Oι άνθρωποι που ήθελαν
να αλλάξουν τον κόσμο
Μάνος Χατζιδάκις
Μελίνα Μερκούρη
Μάνος Λοϊζος
Μίκης Θεοδωράκης
Νίκος Καββαδίας
Γιάννης Ρίτσος
Γιώργος Σεφέρης
Τσε Γκεβάρα
Ιάκωβος Καμπανέλλης
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Νίκος Μπελογιάννης
Άγγελος Σικελιανός
Άρης Βελουχιώτης
Πάμπλο Νερούδα
Ανδρέας Εμπειρίκος
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Παύλος Σιδηρόπουλος
Χάρολντ Πίντερ

Μανώλης Αναγνωστάκης

Βλαντίμιρ Λένιν
Μαρία Δημητριάδη

Οδυσσέας Ελύτης

Κώστας Βάρναλης
Κάρολος Κουν
Κώστας Καρυωτάκης
Βασίλης Τσιτσάνης
Νίκος Παπάζογλου
Τζον Λένον
Πάτι Σμιθ
Γεώργιος Καραϊσκάκης
Νίκος Καζαντζάκης
Νίκος Ξυλούρης
Μάνος Ξυδούς
Στρατής Τσίρκας
Φερνάντο Πεσσόα
Νικόλας Άσιμος
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Κατερίνα Γώγου


Ειδικά αφιερώματα
Λίνα Νικολακοπούλου
Σταμάτης Κραουνάκης
Κική Δημουλά
Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Διονύσης Τσακνής
Νίκος Εγγονόπουλος
Δημήτρης Χορν
Κωνσταντίνος Καβάφης
Θόδωρος Αγγελόπουλος
Θάνος Μικρούτσικος
Αλέξης Μινωτής
Μίμης Πλέσσας
Χάρις Αλεξίου
Δήμητρα Γαλάνη
Θανάσης Βέγγος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Σταύρος Ξαρχάκος
Νίκος Γκάτσος
Μάρκος Βαμβακάρης
Γιάννης Τσαρούχης
Κατίνα Παξινού
Μιχάλης Καραγάτσης
Διονύσης Σαββόπουλος
Ελένη Καραϊνδρου
Άντριου Λόιντ Γουέμπερ
Πέδρο Αλμοδόβαρ
Άγαμοι Θύται
Σπείρα Σπείρα
Αγκάθα Κρίστι
Σαλβαντόρ Νταλί
Τζον Μάλκοβιτς
Αντζελίνα Τζολί
Νίνο Ρότα

Aφιέρωμα: Μετάδοση
200 θεατρικών παραστάσεων
από το Ελληνικό και Ξένο Δραματολόγιο




 

 
Αφιερώματα  

Οι άνθρωποι που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο!

Γιάννης Ρίτσος
- Μάιος 2009
(Τελευταία ενημέρωση 12/02/14)

Αφιέρωμα Χρονολόγιο Εργογραφία Βιογραφικό Video

ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ

Eπιμέλεια: Νατάσσα Ξαρχάκου
Κείμενα: Μίκης Θεοδωράκης, Θάνος Μικρούτσικος, Μάρω Δούκα, Τίτος Πατρίκιος, Γιώργος Χρονάς, Παντελής Μπουκάλας, Αναστάσης Βιστωνίτης, Άρης Δούκας, Γιώργος Νικολαϊδης
Φωτογραφίες: Αρχείο Ως3
Ηχητικά ντοκουμέντα: O Γιάννης Ρίτσος διαβάζει:
(Ρωμιοσύνη - Η σονάτα του σεληνόφωτος - Του απείρου εραστής)
Μουσική επιμέλεια: Άρης Δούκας



Με τη μεγάλη, σπουδαία ποίησή του τραγούδησε τον άνθρωπο, την ομορφιά, την επανάσταση. Μέσα απ' τη δική του πληγή κοίταξε του κόσμου την πληγή - σφούγγισε το δάκρυ του κόσμου και το έκανε τραγούδι... Για να σμίξει τον κόσμο... Χέρι - χέρι με το λαό μας σήκωσε ο ίδιος το σταυρό του, σε όλους τους τόπους των μαρτυρίων και των βασανιστηρίων. Και έμεινε όρθιος, αλύγιστος, ασυμβίβαστος... Γιατί όλα αυτά που βίωσε στη μακρόχρονη δημιουργική του πορεία ήταν συνειδητή επιλογή ζωής....
Ο αγαπημένος μας Γιάννης Ρίτσος είναι πάντα εδώ... Μέσα από τους στίχους, το ήθος, τις αξίες που δίδαξε. Μέσα από τα τραγούδια - καρποί της γόνιμης συνάντησής του με Ελληνες συνθέτες. Με αφορμή την 100η επέτειο από τη γέννησή του (1/5/1909) παρουσιάζουμε μια «διαδρομή» στο μελοποιημένο έργο του.

Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.
Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο...

Ηχητικό Ντοκουμέντο
Ο Γιάννης Ρίτσος διαβάζει: Tη Ρωμιοσύνη
Ακούστε...
Διάρκεια: 37:02 - (6.430KB)








O Eπιτάφιος συνδέθηκε με τους εργατικούς αγώνες του λαού
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στην απέραντη εκτίμηση, στον θαυμασμό και στην αγάπη που τρέφω για τον Γιάννη Ρίτσο. Ο Ρίτσος μάς δίδαξε ότι η μεγάλη ποίηση και οι μεγάλοι ποιητές μπορούν να ταυτιστούν με τη ζωή του πολίτη. Ο «Επιταφίος» συνδέθηκε με τους εργατικούς αγώνες του λαού, η «Ρωμιοσύνη» με την εθνική αντίσταση, τα «Λιανοτράγουδα» με τους αγώνες κατά της δικτατορίας. Εγώ πρόσφερα απλώς το "όπλο" για να σπάσουμε τα τείχη της μπουρζουαζίας και να μπούμε σε κάθε σπίτι. Ήταν από μέρους μου μια ηθελημένη επαναστατική πράξη, με στόχο να δοθεί ένα άλλο νόημα στο τραγούδι, αλλά και μια ελπίδα στο λαό. Τελικά, επηρεάσαμε και την αισθητική του, ενώ η επικοινωνία της τέχνης με το λαό όχι μόνο επετεύχθη, αλλά πήρε αργότερα διαστάσεις ανέλπιστες...



Το φως της οικουμένης
Στις 9 Μάη του 1936, γίνεται η αιματηρή καταστολή της διαδήλωσης των απεργών καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη που θρηνεί τον πρώτο της νεκρό. Ο Ρίτσος σε τρεις μέρες γράφει τα πρώτα 14 άσματα του «Επιταφίου».
Αυτό το μοιρολόι της μάνας μπροστά στο σώμα του σκοτωμένου γιου της μετατρέπεται σε κοινωνική διαμαρτυρία και εξέγερση. Στον ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο μετακενώνεται η δημοτική και λόγια παράδοση, φορτίζοντας το σύγχρονο δράμα. Η Δικτατορία της 4ης Αυγούστου κατάσχει τα εναπομείναντα 250 αντίτυπα και τα καίει στο Ολυμπιείο.

 «Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου.
Πού πέταξε τ' αγόρι μου, πού πήγε, πού μ' αφήνει
χωρίς πουλάκι το κλουβί, χωρίς νερό η κρήνη.
Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δεν θωρείς που κλαίω
και δεν σαλεύεις δεν γρικάς τα που πικρά σου λέω...»

Ο Θρήνος
«...Μέρα Μαγιού μου μίσεψες μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω
στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης..."

(Η μάνα βρίσκει ένα σκοπό ύπαρξης, έναν τρόπο ν' αναστήσει το γιο).
«...Κόσμος περνά και με σκουντά, στρατός και με πατάει
κι εμέ το μάτι ουδέ γυρνά κι ουδέ σε παρατάει
Και δες, μ΄ανασηκώνουνε, χιλιάδες γιους ξανοίγω,
μα, γιόκα μου, απ΄το πλάγι σου δε δύνουμαι να φύγω.
Τώρα οι σημαίες σε ντύσανε. Παιδί μου εσύ κοιμήσου,
κι εγώ τραβάω στ΄αδέρφια σου και παίρνω τη φωνή σου.
Ανάμεσά τους, γιόκα μου, θωρώ σε αναστημένο,
το θώρι σου στο θώρι τους μυριοζωγραφισμένο.
Γιε μου, στ΄αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου,
Σου πήρα το ντουφέκι σου, κοιμήσου εσύ πουλί μου...»




Τραγούδι: Μέρα Μαγιού μου μίσεψες - Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Ακούστε...
Διάρκεια: 03:20 - (974KB)
Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης - Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης




Το 1958 ο Μίκης Θεοδωράκης, στο Παρίσι, παίρνει στα χέρια του την επανέκδοση του «Επιταφίου» με την αφιέρωση του ποιητή: «Το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά στα 1938 κάτω από τους στύλους του Ολυμπίου Διός».
Η ιδιότητά του, του έντεχνου μουσικού δημιουργού, δεν εμπόδισε τον Μίκη Θεοδωράκη να μπει στην περιοχή της λαϊκής μας παράδοσης, «χωρίς», όπως ο ίδιος λέει, «να τη μεταχειριστώ σαν παρατηρητής που διαλέγει, ταξινομεί και επεξεργάζεται εν ψυχρώ το υλικό του. Θυμάμαι ότι έλαβα τον Επιτάφιο στο Παρίσι, από τον ίδιο τον Ρίτσο. Ευθύς μόλις τον διάβασα, άρχισα να γράφω τα τραγούδια, αυθόρμητα, δίχως καμιά ανάγκη, καμιά πρόθεση θα έλεγα. Και η μουσική βγήκε αυτή που βγήκε: λαϊκή. Γιατί, άραγε; Κατ' αρχήν νομίζω από την ανάγκη να παρακολουθήσω την ίδια διαδικασία με τον Ρίτσο, καθώς παίρνει τους αρμούς, τα δυνατά στοιχεία από τα μοιρολόγια και τη δημοτική μας ποίηση και - όντας πάντοτε Ρίτσος - θέλει να είναι συνάμα ο οποιοσδήποτε λαϊκός ποιητής, η οποιαδήποτε χαροκαμένη μάνα, η λαϊκή μούσα»!
Και έτσι απλώθηκαν στην οικουμένη ήχοι και κραυγές όπως: «Πού πέταξε τ' αγόρι μου», «Χείλι μου μοσκομύριστο», «Μέρα μαγιού», «Βασίλεψες, αστέρι μου», κ.ά. με πρώτη τους παρουσίαση στην Ελλάδα στις 5 Οκτώβρη του 1960, στην Ελευσίνα, με ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.
Όλοι διψάνε...
Εξι χρόνια αργότερα, μέσα σε μια μόλις βραδιά του Γενάρη του 1966, μετά από έναν άγριο ξυλοδαρμό του από την αστυνομία, ο Μίκης Θεοδωράκης συνθέτει στο σπίτι του, στη Ν. Σμύρνη, τη «Ρωμιοσύνη». Ο κύκλος τραγουδιών αφιερωμένων στην Εθνική Αντίσταση, όπως «Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό...», «Ολοι διψάνε», «Οταν σφίγγουν το χέρι», «Θα σημάνουν οι καμπάνες», ένωσε για άλλη μια φορά τον Μίκη Θεοδωράκη με την ποιητική δημιουργία του Γιάννη Ρίτσου.
«Ακούγοντας τη Ρωμιοσύνη του Μίκη Θεοδωράκη» - έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος - «ένιωσα την ανάγκη να εκφράσω ανεπιφύλακτα και απροφύλακτα, όχι πια τη γνώμη μου, αλλά τον ενθουσιασμό, τη συγκίνηση, τη μέθη που μας δίνει ένα μεγάλο έργο τέχνης, ή σωστότερα ένα αληθινό έργο τέχνης - αυτή τη βαθιά, ανεξήγητη, ανεξέλεγκτη συγκίνηση, αυτή την ευφορία, τη μυστική ανανέωση της πίστης στις ανθρώπινες και ανθρωπιστικές δυνατότητες της τέχνης, την αναζωπύρωση μιας αόριστης εμπιστοσύνης στη γη, στον άνθρωπο, στη ζωή και ειδικότερα στη φυλή, στο έθνος, στο λαό μας»...
...«Ενιωσα ακόμα πως σ' αυτή τη σύνθεση του Θεοδωράκη η νεοελληνική μας μουσική (που την αποκαλούν με το δήθεν οξύμωρο: έντεχνη - λαϊκή) έχει ξεπεράσει το στάδιο της προσπάθειας για τη συντήρηση ορισμένων άξιων ελληνικών παραδόσεων (βυζαντινών, δημοτικών, λαϊκών), έχει ξεπεράσει το στάδιο της ηθελημένης αναπαραγωγής και συνειδητής απομίμησης καθιερωμένων και τυπικών μοτίβων ή και μορφών (αυτό που ονομάζουμε φιλολαϊκό ή λαϊκίστικο), έχει ξεπεράσει ακόμα το στάδιο μιας απλής από συνήθεια επιβίωσης μελωδικών τρόπων και κινείται στην περιοχή μιας απ' την αρχή κι από την αίσθηση αναβίωσης του ελληνικού χώρου, του λαϊκού χαρακτήρα σε ήθος και σε ύφος, πέρα απ' την έννοια μιας όποιας στατικής ηθογραφικότητας»...
...της λευτεριάς ταμένος
Η τρίτη δημιουργική συνάντηση Γ. Ρίτσου - Μ. Θεοδωράκη γίνεται σε μιαn άλλη αιμάτινη στιγμή της νεοελληνικής ιστορίας, την εποχή της δικτατορίας. «Τα δεκαοκτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» άρχισαν να παίρνουν ζωή το 1968, όταν ποιητής και συνθέτης βρίσκονταν στην εξορία. Ο πρώτος στο Παρθένι της Λέρου και ο δεύτερος στη Ζάτουνα. Το χρονικό του έργου περιγράφει ο ίδιος ο Γ. Ρίτσος, το 1973: «Τα Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, εκτός απ' το 16 και 17, γράφτηκαν σε μια μέρα - στις 16 του Σεπτέμβρη του 1968 - στο Παρθένι της Λέρου, ύστερ' από μήνυμα του Μίκη Θεοδωράκη με την παράκληση να μελοποιήσει κάτι δικό μου ανέκδοτο. Τα ξαναδούλεψα στο Καρλόβασι της Σάμου το Νοέμβρη του 1969. Το 16 και 17 γράφτηκαν την Πρωτομαγιά του 1970. Το 7 αλλάχτηκε ριζικά το Γενάρη του 1973. Δε σκόπευα να δημοσιεύσω τα Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα κ' είχα ζητήσει να μη μεταφραστούν και εκδοθούν, παρά μόνο να τραγουδηθούν. Αλλά, να, που τα περισσότερα δημοσιεύτηκαν κιόλας σε διάφορα ντόπια και ξένα περιοδικά κ' έχουν γίνει δύο γαλλικές μεταφράσεις (...) και δεν ξέρω σε πόσες άλλες γλώσσες... Ετσι, δεν υπάρχει πια λόγος να επιμείνω στην αρχική μου απόφαση. Και τα Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα είναι αφιερωμένα στον Μίκη Θεοδωράκη». Τα ποιήματα μελοποιήθηκαν στο εξωτερικό. Τα περισσότερα πρωτοπαρουσιάστηκαν στο Παρίσι, ενώ ο κύκλος ολοκληρωμένος παρουσιάζεται στο Λονδίνο, στις 17/1/1973, με ερμηνευτές τους: Μ. Φαραντούρη, Π. Πανδή, Α. Μάνου, Α. Κωστούλη.
(...)
Μικρός λαός και πολεμά δίχως σπαθιά και βόλια
για όλου του κόσμου το ψωμί, το φως και το τραγούδι...
(...)
Εδώ σωπαίνουν τα πουλιά, σωπαίνουν οι καμπάνες
σωπαίνει κι o πικρός Ρωμιός μαζί με τους νεκρούς του
Και πα στην πέτρα της σιωπής τα νύχια του ακονίζει

μονάχος κι αβοήθητος, της λευτεριάς ταμένος...
...πικρές οι μέρες μας.




Και στο τέταρτο έργο των Ρίτσου - Θεοδωράκη εξυμνείται, δοξάζεται ένα ιστορικό γεγονός, κρατώντας ζωντανή, επίσης, στη συλλογική μνήμη, την ένοπλη επέμβαση των Βρετανών και της ντόπιας αστικής τάξης ενάντια στο ΚΚΕ, στο ΕΑΜ και το λαϊκό κίνημα, το 1944. Ο Γιάννης Ρίτσος, στην επική τοιχογραφία του «Οι Γειτονιές του Κόσμου», έχει αποτυπώσει ποιητικά την εποποιία της αντίστασης του λαού της Αθήνας, τον αιματοβαμμένο Δεκέμβρη του 1944.
Οι «Γειτονιές του κόσμου» γράφτηκαν από το Γιάννη Ρίτσο τη χρονιά της ήττας, στα 1949. Είναι η μεγάλη τοιχογραφία της Aντίστασης, του Δεκέμβρη και του αγώνα του ΔΣΕ στις πόλεις αλλά και στους τόπους εξορίας. Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε εκτεταμένα αποσπάσματα της μεγάλης αυτής ποιητικής σύνθεσης το 1978. Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε ο δίσκος με ερμηνευτές τους Μαρία Φαραντούρη και Γιάννη Θωμόπουλο, με τη συμμετοχή της Χορωδίας της Τερψιχόρης Παπαστεφάνου και απαγγελία του Γιάννη Ρίτσου.
Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της, και συ να λείπεις,
να 'ρχονται οι Ανοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα, και συ να λείπεις...
(...)
Να λείπεις - δεν είναι τίποτα να λείπεις.
Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,
θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλα εκείνα που γι' αυτά έχεις λείψει,
θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλο τον κόσμο.

Από την παρουσίαση του «Επιτάφιου». Μ. Θεοδωράκης, Αλ. Παΐζη, Γρ. Μπιθικώτσης
(από το προσωπικό αρχείο της Αλ. Παΐζη)

 

 




Η σονάτα του σεληνόφωτος

Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σε έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικές πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο...


Ηχητικό Ντοκουμέντο
Ο Γιάννης Ρίτσος διαβάζει: Tη Σονάτα του σεληνόφωτος
Ακούστε...
Διάρκεια: 18:22 - (3.218KB)



Μακρόνησος

«...Κι η Παναγιά του Πόντου φλωροκαπνισμένη απ' το σούρουπο
να σεργιανάει ξυπόλυτη στην αμμουδιά
συγυρίζοντας τα σπίτια των μικρών ψαριών
καρφώνοντας μ' ένα θαλασσινό σταυρό τη φεγγαρίσια της πλεξούδα...»
(Γιάννης Ρίτσος -Πέτρινος χρόνος-Τα Μακρονησιώτικα)


Μακρόνησος . Ο Εχθρός Λαός (1975)
Του Ιάκωβου Καμπανέλλη και του Μίκη Θεοδωράκη.
Ερμηνευτές: Βασίλης Παπακωνσταντίνου και Τζένη Καρέζη.
Διάρκεια 06:43
 

 



Γιάννης Ρίτσος, του απείρου εραστής
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ



Ηχητικό Ντοκουμέντο
Ο Γιάννης Ρίτσος διαβάζει: Του απείρου εραστής
Η εξαίσια πράξη του ανεξήγητου
Ακούστε...
Διάρκεια: 04:13 - (1.235KB)



Θαυμάζω απεριόριστα τον Γιάννη Ρίτσο και για το έργο του και για τη ζωή του. Τον θεωρώ υπόδειγμα καλλιτέχνη όχι μόνο στον ελληνικό χώρο, αλλά και στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Και με έχει ταράξει το γεγονός ότι ο μέγιστος αυτός ποιητής, που μαζί με τον Καβάφη - κατά την ταπεινή μου άποψη - είναι οι δυο μεγαλύτεροι Έλληνες ποιητές του 20ού αιώνα, ήταν κυριολεκτικά θαμμένος επί 27 χρόνια από το σύστημα που κατέτασσε τις αξίες στην Ελλάδα. Στο ένθετο του δίσκου «Γιάννης Ρίτσος. Του απείρου εραστής», υπάρχει ένα περίφημο κείμενο - μαρτυρία της Μάρως Δούκα, που αναφέρει ως αυτόπτης μάρτυρας κάτι το εκπληκτικό: να προταθεί από το εξωτερικό ο Ρίτσος για Νόμπελ Λογοτεχνίας και μια σειρά σοβαρά ονόματα (γιατί τυχαίνει να τα ξέρω) να μαζευτούν για να βρουν τρόπους πώς αυτό θα το ματαιώσουν. Ανάμεσά τους, πρόσωπα που υποτίθεται ότι ανήκαν στην ευρύτερη Αριστερά. Ήθελα να παλέψω αυτή την κατάσταση. Και οφείλω να πω ότι πολύ λίγοι άνθρωποι από το χώρο μου - δεν εννοώ το ΚΚΕ που στάθηκε στον Ρίτσο, όπως και ο Ρίτσος στάθηκε σε αυτό - στάθηκαν στον Γ. Ρίτσο και χαίρομαι που ως νεότερος ήμουνα κοντά σε αυτούς. Ανάμεσά τους ήταν η Νανά Καλλιανέση, η Μάρω Δούκα, η Χρύσα Προκοπάκη, και κάποιοι άλλοι...

Ήταν ένα μεγάλο χρέος...
Ο Ρίτσος είχε τη νοοτροπία "σηκώνομαι το πρωί και μέχρι την ώρα που κοιμάμαι γράφω ποίηση". Δε σημαίνει πως κάποιος που γράφει ένα ποίημα το χρόνο είναι καλύτερος από κάποιον που γράφει από το πρωί μέχρι το βράδυ. Τρόπος ζωής ήταν και αυτό που έκανε ο Ρίτσος και αυτό που έκανε ο Καβάφης, γράφοντας 150 ποιήματα σε όλη του τη ζωή. Σέβομαι και τους δύο. Δε σημαίνει όμως ότι ο ένας, κατ' ανάγκη υπερτερεί του άλλου. Αυτός ήταν ο Ρίτσος και σε πολλούς τομείς του φάσματος έχει γράψει αριστουργήματα. Και στα λεγόμενα "επικαιρικά", αρκετά από τα οποία είναι εκπληκτικά. Όπως "Ο πέτρινος χρόνος" από τα "Μακρονησιώτικα", ποιήματα με φοβερή ειρωνεία και πόνο την ίδια στιγμή. Είναι εκπληκτικός στους μεγάλους μονολόγους, που στην Ευρώπη θεωρούνται ότι ανήκουν στην πρωτοπορία εκείνης της περιοχής που τέμνεται η ποίηση με το θέατρο. Μονόλογοι όπως η "Ισμήνη", ο "Φιλοκτήτης", ο "Ορέστης", η "Σονάτα του Σεληνόφωτος", "Η κυρά των αμπελιών", "Ο ξένος"... Ο Ρίτσος είναι ο θεμελιωτής αυτού του είδους, σε παγκόσμια κλίμακα. Είναι πρωτογενής φυσιογνωμία και λίγες πρωτογενείς φυσιογνωμίες μπορούμε να βρούμε παγκοσμίως, στην ποίηση στον 20ό αιώνα.
Υπάρχουν ακόμη μικρά, κοφτά ποιήματά του. Εγώ, για λόγους συναισθηματικούς, ξεκίνησα με τις "Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα" μια εκπληκτική συλλογή που τα ποιήματά της, τα είχα μάθει επί Χούντας. Μπορεί να είναι γνωστή περισσότερο η "Καντάτα για τη Μακρόνησο", όμως έχω δουλέψει πάνω σε πολλά έργα του Γ. Ρίτσου. Είχα την τύχη, από την πρώτη σχεδόν στιγμή, στα 30-31 χρόνια μου, να δημιουργήσω μια σπουδαία και σοβαρή σχέση μαζί του. Στο κείμενό μου, που υπάρχει στο ένθετο, αναφέρομαι σε αυτή τη σχέση και στο πώς επί της ουσίας με καθοδήγησε. Για τους δρόμους που μου έδειξε όσον αφορά πράγματα, τα οποία εκείνη την εποχή ήταν άλυτα προβλήματα για ένα νέο καλλιτέχνη, που από τη μια ήταν βαθύτατα αριστερός και από την άλλη βαθύτατα πρωτοποριακός. Ο Ρίτσος μού έδειξε το δρόμο.
Το CD «Γιάννης Ρίτσος. Του απείρου εραστής», ήταν για μένα ένα μεγάλο χρέος. Το υλικό μού το έδωσε η κόρη του Γιάννη  Ρίτσου, η ΄Ερη και την ευχαριστώ πολύ. Κάθισα, άκουσα τα πάντα και άρχισα να κάνω την επεξεργασία του, γιατί το υλικό ηχητικά ήταν σε πολύ κακή κατάσταση. Το ευτύχημα είναι ότι μπόρεσα από αυτό το υλικό να βρω στοιχεία από τις διαφορετικές κατευθύνσεις της ποιητικής του. Εντοπίζω όμως ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον στα κείμενα που ο ίδιος αφηγείται. Και ομολογώ πως στα 53 μου χρόνια, ψάχνοντας το υλικό, πολλές φορές έβαλα τα κλάματα. Ήμουν εγώ, η φωνή του, το άδειο δωμάτιο... Υπήρχε μια ακόμα επαφή - δεν το λέω μεταφυσικά, αλλά καθαρά υλικά - με έναν άνθρωπο που είναι ό,τι πιο αγαπημένο έχει υπάρξει στο πέρασμα του χρόνου σε ό,τι αφορά τη μεγάλη ποίηση και την τέχνη γενικότερα.

«Γιάννης Ρίτσος. Του απείρου εραστής». Ένα μουσικό θέμα, παιγμένο στο πιάνο από τον ίδιο τον Γιάννη Ρίτσο είναι η «εισαγωγή» ενός μοναδικού ηχητικού «ταξιδιού», στο έργο και τη ζωή του αξέχαστου δημιουργού. Η «ξενάγηση» γίνεται από τον ίδιο τον ποιητή, που ακούγεται ν' απαγγέλλει ποιήματά του, προσωπικά, αγωνιστικά, ποιήματα με φιλοσοφική διάθεση, τα οποία συνδέει με κείμενα - εικόνες της ζωής του. Ένα συγκλονιστικό ηχητικό ντοκουμέντο, από το οποίο αναβλύζει η ομορφιά της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου, το ήθος του και η αγάπη του στον άνθρωπο, αποτελεί το CD που κυκλοφόρησε από τη «His Master's Voice» και την παραγωγή του επιμελήθηκε ο Θάνος Μικρούτσικος.
Στο ένθετο του CD υπάρχει το κείμενο του Λουί Αραγκόν, στο οποίο περιγράφει την πρώτη φορά που διάβασε στίχους του Γιάννη Ρίτσου και ένα αποκαλυπτικό κείμενο της Μάρως Δούκα. Επίσης, ο συνθέτης, ειδικά για την έκδοση, έγραψε κάποιες μελωδίες, που διακριτικά συνοδεύουν το λόγο, ενώ συμπεριέλαβε και μουσική από τα έργα του «Καντάτα για τη Μακρόνησο» και «Επιστροφή της Ελένης», σε ποίηση του Γιάννη Ρίτσου.

 




 


Ο ποιητής της Ρωμιωσύνης
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΑΡΗΣ ΔΟΥΚΑΣ

To Νοέμβριο του 2007 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Κέδρος» ο ΙΔ΄ τόμος των ποιημάτων του, με εννέα ανέκδοτες συλλογές. Οι ανέκδοτες αυτές συλλογές είναι γραμμένες από το 1977 ως το 1980 και αποτελούνται κυρίως από ολιγόστιχα ποιήματα.  Ο Ρίτσος, ο οποίος εργαζόταν ακατάπαυστα μέχρι το τέλος της ζωής του, άφησε πίσω του ένα ογκώδες έργο ύψιστης σημασίας. Το πόσο σημαντικό θεωρείται το έργο αυτό γίνεται φανερό κατ' αρχάς από το διαρκώς αυξανόμενο ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού, όπως δείχνουν οι πωλήσεις των έργων του, από τις μελέτες που γράφονται για την ποίησή του, όσο και από τις πάμπολλες μεταφράσεις των ποιημάτων του στο εξωτερικό.
Ο Γιάννης Ρίτσος μάς καλεί, δεκαεπτά χρόνια μετά τον θάνατό του, να τον ξανακούσουμε, να τον γνωρίσουμε. Ο ποιητής με το τεράστιο έργο -μένουν ακόμα περίπου δέκα συλλογές ανέκδοτες- έχει δεχθεί σφοδρές επικρίσεις για τη στρατευμένη ποίησή του και για την προσήλωσή του στο ΚΚΕ, και από τους συντρόφους του και από όσους ιδεολογικά ήταν απέναντι.
Ο Γιάννης Ρίτσος όμως, πέρα από τις ιδεολογικές καθηλώσεις, είναι ένας σπουδαίος ποιητής, που είπε πολλά χωρίς να τα δημοσιεύσει, που είχε τραγική αίσθηση των αντιφάσεων και της αυτολογοκρισίας του. Οι εσωτερικές συγκρούσεις είναι φανερές και σε αυτές τις πρωτοδημοσιευόμενες συλλογές, όπως ήταν πάντα, άλλωστε, στο έργο του. Οπως έλεγε και ο ίδιος, κάποιοι «τον χρεώσανε για να χρωστάει πάντα...». Η Ελλη Παππά έχει πολλά να πει γι' αυτές τις δύσκολες εποχές στο βιβλίο της «Μαρξ ή Μακιαβέλλι». Στις νέες ανέκδοτες συλλογές του, ο Γιάννης Ρίτσος ξοφλάει ετεροχρονισμένα ένα μέρος του χρέους: προς τον εαυτό του και προς το έργο του.
Σήμερα ποια είναι η θέση του Ρίτσου; Πώς τον βλέπουν οι ομότεχνοι; Τι διάβαζαν στο έργο του τότε και τι διαβάζουν τώρα; Η συγγραφέας και φίλη του Μάρω Δούκα, ο ποιητής και κριτικός Παντελής Μπουκάλας, ο ποιητής και συνοδοιπόρος του Τίτος Πατρίκιος και ο ποιητής Γιώργος Χρονάς σκιτσάρουν εκ νέου τον Γιάννη Ρίτσο.

 








Χωρίς παρωπίδες ή αποσιωπητικά
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ

Ξεφυλλίζω συγκινημένη τον ΙΔ΄ τόμο των ποιημάτων του. Γιάννης Ρίτσος: ο ποιητής που απόσταξε τον εικοστό αιώνα, ο ευλαβής στα ταπεινά, ο γενναιόψυχος στα δύσκολα. Πέφτει τυχαία το μάτι μου σ' ένα τετράστιχο της συλλογής «Κάποτε». Μου το είχε πει μια δυο φορές στο τηλέφωνο, πριν από πολλά χρόνια, και το είχα συγκρατήσει σαν απόφθεγμα μέσα μου: «Οταν η απραξία/ γίνεται αυτάρκεια/ κι ο στοχασμός απραξία/ οι λύκοι χορεύουν».
Κάθε άνθρωπος έχει τόσα πρόσωπα, σκέφτομαι, όσοι και οι άνθρωποι που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν. Κι εγώ, έπειτα από τόσα χρόνια, τι επί της ουσίας έχω αποκομίσει από τη συναναστροφή μου με τον Ρίτσο; Οτι ήταν ένας ευγενικός, τρυφερός άνθρωπος. Ανεξίκακος. Αν και πολλοί τον είχαν λοιδορήσει, αν και πολλοί τον είχαν πικράνει, ποτέ δεν τον είχα ακούσει να μιλάει άσχημα για κανέναν. Τουναντίον, συχνά μ' εκνεύριζε με την επιμονή του να διακρίνει ελαφρυντικά σε όλους. «Τη δουλειά μας, εμείς, παιδάκι μου», η επωδός του. Αμετανόητα προσηλωμένος στο αυτονόητο της σχέσης του με το ΚΚΕ και αδιαπραγμάτευτα αναζητητής στα ουσιώδη της ζωής και της ποίησης. Κι ίσως γι' αυτό, δεν δίσταζε να γράφει ενίοτε και στίχους της δικής του κομματικής ανάγκης.
Με συμβούλευε να μην αφήνομαι στην αυταρέσκεια, αλλά και να μην παραδίνομαι στην ανασφάλεια. Να διακρίνω την ομορφιά από την «ομορφιά». Αλλη η «ομορφιά» του ρημαγμένου τοπίου, μου έλεγε, και άλλη η ομορφιά του σπαρμένου χωραφιού. Να ξέρω τι θέλω, αλλά και διαρκώς να αμφιβάλλω. Χωρίς παρωπίδες, αγκύλες, περιορισμούς. Χωρίς αποσιωπητικά. Και αυτήν, ακριβώς, την ανεξιθρησκία του, πέρα από σχολές και ρεύματα και πάνω από ιδεολογίες, θα ήθελα, τελειώνοντας, να τονίσω. Τον θαυμαστό τρόπο με τον οποίο διέκρινε την τέχνη από την απομίμησή της, το ουσιώδες από το επουσιώδες, το αληθινό από την επίφασή του, το αυθεντικό από το επίπλαστο.

 









Αφοσιωμένος αλλά και αμφισβητίας
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Ηταν αφοσιωμένος μέχρι υποταγής και ταυτοχρόνως ένας ανυπότακτος αμφισβητίας. Αλλά αυτή την αμφισβήτηση και την αφοσίωση την έδειχνε με τα ποιήματά του. Κι όχι μόνο με τα τελευταία ποιήματά του. Ο Ρίτσος είναι ο σημαντικότερος ποιητής του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, κυρίως γιατί μας έχει δώσει μια ποίηση με πάρα πολλά επίπεδα.
«Και μου 'λεγε ο δάσκαλός μου:/ "Πρέπει να σ' αναγνωρίσουν πρώτα οι αστοί/ για να επιβληθείς στο κίνημα·/ ως τότε μην τα λες αυτά πιο έξω/ γιατί θα βρεις μπελάδες"».
[Σ.τ.Ε. Μ' ένα δικό του ποίημα, παλαιότερο, του 1958 από τη συλλογή «Μαθητεία», σκιαγράφησε τον Γιάννη Ρίτσο, ο Τίτος Πατρίκιος.]

 









Η δόξα ερήμωση / Η δόξα καλύπτρα
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Ο 14ος τόμος των Απάντων του Γιάννη Ρίτσου περιέχει ένδεκα συλλογές, οι εννιά από τις οποίες δημοσιεύονται για πρώτη φορά, ενώ γράφτηκαν από το 1977 έως το 1980. Δεν ανατρέπει ο -νέος- Ρίτσος τον παλαιό. Ενισχύει ωστόσο τις σκέψεις για έναν εσωτερικό, ανεκδήλωτο και αυτολογοκρινόμενο ποιητή που είχε προκαλέσει το βιβλίο «Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα», το οποίο είχε κυκλοφορήσει το 1991, έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, με υλικό των ετών 1987-1989, αποκαλύπτοντας σαφέστερα απ' ό,τι το εν ζωή δημοσιευμένο έργο του δρόμους της φωνής του που δεν είχαν σχέση με οτιδήποτε «αναμενόμενο» ή (ιδεολογικώς) προσδοκώμενο, δρόμους μιας μελαγχολίας ή και απογοήτευσης ταυτόχρονα λογοτεχνικής και πολιτικής. Αυτό το χρονικό παράδοξο ή ανάποδο (διαβάσαμε πρώτα τα ποιήματα του 1987 κι ύστερα του 1977), μπορεί να θεωρηθεί τεκμήριο της προβληματισμένης εκδοτικής βούλησης του ποιητή, μιας βούλησης συναρτημένης, αν όχι εξαρτημένης από τα πολιτικοκομματικά καθέκαστα: ο Ρίτσος ανεσταλμένος ή και αυτοκατεσταλμένος.
Πολλά αποσαφηνίζουν οι εξής στίχοι στις 9/12/1977: «Μεγάλη δυσκολία/ το πλάσιμο/ των θετικών ηρώων -/όταν αφήσουν χάμου/ τις σημαίες/ δεν ξέρουν πια/ τι να κάνουν τα χέρια τους/ ούτε κι εμείς- καλύτερα λοιπόν/ καθόλου να μη γίνουν/ τ' αποκαλυπτήρια/ αυτού του αγάλματος/ και του ποιήματος αυτού».
Αν ως «αποκαλυπτήρια του ποιήματος» εννοήσουμε τη δημοσίευσή του, πρέπει να υποθέσουμε ότι ο Ρίτσος αναβάλλει την έκδοση ορισμένων ποιημάτων του για να αποφύγει την όχληση όσων ανέμεναν από αυτόν σκέτες αγιογραφίες και, με το μέτρο του Ζντάνοφ στο χέρι, ήταν έτοιμοι να καταδικάσουν κάθε «απόκλιση» ή «αίρεση», κάθε νύξη μελαγχολίας, αμφιβολίας ή αμφισβήτησης. Λίγα χρόνια αργότερα, άλλωστε, μετά την έκδοση του μυθιστορήματός του «΄Ισως να 'ναι κι έτσι» (1984), ο Ρίτσος υπέστη την τραχύτατη επίθεση της «σοσιαλρεαλιστικής» Πολιτιστικής, ενός εντύπου που οι ιθύνοντές του κατακεραύνωσαν το «λαϊκιστικό» πεζογράφημα του Ρίτσου, κρίνοντας πως «δεν είχε καμιά σχέση με τη μαρξιστική-λενινιστική φιλοσοφία». Με κάτι τέτοια στον νου ο Ρίτσος έγραψε στις 19/12/1977: «Διέγραψε/ ως και την τελευταία λέξη/ του ποιήματος -/ είναι έτοιμο τώρα/ μπορεί να δημοσιευτεί». Η γραφή (και) ως αυτοδιαγραφή.
Για το πόσο ζημίωσε την ποίηση του Ρίτσου η αναβλητικότητα, οι δισταγμοί του, η επιλογή ενός «δεύτερου» χρόνου ως προς την έκδοση ποιημάτων και τη δήλωση αισθημάτων, μόνο υποθέσεις μπορεί να γίνουν. «Το πιο μεγάλο εμπόδιο για να σκεφτώ ώς το τέλος είναι η δόξα», είχε πει ο ίδιος, και στο τωρινό βιβλίο επανέρχεται: «Η δόξα ερήμωση/ η δόξα καλύπτρα», «Και τώρα τι φτιάχνεις/ μ' αυτό το κενό/ και μ' ένα κίβδηλο σκήπτρο»· «μεγάλα φτερά τού φορέσανε/ δεν μπορεί πια να περπατήσει/ ούτε να πετάξει/ και το χειρότερο/ ούτε να κλείσει τα μάτια του». Σαν να γράφει με το δεξί του χέρι στίχους για να ονειδίσει το σκηπτούχο αριστερό του.
Η ποίηση, λοιπόν, σαν μια ομιλία που καταγγέλλει την αυτολογοκρισία, αλλά μια ομιλία αυστηρότατα προς εαυτόν, ιδιωτική, άρα και αυτή λογοκριμένη.

 









Στο μάθημα των αισθημάτων του
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ

Στο διάλειμμα ενός μαθήματος Λατινικών, το 1962, στον Πειραιά, πρωτοδιάβασα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου. Το τετράδιο, που τα είχαν αντιγράψει, ήταν ανοιχτό και η ανάγνωσή τους με άλλαξε. Οι λέξεις του σχημάτιζαν εικόνες. Οι εικόνες στοιχεία της φύσεως. Κίνηση. Αναπνοές. Ιδρώτας. Πέρασαν χρόνια και τον συνάντησα στο σπίτι του στον Αγιο Νικόλαο, στην Αχαρνών. Δίπλα στον ομώνυμο ηλεκτρικό σταθμό. Περάσαμε στο σαλόνι. Η φωνή του θερμή. Μιλούσε σαν να συνέθετε μουσική. Τα χέρια του όπως σε έργο του Γκρέκο. Μου πρόσφερε καφέ και νερό. Γλυκό του κουταλιού. Τον έβλεπα να με φροντίζει σαν μπάτλερ. Με τρόμαξε. Με κινήσεις αυστηρές. Ολοι οι ρυθμοί εντός του. Εδώ κάθομαι το βράδυ. Είπε. Ακούω Μπαχ στο πικ-απ. Και γράφω. Μέχρι αργά. Είδα τη σκηνή. Νύχτα. Η κουρτίνα να γέρνει. Η υγρασία να ανεβαίνει. Θα μπορούσατε να είσαστε ο Τένεσι Ουίλιαμς, της Μεσογείου, μ' όσα έχετε γράψει, του είπα. Δεν απάντησε. Ηταν ο Ρίτσος του Κόσμου. Τον ξαναείδα άλλη μια φορά. Είχαμε πάει με τον Τσαρούχη. Του έδωσε έναν πρόλογο για τις Τρωάδες του Ευριπίδη, που ανέβαζε - για το βιβλίο που προήλθε από την μετάφραση του ζωγράφου. Εφαίνοντο πόσο φίλοι ήσαν και αγαπιόνταν με λόγια και σιωπές. Κάτι μεγαλειώδες.
Τελευταία φορά τον είδα να βγαίνει από τον ηλεκτρικό, στο Μοναστηράκι -από τους ελάχιστους διανοούμενους στην Ελλάδα που κινούνταν με δημόσια μέσα- και πήγαινε στη Μητρόπολη όπου γινότανε μια διάσημη κηδεία, το όνομα του νεκρού ήταν τυπωμένο στον Τύπο της ημέρας. Εκανε κρύο. Φορούσε γούνα. Αναψε τσιγάρο βγαίνοντας και προχώρησε. Ο Βισκόντι -είπα- από την Μονεμβάσια - η πατρίδα του Ρίτσου.
Κάθε φορά που διαβάζω ποιήματά του -δεν τον ένοιαζε που ήταν πολυγραφότατος- ξαναμπαίνω στο μάθημα των αισθημάτων. Αρρωστα ή υγιή έρχονται και με απαλύνουν. Μια σάλπιγγα ακούγεται, ένα παιδί ψηλά κοιτά πάνω από την Πύλη των Λεόντων, στην είσοδο του Κάστρου της Μονεμβάσιας, το σπίτι που γεννήθηκε ο ποιητής. Πιο κάτω, ο τάφος του, μες στη νύχτα φέγγει. Εχει πανσέληνο απόψε. Ο Ξένος, από την ομώνυμη συλλογή του, με υποδέχεται - προηγήθηκε ο Ρίτσος και ακολούθησε ο Παζολίνι με το Θεώρημά του, έχουν το ίδιο θέμα. Κάποιο ραδιόφωνο παίζει. Ενα παράθυρο ανοίγει. Ο Γιάννης Ρίτσος είναι εδώ. Πάντα μένει εδώ. Δεν έχει φύγει.

 









Ρίτσος ανθολογούμενος
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ

Τιμώντας τη μνήμη του κορυφαίου ποιητή οι εκδόσεις Κέδρος εξέδωσαν το Νόμβριο του 2000, μιαν ανθολογία του έργου του που την επιμελήθηκε η Χρύσα Προκοπάκη, η οποία εδώ και πολλά χρόνια μελετά και μεταφράζει στα γαλλικά την ποίησή του.
Δεν ξέρω αν μπορεί να ανθολογηθεί ένα έργο που αποτελείται από 100 ποιητικές συλλογές (χωρίς να λογαριάσουμε άλλες 50 ανέκδοτες που άφησε πίσω του ο ποιητής της Σονάτας του σεληνόφωτος). Είναι αμφίβολο αν υπήρξε στον δυτικό κόσμο άλλος ποιητής με τέτοιον όγκο δουλειάς. Νομίζω πως ακόμη και ο Νερούντα, που επίσης παρήγαγε ένα τερατωδών διαστάσεων ποιητικό έργο, έγραψε λιγότερα από τον Ρίτσο. Αλλά και τα 2.000 ποιήματα του Του Φου ή τα 2.800 του Πο Τσου Γι, κορυφαίων κινέζων ποιητών της δυναστείας των Τανγκ, είναι λιγότερα από τα ποιήματα του Ρίτσου. Επιπλέον, εδώ έχουμε να αντιμετωπίσουμε πρόσθετες δυσκολίες, που οφείλονται στη θεματική και αισθητική πολυμορφία ενός δημιουργού, η καταιγιστική παραγωγή του οποίου καλύπτει πάνω από 60 χρόνια της πνευματικής μας ζωής.
Με τα δεδομένα αυτά, το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει για τον υποψήφιο ανθολόγο του Ρίτσου ­ τι (ελάχιστο) θα πρέπει να ανθολογηθεί ώστε ο αναγνώστης αφενός να σχηματίσει μια γενική εικόνα και αφετέρου να διαβάσει τα καλύτερα ποιήματα ­ δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Δεδομένου μάλιστα ότι η ανθολογία αυτή απευθύνεται εκ των πραγμάτων στους νεότερους αναγνώστες, δεν μπορεί παρά να είναι ούτως ή άλλως μια εισαγωγή στην ποίηση του Ρίτσου ή, καλύτερα, ένα έναυσμα ώστε να προστρέξουν, αν έχουν την υπομονή και το βαθύτερο ενδιαφέρον, στο σύνολο του έργου του. Τα πράγματα θα ήταν ευκολότερα αν όντως ίσχυε αυτό που είχε πει κάποτε ο Πάνος Θασίτης, ότι έχουμε δύο κατηγορίες ποιητών, τους ποιητές εντάσεως και τους ποιητές εκτάσεως, και πως ο Ρίτσος ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Ο Ρίτσος όμως, μολονότι τα κυριότερα έργα του είναι οι μεγάλες συνθέσεις που καλύπτουν στρωματογραφικά εκτεταμένες περιοχές του χώρου και του χρόνου, έχει γράψει και πλήθος ποιήματα ακαριαίων αποτυπώσεων, στα οποία σαφώς διακρίνεται η πρόθεση να μνημειωθεί η στιγμή και να πολωθούν μέσα σε ελάχιστες λέξεις ο χρόνος και η εμπειρία. Επομένως, αν ισχύει η παραπάνω κατηγοριοποίηση, ο Ρίτσος είναι και ποιητής εντάσεως και ποιητής εκτάσεως.
Παρά τις παραπάνω δυσκολίες η Χρύσα Προκοπάκη έκανε μια αξιέπαινη δουλειά. Στο μέτρο του δυνατού έδωσε δείγματα της ποίησης του Ρίτσου από το σύνολο του έργου του παρακολουθώντας την εξέλιξή του από την αρχή ως το τέλος και καλύπτοντας, όσο της επέτρεπε ο χώρος που διέθετε, όλο του το φάσμα. Προσπάθησε ακόμη να συνδυάσει τα αναπόφευκτα δειγματοληπτικά κριτήρια με τα αξιολογικά, αφήνοντας ­ και σωστά ­ εκτός ανθολογίας τα επικαιρικά πολιτικά ποιήματα, χωρίς ωστόσο να κάνει το ίδιο και με τα ποιήματα της εξορίας ενδίδοντας στη μόδα των καιρών που θα τα θεωρούσε παρωχημένα ή και αναχρονιστικά μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων και τα όσα ακολούθησαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Φρόντισε επιπλέον να εφοδιάσει το βιβλίο με μια εμπεριστατωμένη και διόλου σχολαστική εισαγωγή, καθώς και με τον απολύτως απαραίτητο αριθμό σημειώσεων στο τέλος, με εργογραφικό σημείωμα και με κατάλογο βιβλίων που έχουν γραφεί για τον ποιητή.


Πολιτική και Αριστερά
Είναι βεβαίως πασίγνωστο ότι ο Ρίτσος έθεσε το ταλέντο του στην υπηρεσία της Αριστεράς και στην υπόθεση της επανάστασης χωρίς ουσιαστικές παλινδρομήσεις, σοβαρές αμφιβολίες, αντιφάσεις και τα σχετικά. (Νομίζω πως το να μιλούμε για «κριτική» του σοβιετικού συστήματος εκ μέρους του Ρίτσου, κριτική που, ακόμη κι αν υπήρξε, ποτέ δεν εκφράστηκε δημόσια, είναι τελείως παραπλανητικό.) Υπήρξε ο επίσημος ποιητής της Αριστεράς, που τον τίμησε όσο κανέναν άλλο τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδος. Οπως ήταν αναπόφευκτο, οι τιμές αυτές μέσα στην ταραγμένη πολιτική ιστορία του τόπου μας λειτούργησαν ετεροβαρώς και πάντως εναντίον των κορυφαίων του επιτευγμάτων, των μεγάλων συνθέσεων που απαρτίζουν την Τέταρτη διάσταση. Σήμερα ο νεότερος αναγνώστης απορεί πώς ένας ποιητής που μας έδωσε εκείνο το συγκλονιστικό Νεκρό σπίτι έγραψε έναν τεράστιο ύμνο για τον Νίκο Ζαχαριάδη το 1946 με τίτλο Ο σύντροφός μας. Το ίδιο ισχύει ασφαλώς και για τους κατά παραγγελίαν στίχους που γράφτηκαν από τον Ρίτσο με αφορμή γιορτές, επετείους και κομματικές συγκεντρώσεις, που βρίσκονται συγκεντρωμένοι στον τόμο με τίτλο Τα επικαιρικά. Πεποίθηση, συμβιβασμός, κομματικό καθήκον, ό,τι κι αν δεχθεί κανείς, οι καταδηλώσεις του είδους λειτουργούν εμβόλιμα σε ένα έργο θεμελιακό για τη νεότερη ελληνική ποίηση. Οπως δεν είναι δίκαιο να εξετάζεται η ποίηση του Ρίτσου ερήμην της ιδεολογίας του, έτσι και η κομματική στιχοπλοκία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί για έναν ποιητή τέτοιου διαμετρήματος. Και αυτό δεν είναι απλώς μια εκ των υστέρων διαπίστωση, μολονότι δεν ισχύει μόνο για τον Ρίτσο.
Εδώ προκύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: Πόσο πολιτικός ποιητής είναι ο κατά βάθος δραματικός και κατ' ουσίαν λυρικός Ρίτσος; ­ συναφές με το πόσο πολιτική ήταν η λογοτεχνία που προσπάθησε να επιβάλει ο λεγόμενος σοσιαλιστικός ρεαλισμός και το εθνολαϊκό φολκλόρ που καλλιέργησε το καθεστώς στη Σοβιετική Ενωση και το οποίο μέσω της «διεθνιστικής αλληλεγγύης» το επέβαλε στα κομμουνιστικά κόμματα όλου του κόσμου. Ενα τέτοιο ερώτημα βεβαίως δεν θα ήταν δυνατόν να τεθεί για κάποιον ποιητή σαν τον Μπρεχτ, για τον οποίο ωστόσο η πολιτική στράτευση είναι όχι μόνο σκοπός αλλά και ουσία. Το πλαίσιο, το πολιτικό περιεχόμενο και κυρίως η καλλιτεχνική καταξίωση του έργου αποδεικνύεται και δικαιώνεται στη γλώσσα και τη γραφή του, που, καθώς εύστοχα λέει ο Τζορτζ Στάινερ, προέρχεται κατευθείαν από τη σπαρτιατική γραφή ενός άλλου τύπου επαναστάτη και ανατροπέα, του Λούθηρου. Κρίνοντας κανείς από το γεγονός ότι το σημαντικότερο μέρος του έργου του Ρίτσου, εκείνο που έχει αντέξει στον χρόνο, είναι αυτό στο οποίο οι πολιτικές αναφορές εμφανίζονται ελάχιστα καταδηλωτικές, συμπεραίνει ότι η πραγματική λογοτεχνία λειτουργεί πολύ συχνά πέραν των πεποιθήσεων και κάποτε παρά τα όσα πιστεύει ή ισχυρίζεται ο δημιουργός της.
Οσο κι αν ακούγεται αντιφατικό, χωρίς την κατάρρευση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης και το ιδεολογικό και πολιτισμικό σοκ που επακολούθησε, τα μείζονα έργα του Ρίτσου, οι μακροί και συγκλονιστικοί μονόλογοι που απαρτίζουν την Τέταρτη διάσταση, ίσως και να μην είχαν αναδειχθεί ως έργα πολύ πάνω και πέραν εκείνων στα οποία οφειλόταν η φήμη του όσο ζούσε, όπως ο Επιτάφιος, η Ρωμιοσύνη, το Καπνισμένο τσουκάλι ή τα Λιανοτράγουδα ­ και όχι μόνον επειδή έχουν μελοποιηθεί.


Το σκοτεινό αριστούργημα
Κανένα από τα παραπάνω διάσημα έργα του Ρίτσου δεν συγκρίνεται κατά τη γνώμη μου με το σκοτεινό αριστούργημα Το νεκρό σπίτι, σάρκωμα της ζωής του, σάγκα του πάθους, της κατάπτωσης και του θανάτου, στοιχειωμένη αλληγορία της παιδικής του ηλικίας, της πτώσης και του δράματος, της τρέλας και της καταστροφής που τον σημάδεψε για όλη του τη ζωή, του μαύρου κύματος που σε εισάγει κατευθείαν στο υπόγειο βασίλειο των νεκρών. Με το μείζον αυτό έργο η νεοελληνική ποίηση μπορεί να υπερηφανεύεται πως διαθέτει τη δική της νέκυια, τέτοια που δεν συναντά κανείς σε καμιάν άλλη ευρωπαϊκή γλώσσα, γεμάτη από στίχους απίστευτης ωραιότητας και πάθους, όπως:

Καλώς να ορίσει ο γυάλινος αφέντης με το γυάλινο ξίφος του
στη γυάλινη συμβία του, στα γυάλινα τέκνα του,
στους γυάλινους υπηκόους του, σέρνοντας πίσω του
κοπάδια γυάλινους νεκρούς, γυάλινα λάφυρα, γυάλινες σκλάβες,
γυάλινα τρόπαια. Ας χτυπήσουν λοιπόν οι καμπάνες
από κορφή σε κορφή της φωτιάς τα σινιάλα ας ανάψουν οι βιγλάτορες
για τη γυάλινη νίκη μας.
Ας χτυπήσουν λοιπόν οι καμπάνες ως την άκρη του ορίζοντα.
Κι εσείς, δούλες, τι στέκεστε! Ετοιμάστε
τα γυάλινα φαγιά, τα γυάλινα κρασιά, τα γυάλινα φρούτα
έρχεται ο γυάλινος αφέντης μας. Ερχεται.


Ή ακόμη:
Η αφέντισσα ξέχασε να στολίσει τα παιδιά της. Μπήκε στο λουτρό.
Το γέμισε ζεστό νερό και δεν πλύθηκε. Σε λίγο
κλειδώθηκε στην κάμαρά της και βάφτηκε μες στον καθρέφτη
κόκκινη, κόκκινη, ολοπόρφυρη, σα μάσκα, σα νεκρή, σαν άγαλμα,
σα φόνισσα ή σα σκοτωμένη κιόλας. Κι ο ήλιος βασίλευε πέρα
κίτρινος κι αναμμένος σα μοιχός εστεμμένος,
σα χρυσοποίκιλτος σφετεριστής μιας ξένης εξουσίας,
άγριος απ' τη δειλία του κι επίφοβος μέσα στο φόβο του
ενώ οι καμπάνες σήμαιναν αλλόφρονες σ' όλη τη χώρα.


Αλλά το Νεκρό σπίτι δεν είναι το μόνο μεγάλο έργο του Ρίτσου. Δίπλα του στέκεται βεβαίως η κατά πολύ γνωστότερη Σονάτα του σεληνόφωτος, όπως και ο Ορέστης, το Οταν έρχεται ο ξένος, Η επιστροφή της Ιφιγένειας. Κοντά τους και οι συλλογές με πιο σύντομα ποιήματα: μεγάλο μέρος από τις Μαρτυρίες, οι Πέτρες, οι Επαναλήψεις, το Κιγκλίδωμα. (Οι τρεις τελευταίες, που εκδόθηκαν το 1972 σε ένα βιβλίο, αποτελούν ένα είδος άτυπης τριλογίας, έναν διάλογο με τον χρόνο, την Ιστορία και τον τόπο, που ζούσε έναν ακόμη αναχρονισμό στη μεταπολεμική του ζωή, το δικτατορικό καθεστώς των συνταγματαρχών.) Ο ποιητής αντιδρά επιστρατεύοντας έναν λόγο λιτό και υπαινικτικό, καίριο και πικρό, όπως λ.χ. στο παρακάτω θαυμάσιο ποίημα με τον τίτλο Νύχτα:

Ψηλός ευκάλυπτος μ' ένα φαρδύ φεγγάρι.
Ενα άστρο τρέμει στο νερό.
Ουρανός άσπρος, ασημένιος.
Πέτρες, γδαρμένες πέτρες ως επάνω.
Ακούστηκε πλάι στα ρηχά
δεύτερο, τρίτο πήδημα ψαριού.
Εκστατική, μεγάλη ορφάνια-ελευθερία.


Ή ακόμη αυτό, από το Διάδρομος και σκάλα, γραμμένο την ίδια περίπου εποχή (1970):
Αδέξια, με χοντρή βελόνα, με χοντρή κλωστή,
ράβει τα κουμπιά στο σακάκι του. Μιλάει μονάχος:
Εφαγες το ψωμί σου; κοιμήθηκες ήσυχα;
μπόρεσες να μιλήσεις; ν' απλώσεις το χέρι σου;
θυμήθηκες να κοιτάξεις απ' το παράθυρο;
χαμογέλασες στο χτύπημα της πόρτας;
Αν είναι ο θάνατος πάντοτε ­ δεύτερος είναι.
Η ελευθερία πάντοτε είναι πρώτη.
Η εκφραστική ολοκλήρωση


Το μεγαλύτερο και το σημαντικότερο μέρος του έργου του ο Γιάννης Ρίτσος μάς το έδωσε τις δεκαετίες του '50, του '60 και του '70, που θα πρέπει να θεωρηθούν ως περίοδος της εκφραστικής του ολοκλήρωσης, στις οποίες διευρύνεται η θεματογραφία του, διαμορφώνεται το ύφος του, που θα παραμείνει λίγο πολύ σταθερό ως τα τελευταία του βιβλία, αυτό της συνομιλίας στην οποία παρεμβαίνουν ποικίλα θαύματα και προκρίνονται ­ ιδιαίτερα στα σύντομα ποιήματα ­ οι μεσαίοι τόνοι, ώστε τα περιστατικά να εμφανίζονται και να σβήνουν μέσα στις φωτοσκιάσεις. Ο «επικός» τόνος που χαρακτηρίζει λ.χ. τη Ρωμιοσύνη τώρα απουσιάζει τελείως. Ακόμη και σε ένα καθαρά πολιτικό ποίημα, όπως Το τερατώδες αριστούργημα (τίτλος φυσικά ειρωνικός), ο Ρίτσος χρησιμοποιεί το ύφος και τον τόνο της καθημερινής συνομιλίας προκειμένου να μας προσφέρει την πνευματική και την καλλιτεχνική του αυτοβιογραφία, όπως επίσης και τον τρόπο με τον οποίο εργαζόταν, τη θεματική του και κατά έναν έμμεσο τρόπο την ποιητική του.
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης λέγεται ότι τον οδήγησε σε μια κατάσταση παραίτησης και κατάθλιψης. Σήμερα, δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο ποιητής, και μάλιστα ο μείζων ποιητής, Γιάννης Ρίτσος έχοντας αφήσει πίσω του ένα έργο-ποταμό, ασύλληπτο στην έκτασή του, αναμετράται πλέον με τον χρόνο, που είναι και ο πραγματικός αντίπαλος του κάθε δημιουργού. Ας μη μας ξεγελά η σιωπή που έπεσε πάνω στο έργο και το όνομά του τα τελευταία χρόνια. Ισως και να ήταν χρήσιμη, προκειμένου να αναδειχθούν και να προβληθούν χωρίς προκαταλήψεις ή προσχήματα τα όντως κορυφαία του επιτεύγματα. Το έργο του είναι άνισο, γεμάτο επιχωματώσεις και ­ αναπόφευκτα ­ επαναλήψεις, αφού ο ίδιος φιλοδόξησε να εκφράσει το μέλλον και μέσα από αυτό το έν και το άπαν. Στο πρόσωπό του η Αριστερά ευτύχησε να αποκτήσει τον μεγάλο της βάρδο. Εκείνο ωστόσο που μετράει σήμερα είναι το γεγονός ότι με τα κορυφαία του έργα ­ που δεν είναι καθόλου λίγα ­ ο Ρίτσος παίρνει δικαιωματικά θέση ανάμεσα στους μεγάλους νεοέλληνες ποιητές.
Σ.τ.Ε. Ο κ. Αναστάσης Βιστωνίτης είναι συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί το βιβλίο του «Η κοίτη του χρόνου ­ Τόποι, Πόλεις, Ανθρωποι».

 





Ο εικαστικός Γιάννης Ρίτσος
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΑΡΗΣ ΔΟΥΚΑΣ




«Έκανα μια, θα λέγαμε, ζωγραφική γλυπτική. Ξαφνικά μου έρχονταν μορφές ελληνικές οι οποίες σχετίζονταν με την αρχαία Ελλάδα, με τις αρχαιοελληνικές μορφές. Κάποτε ακολουθούσα τη γραφή της Κνωσού, κάποτε την κλασική... Μόνο ανθρώπινες μορφές κι ανθρώπινα σώματα, ποτέ τοπία. Σώματα ως επί το πλείστον γυμνά, ανθρώπινες μορφές και το πολύ πολύ άλογα» έγραφε ο Γιάννης Ρίτσος.
Ο Γιάννης Ρίτσος, χρησιμοποιώντας ποικίλες τεχνικές (υδατογραφία, μονοτυπία, σχέδιο με μολύβι ή μελάνι, χαλκογραφία) και ευτελή υλικά (χαρτί, πέτρα, ρίζες, κόκαλα, κοχύλια, πηλό) μετέτρεψε συναισθήματα και μνήμες σε πρωτότυπες εικαστικές δημιουργίες. Όπως έλεγε ο ίδιος «Τη ζωγραφική την αντιμετωπίζω σαν έναν άλλο τρόπο άσκησης της ποίησης. Βέβαια, το υλικό των δύο τεχνών είναι διαφορετικό, όμως η έκφρασή τους ξεκινάει από το ίδιο κέντρο... Το συγκλονιστικό στοιχείο της ζωγραφικής είναι η δυνατότητά της να αποτυπώνει και να στερεοποιεί εικόνες που από τη φύση τους είναι ρευστές, για να τις ρευστοποιεί κατόπιν με το δικό της τρόπο. Όπως στην ποίηση η μια λέξη βοηθάει την άλλη και η μείξη τους οδηγεί σε μια ανακάλυψη, έτσι και η ζωγραφική λειτουργεί απρόβλεπτα ξεπερνώντας πολλές φορές κάθε προσχέδιο».
Ο Γιάννης Ρίτσος άφησε πίσω του αξιόλογα δείγματα ζωγραφικής τέχνης που αποκαλύπτουν τη μοναδικότητα, την ευαισθησία, το ρομαντισμό και τα πάθη του. Η ζωγραφική πάνω σε πέτρες τον ενδιέφερε για τους διαφορετικούς χρωματικούς σχεδιασμούς και τα φυσικά τους σχέδια. «Πέτρες μονόχρωμες ή πολύχρωμες, ζωγραφικές ή γλυπτικές - άπειρη προθυμία για συνομιλία, άπειρες δυνατότητες, καθεμιά απ' αυτές και καθένας με τη φωνή του κι όλοι κι όλα συναντημένα στην ίδια ανάγκη να ειπωθούν και κατά κάποιο τρόπο να μείνουν». Όμως, τα πιο δυνατά βιώματα αποτυπώθηκαν στις ρίζες που ξέβραζε η θάλασσα: άγριες και ροζιασμένες, τις οποίες μετέτρεψε σε μαρτυρικές φυσιογνωμίες, γέρικα πρόσωπα και ανθρωπόμορφα τέρατα. «Η ρίζα έχει κάτι απ' τα απώτερα μυστικά της ανθρώπινης ύπαρξης, κάτι απ' τις "ρίζες της ζωής" - κάτι πρωτόγονο ή μάλλον αρχέγονο, καταγωγικό - μια συστολή, μια αγωνία, μιαν αισθησιακή αδηφαγία - το ακαταμάχητο, το τυφλό και πολυόμματο ένστικτο της αυτοσυντήρησης και της διαιώνισης, αμεταμφίεστο, απροσποίητο, ολόγυμνο, κτηνώδες, αισχρό, θεϊκό».

 





Χειρόγραφο




Mε τη γυναίκα και την κόρη τους, έξω από το σπίτι τους στο Καρλόβασι (1976)



 




Αφιέρωμα Χρονολόγιο Εργογραφία Βιογραφικό Video

Xρονολόγιο




-1η Μαϊου 1909: Γεννιέται στη Μονεμβάσια το τέταρτο και τελευταίο παιδί του εμπόρου Ελευθέριου Ρίτσου και της Ελευθερίας Βουζουναρά. Τα προηγούμενα παιδιά τους: Νίνα, Μίμης, Λούλα.

-1914: Εγγράφεται στο δημοτικό σχολείο Μονεμβάσιας, το 1919 στο σχολαρχείο της και το 1921 στο γυμνάσιο Γυθείου. Πεθαίνουν, από φυματίωση, ο αδελφός του και η μητέρα του.

-1924: Με το ψευδώνυμο «Ιδανικό Όραμα» δημοσιεύει ποιήματα στη «Διάπλαση των Παίδων», που διευθύνει ο Ξενόπουλος.

-1925: Με την «ακριβή» αδελφή του Λούλα εγκαθίσταται στην Αθήνα. Οικονομική καταστροφή της οικογένειας. Δουλεύει σαν δακτυλογράφος και μετά σαν αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα.

-1926: Προσβάλλεται από φυματίωση. Πάει στη Μονεμβάσια, μένει σε πανδοχείο και γράφει ποιήματα που ανήκουν στις συλλογές «Δάκρυα και χαμόγελα» και «Στο παλιό μας σπίτι» (που δεν εκδόθηκαν). Επιστρέφει στην Αθήνα. Εγγράφεται στη Νομική, αλλά δε φοιτά, λόγω οικονομικών δυσκολιών. Εργάζεται ταυτόχρονα σαν βοηθός βιβλιοθηκάριου και γραφέας του Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας.

-1927: Νοσηλεύεται στο σανατόριο Παπαδημητρίου και μετά, για τρία χρόνια, στη «Σωτηρία», όπου γνωρίζεται με φυματικούς μαρξιστές και διανοούμενους. Δημοσιεύει ποιήματα στο «Φιλολογικό Παράρτημα» της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας».

-1930: Μεταφέρεται στο φθισιατρείο Καψαλώνας. Επιστρέφει στην Αθήνα. Συνδέεται με τους «Πρωτοπόρους» της ΟΚΝΕ και με την Εργατική Λέσχη και αναλαμβάνει το καλλιτεχνικό τμήμα της. Σκηνοθετεί, παίζει, απαγγέλλει. Η Λούλα τον βοηθά, για λίγο, οικονομικά.

-1933: Για βιοπορισμό παίζει στο «Θέατρο Κυψέλης» και μετά με τους θιάσους Ριτσιάδη και Μακέδου.

-1934: Εκδίδει την ποιητική συλλογή «Τρακτέρ». Συνεργάζεται με το «Ριζοσπάστη», υπογράφοντας με αντεστραμμένο το όνομά του - Ι. Σοστίρ - και γίνεται μέλος του ΚΚΕ. Δουλεύει ως διορθωτής και επιμελητής των εκδόσεων «Γκοβόστη».

Ο «Επιτάφιος» του κόσμου
-1936: 9 Μαΐου γίνεται στη Θεσσαλονίκη η μεγάλη, ματωμένη καπνεργατική απεργία.
10 Μαΐου, οι εφημερίδες δημοσιεύουν τη φωτογραφία της μάνας που θρηνεί το σκοτωμένο γιο της. Ο Ρίτσος σε τρεις μέρες γράφει τα πρώτα 14 άσματα του «Επιταφίου».
12 Μαΐου ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει τρία, με τίτλο «Μοιρολόι». Εκδίδεται ο «Επιτάφιος» (10.000 αντίτυπα). Η 4η Αυγούστου κατάσχει τα εναπομείναντα 250 αντίτυπα και τα καίει στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.

-1937: Εκδίδεται «Το τραγούδι της αδελφής μου» και ο Παλαμάς γράφει: «Παραμερίζουμε, ποιητή, για να περάσεις».

-1938: Κυκλοφορεί η «Εαρινή Συμφωνία». Προσλαμβάνεται στη «Λυρική Σκηνή» ως χορευτής.

-1942: Προσφέρει τις υπηρεσίες του στο «Μορφωτικό Τμήμα» του ΕΑΜ και όπου αλλού χρειαστεί, ακόμα και κατάκοιτος από την αρρώστια.

-1943: Εκδίδεται η «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» με τίτλο «Μακρινή εποχή εφηβείας» και η «Δοκιμασία», τη σύνθεση της οποίας με τίτλο «Παραμονές ήλιου» απαγορεύει η γερμανική λογοκρισία.

-1944: Γράφει θεατρικά έργα και το πεζό «Στους πρόποδες της σιωπής», το οποίο καίγεται-μαζί με όλο το αρχείο του- στα Δεκεμβριανά, στη διάρκεια των οποίων βρίσκεται συχνά για λογαριασμό του ΕΑΜ στην ελεύθερη Καισαριανή.

-1945: Με την υποχώρηση πάει στη Λαμία. Στα Τρίκαλα και στο Βόλο συναντά τον Άρη. Στέλνεται στην Κοζάνη, στο «Λαϊκό Θέατρο Μακεδονίας» του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Στο δρόμο γράφει την «Αθήνα στ' άρματα», που παίζεται με επιτυχία και αποτελεί τη βάση του τρίπρακτου «Πέρα απ' τον ίσκιο των κυπαρισσιών». Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας επιστρέφει στην Αθήνα. Συνεργάζεται με τα «Ελεύθερα Γράμματα». Συνεργάζεται με το καλλιτεχνικό τμήμα της ΕΠΟΝ και παρακολουθεί την ομάδα των νέων λογοτεχνών.

-1948: Εξορίζεται στο Κοντοπούλι Λήμνου.

Στη Μακρόνησο

-1949: Μεταφέρεται στο Μακρονήσι. Γράφει, αν και απαγορεύεται. Συνεξόριστοί του (κυρίως ο Μάνος Κατράκης) κρύβουν τα ποιήματά του μέσα σε μπουκάλια και τα θάβουν.

Συσσίτιο στη Μακρόνησο. Ο Γ. Ρίτσος δεύτερος, αριστερά και πλάι του ο Μάνος Κατράκης

-1950: Αύγουστο συλλαμβάνεται εκ νέου και ξαναστέλνεται στο Μακρονήσι και μετά στον Αϊ-Στράτη. Γράφει και «φυγαδεύει» στο εξωτερικό το περίφημο «Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί».

-1952: Μετά τις διεθνείς διαμαρτυρίες κορυφαίων διανοουμένων, απολύεται, χωρίς να υπογράψει δήλωση. Εκλέγεται στη Διοικούσα Επιτροπή της ΕΔΑ και συνεργάζεται με την «Αυγή». Κυκλοφορεί «Ο άνθρωπος με το γαρίφαλο».

Στον Αϊ Στράτη με την μαντολινάτα που συμμετείχε (ο Γ. Ρ. με την καπαρντίνα)


-1954: Παντρεύεται τη γιατρό Φαλίτσα Γεωργιάδου από το Καρλόβασι της Σάμου.

-1956: «Η σονάτα του σεληνόφωτος» (κρατικό βραβείο, κυκλοφορεί και στα γαλλικά). Ταξιδεύει στην ΕΣΣΔ και γράφει τις εντυπώσεις του στην «Αυγή».

-1957: Κυκλοφορούν: «Χρονικό», «Αποχαιρετισμός», «Μακρονησιώτικα» (επανεκδίδονται ως «Πέτρινος Χρόνος»), «Οι γειτονιές του κόσμου» κ.ά. Διώκεται, μαζί με τους Αυγέρη, Βρεττάκο - συνεργάτες επίσης της «Επιθεώρησης Τέχνης» - για το αφιέρωμά της στην Οχτωβριανή Επανάσταση. Διαμαρτυρίες στη Γαλλία για τη δίωξη.

-1960: Κυκλοφορούν «Το παράθυρο», η «Γέφυρα» και σε δίσκο, με μουσική Θεοδωράκη, ο «Επιτάφιος».

-1963: Εκδίδονται: «12 ποιήματα για τον Καβάφη», «Μαρτυρίες», «Ποιήματα» του Ατίλα Γιόζεφ (μετάφραση Ρίτσου-Βρεττάκου). Η λογοκρισία απαγορεύει τα «Ποιήματά» του.

-1964: Εκδίδονται τα «Ποιήματα» του Μαγιακόφσκι, ο τρίτος τόμος των Ποιητικών «Απάντων» του κ.ά.

-1965: Εκδίδονται: «Φιλοκτήτης» κι η υπέροχη μετάφραση του «Εγώ, η μητέρα μου κι ο κόσμος» της Ντόρα Γκαμπέ.

-1966: «Ρωμιοσύνη», η μετάφραση του «Δρόμου» του ΄Ερεμπουργκ, «Μαρτυρίες» (δεύτερη σειρά), «Ορέστης», «Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών» κ.ά.

-1967, 21 Απριλίου: συλλαμβάνεται. Μετά την Ασφάλεια και τον Ιππόδρομο, εξορίζεται στη Γυάρο και μετά στο Παρθένι Λέρου.

-1968: Φρουρούμενος εισάγεται στο αντικαρκινικό «Άγιος Σάββας». Επιστρέφει στο στρατόπεδο και μετά σε κατ' οίκον περιορισμό στη Σάμο. Στέλνει κρυφά στη Γαλλία το «Πέτρες Επαναλήψεις Κιγκλίδωμα» (μεταφράζεται και εκδίδεται) και αργότερα τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» (το μελοποιεί ο Θεοδωράκης και το παρουσιάζει ανά την Ευρώπη). Διεθνής απαίτηση η απελευθέρωσή του.

-1970: Αίρεται ο κατ' οίκον περιορισμός. Γυρνά στην Αθήνα. Προσκαλείται σε Διεθνές Συνέδριο Ποίησης στο Λονδίνο. Η χούντα για να του δώσει διαβατήριο, τού ζητά να μην την επικρίνει στο εξής. Ο Ρίτσος αρνείται. Η χούντα τον τιμωρεί για την άρνησή του, με σύλληψη και κατ' οίκον περιορισμό στη Σάμο και πάλι. Νέες διεθνείς διαμαρτυρίες. Επιτρέπεται η μετακίνησή του στην Ελλάδα. Ανακηρύσσεται μέλος της Ακαδημίας του Μάιντς της Ομοσπονδιακής Γερμανίας. Πολλά έργα του μεταφράζονται και εκδίδονται στο εξωτερικό.

-1973: Κυκλοφορούν: «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», «Διάδρομος και σκάλα», «Γκραγκάντα», «Σεπτήρια και δαφνηφόρια» κ.ά.

Γ. Ρίτσος, Λουί Αραγκόν, Αντώνης Αμπατιέλος, Χαρίλαος Φλωράκης, κατά την επίσκεψη του Αραγκόν στην Αθήνα


 




Αφιέρωμα Χρονολόγιο Εργογραφία Βιογραφικό Video

Εργογραφία




Ποιήματα
- «Τρακτέρ », (1934)
- «Πυραμίδες», (1935)
- «Επιτάφιος», (1936)
- «Το τραγούδι της αδελφής μου», (1937)
- «Εαρινή συμφωνία», (1938)
- «Το εμβατήριο του ωκεανού», (1940)
- «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής», (1943)
- «Δοκιμασία», (1943)
- «Ο σύντροφός μας», (1945)
- «Γειτονιές του κόσμου», (1949)
- «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», (1952)
- «Αγρύπνια», (1954)
- «Πρωινό άστρο», (1955)
- «Η σονάτα του σεληνόφωτος», (1956)
- «Χρονικό», (1957)
- «Πέτρινος χρόνος», (1957)
- «Αποχαιρετισμός», (1957)
- «Υδρία », (1957)
- «Χειμερινή διαύγεια», (1957)
- «Οι γειτονιές του κόσμου», (1957)
- «Η αρχιτεκτονική των δέντρων», (1958)
- «Όταν έρχεται ο ξένος», (1958)
- «Ανυπόταχτη πολιτεία», (1958)
- «Οι γερόντισσες κ' η θάλασσα», (1959)
- «Το παράθυρο», (1960)
- «Η γέφυρα», (1960)
- «Ο Μαύρος Άγιος, (1961)
- «Το νεκρό σπίτι», (1962)
- «Κάτω απ' τον ίσκιο του βουνού», (1962)
- «Το δέντρο της φυλακής και οι γυναίκες», (1963)
- «12 ποιήματα για τον Καβάφη», (1963)
- «Μαρτυρίες Α», (1963)
- «Παιχνίδια τ' ουρανού και του νερού», (1964)
- «Φιλοκτήτης», (1965)
- «Ρωμιοσύνη», (1966)
- «Ορέστης», (1966)
- «Μαρτυρίες Β», (1966)
- «Όστραβα», (1967)
- «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα», (1972)
- «Η Ελένη», (1972)
- «Χειρονομίες», (1972)
- «Τέταρτη διάσταση», (1972)
- «Η επιστροφή της Ιφιγένειας», (1972)
- «Ισμήνη», (1972)
- «Χρυσόθεμις», (1972)
- «18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας», (1973)
- «Γκραγκάντα», 1973)
- «Διάδρομος και σκάλα», (1973)
- «Σεπτήρια και Δαφνηφόρια», (1973)
- «Καπνισμένο τσουκάλι», (1974)
- «Ο αφανισμός της Μήλος», (1974)
- «Ύμνος και θρήνος για την Κύπρο», (1974)
- «Κωδωνοστάσιο», (1974)
- «Χάρτινα », (1974)
- «Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη», (1974)
- «Η Κυρά των Αμπελιών», (1975)
- «Η τελευταία προ Ανθρώπου Εκατονταετία», (1975)
- «Τα επικαιρικά», (1975)
- «Ημερολόγιο εξορίας», (1975)
- «Μαντατοφόρες», (1975)
- «Θυρωρείο», (1976)
- «Το μακρινό», (1977)
- «Το ρόπτρο»
- «Γραφή Τυφλού»
- «Τα ερωτικά»
- «Ανταποκρίσεις», (1987)

Συλλογές
- «Ποιήματα - Α τόμος», (1961)
- «Ποιήματα - Β τόμος», (1961)
- «12 ποιήματα για τον Καβάφη», (1963)
- «Μαρτυρίες - Σειρά 1η», (1963)
- «Ποιήματα - Γ τόμος», (1964)
- «Μαρτυρίες - Σειρά 2η», (1966)
- «18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας», (1973)
- «Ποιήματα - Δ τόμος»,  (1975)

Θεατρικά
- «Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα », (1942)
- «Πέρα απ' τον ίσκιο των κυπαρισσιών», (1947)
- «Τα ραβδιά των τυφλών», 1959)
- «Ο λόφος με το συντριβάνι»

Μεταφράσεις
- «Α.Μπλόκ: Οι δώδεκα», (1957)
- «Ανθολογία Ρουμανικής ποίησης», (1961)
- «Αττίλα Γιόζεφ: Ποιήματα», (1963)
- «Μαγιακόφσκι: Ποιήματα», (1964)
- «Ντόρας Γκαμπέ: Εγώ, η μητέρα μου και ο κόσμος», (1965)
- «Ιλία 'Ερεμπουργκ: Το δέντρο», (1966)
- «Ναζίμ Χικμέτ: Ποιήματα», (1966)
- «Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών», (1966)
- «Νικόλας Γκιλλιέν: Ο μεγάλος ζωολογικός κήπος», (1966)
- «Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών», (1966)
- «Α.Τολστόη : Η γκρινιάρα κατσίκα», (1976)
- «Φ.Φαριάντ: Όνειρα με χαρταετούς και περιστέρια, (1988)
- «Χο Τσι Μινχ: Ημερολόγιο της φυλακής»

Ταξιδιωτικά
- «Εντυπώσεις από τη Σοβιετική Ένωση», (1956)
«Ιταλικό τρίπτυχο», (1982)
Πηγή:wikipedia

Βραβείο Ειρήνης Λένιν

Βραβεία
-Πρώτο Κρατικό Βραβείο ποίησης "Η Σονάτα του σεληνόφωτος" (1956)
-Μέγα διεθνές βραβείο ποίησης (Βέλγιο, 1972)
-Διεθνές βραβείο "Γκεόργκι Δημητρώφ" (Βουλγαρία, 1975)
-Mέγα βραβείο ποίησης "Αλφρέ ντε Βινύ" (Γαλλία, 1975)
-Διεθνές βραβείο "Αίτνα-Ταορμίνα" (Ιταλία, 1976)
-"Βραβείο Ειρήνης του Λένιν" (ΕΣΣΔ, 1977)
-Διεθνές βραβείο "Μποντέλο" (1978)

Με την Φαλίτσα και την Έρη τους


 





Αφιέρωμα Χρονολόγιο Εργογραφία Βιογραφικό Video

Βιογραφικό

Γιάννης Ρίτσος
(1909-1990)

Γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την Πρωτομαγιά του 1909. Η οικογένειά του, μεγαλοκτηματίες της περιοχής, καταστράφηκε οικονομικά λίγα χρόνια αργότερα και, το χειρότερο, βυθίστηκε στο πένθος. Το 1921 πεθαίνει φυματικός ο μεγάλος γιος, δόκιμος αξιωματικός του ναυτικού, καθώς και η μητέρα, το λατρεμένο πρόσωπο του ποιητή, από την ίδια αρρώστια. Το «νεκρό σπίτι» έμελλε να σφραγίσει τη ζωή και το έργο του. Τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύονται στη Διάπλαση των παίδων το 1924, με το ψευδώνυμο «Ιδανικό όραμα». Το 1925 εγκαθίσταται στην Αθήνα, όπου εργάζεται για λίγο ως δακτυλογράφος και αντιγραφέας συμβολαίων. Το επόμενο έτος προσβάλλεται κι αυτός από φυματίωση. Η ζωή του για πολλά χρόνια θα μοιράζεται ανάμεσα σε φθισιατρεία και σε διάφορες δουλειές με εξευτελιστικούς όρους (ηθοποιός, χορευτής, διορθωτής και επιμελητής κειμένων). Στο σανατόριο «Σωτηρία» όπου νοσηλεύεται (1927-30) μυείται στον μαρξισμό από μέλη του ΚΚΕ. Το «ιδανικό όραμα» ανακαλύπτει το κοινωνικό όραμα.
1934-36: Χρησιμοποιώντας τον παραδοσιακό στίχο, στις συλλογές Τρακτέρ (1934), Πυραμίδες (1935), εκφράζει τους νέους προσανατολισμούς του, επιχειρώντας μια ρήξη που αποδεικνύεται, όμως, αρκετά επώδυνη.
Τον Μάιο του 1936 η αιματηρή καταστολή της διαδήλωσης των απεργών καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη τού εμπνέει τον Επιτάφιο, αυτό το μοιρολόι της μάνας μπροστά στο σώμα του σκοτωμένου γιου της, που μετατρέπεται σε κοινωνική διαμαρτυρία. Αντίτυπα του Επιτάφιου ρίχτηκαν στην πυρά από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, μαζί με άλλα βιβλία, σε ειδική «τελετή» στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.
1937-43: Είναι η περίοδος της λυρικής έκρηξης. Το 1937, συγκλονισμένος από την ψυχική ασθένεια της αδελφής του Λούλας, που οδηγείται στο Δαφνί, γράφει Το τραγούδι της αδελφής μου (στο ίδιο ίδρυμα βρίσκεται ο πατέρας του από το 1932). Είναι το ποίημα που θα του εξασφαλίσει το «χρίσμα» από τον ηλικιωμένο Παλαμά: «Παραμερίζουμε, Ποιητή, για να περάσεις».
Η Εαρινή συμφωνία (1938) έρχεται να επουλώσει πληγές: ψυχική ανάταση μπροστά στο θαύμα του πρωτοφανέρωτου έρωτα. Στο Εμβατήριο του ωκεανού (1940) το όνειρο του μεγάλου ταξιδιού τρέφεται με μνήμες του μονεμβασιώτικου βράχου.
Την έντονη μουσικότητα διαδέχεται ένας υπόγειος ρυθμός στην Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής (1943), και στη Δοκιμασία (1943), όπου θα κάνουν την εμφάνισή τους σταδιακά συμβολικές αναφορές στη ζοφερή κατοχική πραγματικότητα.
1944-53: Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής ο ποιητής είναι καθηλωμένος στο κρεβάτι από σοβαρή υποτροπή της αρρώστιας. Συμμετέχει στο καλλιτεχνικό τμήμα του ΕΑΜ. Πολλά από τα γραπτά του, μεταξύ των οποίων και ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, καταστράφηκαν στα Δεκεμβριανά. Στον Εμφύλιο, εξορίζεται στη Λήμνο (1948), στη Μακρόνησο (1949), στον Αϊ-Στράτη (1950). Απελευθερώνεται το 1952.
Από την Τελευταία π. Α. εκατονταετία (1942), που γράφεται παράλληλα με τη Δοκιμασία, αρχίζει μια καινούργια περίοδος, η οποία καλύπτει όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια. Πρόκειται σχεδόν αποκλειστικά για ποιήματα του αγώνα και της εξορίας, τα οποία, αν και διαφέρουν μορφολογικά μεταξύ τους, τα συνδέουν η θεματική συνάφεια και η νωπή ιστορική εμπειρία.
Η κοινότητα του πόνου θα εκφραστεί με τη μορφή του χορικού (Τρία χορικά, 1944-47). Την εποποιία της Αντίστασης ζωντανεύουν τα δίδυμα έργα Ρωμιοσύνη και Η Κυρά των Αμπελιών (1945-47). Στον Πέτρινο χρόνο (1949), ο λόγος απογυμνώνεται, γίνεται κραυγή που ανεβαίνει από την κόλαση της Μακρονήσου. Συμπύκνωση, εξομολογητικότητα στα απέριττα Ημερολόγια εξορίας. Παράλληλα, ένα ποίημα ποταμός (5.500 στίχοι), Οι γειτονιές του κόσμου (1949-51), «χρονικό» της δεκαετίας 1940-50. Με πολλά ενδιάμεσα στάδια, ο κύκλος κλείνει με την Ανυπόταχτη πολιτεία (1952-53): συνειδητοποίηση του βάθους της ήττας της αριστεράς με την επιστροφή στη μουδιασμένη και «εκσυγχρονιζόμενη» Αθήνα. Προσπάθεια επανένταξης και εσωτερικός αγώνας για την ανάκτηση των χαμένων ελπίδων.
1954-67: Το 1954 ο Ρίτσος παντρεύεται τη γιατρό Γαρυφαλιά (Φαλίτσα) Γεωργιάδη. Τα χρόνια που ακολουθούν είναι ανάπαυλα ειρήνης και γαλήνης στο σπιτικό περιβάλλον. Τη γέννηση της κόρης του Έρης ακολουθεί το ευφρόσυνο Πρωινό άστρο (1955). Η εποχή αυτή θα φέρει καινούργια καρποφορία. Εσωτερικές διεργασίες και αντικειμενικές συνθήκες αποδεσμεύουν πολύτιμη ύλη που θα οδηγήσει το έργο του στην αιχμή της σύγχρονης ποίησης. Είναι η περίοδος των υψηλών συλλήψεων και των ευρηματικών μορφικών τρόπων της Τέταρτης διάστασης, που εγκαινιάζεται με την κλασική στην οικονομία της και την υποβλητική της γοητεία Σονάτα του σεληνόφωτος (1956, Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης).
Στα πολύστιχα αυτά ποιήματα -δραματικοί μονόλογοι τα περισσότερα- ο Ρίτσος με προσωπεία, σύγχρονα ή μυθολογικά, θα επιχειρήσει καταβυθίσεις στο σκοτεινό πηγάδι της ψυχής και του υποσυνείδητου, θα μιλήσει για τη μοναξιά, την ερωτική στέρηση, το γήρασμα του σώματος και των πραγμάτων (Σονάτα..., Το νεκρό σπίτι, 1959· Κάτω απ' τον ίσκιο του βουνού, 1960), θα αναδείξει την αξία της απλής ζωής όπου συντελείται το θαύμα, αποενοχοποιώντας τον αντιήρωα (Ισμήνη, 1972), θα ανατάμει τις συνειδησιακές συγκρούσεις του ατόμου-φορέα της κοινωνικής πράξης (Ορέστης, 1966, Φιλοκτήτης, 1965). Θα επιχειρήσει μια δυναμική ανακατάκτηση του χρόνου μέσα από την ατομική και ιστορική μνήμη (Όταν έρχεται ο ξένος, 1958).
Παράλληλα με τις συνθέσεις της Τέταρτης Διάστασης, καλλιεργεί συστηματικά το ολιγόστιχο ποίημα, που δείχνει να συμπυκνώνει τους πληθωρικούς μονολόγους. Λιτό, συχνά αινιγματικό, καταγράφει χαμηλόφωνα τις ελάχιστες χειρονομίες, τους ψυχικούς κραδασμούς, καθηλώνει το φευγαλέο καθαγιάζοντας την καθημερινότητα. Ο ποιητής διαλέγεται με τον κόσμο των πραγμάτων (έπιπλα, σκεύη, εργαλεία της δουλειάς), αυτών των «απλών, απτών, αδιανόητων και κατευναστικών αντικειμένων, αυτών των μικρών συσσωρευτών της χρήσιμης ανθρώπινης ενέργειας», καθώς λέει ο ίδιος σχολιάζοντας τις Μαρτυρίες (1963, 1966).
1967-72: Αμέσως μετά το πραξικόπημα του 1967, ο Ρίτσος οδηγείται πάλι στην εξορία (Γυάρος, Λέρος) και, στη συνέχεια, τίθεται σε κατ' οίκον περιορισμό στη Σάμο έως το τέλος του 1970. Παράλληλα, αντιμετωπίζει το φάσμα του θανάτου (νοσηλεύεται στον «Άγιο Σάββα» φρουρούμενος). Από την άλλη, η διάσπαση του ΚΚΕ και η επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία κάθε άλλο παρά θα τονώσουν το ηθικό του. Και όμως, η ζοφερή επταετία θα είναι η πιο παραγωγική του περίοδος. Το πλήθος των βραβείων και των τιμητικών διακρίσεων στο εξωτερικό, όπως και οι μεταφράσεις ποιημάτων του σε διάφορες γλώσσες μαρτυρούν την ολοένα και μεγαλύτερη διεθνή απήχηση του έργου του.


Η τριπλή συλλογή Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα (1968) εκδόθηκε δίγλωσση στη Γαλλία: καταγγελία του καθεστώτος, έκφραση πικρίας, αλλά και αίσθημα «απορφανισμού», απόρροια της κρίσης στις σοσιαλιστικές χώρες. Χωρίς να λείπει η αντιστασιακή δόνηση, όπως στο χορικό Ο αφανισμός της Μήλος (1971), ή στα Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1973), το κύριο σώμα των ποιημάτων αυτών διαποτίζεται από αίσθηση ματαιότητας και θανάτου. Σε συλλογές όπως Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη (1974), Διάδρομος και Σκάλα (1973), Γραφή τυφλού (1979) εισβάλλει ο κόσμος του «ημερινού και νυχτερινού εφιάλτη». Ένας κόσμος σακατεμένος, παραμορφωμένος, παρανοϊκός.
Αλλά και σε μονολόγους της Τέταρτης Διάστασης (1972), όπως ο Αγαμέμνων, η Χρυσόθεμις, Η Ελένη, Η επιστροφή της Ιφιγένειας, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στο υπαρξιακό πεδίο. Είναι η ώρα των απολογισμών: ο Τρωικός Πόλεμος, η θυσία της Ιφιγένειας, η καθαρτήρια μητροκτονία θέτουν τώρα το τραγικό αναπάντητο ερώτημα: Προς τι;
Και όμως, κατά την περίοδο της δικτατορίας θα ακουστούν συνθέσεις εξόδου που προοιωνίζονται μια καρποφόρα δημιουργία, ενδεικτική της εγρήγορσης, της θεληματικότητας και του πάθους του ακατάβλητου ποιητή.
1972-83: Η Γκραγκάντα (1973) και το Κωδωνοστάσιο (1974) ευαγγελίζονται τον αντιδικτατορικό ξεσηκωμό (Πολυτεχνείο), αλλά και εγκαινιάζουν νέους εκφραστικούς τρόπους. Μετα-υπερρεαλιστική, εξπρεσιονιστική γραφή, αμάλγαμα λόγιας και λαϊκής γλώσσας. Ένας κόσμος ρευστός, όπου άνθρωποι, ζώα, πράγματα συνδιαλέγονται απειθάρχητα: «...Και τα λόγια διασταυρούμενα, ανταποκρίσεις, απομακρύνσεις, παρεξηγήσεις, τυχαίες συνέχειες -το πιότερο μονόλογοι- λόγια ασυνάρτητα, ασήμαντα, ερευνητικά, αναπάντητα, απαραίτητα...», σχολιάζει ο ίδιος. Ένα αλλόκοτο σύμπαν μυρμηγκιάζει στην αστείρευτη φαντασία του ποιητή. Ίσως αυτό να σημαίνει ο τίτλος Γίγνεσθαι (συγκεντρωτικός τόμος που εκδόθηκε το 1988), σε σχέση μ' ένα προηγούμενο «είναι». Τα Επινίκια, επίσης συγκεντρωτικός τόμος που περικλείει ποιητικές συνθέσεις από το 1977 έως το 1983, ανακαλούν επικές μνήμες που προβάλλονται στο μέλλον. Ενορατικές συλλήψεις του υπερώριμου Ρίτσου, ο οποίος επενδύει, με όλη την ποιητική σκευή του και τον παράφορο λυρισμό του, άλλη μια φορά στο ιστορικό στοίχημα.
Προέκταση της ποίησής του η πεζή εννεαλογία Εικονοστάσιο ανώνυμων αγίων (1983-86), σύντηξη ατομικών και κοινωνικών βιωμάτων, αλλά και ερωτικών φαντασιώσεων.
Ο Γιάννης Ρίτσος πέθανε στις 11 Νοεμβρίου 1990, αφήνοντας  πενήντα (!) ανέκδοτες συλλογές ποιημάτων.

 




Αφιέρωμα Χρονολόγιο Εργογραφία Βιογραφικό Video

Video



ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - ΑΦΙΕΡΩΜΑ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ (1)


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ (2)


ΡΙΩΜΙΟΣΥΝΗ - ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ (1)


ΡΙΩΜΙΟΣΥΝΗ - ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ (2)


ΡΙΩΜΙΟΣΥΝΗ - ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ (3)


ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ - ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ  "Last 100 Years Before Man"

 

 

 

 











 
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα