότι έπρεπε να πιστεύεις τον κάθε άνθρωπο», είπε ο Τσίρκας για την φυγή εκείνη. Εκείνα τα χρόνια γίνεται και η γνωριμία του με τον Γιώργο Σεφέρη.
Το 1960 ξεκινά τη συγγραφή της μείζονος τριλογίας του «Ακυβέρνητες Πολιτείες», ένα φόρο τιμής στο κίνημα του Απρίλη του '44. Το 1961 δημοσιεύεται το πρώτο βιβλίο, «Η Λέσχη», και η οργάνωση του ΚΚΕ Αλεξάνδρειας του ζητά να αποκηρύξει το έργο του. Ο Τσίρκας αρνείται λέγοντας ότι «κατέγραψα τα γεγονότα όπως ακριβώς τα έζησα. Η συνείδησή μου δεν είναι καπέλο, να την πάρω απ' το ένα καρφί να την κρεμάσω στο άλλο», με αποτέλεσμα να διαγραφεί. Αυτή η εκδίωξη από το ίδιο του το κόμμα θα αποτελέσει ισχυρό πλήγμα για τον δημιουργό, ο οποίος το 1963 εγκαταλείπει την Αλεξάνδρεια για πάντα και εγκαθίσταται με τη γυναίκα του και τον εξάχρονο γιο τους στην Αθήνα, όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στο μεταξύ, το 1962 και 1965 δημοσιεύονται τα άλλα δυο μέρη της τριλογίας, «Αριάγνη» και «η Νυχτερίδα».
Λόγω της τριλογίας αυτής αλλά και της μελέτης του για τον Κωνσταντίνο Καβάφη (η οποία μάλιστα απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου), το όνομα του γίνεται γνωστό στο ευρύ κοινό και το 1972 ο Στρατής Τσίρκας τιμάται από τη Γαλλία ως ο σημαντικότερος ξένος μυθιστοριογράφος. Στην Ελλάδα, με το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, συμμετέχει στη «σιωπή» που τηρούν οι λογοτέχνες και δημοσιεύει μοναχά μεταφράσεις. Την ίδια χρονιά εντάχθηκε στο ΚΚΕ Εσωτερικού και στο Εθνικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο. Μετά την άρση της προληπτικής λογοκρισίας πρωτοστατεί στην έκδοση των «Δεκαοχτώ Κειμένων» (1970), που εκφράζουν την αντίθεση του πνευματικού κόσμου στο καθεστώς.
Την ίδια εποχή αρχίζει να γράφει τη «Χαμένη Άνοιξη», το πρώτο μέρος μιας άλλης τριλογίας, η οποία με σημείο εκκίνησης το Ιουλιανό πραξικόπημα θα κατέληγε στα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Η «Χαμένη Άνοιξη», όμως, η οποία ολοκληρώθηκε το 1976, έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του κορυφαίου Έλληνα δημιουργού. Στις 27 Ιανουαρίου του 1980, ο σπουδαίος συγγραφέας, ποιητής, κριτικός, αρθρογράφος και μεταφραστής Στρατής Τσίρκας έφυγε από τη ζωή.





Ο Τσίρκας για τον Τσίρκα

Από το εργαστήρι του συγγραφέα

Τι πιάνω να κάμω κι εγώ καλά καλά δεν ξέρω. Θα ήθελα, βέβαια, ένα μυθιστόρημα. Άσε όμως που καταλαβαίνω την τρομερή μου φτώχεια από την άποψη της τεχνικής, είναι και το ζήτημα του καιρού, η ανάγκη ν' απορροφηθώ από το θέμα για να μπορέσω να δώσω κάποια συνοχή, του καιρού που δε μου μένει, που δεν τολμώ να τον πάρω με το έτσι θέλω. Τότε τι πάω να κάμω;
Ίσως ένα συμβιβασμό. Μια μεγάλη νουβέλα, να πούμε; Κάτι όπως την Πανώλη στη Δέλγκα, που θα έπιανε την ίδια θέση σ' ένα τόμο με νέα διηγήματα, όση εκείνη στους Αλλόκοτους Ανθρώπους; Βέβαια, ελπίζω σε κάτι παραπάνω. Να, ένα ρομάντσο-νουβέλα, όπως του Φώκνερ (Ιερό) ή της Έλσας Τριολέ (Αλέξης Σλάβσκυ) ή ακόμη κι ένα από τα μεγάλα της διηγήματα (Ανρύ, δεν ξέρω τι, στο Μιλ Ρεγκρέ).
Η αλήθεια είναι πως δεν ξεκινώ από καμιά φιλοδοξία να γράψω «μυθιστόρημα». Πάντα το ελπίζω αυτό, αλλά τώρα, τουλάχιστο, το τοποθετούσα κάπως μακρύτερα («Όταν θα πάμε στην Ελλάδα»). Καταπιάνομαι, λοιπόν, με τούτο το πράμα, που ακόμα δεν μπορώ να πω τι θα βγει κι αν θα βγει, γιατί νιώθω να πνίγομαι από τους περιορισμούς που έβαλα στον εαυτό μου μ' εκείνα τα μικρά διηγήματα του αντιφασιστικού αγώνα στη Μέση Ανατολή. Κι αυτό όχι γιατί εξάντλησα τις δυνατότητες που προσφέρει αυτή η τεχνική, μα γιατί νομίζω πως και για τέτοια μικρά διηγήματα χρειάζεται τ' ωρίμασμα, τ' αποξεδιάλεγμα που κάνει το καλλιτεχνικό ένστιχτο, έτσι που ένα μικρό διήγημα να είναι μικρό όχι γιατί το θέλησε ο συγγραφέας του, αλλά γιατί δεν μπορούσε να είναι μεγάλο. Μετά που έγραψα τέσσερα μικρά - Ρύζι και άμμος, Ούτε τόσο λίγο (αργότερα έγινε Συσκοτισμός), Το παράπονο του Δαβλέλλα (έγινε αργότερα Γαβρέλα) και Ο μπεχλιβάνης με το γαϊδούρι κλπ. - ένιωσα να με κυριεύει μια πλήξη, μάλλον αηδία, με τα δυο τούτα απριόρι: Συντομία και απεικόνιση οπωσδήποτε του αντιφασιστικού αγώνα. Λέω πως δεν είναι αυτό τέχνη. Τέχνη είναι να δείξεις ζωή, ζωντανούς ανθρώπους. Κι αφού θα τους πάρεις από το σημερινό περιβάλλον, κι αφού θα το έχεις αποφασίσει να τους βάλεις να κινούνται σ' ορισμένο πολιτικό διάστημα χρόνου, μοιραία στην περιγραφή των περιπετειών τους θα ζωγραφίσεις, θα δώσεις και τον αντιφασιστικό αγώνα.

8 Αυγ. 1945, Ημερολόγια, σσ. 11-12.
Αυτά έγραφα την τελευταία φορά. Αν μ' άκουε κανείς θα νόμιζε πως να, τώρα αμέσως θα καθίσω και θα γράψω το μυθιστόρημα. Τώρα ξεθύμανα. Τι νάταν που μου άλλαξε τη διάθεση; Πρώτα πρώτα η κούραση. Εκείνη τη μέρα ξαφνικά κουράστηκα. Νύσταζα. Δεν είχα κέφια. Τις επόμενες μέρες όλο και πιο πολύ απομακρυνόμουν από την ατμόσφαιρα των βιβλίων που με είχαν κάμει να πιστέψω πως θα έγραφα ένα παρόμοιο μυθιστόρημα. Τέλος, η πολιτική με ξανάφερε πιο κοντά στην πραγματικότητα πάλι (μα είναι η πραγματικότητα;).

19 Αυγ. 1945, Ημερολόγια, σ. 15.
Πέρασε πολύς καιρός που δεν έγραψα σε τούτο το τετράδιο, αν και ήρθα εδώ πέρα [ένα μοναχικό σπιτάκι κοντά στη θάλασσα] καμιά δυο φορές. Προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτό που έδιωξε από μέσα μου την όρεξη για γράψιμο. Σκέφτομαι πως θάπρεπε να ριχτώ λιγάκι στα σοβαρά στη δουλειά, να γράψω τέσσερα πέντε διηγήματα και να βγάλω ένα τόμο πριν από το τέλος του χρόνου.
Εκείνο που κάθε φορά με αποθαρρύνει είναι η διαπίστωση που κάνω διαβάζοντας τα καλά διηγήματα τα καλά διηγήματα από την Ελλάδα - της Αλεξίου, της Αξιώτη, του Καστανάκη, τη σειρά από εντυπώσεις του Ρώτα κλπ. Πόσο ξώπετσα, πόσο φτιαχτά είναι αυτά που γράφω, ενώ εκείνα έχουν τόσο πηγαία τη φλόγα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.
Δεν μπορεί να νοηθεί τέχνη δική μας αυτόν τον καιρό αν δε δίνει τον αγώνα του λαού, και να τον δίνει βιωμένα. Κάποτε, όπως στο Γαβρέλα, στο Ρύζι και άμμος, το καταφέρνω. Στα άλλα - Ο μπεχλιβάνης ή στο Η πράσινη αχτίδα το ηλιόγερμα, που θέλω να γράψω - νιώθω πως δεν τα πιάνω από μέσα, πως είναι επιφανειακή λογοτεχνία.
Τι θα γίνω;
Αυτόν τον καιρό διάβασα και το βιβλίο του Γιώργου Φιλίππου Βαμβακάδες, με πολλές χάρες, με πολλές ικανότητες. Και του Ιορδάνου Το Βιβλίο του Πολέμου? πολύ μέτριο.
Να τ' ομολογήσω; Όταν διαβάζω έργα γνωστών μου που αποδείχνεται πως είναι κατώτερα απ' ό,τι τα περίμενα, παίρνω κουράγιο. Λέω: Εγώ τουλάχιστο αυτού δε θα έκανα λάθος ή θα τόγραφα καλύτερα. Όταν όμως κάνω τη σύγκριση με το συναισθηματικό και τεχνικό πλούτο άλλων ελλήνων δόκιμων συγγραφέων, τότε χάνω το κουράγιο μου, όχι ολωσδιόλου βέβαια, γιατί ταυτόχρονα νιώθω και το γαργάλεμα: Αχ, να κάμω κάτι καλό, να μπει πλάι σε τούτο το όμορφο πράμα.
Σκέφτομαι πως αν δεν είχα αυτή τη χρονιά τεμπελιά, να περιμένω την «έμπνευση» και την «ανάγκη» να γράψω, και κρατούσα σημειώσεις για όλες τις σκηνές, τις εικόνες, τις στροφές, τις φράσεις που μου περνούν απ' το μυαλό κάθε μέρα, αν κρατούσα ένα καρνεδάκι και σημείωνα - όπως κάνουν, όπως πρέπει να κάνουν, οι ευσυνείδητοι συγγραφείς - τότε σιγά σιγά θα μαζευόταν το υλικό. Δε θα έμενε παρά να βρεθεί η «καλή μέρα», κάποια διακοπή? και τότε θα σκάρωνα όμορφα πράματα. Δεν υπόσχομαι στον εαυτό μου να κρατήσω καρνεδάκι, γιατί κι άλλη φορά το υποσχέθηκα και δεν το έκαμα.
Πόσα όμορφα πράματα χάθηκαν έτσι. Άραγε χάθηκαν όμως; Ίσαμε να πεθάνω, δε θα ελπίζω πως μια μέρα θα τα γράψω, πως όσα ξεχνώ είναι γιατί δεν άξιζαν τον κόπο να γραφτούν, πως το καλό πράμα μένει μέσα μου και περιμένει κάποτε την κατάλληλη στιγμή για να βγει; Το ίδιο ή μετασχηματισμένο, ζυμωμένο, εξιδανικευμένο;

19 Σεπτ. 1945, Ημερολόγια, σσ. 18-20.
Προχωρώ αργά. Έγραψα ίσαμε αυτή τη στιγμή μόνο 40 σελίδες - σαν τούτο το χαρτί. Απ' αυτές οι μισές θα φύγουν. Όλο, το βλέπω να πιάνει 200 σελίδες. Όμως όταν τελειώσω το πρώτο χέρι, όπου προχωρώ τώρα με τη διστακτικότητα του ανιχνευτή, θα πρέπει όλο να το ξαναχύσω. Να του δώσω μια φόρμα αδερφέ, δεν μπορεί να είναι σαν άρθρο εφημερίδας! Μ' έπιασε λοιπόν πανικός. Πότε θα τελειώσω; Εσύ δεν μπορείς από κει να φανταστείς τις ελλείψεις μου. Δεν είμαι ταχυγράφος. Δεν έκανα πανεπιστημιακές σπουδές για να έχω μια μέθοδο. Δεν ασχολήθηκα σοβαρά, συστηματικά με τη φιλοσοφία και την αισθητική. Δεν έχω την ευχέρεια, τον αυτοματισμό της γλώσσας που έχετε σεις που ζείτε στην Ελλάδα. Ένα πράμα μπορεί να το βλέπω κατακάθαρα μέσα στο μυαλό μου. Όμως σε ποια γλώσσα το σκέφτομαι; Λίγο ελληνικά, λίγο γαλλικά, λίγο αγγλικά, λίγο αράπικα! Άντε τώρα να το διατυπώσεις ελληνικά! Με καταλαβαίνεις; Χάνω τεράστιο καιρό εκεί που εσείς τα γράφετε νεράκι. Και πάντα, πάντα έχω την αίσθηση πως σας μιλώ μια γλώσσα με ξενική προσφορά. Αυτό είναι το μεγάλο μου εμπόδιο κι ο καημός μου.

Ο Στρατής Τσίρκας (δεξιά) με τον Κώστα Βάρναλη (κέντρο) και τον κριτικό Μ. Μ. Παπαϊωάννου (αριστερά).


Επιστολή στον Μ. Μ. Παπαϊωάννου για την εργασία του πάνω στον Καβάφη, 29 Αυγ. 1955.
Για το καινούργιο που ζητάς από μένα. Μεγάλο πρόβλημα. Ποιος μου λέει πως έχω τα κότσια να δώσω καινούργιο; Κάτι διαισθανόμουν κάποτε μέσα μου, κυρίως όταν έγραφα διηγήματα όπως «Για 'να ζευγάρι ρόδα»... Μα το καινούργιο θέλει πολλή αυτοσυγκέντρωση, θέλει καβαφισμό, σκάψιμο προς τα μέσα, κλείσιμο στον έξω κόσμο που διαρκώς επεμβαίνει και αποσπά την προσοχή σου. Θέλει να τα χτυπήσω κάτω όλα και ν' απομονωθώ με την τέχνη. Μπορώ; Μπορούμε σήμερα πια;

Επιστολή στον Μ. Μ. Παπαϊωάννου, 5 Ιαν. 1956.
Η κριτική του Ραυτόπουλου για το Νουρεντίν με γέμισε από χαρά και θάρρος. Ήταν μια δυνατή ένεση που τόνωσε το ηθικό μου ακριβώς την ώρα που χρειαζόταν. Πολύ συγκινήθηκα γιατί κατάλαβε και διατύπωσε τόσο πετυχημένα τις σχέσεις του ήρωά μου με την δική μου πνευματική εξέλιξη και την εξέλιξη της ίδιας της Αιγύπτου.
Ένα πράμα για το οποίο πάντα είχα αμφιβολίες και που με βασάνιζε, ήταν αν έχω προσωπικό ύφος. Ο Ραυτόπουλος είναι κατηγορηματικός. Αλλά και μόνο αν έχει δίκιο 50% αυτό με φτάνει, μου δίνει φτερά. Γιατί από δω και πέρα δεν θάχω να βασανίζομαι, θ' αφήνομαι στον εαυτό μου και θα σκέφτομαι τα άλλα, τα πιο σοβαρά και βαθιά.

Επιστολή στον Μ. Μ. Παπαϊωάννου, 13 Ιουλ. 1957.
Πάει ακριβώς ένας χρόνος που έγραψα τη λέξη «τέλος» κάτω από την τελευταία σελίδα του Καβάφη. Από τότε καμιά δημιουργική εργασία. Θέλω να ριχτώ με τα μούτρα σε μια ιστορία, να μ' απορροφήσει βαθιά για να μην τρώγομαι... Τους τελευταίους μήνες έκαμα δυο τρία σχέδια για ένα μυθιστόρημα. Πότε τα παιδικά μου χρόνια στο δρόμο με το τζαμί [Α], πότε το Ράμλι [Ν]. Τώρα κατασταλάζω στην πανσιόν της Φέλντμαν [Λ]. Για να δούμε. Πάντως τούτη τη στιγμή αισθάνομαι φοβερά άδειος κι ανίκανος.

27 Απρ. 1959, Ημερολόγια, σ. 34-35.
Δεν είμαι ευχαριστημένος, πηγαίνω αργά, και προπαντός δεν ξέρω τι θα γίνουν τα πρόσωπά μου. Δεν έχω δηλαδή υπόθεση. Έχω, αλλά δεν αποφασίζω για τον κεντρικό μου ήρωα, τι θα τον κάμω, χωμένο μέσα στην πολιτική ή θα τ' αφήσω να μαντεύεται δίχως ποτέ να το αναφέρω;
Πάντως, ούτε λόγος, τούτο εδώ δεν τελειώνει μια κι όξω - όπως τον Νουρεντίν Μπόμπα [που γράφτηκε μέσα σε δέκα μέρες: δέκα καθισιές, δέκα κεφάλαια]. Μάλιστα πρέπει να προσέχω - με παρασύρει μια φιλολογίτιδα (π.χ. Χαίλντερλιν ή Άσμα Ασμάτων). Χρειάζεται πολύ τακτ, πραγματική μαεστρία μυθιστοριογράφου. Δεν είμαι καθόλου ικανοποιημένος.

21 Μαΐου 1959, Ημερολόγια, σ. 37-38.

Διαβάζω του κερατά του Laurence Durrell την τετραλογία που λέγεται Alexandrian Quartet (Justine, Balthazar, Mountolive, Clea) μυθιστορήματα αλεξανδρινά - γρήγορα θ' ακούσεις πως του δώσανε το Νόμπελ. Και σκάω από λύσσα. Γιατί αυτά ήταν τα θέματά μου. Είναι της παρακμής ο άθλιος αλλά έχει πολύ ταλέντο. Το λοιπόν τι κάθομαι και τρώγομαι με το Μαλάνο όταν ακόμα κι ένας Αυγέρης δεν καταλαβαίνει τι λέω; Θα γυρίσω στη δουλειά μου: Διήγημα, μυθιστόρημα.

Επιστολή στον Μ. Μ. Παπαϊωάννου, 22 Μαρτ. 1960.
Αυτό που λες: «Πρέπει να κινείσαι πια, χωρίς να σ' απασχολεί η τεχνική» είναι πολύ σωστό. Όταν τελείωσα τη «Λέσχη» ξαφνικά μια μέρα πήρα και ξαναδιάβασα τον «Νουρεντίν». Διαπίστωση: Μ' άρεσε πιο πολύ για τους εξής λόγους: Αν και «κακογραμμένος» είχε δικό του χου, δική του (δηλαδή δική μου) φωνή. Στη «Λέσχη» άκουα τώρα τη φωνή του James Joyce («Ulysses») - και ξαναδιαβάζοντάς τον βρήκα πως ναι, όχι μόνο ήταν η φωνή του σ' όλα τα κομμάτια της Άννας, αλλά μια φωνή αδυνατισμένη, ευνουχισμένη, στερημένη από χυμούς, μια χλωρή μίμηση. Αυτή τη διαπίστωση τη σημείωσα και γράφοντας τώρα το καινούριο προσέχω να είμαι εγώ αλλά όχι αχτένιστος, όπως δυστυχώς είμαι στο «Νουρεντίν».
Ότι πρέπει κάποτε κανείς να σταματήσει να διαβάζει συμφωνώ: Όταν βρει τη φωνή του. Ο Καβάφης, ο Βουτυράς, έπαψαν από νωρίς να διαβάζουν. Μα είχαν βρει τη φωνή τους. Εσύ λες πως η φωνή μου είναι στο Νουρεντίν. Ας περιμένουμε να τελειώσω αυτό που γράφω και το ξανασυζητάμε. Ίσως να έχεις δίκιο. Ξέρεις τι ονειρεύομαι; Ένα ύφος γοργό, νευρώδικο (όπως τα καλά μέρη του Νουρεντίν, ας πούμε) αλλά φοδραρισμένο με μια λανθάνουσα πνευματικότητα -όχι συμβολισμό για τ' όνομα του Θεού!- που να υψώνει το κείμενό μου από την περιοχή του ρεαλιστικού ρεπορτάζ αλλά και να μην το πηγαίνει στο «καλλιτεχνικό» γράψιμο (Χρηστομάνος, Νικολαΐδης, Μυριβήλης) ούτε στο συμβολιστικό (Κοσμάς Πολίτης ή Βενέζης). Εξηγήθηκα;

Επιστολή στον Μ. Μ. Παπαϊωάννου, 3 Νοεμ. 1960.
Τώρα περιμένω τις αντιδράσεις. Αυτές τις μέρες διαβάζω τ' απομνημονεύματα της Simone de Beauvoir που καλύπτουν τα χρόνια 1930-1950 και τους προβληματισμούς της σα μυθιστοριογράφος. Όσο τη διαβάζω τόσο καταλαβαίνω πως βρίσκομαι (ευρωπαϊκά) στο σωστό δρόμο. Ελληνικά, βέβαια, είμαι μάλλον στο περιθώριο - δύσκολα θα μπορούσε ένας κριτικός να συνδέσει την εργασία μου με την παράδοση. Μα φταίω εγώ; Αφού εδώ γεννήθηκα; Αφού τρέμω να γράψω για πράγματα που δεν τα έζησα ο ίδιος;

Επιστολή στον Μ. Μ. Παπαϊωάννου, 26 Δεκ. 1960.
Το μυθιστόρημα -Η Λέσχη- γράφτηκε, τυπώθηκε, κυκλοφόρησε, από τις 22 Δεκεμβρίου 1960. Και τώρα κάθομαι σαν τον κούκο -ο ανόητος!- και περιμένω γράμματα και κριτικές!
Απελπίστηκα να περιμένω. Ο Μ. από τις 20 Δεκέμβρη δε μου ξανάγραψε. Ένα σωρό γράμματα που περίμενα από διάφορους που τους έστειλα τη Λέσχη δεν ήρθαν -εκτός από του Β. και του Λ. και κάτι κάρτες (Π.Δ.Μ.Κ.Π.). Κάτι συμβαίνει. Ή μήπως εγώ νόμισα πως θα τους αρέσει κι έπεσα έξω;
Απόψε ξανάπιασα το δεύτερο μυθιστόρημα. Είχα προχωρήσει ώς το δεύτερο κεφάλαιο και κώλωσα. Γιατί; Γιατί περίμενα τις κριτικές του πρώτου, ή γιατί ακόμα δε βρήκα την υπόθεση; Πάντως μ' ένα μικρό διόρθωμα (προσθήκη) που έκαμα στο πρώτο κεφάλαιο νομίζω πως τώρα μπορώ πάλι να ξεκινήσω γρήγορα για το δεύτερο.

10 Φεβρ. 1961, Ημερολόγια, σ. 47.
Νομίζω, Τάσο, πως δεν φτάνει να μην σου αμφισβητούν οι άλλοι τον τίτλο του συγγραφέα. Πρέπει κι ο ίδιος να πιστεύεις πως είσαι για να μπορείς να λες εκείνο το καβαφικό για το πρώτο σκαλί. Εγώ, όταν κοιτάζω πίσω μου, λέγω πως ακόμα δεν είμαι, πως θα μπορούσα να είμαι αν δούλευα σκληρά. Και είχα όλη την όρεξη να δουλέψω, βάζοντας στόχο ένα βιβλίο το χρόνο. Να γιατί με απέλπισαν τα καμώματα περί «Λέσχης». Ήρθαν να μου κόψουν τις φτερούγες πάνω στο πέταμά μου. Οι παρεξηγήσεις, οι βρισιές, η λάσπη, όλα ξεχνιούνται και συγχωρούνται. Μα να φας μια σφαίρα στο φτερό την ώρα που ανεβαίνεις αυτό δεν είναι πια ζήτημα συγχώρεσης ή λησμοσύνης. Η σφαίρα υπάρχει και το πέταμά σου απέτυχε. Χρειάζεται τώρα τεράστια θέληση για να δοκιμάσεις ξανά. Γράφω, γράφω, το δεύτερο τόμο. Χτες βράδυ άρχισα το πέμπτο κεφάλαιο. Να δούμε τι θα βγει.

Επιστολή στον Τάσο Βουρνά, 15 Δεκ. 1961.
Σαν αντίδραση στη «δογματιστική» λογοτεχνία που πολύ μας ζημίωσε, θέλησα να εξαφανίσω από το μυθιστόρημα την προσωπική άποψη του συγγραφέα, να δώσω καταστάσεις, αντικειμενικά, και ν' αναγκάσω τον αναγνώστη να σκεφτεί πάνω τους. Βέβαια, κατά βάθος, αυτό είναι ένας ψευτοαντικειμενισμός, η ιδεολογία του συγγραφέα υπάρχει και το εκφράζει με χίλιους τρόπους: με τα νέα θέματα που εισάγει, με τις πλευρές που φωτίζει, με την κλίμακα αξιών που υποδηλώνει όταν αντιπαραθέτει τους δύο κόσμους και γενικά με την εποπτεία, τη φιλοσοφική ματιά που κυβερνάει ολόκληρο τον κόσμο του βιβλίου.

Επιστολή στη Φούλα Χατζιδάκη, 12 Δεκ. 1962.
Ήταν, θυμάμαι, ύστερα από το πρώτο μου μπάνιο, Απρίλη του 1964, στη θάλασσα του Αγίου Κοσμά. Πλάγιασα στην άμμο, ο ήλιος ζέσταινε δίχως να καίει. Ήρθαν οι αναμνήσεις από αγαπημένα πρόσωπα, οι μεταμέλειες, οι πίκρες, οι δυσκολίες της εγκατάστασής μας, το άγχος από τα προβλήματα με το μυθιστόρημα και με κουκούλωσαν. Γύρισα μπρούμυτα κι έκανα ένα γερό κλάμα. Αυτό ήταν? σηκώθηκα πήγα σπίτι και στρώθηκα στη δουλειά.

Ημερολόγια, σ. 67.
Η πρόβλεψή σου για χτύπημα ένεκα το Ανθρωπάκι έρχεται καθυστερημένη. Ήδη για τη Λέσχη σηκώσανε οι φίλοι μου έναν ωκεανό λάσπης και συκοφαντίας και με σκέπασαν. Στην πιο κρίσιμη (επαγγελματικά) περίοδο της ζωής μου κι ακριβώς πάνω στο θάνατο της μάνας μου. Το Δεκέμβρη του 1961 νόμισα πως είμουν τελειωμένος, λογάριαζα να σκοτωθώ, ο Κωστής με κράτησε στη ζωή. Έσφιξα τα δόντια, ακόμα τα σφίγγω στον ύπνο μου, τόσο που πολλά ράγισαν. Το γράψιμο με παρηγόρησε. Και ξαναστάθηκα στα πόδια μου.

Επιστολή στον Πέτρο Φρυδά, 17 Φεβρ. 1963.
Να ξαναγράψω τις τρεις σελίδες σε μορφή διαλόγου, όπου ο Γαρέλας έχει τον επιθετικό (ρόλο) ή μάλλον την πρωτοβουλία.
Η αλλαγή του -συνέπεια της διαφοροποίησης στο στράτευμα κλπ. να μη βγαίνει για τον αναγνώστη μέσα από τη σκέψη του Μάνου- αλλά να βγαίνει σα συμπέρασμα για τον αναγνώστη μέσα από τα λόγια του Γαρέλα.
Να κάμω ένα διάλογο κάπως βίαιο, όπου ο Γαρέλας να διατηρείται στο επίπεδο που τον γνώρισε ώς τώρα ο αναγνώστης κι όχι εκεί που τον κατέβασα (στις 3 σελίδες) για ευκολία μου.
Δες αν μπορείς να βάλεις το Γαρέλα να κάνει κάτι μέσα στο δωμάτιο. Να ψήνει λ.χ. καφέ ή να ράβει τα κουμπιά του ή να διορθώνει το πρίμους.

7 Ιουλ. 1965, Ημερολόγια, σ. 80.

Τέταρτος τόμος; Γιατί όχι; Μια φούγκα: Εξομολόγηση του Μπρουξ, Εξομολόγηση του Ανθρωπάκι: Όλα, τα πιο χυδαία πάθη προβάλλονται σ' ένα σκηνικό (βασικά αγαθό) μιας ανθρωπότητας που συνεχίζει την πορεία της.

17 Απρ. 1965, Ημερολόγια, σ. 81-82.
Πολύ αργότερα, ξαναδιαβάζοντας τον Προυστ, κατάλαβα γιατί με γέμισε ένα δυνατό αίσθημα ανακούφισης όταν πραγματοποίησα, μέσα στο μυθιστόρημα, το σμίξιμο των τριών παραποτάμων. Ο μέσα μου άνθρωπος, ο νοσταλγός του χαμένου παραδείσου των παιδικών χρόνων κι ο έξω άνθρωπος, ο λογιστής των δραματικών γεγονότων στη Μέση Ανατολή, είχαν συγχωνευτεί, άρα συμφιλιωθεί, μέσα σ' ένα έργο Τέχνης, που παρέμενε, ό,τι κι αν έλεγα, η ακοίμητη έγνοια μου.

Ημερολόγια, σ. 67-68.
Δεν εμίλησα ποτέ. Σώπασα για την πολεμική που μου έγινε. Άφησα τους άλλους να... Γιατί; Διότι ήτανε πολύ γλιστερό το έδαφος. Είδαμε ανθρώπους που διαφώνησαν με το κόμμα τους, και τελικά κατάντησαν στην αντίδραση. Ήξερα ότι ήτανε πάνω απ' τις δυνάμεις μου για να μπορέσω να βρω δίκιο. Τ' άφησα λοιπόν. Έχοντας εμπιστοσύνη ότι μια μέρα δεν μπορεί παρά αυτά τα πράγματα να βρούνε τη σωστή τους εξήγηση. Όμως, πρέπει να πω ότι αυτή η εχθρική στάση απέναντί μου, μου έκοψε τα φτερά. Δηλαδή χρειάστηκε να περάσουν πάρα πολλά χρόνια για να μπορέσω να αποχτήσω τέτοια αυτοπεποίθηση ώστε να δοκιμάσω άλλο μυθιστόρημα, που είναι Η Χαμένη Άνοιξη. Πολύ μου εκόστισε. Όχι γιατί περίμενα τα «εύγε», δεν είναι γι' αυτό, αλλά να βλέπεις ανθρώπους που αγωνίστηκες μαζί τους και σε κοιτάζουνε σαν ύποπτο... Φοβερό! Πάντως, πρώτη φορά μιλάω τώρα.

Από τη συζήτηση μετά την ομιλία του στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Υμηττού, 13 Μαρτίου 1979 («Στρατής Τσίρκας: Στο εργαστήρι του μυθιστοριογράφου», επιμ. Χρύσα Προκοπάκη, Διαβάζω, τχ. 171/1987, σ. 33.

Πηγές:
- Ε.Λ.Ι.Α.
- Στρατής Τσίρκας, Τα ημερολόγια της τριλογίας «Ακυβέρνητες Πολιτείες», Κέδρος, Αθήνα 1973.
- Μίλτος Πεχλιβάνος, Από τη Λέσχη στις Ακυβέρνητες Πολιτείες. Η στίξη της ανάγνωσης, Πόλις, Αθήνα 2008.





 




Αφιέρωμα Χρονολόγιο Εργογραφία Βιογραφικό Video

Χρονολόγιο



1911
Γεννιέται στις 10/23 Ιουλίου ο Γιάννης Χατζηαντρέας, όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Στρατή Τσίρκα, στο Κάιρο. Πρώτο παιδί της οικογένειας του Κωστή Χατζηανδρέα, ο οποίος είχε καταφύγει στην Αίγυπτο για να μην υπηρετήσει στρατιωτική θητεία στον τουρκικό στρατό και της Περσεφόνης Σταμαράτη, από τη Χίο, οι οποίοι στη συνέχεια θα αποκτήσουν άλλα τρία παιδιά (Μαρία, Νικόλας, Αλεξάνδρα). Η οικογένεια κατοικεί στην οδό Αμπντέλ Ντάγιεμ, στη λαϊκή, ελληνοαραβική συνοικία Αμπντίν, πτυχές της οποίας συχνά θα εκβάλλουν στο έργο του. Ανάλογα θα εμφανίζεται αργότερα και το Ράμλι, έξω από την Αλεξάνδρεια όπου ο μικρός Γιάννης περνά μαζί με τον παππού του Στεφανή τις διακοπές του.

1917
Εγγράφεται στην Αμπέτειο Σχολή του Καΐρου. Άριστος μαθητής, με ιδιαίτερη επίδοση στα μαθηματικά.

1923-1924
Τελειώνει το Δημοτικό και εγγράφεται στο εμπορικό τμήμα της Αμπετείου: «Ο Γιάννης ονειρευόταν φιλολογία. Οι πατεράδες μας όμως τα ΄βαλαν κάτω, τα κουβεντιάσαμε. Γυμνάσιο σήμαινε και παραπέρα σπουδές. Αθήνα, Πανεπιστήμια, Ευρώπες. Πού λεφτά για τέτοια. Εμπορικό, λοιπόν, και κατευθείαν μετά δουλειά, τραπεζικός, λογιστής, κ.λ.π.», γράφει ο συμμαθητής του Γιώργος Γ. Δήμου («Τα παιδικά εκείνα χρόνια», Διαβάζω, τχ. 171/1987, σ. 22). Διαβάζει Βερν, Ουγκώ, Ζολά, Λοτί, Σαίξπηρ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, τα περιοδικά Διάπλαση των Παίδων, Πανόραμα και τον Εθνικό Κήρυκα της Αμερικής, και παρακολουθεί με πάθος κινηματογράφο.

1927
Απρίλιος, Μάιος: Δημοσιεύει τις πρώτες μεταφράσεις του (Χάινε, Αλφρέ ντε Μυσσέ, Σίλλερ) στα περιοδικά Οικογένεια και Μπουκέτο.
16 Ιουλίου: Δημοσιεύεται το πρώτο του πεζό, με τίτλο «Το φεγγάρι» (Παναιγύπτια, φύλ. 37). Ο ποιητής Λουκάς Χριστοφίδης θα προλογίσει τον νέο συγγραφέα: «Τα Παναιγύπτια μπορούν να λογισθούν υπερήφανα που πρωτοδημοσιεύουν το κατοπινό παραμυθάκι ενός νέου Αιγυπτιώτη, που μόλις είδε τους δεκάξη Απρίληδες ακόμη. Ο νεαρός Γιάγκος Χατζηαντρέας του Καΐρου δείχνει με το πρώτο του αυτό λογοτέχνημα πως είναι προορισμένος με σπάνιο ταλέντο, που το διακρίνει δυνατή φαντασία, αίσθημα αρκετό του ωραίου καθώς και αντίληψη του περιττού, που δεν μας έχουν συνηθίσει οι νέοι της ηλικίας του».

1928
Αποφοιτά από το εμπορικό τμήμα της Αμπετείου Σχολής και προσλαμβάνεται από τη National Bank of Egypt, όπου θα εργαστεί για ένα χρόνο.

1929
Πιάνει δουλειά σε εργοστάσιο εκκοκισμού βάμβακος, στην Άνω Αίγυπτο. Θα παραμείνει στην περιοχή (στο Αμπουτίγκ τον πρώτο χρόνο και ύστερα στο Ντεϋρούτ) για δέκα χρόνια, αρχικά ως λογιστής και στη συνέχεια ως διευθυντής των εκκοκιστηρίων. Στις περιοχές αυτές θα ζήσει από κοντά την φοβερή εξαθλίωση και την εκμετάλλευση των φελάχων, γεγονότα που θα επηρεάσουν την ιδεολογικο-πολιτική του διαμόρφωση.

1930
Φεβρουάριος: Πρώτη δημοσίευση σε ελλαδικό περιοδικό, στην Πρωτοπορία (τχ. 2) του Φ. Γιοφύλλη, δικού του κειμένου («Μεσημεριάτικο»): «πρέπει να σας πω, ότι όταν ήμουνα είκοσι χρονώ, δηλαδή το 1930-31, έγραψα ένα μυθιστόρημα. Από το οποίο σώθηκε ένα κεφάλαιο, γιατί είχε δημοσιευθεί σε ένα περιοδικό, την Πρωτοπορία του Γιοφύλλη. Όλο το άλλο το έκαψα. Γιατί, κάποια στιγμή αυτογνωσίας, είδα ότι λέω ψέματα, δεν είναι αληθινά αυτά που λέω. Και αυτή η εμπειρία μου εκόστισε τόσο πολύ, ώστε έβαλα από το 1930, για να γράψω μυθιστόρημα μετά, έβαλα εικοσιπέντε χρόνια», θα θυμηθεί ο ίδιος χρόνια αργότερα.
Μάιος: Δημοσιεύεται το πρώτο του ποίημα («Pot pourri») στην Αλεξανδρινή Τέχνη (φύλ. 5). Στη δεκαετία αυτή, ως τον πόλεμο, δημοσιεύει πρωτότυπα κείμενα και μεταφράσεις του στα περιοδικά Παναιγύπτια, Αλεξανδρινή Τέχνη, Πρωτοπορία, Πρωτοπόροι, Νέοι Πρωτοπόροι, Νεοελληνικά Γράμματα, κ.ά.
10 Ιουλίου: Γνωρίζει τον Καβάφη. Θα ακολουθήσουν λίγες ακόμα συναντήσεις, για τις οποίες θα γράψει: «Όταν μετρώ τις ώρες που πέρασα πλάι του, δεν τις βρίσκω περισσότερες από δώδεκα, το πολύ δεκατρείς. Στις εννιά ή δέκα είμασταν μόνοι. Ήταν οι καλύτερες». Και προσθέτει: «Από τότε δεν τον ξαναείδα. Γρήγορα με τράβηξαν άλλοι ορίζοντες. Ένας ανόητος φανατισμός δε μ' άφηνε να επιζητήσω νέα συνάντηση όσες φορές ξαναπήγα στην Αλεξάντρεια. Ένα απόγεμα, στο Κάιρο, μέσα στο δρόμο, έμαθα πως πέθανε. Εκείνες τις μέρες ο Χίτλερ, καγκελάριος πια, ξαπολούσε το μεγάλο κύμα της τρομοκρατίας στη Γερμανία. Αν κανένας μου έλεγε πως κάποτε θ' αφιέρωνα τρία χρόνια σε μελέτες και σε αναζητήσεις των πηγών και των περιστάσεων της ποίησης του Καβάφη, θα τον έπαιρνα για τρελό» (Ο Καβάφης και η εποχή του).
Την ίδια περίοδο έρχεται σε επαφή με το κομμουνιστικό κίνημα. Κέντρο ιδεολογικοπολιτικών συζητήσεων το σφουγγαράδικο του πρωτοπόρου κομμουνιστή της παροικίας Σακελλάρη Γιαννακάκη. Στην παρέα που σύχναζε εκεί συγκαταλέγονταν ο Γ. Φ. Πιερίδης, ο μουσικολόγος και συγγραφέας Σταύρος Καρακάσης, ο ζωγράφος Γιώργος Δήμου, ο Λάμπης Ράππας, κ.ά.

1933
Ο πατέρας του, φυματικός, μεταφέρεται σε σανατόριο στο Λίβανο. Ως πρωτότοκος, ο Γιάννης αναλαμβάνει τα οικονομικά βάρη της οικογένειας, η οποία πλέον θα συγκατοικεί με τη γιαγιά Παρασκευούλα στην Αλεξάνδρεια, στη συνοικία Προφήτης Ηλίας, η οποία επίσης θα μνημειωθεί στο έργο του. Εκεί θα περνάει κι ο ίδιος τα καλοκαίρια, όταν τελειώνει η εποχή του βαμβακιού.
Οκτώβριος: Θάνατος του πατέρα.

1935
Ιδρύεται στην Αίγυπτο η Ligue Pacifique, διεθνιστική αντιφασιστική οργάνωση, στην οποία συμμετείχε δραστήρια ο Τσίρκας. Από την ερχόμενη χρονιά, οι κομμουνιστές της Αιγύπτου αρχίζουν και οργανώνονται σε ομάδες, μέσα από τις οποίες θα προκύψει αργότερα η «Αντιφασιστική Πρωτοπορία». Επικεφαλής της ομάδας φέρονται ο ποιητής Θεοδόσης Πιερίδης και ο Γιάννης Χατζηανδρέας.
Παράλληλα ιδρύεται το Groupe des Essayistes, στο οποίο επίσης συμμετέχουν οι δύο φίλοι.



1937
Ιούνιος: Γάμος του με την Αντιγόνη Κερασιώτη. Ταξιδεύει με τη γυναίκα του στην Τσεχοσλοβακία, Ιταλία, Αυστρία, Γαλλία και Ελλάδα. Η εμπειρία του από την παραμονή του στην Αυστρία, επίκεντρο εκείνη την εποχή πολιτικών εξελίξεων, τη Γαλλία του «Λαϊκού Μετώπου» και την μεταξική Ελλάδα θα αποτυπωθεί σε ποιήματα, διηγήματα και στις Ακυβέρνητες Πολιτείες.

13-18 Ιουλίου: Συμμετέχει στο Β΄ Διεθνές Συνέδριο των Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας εναντίον του Φασισμού, στο Παρίσι. Εκεί θα γράψει με τον Λάνγκτον Χιούς τον «Όρκο» των ποιητών στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα:
Στ' όνομά σου, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα,
που σκοτώθηκες στην Ισπανία για τη λευτεριά
του ζωντανού λόγου,
Εμείς, ποιητές απ' όλες τις χώρες του κόσμου,
μιλώντας και γράφοντας στις διάφορες και ποικίλες
γλώσσες μας
παίρνουμε εδώ τον όρκο τον κοινό,
τ' όνομά σου να μην ξεχαστεί ποτές πάνω στη γης,
κι όσο υπάρχει τυραννία και καταπίεση,
στ' όνομά σου
να τις πολεμούμε
όχι μονάχα με το λόγο
μα και με τη ζωή μας.

Ο «Όρκος» προωθείται με τη βοήθεια του Αραγκόν στο Συνέδριο και υπογράφεται από 40 συγγραφείς που εκπροσωπούν 26 χώρες. (Στις Τομές, τχ. 40-43/1978, έχει δημοσιευτεί η σχετική φωτογραφία από το Theatre de la Porte Saint-Martin, όπου στις 18 Ιουλίου, τελευταία μέρα του Συνεδρίου, κάτω από το πορτραίτο του Λόρκα απαγγέλλεται ο «Όρκος» από τον Αραγκόν, παρουσία των Ρομπέρ Ντεσνός, Τριστάν Τζαρά, Λάνγκτον Χιους, Νικολάς Γκιλλιέν, Στρατή Τσίρκα και Λάρλος Πελισέρ).
Κυκλοφορεί η πρώτη του ποιητική συλλογή Φελλάχοι στην Αλεξάνδρεια, με την οποία υιοθετεί οριστικά το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Στρατής Τσίρκας. Το βιβλίο αφιερώνει «Στον ποιητή Θ. Πιερίδη, τον απαράμιλλο φίλο και συνοδοιπόρο».

1938
Δεκέμβριος: Τυπώνεται στην Αλεξάνδρεια η δεύτερη ποιητική του συλλογή Το
λυρικό ταξίδι, αφιερωμένη στην Αντιγόνη.
1939
Ιούνιος: Αναλαμβάνει τη διεύθυνση του βυρσοδεψείου του Μικέ Χαλκούση, στην Αλεξάνδρεια. Θα παραμείνει στην εργασία αυτή μέχρι την εγκατάστασή του στην Ελλάδα (1963).

1942
25 Μαρτίου: Εκδίδεται ο Έλλην (1942-1948), το σημαντικότερο αντιφασιστικό περιοδικό της Μέσης Ανατολής. Εκδότης είναι ο Α. Κασιγόνης, ενώ τη συντακτική ομάδα της πρώτης περιόδου απαρτίζουν οι Στρατής Ζερμπίνης, Λάμπης Ράππας, Στρατής Τσίρκας. Ο Τσίρκας χρησιμοποιεί επίσης το ψευδώνυμο Λούκης Αράπης.
Ιούνιος: Τα στρατεύματα του Ρόμμελ πλησιάζουν την Αλεξάνδρεια και ο Τσίρκας με τη σύζυγό του, το ζεύγος Πιερίδη και άλλους, καταφεύγει ως τον Νοέμβριο στην Παλαιστίνη: «Ο σκοπός μας ήτανε, βλέποντας αν εξακολουθούν οι Εγγλέζοι να δίνουνε έδαφος στον Χίτλερ, με κάποιο τρόπο να φτάσουμε στον Ευφράτη, κι απ' τον Ευφράτη να περάσουμε στον Καύκασο, στη Σοβιετική Ένωση, κάπου, να γλιτώσουμε, παρά να πέσουμε στα χέρια των χιτλερικών».
Ο κόσμος της Παλαιστίνης θα του δώσει το πρώτο ερέθισμα για τη συγγραφή της Λέσχης: «Φτάσαμε στην Παλαιστίνη, για να σας πω, χωρίς χαρτιά, τίποτα. Εγώ, η μόνη μου ταυτότητα που είχα ήτανε ένα διαρκές του τραμ! Μια φωτογραφία μικρή επάνω, τίποτα άλλο. Με αυτό το χαρτί μπήκα, πέρασα τα σύνορα. Και οι υπόλοιποι από μας το ίδιο. Εκεί λοιπόν στην Παλαιστίνη, δεν μπορούσαμε να εμφανισθούμε σε κανένα ξενοδοχείο επίσημο από αυτά που ζητάνε διαβατήρια και τέτοια πράγματα. Προσπαθήσαμε να βολευτούμε. Βρέθηκε λοιπόν μια πανσιόν. Κάναμε επαφή με αριστερούς Εβραίους οι οποίοι μας εδρομολόγησαν αμέσως. Μας στείλανε σε μια πανσιόν, όπου η κυρία που την διηύθυνε ήτανε τόσο αριστοκράτισσα, που νόμιζε ότι ήταν ντροπή να ζητάς ταυτότητα. Έπρεπε να πιστεύεις τον άνθρωπο. Όταν σου λέει ότι λέγομαι Γιάννης, αυτός είναι, Γιάννης είναι. Δεν ζητούσε χαρτιά. Εκεί βρέθηκα εγώ».

1943
Ιδρύεται τον Ιανουάριο ο Ελληνικός Απελευθερωτικός Σύνδεσμος (ΕΑΣ.), στο πρότυπο του ΕΑΜ, στον οποίο ο Τσίρκας θα δραστηριοποιηθεί ως καθοδηγητικό στέλεχος. Αναλαμβάνει τον τομέα της Αλεξάνδρειας και από το 1947 την ευθύνη όλης της οργάνωσης μέχρι το 1950 οπότε θα ζητήσει απαλλαγή από τα καθήκοντά του για ν' αφοσιωθεί στο συγγραφικό του έργο.
Από την επόμενη χρονιά και ο Έλλην θα γίνει όργανο του ΕΑΣ με αρχισυντάκτη τον Θ. Πιερίδη.

1944
Τον Απρίλιο καταστέλλεται βίαια από τους Εγγλέζους και ελληνικές ένοπλες δυνάμεις κίνημα στο στρατό και στο στόλο της Μέσης Ανατολής, γεγονός που, σε συνδυασμό με την αποκήρυξη του κινήματος από την επίσημη αντιπροσωπεία του ΕΑΜ-ΚΚΕ στον Λίβανο, θα επηρεάσει βαθιά τον Τσίρκα. Λίγο πριν πεθάνει, μάλιστα, σε ομιλία του στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Υμηττού (13 Μαρτίου 1973) θα τονίσει: «Γιατί εμένα με καίει, ακόμα τώρα ύστερα που έχω γράψει [εννοεί τις Ακυβέρνητες Πολιτείες] η υπόθεση του Απρίλη. Τον έχω ζήσει κιόλας τον Απρίλη πάρα πολύ έντονα, και η αδικία που έχει γίνει στους ανθρώπους που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν - που ίσαμε σήμερα να μην έχει αναγνωριστεί επίσημα η συμβολή του κινήματος του Απριλίου για την εθνική ενότητα...Αυτό μ' έκανε να γράψω, για να δικαιωθεί ο Απρίλης. Αυτό είναι το νόημα».
Τον Ιούνιο κυκλοφορεί από τον αριστερό εκδοτικό οίκο «Ορίζοντες» η πρώτη συλλογή διηγημάτων του Αλλόκοτοι άνθρωποι κι άλλα διηγήματα. Καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου δημοσιεύει κείμενα στον παράνομο Τύπο, δυσεύρετα πλέον σήμερα.

1945
Μετά την απελευθέρωση αρχίζει να συνεργάζεται με την Αλεξανδρινή Λογοτεχνία, τις εφημερίδες του Καΐρου Πάροικος και Φωνή, ενώ στην Ελλάδα γράφει στα Ελεύθερα Γράμματα, στην Αυγή και την Επιθεώρηση Τέχνης.

1946
Αρχίζει να κρατά σημειώσεις για τη Λέσχη, τις οποίες θα ξαναπιάσει μετά από 13 ολόκληρα χρόνια: «Έγινε ο πόλεμος, τελείωσε ο πόλεμος - η ειρήνη. Κάποτε, κυκλοφορούνε τα ποιήματα του Σεφέρη. Πρώτα βγαίνουνε σ' ένα περιοδικό, το Τετράδιο. Και εκεί υπάρχει η επιγραφή από πάνω: «Ιερουσαλήμ, ακυβέρνητη πολιτεία, / Ιερουσαλήμ, πολιτεία της προσφυγιάς». Το διαβάζω εγώ, κάτι μου λέει. Το σημειώνω στο ημερολόγιο εργασίας, αυτούς τους δυο στίχους, λέω από κάτω: «Πορτραίτα από τα Γεροσόλυμα», και κάνω μια καταγραφή των προσώπων που είχα γνωρίσει στην πανσιόν που είχα μείνει, πολύ σύντομη, δηλαδή σχεδόν σε στυλ τηλεγραφικό, δεν πήρε παραπάνω από τέσσερις σελίδες. Είναι τα πρόσωπα που βρίσκονται στον πρώτο τόμο της Τριλογίας. Τα γράφω αυτά, νομίζω ότι ήρθε η ώρα - μετά που ΄κανα το πλάνο, θα γράψω μυθιστόρημα. Και τυχαίνει να χάσω αυτό το τετράδιο. Είχα ένα σπιτάκι κοντά στη θάλασσα, εκεί δούλευα για ν' απομονώνομαι, και μπήκε μια μέρα ένας κλέφτης και μάζεψε ό,τι είχε, τα μαχαιροπήρουνα, τα σεντόνια... Έχασα και το τετράδιο εγώ αυτό, που το είχα μέσα σ' ένα βαλιτσάκι. Το ΄χασα. Επειδή χάθηκε το τετράδιο, δεν εξαναγύρισε ο νους μου να πιάσω το μυθιστόρημα. Μετά δεκατρία χρόνια, βρίσκεται αυτό. Το βαλιτσάκι ήτανε κάτω από ένα κρεββάτι».
Τον Οκτώβριο κυκλοφορούν από τους «Ορίζοντες» τα ποιήματα Προτελευταίος αποχαιρετισμός και το Ισπανικό ορατόριο, βιβλίο για το οποίο θα γράψει ο Αιμ. Χουρμούζιος στη Νέα Εστία: «Από την εποχή των Φελλάχων του (1937) ο Στρατής Τσίρκας ήταν κιόλας μια ποιητική μονάδα. Σάρκα καματερή, ιδρώτας και λάσπη κι ανθρώπινος πόνος βαθύς κ' εναγώνια απαντοχή της καλύτερης μοίρας των δουλευτάδων της γης και οργή συχνά και χιούμορ πικρό, από το χιούμορ εκείνο που τραυματίζει και ρίχνει στην πληγή αλάτι -αυτά είναι τα συστατικά της ρωμαλέας αυτής ποίησης. Ο Τσίρκας είναι ένας επαναστάτης. Τις επαναστάσεις και τις ιδεολογίες δεν τις συζητεί κανείς στην ποίηση όταν συνθέτουν ποίηση. Τις συζητεί, όταν είναι στιχουργημένη προκήρυξη ή λογοτεχνική αρθρογραφία. Το "γεγονός της τέχνης" το δεχόμαστε όπως είναι - ακόμα και μέσα στους φανατισμούς και στα εμφύλια πάθη. Όλες οι ιδεολογίες έχουν πάντα ένα κοινό παραδεκτό εισιτήριο στη φιλολογία του καιρού: την τέχνη... Ο Τσίρκας είναι ένας γνήσιος ποιητής...».

1947
Τον Νοέμβριο εκδίδεται η συλλογή διηγημάτων Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός (Ορίζοντες).

1948
Δημοσιεύει στην Αλεξανδρινή Λογοτεχνία 1948 τη μελέτη «Ο διηγηματογράφος Δημοσθένης Ν. Βουτυράς», αφιερωμένη στον Τίμο Μαλάνο.

1949
Τον Απρίλιο ταξιδεύει στο Παρίσι και στη συνέχεια παραμένει για λίγες μέρες στη Ζυρίχη, με προοπτική να περάσει στην Ελλάδα. Η αποστολή του ταξιδιού του ματαιώνεται και επιστρέφει στην Αίγυπτο.

1950
Δημοσιεύει στην Αλεξανδρινή Λογοτεχνία 1950 μέρος της μελέτης του «Ο διηγηματογράφος Νίκος Νικολαΐδης», η οποία θα κυκλοφορήσει πολύ αργότερα στην Κύπρο, σε επιμέλεια Λευτέρη Παπαλεοντίου. Με τον Νικολαΐδη τον συνδέει στενή φιλία, εκτιμά το έργο του και θα δημοσιεύσει αρκετά κείμενα αφιερωμένα σ' αυτό.

1954
Τον Ιανουάριο εκδίδεται στην Αλεξάνδρεια Ο ύπνος του θεριστή και άλλα διηγήματα. Για να γράφει απομονώνεται καθημερινά, μετά τη δουλειά του, σ' ένα σπιτάκι στη Μαντάρα, προάστιο της Αλεξάνδρειας.

1955
Ξεκινάει τον Ιανουάριο την έρευνά του για τον Καβάφη. «Η ιστορία αυτής της μελέτης αρχίζει τον Ιανουάριο του 1955. Ένα βράδυ, ξαναδιαβάζοντας το "Θερμοπύλες", σταμάτησα στους στίχους: "γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν / είναι πτωχοί, παλ' εις μικρόν γενναίοι". Περίεργο, είπα. Τι θέλουν οι πλούσιοι κι οι φτωχοί με τους τριακόσιους του Λεωνίδα;», σημειώνει στο Ο Καβάφης και η εποχή του. Έτσι του γεννήθηκε η ιδέα να διερευνήσει το σύγχρονο υπόστρωμα των ποιημάτων του Καβάφη. Τον Δεκέμβριο παρουσιάζει την πρώτη του μελέτη για τον Καβάφη στην Επιθεώρηση Τέχνης («Οι περιστάσεις του μεγάλου Όχι», τχ. 12).

1956
Γράφει, μέσα σε δέκα μέρες, «αμέσως ύστερα από την εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ, μέσα στην έξαρση και την αγωνιώδικη αναμονή της αντεπίθεσης από τις Δυνάμεις που προστάτευαν τα συμφέροντα των Ευρωπαίων Μετόχων της Διώρυγας», τη νουβέλα «Νουρεντίν Μπόμπα». «Μια νουβέλα γεμάτη παλληκαριά και κίνηση, γύρω από την εξέγερση της Αιγύπτου στα 1919 ενάντια στους Άγγλους», είχε περιγράψει νωρίτερα τις συγγραφικές προθέσεις του στον Μ.Μ. Παπαϊωάννου (επιστολή 27/8/1956), ο οποίος ουσιαστικά προκάλεσε το αφήγημα, ζητώντας του «ένα μεγαλούτσικο διήγημα για την εφημερίδα» (5/8/1956).
Στις 8 Αυγούστου υπογράφει μαζί με τον γιατρό Ηρακλή Μάσχα και τον ζωγράφο Μένη Αγγελόπουλο έκκληση προς τους άγγλους και γάλλους διανοούμενους για να υποστηρίξουν την αποτροπή βίαιων επεμβάσεων και την αναγνώριση των κυρίαρχων δικαιωμάτων της Αιγύπτου.

1957
Στις 9 Ιανουαρίου γεννιέται ο γιος του Κωστής.
Τον Απρίλιο συμμετέχει στο Συνέδριο Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών της Ακαδημίας Επιστημών του Βερολίνου, με θέμα ανακοίνωσης «Κ. Π. Καβάφη: "Περιμένοντας τους βαρβάρους". Πηγές του ποιήματος και περιστάσεις της σύνθεσής του». Τον ίδιο μήνα κυκλοφορεί στην Αθήνα το Νουρεντίν Μπόμπα κι άλλα διηγήματα από τον Κέδρο, ο οποίος θα εκδίδει στο εξής όλα τα βιβλία του, εκτός από ορισμένες μεταφράσεις.

1958
«Το γράψιμο του Καβάφη τέλειωσε στις 18 Φεβρουαρίου 1958 στις 10 το βράδυ. Τώρα αντιγράφω και διορθώνω. Όπως κράτησα το πρόγραμμά μου ώς τώρα (3 μέρες έπεσα έξω) έτσι θα το κρατήσω και στην αντιγραφή. Τέλος Απριλίου θα είναι δαχτυλογραφημένο. Ύστερα θέλω, εδώ ή στην Ελλάδα, δέκα μέρες μεγάλης πνευματικής συγκέντρωσης για να ξαναδώ όλο το βιβλίο λογικά και μουσικά, με καταλαβαίνεις. Αν είσαι βέβαιος πως μέσα σ' ένα μήνα μπορεί να τυπωθεί και μάλιστα σε τυπογραφείο της ανθρωπιάς, τότε μπορώ από τώρα να πω δόξα σοι ο θεός, ν' ανασάνω και ...ν' αρχίσω να ετοιμάζω το υλικό του μυθιστορήματος» (επιστολή 8/3/1958 στον Μ.Μ. Παπαϊωάννου). Ο Καβάφης και η εποχή του πράγματι ολοκληρώνεται τον Απρίλιο και κυκλοφορεί τον Σεπτέμβριο. Στο ερώτημα για το τι αντιπροσωπεύει το βιβλίο αυτό το 1958, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος θα επισημάνει, αφού τονίσει την αντίθεση της ερμηνείας του Τσίρκα με την άποψη του Μαλάνου που θέτει στο κέντρο της το ερωτικό στοιχείο, ότι η ιδεολογική τόλμη του συγγραφέα του «έρχεται κυρίως να ενθαρρύνει τη μαρξιστική σκέψη και να τη στρέψει προς το ποιητικό φαινόμενο ενός έργου και ενός ανθρώπου, ο οποίος είχε καταδικαστεί από χρόνια ως «ποιητής της παρακμής». Έως το 1958 η μαρξιστική κριτική, οσάκις δεν σιωπά για τον Καβάφη, φυγοδικεί και υπεκφεύγει. [...] Με άλλα λόγια, ο Τσίρκας προτείνει ότι ο έρωτας και η πολιτική δεν αλληλοαναιρούνται. Η ιδέα δεν είναι απλώς καινοφανής για την Αριστερά του 1958, είναι περίπου αιρετική».
Επιπλέον, πέρα από μια σημαντική μελέτη για τον αλεξανδρινό ποιητή, η συγγραφή του βιβλίου έδωσε στον Τσίρκα τη δυνατότητα να σχεδιάσει καλύτερα τις Ακυβέρνητες Πολιτείες. «Η μελέτη αυτή των πεντακοσίων σελίδων, που μου πήρε πέντε χρόνια έρευνας και στοχασμού πάνω στην ιστορία της εγκατάστασης και το μέλλον των ελληνικών παροικιών της Αιγύπτου, με βοήθησε με θαυμαστό τρόπο στο να καταπιαστώ με τη σύνθεση των Ακυβέρνητων Πολιτειών. Πρώτα απ' όλα η πειθαρχία στη δουλειά. Ύστερα, εμπνευσμένος από την ιστορική αίσθηση του Καβάφη, έστρεφα τα μάτια, όχι προς την Αίγυπτο των Πτολεμαίων (αν κι αυτή επίσης στον Καβάφη δεν είναι παρά σημείο αναφοράς, ένας καθρέφτης που χρησιμοποιεί για να μιλήσει για πράγματα της εποχής του), αλλά στην Αίγυπτο της ιμπεριαλιστικής εξάπλωσης της Μεγάλης Βρετανίας την εποχή της βασίλισσας Βικτωρίας. Έτσι κατάλαβα καλύτερα κι έμαθα ν' αγαπώ τον αιγυπτιακό λαό».

1959
«Θέλω να ριχτώ με τα μούτρα σε μια ιστορία, να μ' απορροφήσει βαθιά για να μην τρώγομαι», σημειώνει στις 27 Απριλίου στο ημερολόγιο της τριλογίας, αρχίζοντας τη συγγραφή της Λέσχης. Σχεδόν ένα μήνα μετά σημειώνει: «Δεν είμαι ευχαριστημένος, πηγαίνω αργά, και προπαντός δεν ξέρω τι θα γίνουν τα πρόσωπά μου. Δεν έχω δηλαδή υπόθεση. Έχω, αλλά δεν αποφασίζω για τον κεντρικό μου ήρωα, τι θα τον κάμω, χωμένο μέσα στην πολιτική ή θα τ' αφήσω να μαντεύεται δίχως ποτέ να το αναφέρω;», γράφει στις 21 Μαΐου στο ημερολόγιό του που αποτυπώνει όλη την αγωνία που τον διακατέχει αυτή την περίοδο.
Τον Ιούλιο του απονέμεται το Κρατικό βραβείο βιογραφίας για το Καβάφης και
η εποχή του.

1961
Τον Ιανουάριο κυκλοφορεί η Λέσχη (τυπώθηκε τον Δεκέμβριο του 1960) και τον επόμενο μήνα ξεκινά την Αριάγνη, δεύτερο μέρος της τριλογίας Ακυβέρνητες Πολιτείες. Τον Ιούλιο διαγράφεται από την οργάνωση του ΚΚΕ της Αλεξάνδρειας (την Πρωτοποριακή Οργάνωση Ελλήνων Αιγύπτου) επειδή αρνείται να αποκηρύξει τη Λέσχη.
[...] Μου λένε
-Άκουσε εδώ. Η Λέσχη σου συκοφαντεί τους λαϊκούς αγωνιστές και το κίνημα. Πρέπει να την αποκηρύξεις. Διαφορετικά...
-Σταθείτε, τους λέω, δε διαβάζετε σωστά. Και γιατί βιαζόσαστε; Τώρα γράφω το δεύτερο μέρος, θα υπάρξει και τρίτο, αν ζήσω. Τότε θα καταλάβετε καλύτερα.
Εκείνοι όμως ήταν ανένδοτοι: «Ή την αποκηρύχνεις ή...». Κι εγώ τους λέω:
-Πάρετε μόνοι σας την ευθύνη, εγώ βιβλία δεν καίω.
Τότε μου είπαν πως η απόφαση ήταν κιόλας βγαλμένη: «Ή... ή...». Κι εγώ αποκρίθηκα: Ό,τι βλέπω καταθέτω, μια μαρτυρία. Δεν είναι η συνείδησή μου καπέλο να την πάρω από τούτο το καρφί και να την κρεμάσω στο άλλο».

Τον Οκτώβριο πεθαίνει η μητέρα του.
Τον Δεκέμβριο δημοσιεύεται στον τόμο Για τον Σεφέρη η μελέτη του «Μια άποψη για το Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄», όπου καταδεικνύεται η σχέση
των ποιημάτων με πρόσωπα και γεγονότα της Μέσης Ανατολής.

1962
Τον Απρίλιο δημοσιεύει εκτεταμένο άρθρο με τίτλο «Η πνευματική αντίσταση στη Μ. Ανατολή» στην Επιθεώρηση Τέχνης (τχ. 87-88).
Το φθινόπωρο κυκλοφορεί η Αριάγνη.

1963
Το καλοκαίρι το βυρσοδεψείο του Χαλκούση εθνικοποιείται και η οικογένεια Τσίρκα μετακομίζει στην Αθήνα.
Ξεκινάει από τον Οκτώβριο τη συνεργασία του με το περιοδικό Ο Ταχυδρόμος, αρχικά με κριτική βιβλίου. Η συνεργασία θα διακοπεί με την κήρυξη της δικτατορίας.
Τον Δεκέμβριο παρουσιάζει «Ένα άγνωστο ποίημα του Καβάφη» σε τιμητική εκδήλωση για τον ποιητή (1/12). Πρόκειται για το «27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.», το οποίο αναφέρεται στον απαγχονισμό ενός νεαρού Άραβα από τους Άγγλους, ποίημα που ο Τσίρκας εκτιμά ότι δικαιώνει τη δική του ανάγνωση στον ποιητή. Τον ίδιο μήνα επιμελείται το αφιέρωμα της Επιθεώρησης Τέχνης στον Καβάφη (τχ. 108), στο οποίο ο ίδιος συμμετέχει μ' ένα σχεδίασμα χρονογραφίας του αλεξανδρινού.

1964
Ο Μάρκος Αυγέρης επικρίνει τον Τσίρκα με άρθρο του στο περιοδικό Ελληνική Αριστερά «Μερικά προβλήματα ιδεολογίας και τέχνης. (Παρατηρήσεις στο έργο του Στρ. Τσίρκα)», γεγονός που θα οδηγήσει σε έντονες ιδεολογικές αντιπαραθέσεις στον χώρο της αριστεράς, οι οποίες, σύμφωνα με τον Φίλιππο Ηλιού, απέβλεπαν τελικά «σε προβλήματα που υπερέβαιναν το μυθιστόρημα και τον συγγραφέα του, όσο κι αν ο τελευταίος αυτός, με τη στάση του και τις σιωπές του, έγινε, για μια μακρά και ταραγμένη εποχή, το συμβολικό σημείο αναφοράς σε μια διαπάλη που είχε άλλους ορίζοντες και άλλες στοχεύσεις. Και, πάντως, όχι τη λογοτεχνία, ή όχι μόνο τη λογοτεχνία [...]» (Αλληλογραφία Φούλας Χατζιδάκη-Στρατή Τσίρκα).

1965
Τον Απρίλιο εμπνέεται τον Επίλογο της Νυχτερίδας, του τελευταίου τόμου της τριλογίας, που θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Τον Ιανουάριο του επόμενου έτους ο Μάρκος Αυγέρης υπαναχωρεί, δηλώνοντας
«mea culpa» (βλ. κριτικές).
Θερινές διακοπές στη Σκύρο, όπου θα περνάει στο εξής τα καλοκαίρια του.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θεμέλιο το Όσο κρατάει ένας στεναγμός της Ανν Φιλίπ, σε μετάφρασή του.

1966
Αρχίζει τακτική συνεργασία με τον Ταχυδρόμο, όπου πλέον γράφει κοινωνικές έρευνες και κυρίως πολιτικά άρθρα που τροφοδοτούν τη στήλη «Η διεθνής επικαιρότητα», την οποία υπογράφει ως Φώτης Μαλυγκός, ψευδώνυμο που είχε ήδη χρησιμοποιήσει στον μεταπολεμικό Έλληνα. Την ίδια χρονιά θα υπογράψει μαζί με άλλους διανοούμενους διαμαρτυρία για την καταδίκη των συγγραφέων Γ. Ντάνιελ και Α. Σινιάφσκι στη Σοβιετική Ένωση (Φεβρουάριος) και για τους βομβαρδισμούς στο Ανόι (Ιούνιος).
Τον Δεκέμβριο κυκλοφορεί η συλλογή Στον κάβο κι άλλα διηγήματα.

1967
Τον Μάιο η απριλιανή δικτατορία απαγορεύει την κυκλοφορία των Ακυβέρνητων Πολιτειών. Ο Τσίρκας σταματάει, όπως και πολλοί άλλοι συγγραφείς να δημοσιεύει δικά του κείμενα, αντιδρώντας έτσι στην προληπτική λογοκρισία που επιβάλλει η δικτατορία. Στο διάστημα αυτό κυκλοφορούν μόνο μεταφράσεις του.
Εντάσσεται στο Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ).

1968
Εκδίδονται οι μεταφράσεις του: Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, Ο μικρός πρίγκιπας (εκδ. Ηριδανός), Μάλκολμ Λόρυ, Το μονοπάτι της βρύσης (Κέδρος), Πιερ Ζαν Ζουβ, Στα βαθιά χρόνια (Κέδρος) και οι Αισώπειοι μύθοι (Χρυσές Εκδόσεις).

1969
Μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ εντάσσεται στο ΚΚΕ εσωτερικού. Μέλος του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΜ.
Κυκλοφορούν οι μεταφράσεις του: Τσεζάρε Παβέζε, Κοπέλες μόνες (Κέδρος), Ο θαυμαστός κόσμος των αδελφών Γκρίμμ (παραμύθια, εκδ. Οι φίλοι του παιδιού), Σταντάλ, Οι Τσένσι - 1599 (Κέδρος). Στην Encyclopaedia Universalis δημοσιεύει τα λήμματα για τον Κάλβο και τον Καβάφη.
Στο ημερολόγιό του θα σημειώσει στις 8 Οκτωβρίου: «Τρία χρόνια τώρα με βασανίζει, αλλά και με ζεσταίνει, η επιθυμία να γράψω καινούργιο μυθιστόρημα. Στην αρχή το έβλεπα σ' έναν τόμο: τολμηρό, ερωτικό, αθηναίικο, με τον τρελό και τραγικό κόσμο των εκπατρισμένων, που βρήκαν εδώ μια «νέα» πατρίδα, μια; Λύση στα ατομικά προβλήματά τους ή στην επανασύνδεσή τους με την αίσθηση της ζωής που είχε αποστεγνώσει ο μηχανικός "πολιτισμός" του τόπου τους. Ύστερα, μέσα μου, το σχέδιο πήρε πάλι μορφή τριλογίας - ήρθαν και τα γεγονότα βλέπεις - άρχισα να το σκέφτομαι πάλι σαν ιστορικό-πολιτικό, όχι συνέχιση των προσώπων του Ακυβέρνητες Πολιτείες, όχι ο ίδιος χώρος, όχι οι ίδιες νοσταλγίες, όχι η ίδια τεχνική. Τα βιώματά μου στοιβάζονταν σιγά σιγά, οι εξαίσιες στιγμές - εκείνες που λες, ενώ ακόμα τις ζεις: "Τι φώτιση! Να, αυτό θα πρέπει να σωθεί, να μπει στο μυθιστόρημα"».

1970
Τον Ιανουάριο του δίδεται η χορηγία του Ιδρύματος Φόρντ. Κυκλοφορούν οι μεταφράσεις του: Έρασμου, Μωρίας εγκώμιον (Ηριδανός), Πήτερ Λήβι, Ο τόνος της φωνής του Σεφέρη (Ίκαρος).
Μετά την άρση της προληπτικής λογοκρισίας, κυκλοφορούν τα Δεκαοχτώ Κείμενα, έκφραση αντίθεσης του πνευματικού κόσμου στη δικτατορία. Από τους πρωτεργάτες της έκδοσης, ο Τσίρκας συμμετέχει με το διήγημα «Αλλαξοκαιριά», το οποίο, όπως και άλλα από τον τόμο, θα μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες. Ο Τσίρκας θα συμμετάσχει και στους δύο τόμους των Νέων Κειμένων που θα κυκλοφορήσουν την επόμενη χρονιά ως συνέχεια της κίνησης των Δεκαοχτώ Κειμένων.

1971
Τον Αύγουστο εκδίδεται σε δεύτερη έκδοση Ο Καβάφης και η εποχή του. Ο θάνατος του Σεφέρη (20 Σεπτ.) συγκλονίζει τον Τσίρκα, ο οποίος λίγες μέρες μετά δημοσιεύει στο Βήμα το κείμενο-μνημόσυνο «Οι τελευταίες μέρες» (26 Σεπτ.).
Τον Νοέμβριο κυκλοφορούν Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες στα γαλλικά, σε μετάφραση Κατρίν Λερούβρ και Χρύσας Προκοπάκη, και γνωρίζουν τεράστια επιτυχία στις γαλλόφωνες χώρες.
Τον Δεκέμβριο κυκλοφορεί Ο πολιτικός Καβάφης.

1972
Εκδίδεται το βιβλίο Μια ιταλική άνοιξη του Εμμανουέλ Ρομπλές, σε μετάφρασή του. Τον Φεβρουάριο Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες αποσπούν στη Γαλλία το βραβείο του καλύτερου ξένου βιβλίου και ο Τσίρκας ταξιδεύει στο Παρίσι για να το παραλάβει.

1973
Συμμετέχει στη σύνταξη του αντιδικτατορικού περιοδικού Η Συνέχεια, το οποίο θα διακόψει την κυκλοφορία του μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου.
Στη Γαλλία κυκλοφορούν με τον τίτλο L' homme du Nil ο «Νουρεντίν Μπόμπα» μαζί με άλλα διηγήματά του, σε μετάφραση Κατρίν Λερούβρ. Τον Δεκέμβριο εκδίδονται Τα ημερολόγια της τριλογίας «Ακυβέρνητες Πολιτείες».

1974
Κυκλοφορούν Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες στις ΗΠΑ, σε μετάφραση Καίης Τσιτσέλη.
Προλογίζει το Αρχείο παράνομου αντιστασιακού τύπου 1967-1974 που εκδίδει το ΚΚΕ εσωτερικού.

1975
Κυκλοφορεί τον Σεπτέμβριο στην Αργεντινή η ισπανική μετάφραση της Λέσχης, από τον Μιγκέλ Καστίγιο Ντιντιέ. Την επόμενη χρονιά, η τριλογία θα ολοκληρωθεί στα ισπανικά με την κυκλοφορία και της Νυχτερίδας.
Συμμετέχει στις εκδηλώσεις του Ελληνικού Μήνα στο Λονδίνο (5 Νοεμβρίου-5 Δεκεμβρίου). Ακολουθεί ταξίδι στο Παρίσι, όπου οργανώνονται συζητήσεις μαζί του για το έργο του.

1976
Κυκλοφορεί στην Αργεντινή η Αριάγνη, σε μετάφραση Καστίγιο Ντιντιέ.
Τον Οκτώβριο εκδίδεται Η χαμένη άνοιξη, πρώτο μέρος μιας νέας τριλογίας που σχεδίαζε με τίτλο Δίσεχτα Χρόνια αλλά δεν πρόλαβε να συμπληρώσει. Η τριλογία αυτή θα κάλυπτε ιστορικά και την περίοδο της δικτατορίας: «Στη Χαμένη Άνοιξη, δυσκολεύτηκα πολύ περισσότερο. Και δυσκολεύτηκα γιατί ήτανε πολύ κοντά τα γεγονότα. Είναι φοβερός ο φόβος, που καταλαμβάνει τον γράφοντα, της κριτικής των παρόντων, των ανθρώπων που έχουνε ζήσει το ίδιο γεγονός. Φοβερός ο πανικός. Πάει! θα μου πει εδώ ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα... Η κηδεία του Πέτρουλα π.χ. Είναι φοβερό, προσπαθώ όσο μπορώ να είμαι μέσα στην καλλιτεχνική αλήθεια και ταυτοχρόνως να είμαι και στην αλήθεια της πραγματικότητας, δηλαδή να μην διαστρεβλώσω γεγονότα, ή πρόσωπα ή χαραχτήρες. Λοιπόν στη Χαμένη Άνοιξη ήτανε πιο δύσκολο το προχώρημα, ίσως αυτό να είναι και ζήτημα ηλικίας. Γέρασα, και δεν γράφω όπως άλλοτε, ξέρω γω;».

1977
Υπογράφει στις 6 Φεβρουαρίου μήνυμα αλληλεγγύης στους Τσέχους της Χάρτας ΄77.
Κυκλοφορεί ο Νουρεντίν Μπόμπα σε ξεχωριστή έκδοση, χωρίς τα άλλα διηγήματα.

1978
Κυκλοφορεί ο συγκεντρωτικός τόμος Τα διηγήματα.

1979
Κατά τη διάρκεια του έτους γράφει αναμνήσεις από τον φίλο του Νίκο Καββαδία που δημοσιεύονται στο περιοδικό Αντί. Θα περιληφθούν αργότερα, μαζί με κείμενα των Αλέξανδρου Αργυρίου, Γιώργου Ιωάννου και Ντίνου Χριστιανόπουλου στο βιβλίο Επτά κείμενα για τον Ν. Καββαδία (εκδ. Πολύτυπο), που θα κυκλοφορήσει το 1982 σε επιμέλεια Άντειας Φραντζή.
Στις αρχές Ιουνίου ταξιδεύει στη Βαρκελώνη μαζί με άλλους αντιδικτατορικούς συγγραφείς, προσκεκλημένος από το Τμήμα Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου, για μια συνάντηση ελλήνων και ισπανών αντιστασιακών διανοουμένων, υπό την αιγίδα της κυβέρνησης της Καταλωνίας, του δήμου της Βαρκελώνης και του ιδρύματος Χουάν Μιρό.
Τον Ιούλιο κυκλοφορεί από το Ε.Λ.Ι.Α. το βιβλίο της Κατερίνας Πλασσαρά Στρατής Τσίρκας. Βιβλιογραφία 1926-1978.
Τον Οκτώβριο κυκλοφορεί το βιβλίο της Ανν Φιλίπ, Ένα καλοκαίρι κοντά στη θάλασσα, σε μετάφρασή του.

1980
Στις 27 Ιανουαρίου πεθαίνει στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο.
Στις 28 Μαΐου οργανώνεται από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ζωγράφου τιμητική εκδήλωση για τον Τσίρκα με ομιλητές τους Τίτο Πατρίκιο, Παύλο Ζάννα και Χρύσα Προκοπάκη.
Κυκλοφορεί από τον Κέδρο, σε επιμέλεια Χρύσας Προκοπάκη, το βιβλίο Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα και η κριτική 1960-1966.

1982
Το Beaubourg τιμά τον Τσίρκα με διαλέξεις, προβολές και έκθεση χειρογράφων του.

1983
Ξεκινούν, σε συμπαραγωγή της ΕΡΤ με τη γαλλική TF1 και σε σκηνοθεσία Ροβήρου Μανθούλη (1983-1986), τα γυρίσματα τηλεοπτικής σειράς, δώδεκα συνολικά επεισοδίων, βασισμένης στις Ακυβέρνητες Πολιτείες. Θα προβληθεί τέσσερις μόλις φορές στην Ελλάδα και πενήντα στη Γαλλία.

1985
Κυκλοφορεί το βιβλίο της Χρύσας Προκοπάκη, Στα ίχνη του Στρατή Τσίρκα. Σχεδίασμα χρονολογίου (Κέδρος).

1986
Στις 13 Ιανουαρίου εγκαινιάζεται στο εντευκτήριο της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Παιδείας της Σχολής Μωραΐτη έκθεση με τίτλο «Στρατής Τσίρκας (1911-1980)» και οργανώνονται τρεις δημόσιες συζητήσεις με θέματα: «Αίγυπτος: ο τόπος, οι πολιτικοί αγώνες, οι σύντροφοι», «Ακυβέρνητες Πολιτείες: η ιστορία ενός μυθιστορήματος» και «Ο Καβάφης και οι κριτικοί του», που θα κυκλοφορήσουν το 1988 στο δελτίο της Εταιρείας. Η έκθεση τον Οκτώβριο μεταφέρεται στη Λευκωσία (Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Λευκωσίας), όπου επίσης πλαισιώθηκε με ομιλίες και συζητήσεις.

1993
Γυρίζεται για την κρατική τηλεόραση Η χαμένη άνοιξη (διασκευή: Μάριος Ποντίκας, σκηνοθεσία: Χριστόφορος Χριστοφής).

1994
Προβάλλεται ντοκυμαντέρ για τη ζωή και το έργο του, σε σκηνοθεσία Κώστα Κατσαρόπουλου και σενάριο Ντανιέλ Μπλο, βασισμένο στο χρονολόγιο της Χρύσας Προκοπάκη.

1995
Από την εκπομπή «Παρασκήνιο» της ΕΡΤ προβάλλεται το ντοκυμαντέρ «Στρατής Τσίρκας σε πρώτο πρόσωπο» του Τάκη Χατζόπουλου, σε κείμενα Χρύσας Προκοπάκη.

1998
Παραχωρείται στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου η προσωπική βιβλιοθήκη του Στρατή Τσίρκα, δωρεά της συζύγου του συγγραφέα, Αντιγόνης Χατζηανδρέα. Η συλλογή περιλαμβάνει 3.000 τόμους ελληνικών και ξενόγλωσσων βιβλίων και περιοδικών, μεταξύ των οποίων και σπάνιες εκδόσεις του 19ου και του 20ού αιώνα με χειρόγραφες σημειώσεις του ίδιου του Τσίρκα, καθώς και αφιερώσεις άλλων λογοτεχνών προς τον συγγραφέα και βρίσκεται στη διάθεση του κοινού για επιτόπια μελέτη και έρευνα. Επιπλέον, στον ηλεκτρονικό κόμβο του ΕΚΕΒΙ έχουν δημοσιευτεί έξι εργασίες μεταπτυχιακών φοιτητών για τη Βιβλιοθήκη, οι οποίες εκπονήθηκαν για το μάθημα της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης κατά το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004, με υπεύθυνο καθηγητή τον κ. Αλέξη Πολίτη.

2000
Mε την ευκαιρία των 20 χρόνων από τον θάνατo του Τσίρκα και των σαράντα από τη δημοσίευση των Ακυβέρνητων Πολιτειών, η Εταιρία Φίλων Στρατή Τσίρκα και το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου διοργανώνουν τριήμερο συνέδριο προς τιμή του (3-5/11/2000).

2001
Το 8ο Διεθνές Λογοτεχνικό Συμπόσιο «Καβάφεια» που διοργανώνεται στο Κάιρο (26-28 Μαρτίου) έχει ως θέμα του Στρατής Τσίρκας: Ο αιγυπτιακός ρεαλισμός του ελληνικού μοντερνισμού.

2005
Κυκλοφορούν σε νέα, σχολιασμένη έκδοση οι Ακυβέρνητες Πολιτείες, σε φιλολογική επιμέλεια Χρύσας Προκοπάκη.
Αφιέρωμα στις Αναγνώσεις της Αυγής (τχ. 119, 3/4/2005), σε επιμέλεια Γιάννη Παπαθεοδώρου.

Πηγές:
- Χρύσα Προκοπάκη, Στα ίχνη του Στρατή Τσίρκα. Σχεδίασμα χρονολογίου, Κέδρος, Αθήνα 1985.
- «Στρατής Τσίρκας: Στο εργαστήρι του μυθιστοριογράφου», (επιμ. Χρύσα Προκοπάκη), Διαβάζω, τχ. 171/1987, σσ. 26-36.


Ακυβέρνητες Πολιτείες
1. Η Λέσχη 1961
2. Η Αριάγνη 1962
3. Η νυχτερίδα 1965
Στρατής Τσίρκας
Νέα έκδοση σχολιασμένη
Φιλολογική επιμέλεια Χρύσας Προκοπάκη


Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα καλύπτουν, κατά κύριο λόγο, τα γεγονότα της περιόδου 1942-1944, την πιο κρίσιμη, δηλαδή, περίοδο του Β΄ παγκοσμίου πολέμου ενώ, ταυτόχρονα, το έργο περιλαμβάνει σκηνές από την ιστορία της αποικιακής Αιγύπτου, τον 19ο αιώνα, καθώς επίσης και από την μετεμφυλιακή Ελλάδα του δεκαετίας του '50. Ο χρόνος και ο τόπος της αφήγησης εναλλάσσεται γύρω από τρεις πόλεις στις οποίες εξελίσσεται η μυθιστορηματική δράση. Στην Ιερουσαλήμ της Λέσχης, στο Κάιρο της Αριάγνης και στην Αλεξάνδρεια της Νυχτερίδας παρακολουθούμε τις μετακινήσεις των μυθιστορηματικών προσώπων, τα οποία παρασύρονται από τις "τύχες του πολέμου", την προσφυγική διασπορά και τον αντιφασιστικό αγώνα. Σταθμοί της αφήγησης, η επίθεση του Ρόμελ και η αναγκαστική προσφυγιά των πληθυσμών της Μέσης Ανατολής στην Ιερουσαλήμ, το καλοκαίρι του 1942 (Λέσχη), τα γεγονότα της διάλυσης της Β΄ Ταξιαρχίας των ενόπλων δυνάμεων τον Ιούλιο του 1943 (Αριάγνη), και το κίνημα του Απρίλη του 1944 (Νυχτερίδα). Ο συγγραφέας συντάσσει μια λογοτεχνική μαρτυρία με στόχο την αποκατάσταση της αντίστασης στη Μέση Ανατολή αλλά και την παράλληλη ανάδειξη των «κομμένων κεφαλών», των προσώπων και των μηχανισμών που συντέλεσαν στην περιθωριοποίηση και στο στιγματισμό των πρωταγωνιστών του Απρίλη του 1944. Ιστορία, έρωτας και πολιτική: ένα τρίγωνο, που ενώνει τα ανθρώπινα πάθη με τους κοινωνικούς αγώνες. Η περιπλάνηση των ηρώων στον καινούριο, κάθε φορά, χώρο των "ακυβέρνητων πολιτειών" φέρνει στο προσκήνιο την οπτική γωνία του ξένου, του πρόσφυγα, του εξόριστου, του κυνηγημένου. Ένας μικρόκοσμος, που αποτυπώνει όλη την παθολογία του πολέμου: το φόβο του θανάτου και την αγωνία της επιβίωσης, τις ψυχικές αντιστάσεις και το αγωνιστικό φρόνημα, τις ανθρώπινες αδυναμίες, τη συνάντηση και την αναμέτρηση με τον ?λλο. Κεντρικός ήρωας της τριλογίας, ο Μάνος Σιμωνίδης· ένας τριαντάρης αριστερός διανοούμενος που έρχεται μετά το αλβανικό μέτωπο στη Μέση Ανατολή, και συνδέεται με τις παράνομες αντιφασιστικές οργανώσεις. Παντού «περαστικός και ξένος», θα ακολουθήσει τους δρόμους της καρδιάς και θα βαδίσει πάνω στα ίχνη της μνήμης. Εστιάζοντας το ιστορικό του βλέμμα στις ακυβέρνητες πολιτείες του 20ού αιώνα, ο Τσίρκας δεν μάς προσφέρει μόνο μια τοιχογραφία των ιστορικών περιπετειών που γνώρισε η μεταπολεμική Ελλάδα, αλλά μάς προσφέρει κι ένα σπουδαίο λογοτεχνικό διαβατήριο για να ταξιδέψουμε στο σήμερα. «Γεροσόλυμα, Κάιρο, Αλεξάνδρεια... Μεσ' στις μεγάλες πολιτείες της Ανατολής τριγυρνάμε, δίνουμε ραντεβού, ξαναχωρίζουμε, κι από πάνω μας το ίδιο φεγγάρι· μας κυνηγάει σα να μας μάχεται». Διάλογο με την Ιστορία χαρακτήρισε ο συγγραφέας το έργο του. Μέσα από τον σχολιασμό της νέας έκδοσης της τριλογίας, που φωτίζει τα ιστορικά δρώμενα, αναδεικνύεται επίσης και ο διάλογος του συγγραφέα με τη μεγάλη λογοτεχνική ευρωπαϊκή παράδοση και τον μοντερνισμό.

Μ' αυτό το ιστορικό υλικό δε γράφεται βέβαια το χρονικό της Αντίστασης αλλά ένα έργο φαντασίας. Η γλώσσα του, πειραματική, ρηξικέλευθη, πρόκειται κι αυτή να ξαφνιάσει. Σπάνια βρίσκουμε στις Ακυβέρνητες Πολιτείες την άμεση αφήγηση ενός γεγονότος, κι αυτό σε περιπτώσεις όπου η επική αναπαράσταση έρχεται να συμπυκνώσει πολλές ατομικές συμπεριφορές, να τις σχολιάσει αντιστικτικά ή να δημιουργήσει δραματική κορύφωση. Η επική αφήγηση δηλαδή γίνεται στοιχείο της αισθητικής οικονομίας. Το ιστορικό γεγονός φιλτράρεται μέσα από τις συνειδήσεις των ηρώων. Το παρακολουθούμε, πολυδιάστατο, στις διαφορετικές εκδοχές και τις προεκτάσεις του να εν-σωματώνεται σε πολλές ζωές. Οι απηχήσεις του στον ψυχισμό των ηρώων, οι αλλοιώσεις που φέρνει στις σχέσεις τους οργανώνουν και τη μυθιστορηματική πλοκή. Μια πλοκή που το άλλο νήμα της είναι ο έρωτας. Με καταλύτη τον πόλεμο, ο έρωτας βιώνεται σαν αίσθηση οξυμένη - ακαριαία και αιώνια. Ο συγγραφέας πλέκει έτσι τα δυο νήματα, ώστε, βάζοντας μεγάλα σύνολα σε κίνηση, να καταγράφει τους ελάχιστους ψυχικούς κραδασμούς.
Η λαίλαπα του φασισμού δημιουργεί μια κατάσταση κατακλυσμιαία. Διάσπαση των μετώπων, διάσπαση των συνειδήσεων, ένας κόσμος που καταρρέει, «ακυβέρνητος», σχετικοποίηση της αλήθειας. Διασταύρωση ανθρώπων με τις πιο διαφορετικές καταβολές και εμπειρίες, απόψεις, ηθικές αξίες. Και μέσα σ' όλα αυτά, η προβολή σ' ένα μέλλον, το όνειρο και το όραμα. Η γραφή αντιστοιχεί σ' αυτές τις ποικιλότροπες κοινωνικές και ψυχικές καταστάσεις. Ο ρεαλισμός εναλλάσσεται με τη φαντασίωση, το επικό στοιχείο με τον εσωτερικό μονόλογο της αυτοανάλυσης, ο νατουραλισμός με το λυρισμό. Αλλά προπάντων, τις διαφορετικές και αντιφατικές προσλήψεις της πραγματικότητας θα τις εκφράσουν οι τρεις φωνές, στο πρώτο πρόσωπο η φωνή του «κεντρικού» ήρωα-μάρτυρα, στο δεύτερο, τα «εις εαυτόν», η εσωτερική φωνή των ηρώων, στο τρίτο η φωνή του συγγραφέα αφηγητή. Η δομή του μυθιστορήματος, το τεμάχισμά του, ανταποκρίνεται στην ανάγκη μιας τέτοιας σύνθεσης. Τις ακυβέρνητες πολιτείες μάς τις γνωρίζουν πολλοί. Καθένας από τη δική του σκοπιά, με την υποκειμενική, μερική του σύλληψη συμβάλλει στο να κυκλωθεί το ίδιο γεγονός, προωθώντας παράλληλα τη μυθιστορηματική δράση. Οι φωνές εναλλάσσονται ρυθμικά στους τρεις τόμους του βιβλίου. Αλλά τα πρόσωπα που τις δανείζονται δεν είναι τα ίδια. Έτσι, ήρωες και εκδοχές πολλαπλασιάζονται. Άλλωστε το τριαδικό αυτό σχήμα σπάζει ουσιαστικά κι από άλλες καινοτομίες του συγγραφέα. Κάποτε το αφηγηματικό τρίτο πρόσωπο υιοθετεί την οπτική κάποιου ήρωα,  αυτό γίνεται στην περίπτωση της Αριάγνης που, ενώ δε μιλάει ποτέ η ίδια, έχουμε την αίσθηση πως την ακούμε, ο τόνος είναι εμποτισμένος από τον ψυχισμό της, ακολουθεί τις χειρονομίες της, ζεσταίνεται με τη φωνή της. Άλλοτε πάλι το τρίτο πρόσωπο είναι το προσωπείο κάποιου ήρωα, όπως το αποκαλύπτουμε π.χ. στις «υπηρεσιακές» εκθέσεις του Ρούμπυ Ρίτσαρντς. Οι καινοτομίες είναι πιο εντυπωσιακές στα κεφάλαια όπου χρησιμοποιείται το δεύτερο πρόσωπο. Μονόλογοι που ζητούν να εκφράσουν κάποια εσωτερική σύγκρουση, είτε πρόκειται για τη σχιζοφρενική υστερία της φράου Άννας, είτε για τον Παράσχο, διχασμένο ανάμεσα στο «χλωρό παράδεισο» των παιδικών ονείρων και στην τρεχάμενη ζωή του - διαγράφουν τα «κινήματα της φαντασίας». Συνειρμικοί δαίδαλοι, σιωπές, ανολοκλήρωτες σκέψεις μέσα σ' ανολοκλήρωτες φράσεις, απότομες μεταπτώσεις αισθημάτων, άρα και τόνων, δίνουν την εσωτερική προοπτική με μια ποιητική άνεση γραφής. Ένα ένα αυτά τα στοιχεία μπορεί και να μην είναι πρωτότυπα, αν το αίτημα είναι η πρωτοτυπία. Το επίτευγμα εδώ είναι η σύνδεσή τους, το χώνεμά τους σε μια αριστοτεχνική και ρωμαλέα σύνθεση, με τελικό αποτέλεσμα ένα μυθιστόρημα ρεαλιστικό, οριακό, με συνεχείς απογειώσεις, και μια ποίηση που δένει την παράδοση του έπους και του λυρισμού. Όπως και να 'ναι, ένας καινούργιος λόγος μέσα στα νεοελληνικά γράμματα.
Χρύσα Προκοπάκη

 




Αφιέρωμα Χρονολόγιο Εργογραφία Βιογραφικό Video

Εργογραφία



Διηγήματα
-Αλλόκοτοι άνθρωποι και άλλα διηγήματα. Αλεξάνδρεια, Ορίζοντες, 1944.
-Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός. Αλεξάνδρεια, Ορίζοντες, 1947.
-Ο ύπνος του θεριστή και άλλα διηγήματα. Αλεξάνδρεια, τυπ. Τώνη
Μπαρμπαγιεννέρη, 1954.
-Νουρεντίν Μπόμπα και άλλα διηγήματα. Αθήνα, Κέδρος, 1957.
-Στον κάβο κι άλλα διηγήματα. Αθήνα, Κέδρος, 1966.

Μυθιστορήματα
-Ακυβέρνητες Πολιτείες, Η Λέσχη. Αθήνα, Κέδρος, 1961.
-Ακυβέρνητες Πολιτείες, Αριάγνη. Αθήνα. Κέδρος, 1962.
-Ακυβέρνητες Πολιτείες, Η Νυχτερίδα. Αθήνα, Κέδρος, 1965.
-Η Χαμένη Άνοιξη. Αθήνα, Κέδρος, 1976.

Άλλα κείμενα
-Ο Καβάφης και η εποχή του. Αθήνα, Κέδρος, 1958.
-Τα Τείχη ενός κριτικού και η Τέχνη του Καβάφη. Ανάτυπο από το περ. Καινούργια Εποχή, 1959.
-Μια άποψη για το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β'. Αθήνα, ανάτυπο από τον τόμο Για τον Σεφέρη, 1962.
-Κ.Π.Καβάφη, Σχόλια στο Ράσκιν, Ένα ανέκδοτο χειρόγραφο του ποιητή. Αθήνα, ανάτυπο από το περ. Επιθεώρηση Τέχνης108, 1963.
-Ο Καβάφης και η σύγχρονη Αίγυπτος. Αθήνα, ανάτυπο από το περ. Επιθεώρηση Τέχνης108, 1963.
-Κ.Π.Καβάφης, Σχεδίασμα χρονογραφίας του βίου του. Αθήνα, ανάτυπο από
το περ. Επιθεώρηση Τέχνης108, 1963.
-Ο πολιτικός Καβάφης. Αθήνα, Κέδρος, 1971.
-Τα ημερολόγια της τριλογίας Ακυβέρνητες Πολιτείες. Αθήνα, Κέδρος, 1973.

Ποίηση
-Φελλάχοι. Αλεξάντρεια, 1937.
-Το Λυρικό Ταξίδι. Αλεξάντρεια, 1938.
-Προτελευταίος Αποχαιρετισμός και το Ισπανικό Ορατόριο. Αλεξάνδρεια, Ορίζοντες, 1946.

Μεταφράσεις
-Ανν Φιλίπ, Όσο κρατάει ένας στεναγμός. Αθήνα, Θεμέλιο, 1965.
-Αισώπιοι Μύθοι. Αθήνα, Χρυσές Εκδόσεις, [1968] .
-Antoin de Saint Exupery, Ο μικρός πρίγκηπας. Αθήνα, Ηριδανός, 1968.
-Μαλκόλμ Λόρυ, Το μονοπάτι της βρύσης. Αθήνα, Κέδρος, 1968.
-Πιερ Ζαν Ζουβ, Στα βαθιά χρόνια. Αθήνα, Κέδρος, 1968.
-Ο θαυμαστός κόσμος των αδερφών Γκριμμ. Αθήνα, Οι Φίλοι του Παιδιού,
[1969].
-Τσεζάρε Παβέζε, Κοπέλες μόνες. Αθήνα, Κέδρος, 1969.
-Σταντάλ, Οι Τσέντσι - 1599. Αθήνα, Κέδρος, 1969.
-Εράσμου Μωρίας Εγκόμιον. Αθήνα, Ηριδανός, 1970.
-Peter Levi, Ο τόνος της φωνής του Σεφέρη. Αθήνα, Ίκαρος, 1970.
-Εμμανουέλ Ρομπλές, Μια ιταλική άνοιξη. Αθήνα, Κέδρος, 1972.
-Ανν Φιλίπ, Ένα καλοκαίρι κοντά στη θάλασσα. Αθήνα, Κέδρος, 1978.

Συγκεντρωτικές εκδόσεις
-Τα διηγήματα. Αθήνα, Κέδρος, 1978.
-Τα ποιήματα. Αθήνα, Κέδρος, 1981. 1. Για αναλυτικά εργογραφικά στοιχεία του Στρατή Τσίρκα και βιβλιογραφικά ως το 1978 βλ. Πλασσαρά Κατερίνα, Στρατής Τσίρκας · Βιβλιογραφία 1926-1978. Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α., 1979.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

-Αναγνωστάκης Μανώλης, Τα συμπληρωματικά, Σημειώσεις κριτικής, σ.125-132. Αθήνα, 1985.
-Αργυρίου Αλεξ., «Στρατής Τσίρκας», Η μεταπολεμική πεζογραφία, Από τον πόλεμο του '40 ως τη δικτατορία του 1967Ζ΄, σ.290-377. Αθήνα, Σοκόλης,
1988.
-Κοτζιάς Αλεξ., «Ένας μάστορης», Η Καθημερινή, 31/1/1980.
-Βαρίκας Βάσος, «Το χρονικόν του βιβλίου, Συγγραφείς και κείμενα», Το Βήμα, 4/9/1957.
-Βαρίκας Βάσος, «Κοσμοπολίτικη πεζογραφία. Στρατή Τσίρκα: Η Λέσχη (μυθιστόρημα) - Βάσως Καλαμάρα: Άλλα χώματα (διηγήματα)» και «Η άλλη Αντίσταση. Στρατή Τσίρκα: Αριάγνη», Συγγραφείς και κείμεναΑ΄ (1961-1965), σ.37-39. Αθήνα, Ερμής, 1975 (πρώτες δημοσιεύσεις στην εφημερίδα Το Βήμα, 25/6/1961 και 22/9/1963).
-Βρεττάκος Νικηφόρος, Κριτικές για το Προτελευταίος Αποχαιρετισμός - Ισπανικό Ορατόριο, Κυπριακά Γράμματα (Λευκωσία), 3-4/1947.
-Ζάννας Π.Α., «Για τον Στρατή Τσίρκα», Ο πολίτης32, 1-2/1980.
-Ζήρας Αλεξ., «Τσίρκας Στρατής», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9β. Αθήνα,
Εκδοτική Αθηνών, 1988.
-Κούρτοβικ Δημοσθένης, «Στρατής Τσίρκας», Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς· Ένας κριτικός οδηγός, σ.237-240. Αθήνα, Πατάκης, 1995.
-Μαλάνος Τίμος, «Οι Φελλάχοι», Νέα Γράμματα11, 11/1937, ετ.Γ΄, σ.694-695.
-Μαλάνος Τίμος, Καβάφης 2, Φύλλα τετραδίου και άλλα, σ.188. Αθήνα, Φέξης, 1963.
-Πλασσαρά Κατερίνα, «Η προσφορά», Αντί, 15/2/1980.
-Πλασσαρά Κατερίνα, Στρατής Τσίρκας, Βιβλιογραφία 1926-1978. Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α., 1979.
-Προκοπάκη Χρύσα, Στα ίχνη του Στρατή Τσίρκα, Σχεδίασμα χρονολογίου. Αθήνα, Κέδρος, 1985.
-Προκοπάκη Χρύσα (επιμέλεια), Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα και η κριτική 1960-1966. Αθήνα, Κέδρος, 1980.
-Προκοπάκη Χρύσα, «Ακυβέρνητες πολιτείες: Η ιστορία στο εργαστήρι του μυθιστοριογράφου», Επιστημονικό συμπόσιο, Ιστορική πραγματικότητα και
νεοελληνική πεζογραφία (1945-1995), σ.307-325. Αθήνα, Εταιρεία σπουδών
νεοελληνικού πολιτισμού και γενικής παιδείας, 1995.
-Χατζιδάκη Φούλα, «Με τους ανθρώπους για νέες προοπτικές» (κριτική για τον τόμο Διηγήματα), Διαβάζω17, 2/1979, σ.63-64.
-Χατζιδάκη Φούλα, «Ένας μυθιστοριογράφος στο φως της κριτικής», Διαβάζω, 4/1981.
-Χουρμούζιος Αιμ., «Βιβλία και συγγραφείς, Ποιήματα Αλεξανδρινών», Η
Καθημερινή, 30/10/1939.
-Χριστιανόπουλος Ντίνος, «Η διελκυστίνδα της καβαφικής κριτικής»,
Διαγώνιος2, Καλοκαίρι 1960, ετ.Γ΄, σ.106-108.
-Vitti Mario, «Αφηγηματική μέθοδος και συγκίνηση στο Στρατή Τσίρκα», Το Βήμα, 17/4/1977.

Συνεντεύξεις
«Στρατής Τσίρκας: Ποτέ δεν επιδίωξα να σταθώ απ' έξω», Διαβάζω29, 3/1980, σ.60-71. 1. Για αναλυτικά βιβλιογραφικά στοιχεία του Στρατή Τσίρκα ως το 1978 βλ. Πλασσαρά Κατερίνα, Στρατής Τσίρκας, Βιβλιογραφία 1926-1978. Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α., 1979.

 




Αφιέρωμα Χρονολόγιο Εργογραφία Βιογραφικό Video

Bιογραφικό

Στρατής Τσίρκας
(1911-1980)



Ο Στρατής Τσίρκας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιάννη Χατζηαντρέα από παρατσούκλι του πατέρα του), γιος του Κώστα Χατζηαντρέα και της Περσεφόνης το γένος Σταμαράτη, γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια στο Κάιρο. Είχε τρία μικρότερα αδέρφια. Γύρω στο 1917 γράφτηκε στην Αμπέτειο Σχολή, στο εμπορικό τμήμα, από όπου αποφοίτησε το 1928. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα της Αιγύπτου για ένα χρόνο και από το 1929 ως το 1939 σε μια εταιρεία βάμβακος στην Άνω Αίγυπτο, αρχικά ως λογιστής και στη συνέχεια ως διευθυντής των εκκοκιστηρίων. Το 1933 πέθανε ο πατέρας του από φυματίωση. Το 1935 εντάχτηκε στην αντιφασιστική οργάνωση Ligue Pacifiste και ίδρυσε μαζί με τον Θεοδόση Πιερίδη την Αντιφασιστική Πρωτοπορία. Το 1937 παντρεύτηκε την Αντιγόνη Κερασσώτη, με την οποία ταξίδεψε στην Αυστρία, την Ιταλία, τη Γιουγκοσλαβία, τη Γαλλία και την Ελλάδα και απέκτησε ένα γιο τον Κώστα (γενν.1957). Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου πήρε μέρος (ανάμεσα στους Μπέρτολντ Μπρεχτ, Λουί Αραγκόν, Πάμπλο Νερούντα και άλλους) στο Β' Διεθνές Συνέδριο των Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας εναντίον του Πολέμου και του Φασισμού στο Παρίσι και έγραψε μαζί με τον Χιούς τον όρκο στον Λόρκα, που προωθήθηκε από τον Λουί Αραγκόν και υπογράφτηκε από σαράντα συγγραφείς. Από το 1939 ως το 1963 έζησε στην Αλεξάνδρεια και εργάστηκε ως διευθυντής βυρσοδεψείου (έφυγε για λίγους μήνες το 1942 όταν ο Ρόμμελ απείλησε την πόλη). Το 1943 έγινε καθοδηγητικό στέλεχος του Ελληνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου. Στην περίοδο αυτή τοποθετείται η γνωριμία του με το Γιώργο Σεφέρη. Το 1961 διαγράφτηκε από το Κ.Κ.Ε., καθώς αρνήθηκε να αποκηρύξει το έργο του Η Λέσχη, που είχε εκδοθεί λίγο νωρίτερα. Το 1963 έφυγε για την Αθήνα, όπου έζησε ως το θάνατό του. Μετά την κήρυξη της δικτατορίας του Παπαδόπουλου έγινε μέλος του Πατριωτικού Αντιδικτατορικού Μετώπου. Το 1969 εντάχθηκε στο Κ.Κ.Ε. εσωτερικού και ένα χρόνο αργότερα πήρε μέρος στη σύνταξη του αντιδικτατορικού τόμου 18 Κείμενα με το διήγημα Αλλαξοκαιριά. Συμμετείχε επίσης στον τόμο Νέα Κείμενα (1970) και στα Νέα Κείμενα2. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Έλλην - αργότερα όργανο του ΕΑΣ -, Κυπριακά Γράμματα, Ελεύθερα Γράμματα, Αλεξανδρινή Λογοτεχνία, Πάροικος, Φωνή, Επιθεώρηση Τέχνης, Αυγή, Ταχυδρόμος, Συνέχεια. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Βιογραφίας για το έργο του Ο Καβάφης και η εποχή του (1959) και Βραβείο Κριτικών και Εκδοτών της Γαλλίας (1972 για τις Ακυβέρνητες Πολιτείες). Ο Στρατής Τσίρκας τοποθετείται ανάμεσα στη μεσοπολεμική και μεταπολεμική γενιά της νεοελληνικής πεζογραφίας και το έργο του συνδέεται άμεσα με τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα και τη γενέτειρά του, στις οποίες πήρε ενεργό μέρος. Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας σημειώθηκε το 1927 με μεταφράσεις των Μυσσέ, Χάινε και Σίλλερ στα περιοδικά Μπουκέτο και Οικογένεια και τη δημοσίευση του πρώτου του πεζογραφήματος με τίτλο Το Φεγγάρι στο περιοδικό Παναιγυπτία. Το 1930 δημοσίευσε το πεζογράφημα Μεσημεριάτικο στο περιοδικό Πρωτοπορία και το πρώτο του ποίημα, με τίτλο Pot pouri, στο περιοδικό Αλεξανδρινή Τέχνη. Την ίδια χρονιά γνωρίστηκε με τον Κ.Π. Καβάφη. Το 1937 κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή Φελλάχοι, όπου υπέγραψε για πρώτη φορά με το όνομα Στρατής Τσίρκας. Ως το ξέσπασμα του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου ασχολήθηκε με την ποίηση και το διήγημα. Γνωστός έγινε κυρίως μετά την έκδοση της βιογραφίας Ο Καβάφης και η εποχή του και της μυθιστορηματικής τριλογίας Ακυβέρνητες Πολιτείες, που δίχασαν τους κριτικούς και λογοτεχνικούς κύκλους και προκάλεσαν ζυμώσεις στο χώρο της αριστερής διανόησης. Έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες.
O Στρατής Τσίρκας πέθανε στις 27 Ιανουαρίου 1980 στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο.

 




Αφιέρωμα Χρονολόγιο Εργογραφία Βιογραφικό Video

Video

Στρατής Τσίρκας - Αφιέρωμα της ΕΡΤ

 

 

 

 

 











 
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα