Oι άνθρωποι που ήθελαν
να αλλάξουν τον κόσμο
Μάνος Χατζιδάκις
Μελίνα Μερκούρη
Μάνος Λοϊζος
Μίκης Θεοδωράκης
Νίκος Καββαδίας
Γιάννης Ρίτσος
Γιώργος Σεφέρης
Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τσε Γκεβάρα
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Νίκος Μπελογιάννης
Άγγελος Σικελιανός
Άρης Βελουχιώτης
Πάμπλο Νερούδα
Ανδρέας Εμπειρίκος
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Παύλος Σιδηρόπουλος
Χάρολντ Πίντερ

Μανώλης Αναγνωστάκης

Βλαντίμιρ Λένιν
Μαρία Δημητριάδη

Οδυσσέας Ελύτης

Κώστας Βάρναλης
Κάρολος Κουν
Κώστας Καρυωτάκης
Βασίλης Τσιτσάνης
Νίκος Παπάζογλου
Τζον Λένον
Πάτι Σμιθ
Γεώργιος Καραϊσκάκης
Νίκος Καζαντζάκης
Νίκος Ξυλούρης
Μάνος Ξυδούς
Στρατής Τσίρκας
Φερνάντο Πεσσόα
Νικόλας Άσιμος
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Κατερίνα Γώγου


Ειδικά αφιερώματα
Λίνα Νικολακοπούλου
Σταμάτης Κραουνάκης
Κική Δημουλά
Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Διονύσης Τσακνής
Νίκος Εγγονόπουλος
Δημήτρης Χορν
Κωνσταντίνος Καβάφης
Θόδωρος Αγγελόπουλος
Θάνος Μικρούτσικος
Αλέξης Μινωτής
Μίμης Πλέσσας
Χάρις Αλεξίου
Δήμητρα Γαλάνη
Θανάσης Βέγγος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Σταύρος Ξαρχάκος
Νίκος Γκάτσος
Μάρκος Βαμβακάρης
Γιάννης Τσαρούχης
Κατίνα Παξινού
Μιχάλης Καραγάτσης
Διονύσης Σαββόπουλος
Ελένη Καραϊνδρου
Άντριου Λόιντ Γουέμπερ
Πέδρο Αλμοδόβαρ
Άγαμοι Θύται
Σπείρα Σπείρα
Αγκάθα Κρίστι
Σαλβαντόρ Νταλί
Τζον Μάλκοβιτς
Αντζελίνα Τζολί
Νίνο Ρότα

Aφιέρωμα: Μετάδοση
200 θεατρικών παραστάσεων
από το Ελληνικό και Ξένο Δραματολόγιο




 

 

 

 
Αφιερώματα  

Οι άνθρωποι που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο!

Παύλος Σιδηρόπουλος
Πρώτη παρουσίαση Απρίλιος 2009
(Τελευταία ενημέρωση 24/06/14)

Επιμέλεια: Μπάμπης Ξαρχάκος
Κείμενα: Νατάσα Ξαρχάκου, Γιώργος Ανδρέου, Οδυσσέας Ιωάννου, Κώστας Λειβαδάς, Διογένης Δασκάλου, Μπάμπης Ξαρχάκος, Νίκος Βιδάλης, Γιώργος Νικολαϊδης.
Φωτογραφίες: Βάσια Αναγνωστοπούλου, Μανώλης Νταλούκας, Αρχείο «Απροσάρμοστοι», Αρχείο Ως3.
Ηχητικά ντοκουμέντα: Ο Παύλος Σιδηρόπουλος μιλάει: (Υπάρχει ένα παρελθόν... - Εν λευκώ).
Τηλεοπτικά ντοκουμέντα: Άντε και καλή τύχη μάγκες - Ποιοι είσαστε εσείς (live μετρό 19/02/1089).
Μουσική επιμέλεια: Άρης Δούκας
.


Παύλος Σιδηρόπουλος
Είκοσι χρόνια μετά...
Απροσάρμοστοι
Συνέντευξη
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Γιώργου Ανδρέου
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Οδυσσέα Ιωάννου
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Κώστα Λειβαδά
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Διογένη Δασκάλου
Οι φίλοιiμουiσαλτάρουνε...
Του Μπάμπη Ξαρχάκου
Δισκογραφία Βιογραφικό

Παύλος Σιδηρόπουλος
Είκοσι πέντε χρόνια μετά...


Ηχητικό Ντοκουμέντο
Παύλος Σιδηρόπουλος: Υπάρχει ένα παρελθόν σε μένα...
Ακούστε...
Διάρκεια: 04:10 - (1.099KB)

Είκοσι πέντε χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τον θάνατο του Παύλου Σιδηρόπουλου, του σημαντικότερου εκπροσώπου της Ελληνικής ροκ. Ο «ασυμβίβαστος» της Ελληνικής μουσικής, έζησε μια θυελλώδη ζωή και τελικά νικήθηκε από την εξάρτηση του στην ηρωίνη, αφήνοντας μας, μια βαριά κληρονομιά, τα τραγούδια του που παραμένουν αναλλοίωτα στο χρόνο. Είκοσι μετά χρόνια μετά, o Γιώργος Ανδρέου, ο Οδυσσέας Ιωάννου, ο Κώστας Λειβαδάς, ο Διογένης Δασκάλου και ο Μπάμπης Ξαρχάκος γράφουν για τον Έλληνα μουσικό περφόρμερ, για τον άνθρωπο που άνοιξε το δρόμο... Η Νατάσα Ξαρχάκου συνάντησε τους «Απροσάρμοστους», οι οποίοι μετά από είκοσι χρόνια επέλεξαν τον χρόνο και το Μέσο για να μιλήσουν. Μέσα από αυτή τη συνέντευξη μας αποκαλύπτουν τις αλήθειες του χαρισματικού Πρίγκιπα, του ατρόμητου, του ευαίσθητου και ανήσυχου δημιουργού.   

Γιώργος Ανδρέου: Μιλώ για τον Παύλο τον τραγουδοποιό που, πρώτη φορά μετά τους ρεμπέτες, διαχειρίστηκε θέματα ταμπού: Εξάρτηση, ναρκωτικά, ερωτισμός, αναρχία, κοινωνικός αποκλεισμός, ταμπού, φετίχ, μαύρη λογοτεχνία. Μιλώ για τον Παύλο τον περφόρμερ της σωματικότητας, της σεξουαλικότητας... Έζησε και πέθανε μέσα στο άλγος και την παρηγοριά μιας πνευματικότητας που αναιρούσε και ξαναγεννούσε τον εαυτό της ασθματικά, ώρα την ώρα, μέρα τη μέρα, στιγμή τη στιγμή...

Οδυσσέας Ιωάννου: Ο Σιδηρόπουλος τα είχε όλα. Η καταγωγή του ζηλευτή. Δισέγγονος του Ζορμπά και ανιψιός της Έλλης Αλεξίου. Ο δικός του δρόμος επίσης ζηλευτός, ακόμη κι αν αυτός περιείχε και την αυτοκαταστροφικότητα. Η Ιστορία έχει γραφτεί και λέει πως ο Παύλος Σιδηρόπουλος ήταν ένας αυτόφωτος δημιουργός, άνοιξε έναν δρόμο με τα ίδια του τα χέρια, χωρίς εργαλεία, και έπεσε με τα μούτρα επάνω σε έναν τοίχο που δεν μπορούσε να αποφύγει. Δεν είναι ήρωας γι' αυτό. Αλλά για τα υπόλοιπα, το πλησίασε...

Κώστας Λειβαδάς: Η χημεία με το δικό του γκρουπ, τους «Απροσάρμοστους», απλά αξεπέραστη: ο πιο χαρισματικός Έλληνας ηλεκτρικός περφόρμερ, με το πιο γερό πάτημα στη σκηνή που έχω δει μέχρι σήμερα, πλαισιωμένος από ένα γκρουπ φωτιά και λάβρα, το οποίο πυροβολούσε στο πλάι του αδιακρίτως, συμπληρώνοντας τις ευρηματικές του φράσεις, κρατώντας πάντα το τέμπο σαν ξυράφι, «καβάλα στ' άλογο», όπως λέμε...

Διογένης Δασκάλου: Τελεία και παύλα Παύλε. Ακόμη κι αν ζούσες, τώρα σίγουρα θα πέθαινες. Εθελούσια, όπως και τότε. Απλά γλίτωσες λίγη ταλαιπωρία παραπάνω. Ναι, ζει ακόμη και ο Παπακωνσταντίνου. Α! δε σου 'πα ο Βασίλης λέει και κανά δικό σου, που και που, μπας και συγκινηθούμε. Αλλά εμείς τίποτα. Άσε που ληστέψανε την τράπεζα και τι σε νοιάζει εσένα. Δεν είσαι με κανέναν όπως και το απέδειξες. Αλλά και προφήτης. Το 35-40% προτιμούν τον «Κανένα». Σε γιορτάζουμε φέτος. Για σένα χωρίς εσένα στην καρδιά της κρίσης. Ο «Μπάμπης ο Φλου» έγινε Μπάμπης Βωβός και «το 69» κατέβηκε ανεβαίνοντας συντάξιμα στα 65 για τις γυναίκες...

Νατάσα Ξαρχάκου: Γνώρισα τον Παύλο Σιδηρόπουλο ένα ζεστό απόγευμα του Απρίλη. Το 2009. Ήταν εκεί, σε ένα στούντιο περιτριγυρισμένος από κιθάρες, τύμπανα και ενισχυτές. Τον είδα, μέσα από τα μάτια τριών ανθρώπων. Οι Απροσάρμοστοι, ο Οδυσσέας Γαλανάκης, ο Κυριάκος Δαρίβας και ο Αλέκος Αράπης, -το δικό του συγκρότημα- όλοι τους, μου έδειξαν τον Παύλο. Τον ανήσυχο, ευαίσθητο, ατρόμητο δημιουργό. Μια συζήτηση που μ' έκανε να αγαπήσω ακόμη περισσότερο μια μουσική, για τις αλήθειες της, το θράσος της, την αμεσότητά της. Γιατί φωτογραφίζει τη ζωή, ως έχει. Για μένα αυτό είναι το Ροκ, αυτό είναι και ο Παύλος...

  Παύλος Σιδηρόπουλος
Άντε και καλή τύχη μάγκες...
 
Διάρκεια 03:05
Παύλος Σιδηρόπουλος (1948-1990)




Ηχητικό Ντοκουμέντο
Παύλος Σιδηρόπουλος: Συζήτηση εν λευκώ...
Ηχογραφημένη υπαγόρευση στο σπίτι του το καλοκαίρι του '84
Ακούστε...
Διάρκεια: 28:10 - (6.552KB)


Ηχητικό Ντοκουμέντο
Παύλος Σιδηρόπουλος: Συζήτηση εν λευκώ...
Ηχογραφημένη υπαγόρευση στο σπίτι του το καλοκαίρι του '84
Ακούστε...
Διάρκεια: 28:10 - (6.552KB)


 




Παύλος Σιδηρόπουλος
Είκοσι χρόνια μετά...
Απροσάρμοστοι
Συνέντευξη
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Γιώργου Ανδρέου
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Οδυσσέα Ιωάννου
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Κώστα Λειβαδά
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Διογένη Δασκάλου
Οι φίλοιiμουiσαλτάρουνε...
Του Μπάμπη Ξαρχάκου
Δισκογραφία Βιογραφικό

ΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΟΙ
Kείμενο/Συνέντευξη: Νατάσα Ξαρχάκου
Φωτογραφίες: Βάσια Αναγνωστοπούλου, Αρχείο "Απροσάρμοστοι"


Τραγούδι: Οι απροσάρμοστοι - Παύλος Σιδηρόπουλος
Ακούστε...
Διάρκεια: 05:01 - (1.464KB)
Στίχοι/Μουσική: Παύλος Σιδηρόπουλος

«...Δεν είναι σιωπή, απλά δεν θέλαμε να μπλέξουμε το πραγματικό που ζήσαμε εμείς που ήταν και το αληθινό, με όλα αυτά τα κενά ουσίας και αλήθειας, που γράφτηκαν και ειπώθηκαν κατά καιρούς από ημιμαθείς δημοσιογράφους και ειδικούς...»

Γνώρισα τον Σιδηρόπουλο ένα ζεστό απόγευμα του Απρίλη. Το 2009. Ήταν εκεί, σε ένα στούντιο περιτριγυρισμένος από κιθάρες, τύμπανα και ενισχυτές. Τον είδα, μέσα από τα μάτια τριών ανθρώπων. Οι Απροσάρμοστοι, ο Οδυσσέας Γαλανάκης, ο Κυριάκος Δαρίβας και ο Αλέκος Αράπης, -το δικό του συγκρότημα- όλοι τους, μου έδειξαν τον Παύλο. Τον ανήσυχο, ευαίσθητο, ατρόμητο δημιουργό. Περιγραφές καταστάσεων και γεγονότων που δεν είχα ακούσει ποτέ, μέχρι τώρα. Είκοσι χρόνια μετά, μίλησαν. Τα λόγια τους πότε θυμωμένα και πότε ήρεμα και βαθιά. Τον έζησαν τον Πρίγκιπα, τον ήξεραν καλά. Πώς να χωρέσει όμως μια εικοσαετία σε μια συζήτηση μερικών ωρών; Ήταν τόσα πολλά, και θα μπορούσαν να ήταν άλλα τόσα, ανεξάντλητες οι αναμνήσεις τους, αμέτρητοι οι σταθμοί σε μια μεγάλη πορεία. Και δεν ήταν μόνο μουσική πορεία, ήταν ένας δρόμος που άνοιξαν όλοι μαζί, με το Παύλο σα φάρο, να δείχνει το προορισμό. Ήταν ο δικός τους Παυλάκης, που κάποιοι θέλησαν να τον «υιοθετήσουν». Άνθρωποι που δε τον γνώρισαν ποτέ, οι «Παυλολόγοι» όπως πολύ πετυχημένα είπε ο Αλέκος Αράπης. Μια συνέντευξη, -συζήτηση θα έλεγα- που μ' έκανε να αγαπήσω ακόμη περισσότερο μια μουσική, για τις αλήθειες της, το θράσος της, την αμεσότητά της. Γιατί φωτογραφίζει τη ζωή, ως έχει. Για μένα αυτό είναι το Ροκ, αυτό είναι και ο Παύλος...
Νατάσα Ξαρχάκου.

Σε ποια στιγμή της πορείας του ήταν ο Παύλος όταν γνωριστήκατε; 
Κυριάκος Δαρίβας: Ήταν καλοκαίρι, το 1979. Ήμασταν ένα συνοικιακό γκρουπάκι του Κουκακίου, με τον Οδυσσέα (Γαλανάκη) παίζαμε από 15 χρονών μαζί, μπάσο έπαιζε ο Δημήτρης ο Δρίβας, και δεύτερη κιθάρα έπαιζε ο Βασίλης ο Πετρίδης. Και μια μέρα, εν ολίγοις,μάθαμε πως θα έρθει ο Παύλος ο Σιδηρόπουλος, γιατί έψαχνε για γκρουπ, να μας ακούσει. Τον Παύλο τον είχα τότε στο μυαλό μου, αλλά απροσδιόριστα, δεν είχα ακούσει πολύ Παύλο. Είχε βγάλει ήδη το «Φλου», και η πρώτη φορά που τον είχαμε δει ήταν το '76 με τον Μαρκόπουλο στο Κύτταρο. Ήρθε λοιπόν ο Παύλος, μας είδε, του αρέσαμε. Τότε εμείς παίζαμε Deep Purple, Led Zeppelin, Santana. ξένα κομμάτια.
Οδυσσέας Γαλανάκης: Ο Παύλος έψαχνε να βρει πιτσιρικάδες. Παίζαμε μεν, αλλά ήμασταν «άφτιαχτοι, ατσούμπαλοι αλλά έμμετροι», γι' αυτό και κάναμε 2 χρόνια πρόβες, μέχρι να εμφανιστούμε στο πρώτο live, στο γήπεδο μπάσκετ του ΣΠΟΡΤΙΝΓΚ, το 1981. Είχε κάνει μέχρι τότε διάφορες συνεργασίες, με τον Παντελή Δεληγιαννίδη (Δάμων και Φιντίας),με την «Σπυριδούλα» βγάζοντας το Φλου, με την Εταιρία Καλλιτεχνών, κάνοντας live στην Αρχιτεκτονική της εποχής εκείνης, συνομήλικοι άνθρωποι, με διαμορφωμένη άποψη, όλοι τους μουσικάρες, παρ' όλα αυτά ο Παύλος σαν «ανήσυχο πνεύμα» έψαχνε κάτι άλλο, δεν ικανοποιούνταν με όλο αυτό, και έψαξε για πιτσιρικάδες, παρθένους, που γούσταραν να παίζουν, αλλά τώρα θα τους μάθαινε ο ίδιος το τι και το πως. Ευτυχής συγκυρία! Με το που ξεκινήσαμε τις πρόβες, αρχίσαμε να δουλεύουμε, τα κομμάτια για τον πρώτο δίσκο, «Εν λευκώ», που τον φτιάξαμε όλοι μαζί μαθαίνοντάς μας ταυτόχρονα το rock n' roll που αυτός ήξερε και αγαπούσε.
Κυριάκος Δαρίβας: Η μπάντα όμως, άλλαξε, καθώς εγώ το '80 πήγα φαντάρος, και ήρθε στη θέση μου ο Άκης Σημηριώτης, ο οποίος έπαιξε και στο συγκεκριμένο δίσκο.
Οδυσσέας Γαλανάκης: Επίσης ο Αλέκος (Αράπης), δεν ήταν εξαρχής μαζί μας στο σχήμα του Κουκακίου, όταν έφυγε ο Κυριάκος φαντάρος, ψάχναμε για ντράμερ, βάλαμε αγγελία και ήρθε ο Αλέκος. Και μετά ανέλαβε τη θέση του μπασίστα, ενώ δεν μας είχε ικανοποιήσει κανείς για αυτή τη θέση.
Αλέκος Αράπης: Η κίνηση του να ψάξεις να βρεις πιτσιρικάδες, έχει να κάνει με τη φρεσκάδα που αναζητούσε ο Σιδηρόπουλος, που έβλεπε πάντα μπροστά. Ήταν ανήσυχος, δεν είχε ικανοποιηθεί με το αποτέλεσμα του «Φλου», ούτε με το αντίκτυπο που είχε, και συνέχισε να κάνει και άλλα πράγματα, γνωρίζοντας πως μπορεί και να τον κατάστρεφε όλο αυτό. Δε φοβόταν, ήταν ατρόμητος σε αυτό το θέμα, ενώ με τα σημερινά δεδομένα, φαντάσου κάποιον να κάνει τεράστια επιτυχία με μια μπάντα και αμέσως μετά να αλλάζει συγκρότημα.

-1. Το 1984, συναυλία στο Άλσος της Νέας Σμύρνης

Ποια ήταν η κατάσταση τότε στο ελληνικό ηλεκτρικό τραγούδι;
Οδυσσέας Γαλανάκης: Εκφράσεις του Rock n' roll υπήρχαν χρόνια πριν, Πουλικάκος, Εξαδάχτυλος, Socrates. Ο Παύλος ξεκίνησε μέσα στην εξέλiξη μιας κατάστασης, και ενώ είχε επιρροές ήδη από τους Έλληνες, ήταν και «στοουνάς». Και όταν τον έβλεπες να περφορμάρει, έβλεπες Mick Jager και David Bowie, έβλεπες και καμιά φορά το «μολυβάκι στα μάτια».

Υπήρχε και υπάρχει μια υπεροικειότητα σε σχέση με το πρόσωπο του Σιδηρόπουλου. Έχετε δει πολλές φορές προσπάθειες ιδιοποίησης του φαινόμενου «Σιδηρόπουλος»;
Κυριάκος Δαρίβας: Χαρακτηριστικά θυμάμαι που ερχόταν π.χ. κάποιος και έλεγε «έχω παίξει με τον Παύλο», «A! Nαι;» του απαντούσαν, «αυτός είναι ο ντράμερ του Παύλου, τον ξέρεις;» και εκείνος καθόταν αποσβολωμένος «όχι δεν τον ξέρω.». Έχουμε ακούσει μερικά τέτοια. Είναι που ο κόσμος νιώθει την ανάγκη να ταυτίζεται με κάποια «είδωλα».
Αλέκος Αράπης: Μέχρι και κάποιοι γνωστοί καλλιτέχνες έχουν γίνει ξαφνικά ειδικοί «Παυλολόγοι», ενώ δεν έχουν ιδέα. Τα γνωστά καραγκιοζιλίκια των μίντια.
Κυριάκος Δαρίβας: Για όλους εκείνους τους επώνυμους που δηλώσανε πως ήταν «φιλαράκια» με τον Παύλο, τι να πω!!! Ανθρώπους κοντά στο Παύλο έχω δει ελάχιστους, μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού κι εκείνοι δεν είναι μέσα σ' αυτούς.
Οδυσσέας Γαλανάκης: Δε θέλω να δώσω σε κανέναν μεγαλύτερη αξία, ούτε να τον κάνω πιο γνωστό από ότι είναι. Απλά θα πω πως όταν ακούς από κάποιον να παίζει το «rock n' roll στο κρεβάτι», να έχεις υπόψη πως μπορεί ο ίδιος άνθρωπος, πρεζάκι να ανέβαζε τον Παύλο, πρεζάκι να τον κατέβαζε, υποτιμώντας τον αβασάνιστα, κριτικάροντας μια προσωπική του επιλογή, αλλά σε καμία περίπτωση το έργο και την ουσία του.
Κυριάκος Δαρίβας: Και όχι μόνο. Όλους αυτούς που καλούνε κατά καιρούς να μιλήσουνε για τον Παύλο, δεν τους είχα δει ποτέ, μα ποτέ, σε live του Παύλου. Μέχρι και ο Δηματάτης, έγραψε βιβλίο για τον Παύλο και έχει βάλει μέσα, είναι δηλαδή απίστευτο, λάθος στίχους τραγουδιού. Δε μπήκε καν στο κόπο να βάλει ένα πιτσιρικά να αντιγράψει τους στίχους από το εσώφυλλο του δίσκου!!
Ένα πράγμα όμως θέλω να πω. Παράκληση κάνω, να αφήσουν τον Παυλάκη στην ησυχία του. Εμείς τόσα χρόνια είμαστε στην άκρη, σεμνοί όσο γίνεται, είμαστε ένα γκρουπ «φάντασμα», που βγαίνουμε δυο φορές το χρόνο και κάνουμε δυο συναυλίες.
Αλέκος Αράπης: Υπάρχει μια παντελής ασχετοσύνη σε αυτό το θέμα. Από τη μια υπάρχει τρομερή έλλειψη πληροφόρησης για τον πραγματικό χρόνο που έγιναν κάποια πράγματα. Με πενιχρές γνώσεις γίνεται κάποιος ξαφνικά ειδικός. Και το κυριότερο, δεν φροντίζει καν από μόνος του να ρωτήσει αυτούς οι οποίοι, μπορεί να μην είναι «ασημένιοι» ή «χρυσοί» αλλά ήταν πιο κοντά στο «αντικείμενο» της έρευνάς τους. Ο Παύλος στον πραγματικό χρόνο, ήταν κάτι σαν απόκληρος. Και για το ότι επέλεξε να τραγουδήσει ελληνικά με ηλεκτρικό ήχο, ήταν κάτι για το οποίο τον κράξανε, και φυσικά για την πρέζα, όπου κρινόταν μόνιμα βάση αυτού.

«...Το " είναι ένα τραγούδι ανυπέρβλητο σε σημαντικότητα, το λέει όλο το "κόλπο", ό,τι είναι, ξεκάθαρα, το λέει και έτσι και αλλιώς. Για αυτό και έχει απήχηση ο Παύλος στον κόσμο, γιατί μιλάει και λέει αλήθεια, ακόμη και τώρα, σε όλα του τα τραγούδια...»

-2 & 3. Το 1986, με drummer τότε τον Πάνο Τόλιο

«...Κάποιος επιλέγει το ροκ για να θίξει ένα σοβαρό θέμα, γιατί έχουμε γίνει πολλοί και μέχρι να ακουστεί η φωνή σου μπορεί και να έχουμε πεθάνει, οπότε ο μόνος τρόπος για να σε ακούσουν είναι να χτυπήσεις το χέρι σου στο τραπέζι, να κάνεις "θόρυβο"...» Π.Σ.

-4 & 5. Στο ΑΝ club, από τις τελευταίες συναυλίες

Ελληνικός στίχος, ηλεκτρικός ήχος. Ποια ήταν η αποδοχή του κόσμου;
Αλέκος Αράπης: Ήταν περίεργες εποχές. Και τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει πολύ, απλά τώρα υπάρχει μια πιο «ελαφριά» αποδοχή. Σαν ελληνική κοινωνία ποτέ δεν μας άρεσαν Έλληνες να παίζουν με ηλεκτρικό ήχο ελληνικό στίχο. Κολλάνε τη ταμπέλα πως μιμείσαι, ακόμη και τώρα δεν σκέφτονται πως υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να μην γεννήθηκαν στην Αμερική ή στην Αγγλία και όμως να εκφράζονται μέσα από αυτή τη μουσική. Οι νότες, η μουσική, δεν έχουν πατρίδα. Δεν υπάρχει «ελληνικό ροκ», ροκ υπάρχει, που παίζεται από Έλληνες.
Οδυσσέας Γαλανάκης: Όταν αποφασίσανε οι «λαϊκοί» να εντάξουν ροκ ηχοχρώματα, πιστεύω πως μπέρδεψαν με κάποιο τρόπο τον κόσμο, πάνω στο τι ακριβώς ακούει. Δηλαδή, εκεί που υπάρχει το Rockn' roll, που είναι αμιγές, ξαφνικά εμφανίζονται μουσικές που το δανείζονται με ένα τρόπο «αχτάρματιβ», με αποτέλεσμα να μπερδεύονται οι ταυτότητες. Μια σκληρή κιθάρα μόνη της δεν κάνει ροκ. Το ροκ δεν είναι η τέχνη της βαβούρας, αλλά ο αντισυμβατικός στίχος, το διονυσιακό, το ανθρώπινο και το άμεσο.
Αλέκος Αράπης: Κάποιος επιλέγει το ροκ για να θίξει ένα σοβαρό θέμα, γιατί έχουμε γίνει πολλοί και μέχρι να ακουστεί η φωνή σου μπορεί και να έχουμε πεθάνει, οπότε ο μόνος τρόπος για να σε ακούσουν ταυτόχρονα οι πολλοί μέσα σε ένα χώρο, είναι να χτυπήσεις το χέρι σου στο τραπέζι, να κάνεις «θόρυβο», και μετά να μιλήσεις. Αυτό ακριβώς είναι το ροκ. Το θράσος.

Μιλώντας για θράσος, ο Παύλος «προκαλούσε» μέσα από τους στίχους...
Οδυσσέας Γαλανάκης: Ο Παύλος μιλούσε ...σημαντικά. Καθόριζε με τον στίχο του έννοιες, αντικείμενα, πάθη, ανθρώπους. Όπως ο Lennon με το «Imagine» καθόρισε το αντιπολεμικό τραγούδι, έτσι ο Παύλος έγραψε για την ηρωίνη, τη γυναίκα, για πρόσωπα και καταστάσεις. Το «Η» είναι ένα τραγούδι ανυπέρβλητο σε σημαντικότητα, το λέει όλο το «κόλπο», ό,τι είναι, ξεκάθαρα, το λέει και έτσι και αλλιώς. Για αυτό και έχει απήχηση ο Παύλος στον κόσμο, γιατί μιλάει και λέει αλήθεια, ακόμη και τώρα, σε όλα του τα τραγούδια.

Ζήσατε (ζήσαμε) μια μεγάλη απώλεια πριν λίγα χρόνια. Μείνατε τρεις, μετά το χαμό του Βασίλη Πετρίδη.
Αλέκος Αράπης: Ο Παύλος που είχε τη συνήθεια να είναι σύντομος και σαφής είχε πει για το Βασίλη πως είναι ο πιο ιδιοφυής κιθαρίστας που γνώρισε ποτέ. Αυτό ήταν ο Βασίλης. Μουσική ιδιοφυία.

Ένα πρωινό, μαθαίνετε πως Παύλος δεν υπάρχει πια. Μόλις ξεκινούσατε ένα δίσκο ακόμη. Πόσο δύσκολο ήταν να βγει αυτός ο δίσκος τελικά;
Οδυσσέας Γαλανάκης: Ήταν πολύ δύσκολη εκείνη η περίοδος. Η χρονική στιγμή που μας ζήτησαν να βγάλουμε το δίσκο ήταν δύσκολη, όντας εμείς φορτισμένοι από τον πρόσφατο θάνατο του Παύλου, αυτοί (η εταιρία) μας έπαιρναν τηλέφωνα παζαρεύοντας το ποιος θα τραγουδήσει στο δίσκο και άλλα τέτοια.
Αλέκος Αράπης: Υπήρχε η δέσμευση, η χρονική και η χρηματική, έτσι, διεκδικούσαν τα δικά τους αυτονόητα, με το «γνωστό» μοναδικό τους τρόπο.
Οδυσσέας Γαλανάκης: Και έχοντας το υλικό από κασέτες που τους είχαμε πάει εμείς, demo, μας είπαν πως «αν δεν θέλετε να το κάνετε, θα το παίξουμε ως έχει με session μουσικούς και θα βάλουμε να τραγουδήσουνε άλλοι», ήταν μια εκβιαστική κατάσταση.

Κάθε χρόνο γίνονται τα λεγόμενα «επετειακά μνημόσυνα» που σας βρίσκουν όλους μαζί επί σκηνής...
Αλέκος Αράπης: Υπάρχει μια λεπτή πτυχή, που δεν τη ξέραμε αλλά μας την έμαθε η ζωή. Όταν πεθαίνει ο τραγουδιστής ενός συγκροτήματος, ο οποίος είναι ο performer, χάνεται θα έλεγα η μαγική συνοχή που υπήρχε, πόσο μάλλον όταν φεύγει η «ψυχή» του συγκροτήματος. Αναγκαστικά λοιπόν, εμείς ή θα έπρεπε να σταματήσουμε να «υπάρχουμε» ως συγκρότημα ή να συνεχίσουμε προσπαθώντας να βάλουμε σε μια τάξη όλα αυτά που μάθαμε από αυτόν τον άνθρωπο και να τα πούμε στους υπόλοιπους ανθρώπους που δεν τον γνωρίσανε.
Οδυσσέας Γαλανάκης: Έτσι κι εμείς, μια δυό φορές κάθε χρόνο ανεβαίνουμε στο πάλκο για να θυμηθούμε τις στιγμές που μας σημαδέψανε, να τις θυμίσουμε στους παλιούς φίλους και να τις γνωρίσουμε στους νέους. Αυτό το επετειακό είναι και ένας δείκτης για να βλέπουμε ποιοι και πόσοι «ακούνε» Παύλο, και κάθε φορά διαπιστώνουμε ότι είναι πιτσιρικάδες και κάθε φορά όλο και περισσότεροι, που σημαίνει ότι περνάει διαχρονικά από γενιά σε γενιά κι αυτό είναι η πιο ανεξίτηλη σφραγίδα της γνησιότητας και της σημαντικότητας του έργου του.

Μετά αποσπαστήκατε, λοιπόν, διαφορετικές πορείες;
Οδυσσέας Γαλανάκης: Παίζαμε σε προγράμματα άλλων, συμμετοχές σε δίσκους κλπ.
Αλέκος Αράπης: Εγώ την εποχή που παίζαμε με τον Παύλο, έπαιζα ταυτόχρονα και σε άλλα σχήματα... Χαριτοδιπλωμένος, Μαντώ, ήταν η «επαγγελματική» μου ιδιότητα, μεροκάματο.

Χωρίς να έχετε κάνει ένα προσωπικό δίσκο...
Οδυσσέας Γαλανάκης: Προσπάθειες έχουν γίνει. Το 2004, βγάλαμε με τους Νίκο Ακτύπη, Σταύρο Μεραμβελιωτάκη και Κυριάκο Δαρίβα ένα cd με τίτλο SAMATISTAS - απόψε κάνεις jam. Κυκλοφορεί νομίζω σε μερικά δισκοπωλεία, αλλά μπορείτε να ακούσετε και στο MySpace www.myspace.com/samatistas και να δείτε στο YouTube www.youtube.com/samatistas. Επίσης ο Αλέκος έκανε μια άριστη παραγωγή με τίτλο *i5 (*Γιώτα Πέντε). Αυτό μπορείτε να το προμηθευτείτε από τον ίδιο. Σαν Απροσάρμοστοι, έχουμε αρκετά δικά μας κομμάτια που όταν κάποτε επιχειρήσαμε να τα παίξουμε διαπιστώσαμε ότι έπρεπε να βγαίνουμε είτε με άλλο όνομα, είτε μεταμφιεσμένοι για να τα περάσουμε, μιας και το κοινό μας είχε ήδη συνδέσει με τα κομμάτια του Παύλου. Τώρα όμως αποφασίσαμε να παίξουμε μερικά από αυτά live, στο Κύτταρο στις 24 του Απρίλη. Επίσης θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα τραγούδι/clip που ανεβάσαμε στο διαδίκτυο τον περασμένο Δεκέμβρη με θέμα την κρατική βία και καταστολή και το οποίο είχε καλή απήχηση. Την οπτικοποίηση έκανε ο φίλος και samatistas Νίκος Ακτύπης και μπορούν οι αναγνώστες του περιοδικού να το βρουν στη διεύθυνση: www.youtube.com/watch?v=xJgdRe_Cy90.
Αλέκος Αράπης: Ίσως να μην τα υποστηρίξαμε και εμείς με τον κατάλληλο τρόπο. Πέσαμε και εμείς στην παγίδα. Δεν είχαμε βλέψεις να γίνουμε τραγουδιστές, ούτε στιχουργοί... μετά τον Παύλο γίναμε, ήταν όμως αλλιώς, ή έτσι πιστέψαμε.

-6 & 7. Στο καμαρίνι του ΑΝ club μετά την συναυλία

Οι δισκογραφικές πως σας αντιμετωπίζουν;
Αλέκος Αράπης: Στη παρούσα φάση, για όλο αυτό με τις δυσκολίες πώλησης δίσκων, και το αντίκτυπο στις εταιρείες, εγώ θα πω πως δε νιώθω καμιά λύπη...

Γιατί το λες αυτό; Πρόσφατα δε κυκλοφόρησε ένα δικό σας CD με DVD από τη Lyra;
Αλέκος Αράπης: Πρόκειται για παλιές ηχογραφήσεις που ξανακυκλοφορούν με νέους τίτλους και πολύ πιο «ευγενείς» σκοπούς. Το DVD είναι το «ΧΩΡΙΣ ΜΑΚΙΓΙΑΖ», που είχε βγει το 1989 από την ΜΒΙ και τώρα έχει και την εικόνα της συναυλίας (έχει προβληθεί αρκετές φορές από την ΕΡΤ). Το δε CD είναι κάποια ηχογράφηση με κασετόφωνο της συναυλίας που έγινε στο RODEO, το Μάρτιο του '86. Περισσότερες πληροφορίες δεν έχουμε γιατί δεν μας ενημέρωσε κανείς. Έμαθα για την κυκλοφορία του CD/DVD από τον ανιψιό μου που το είδε στο internet... Μας κατασκλάβωσε η εταιρία με τη «διακριτικότητά» της και τη θαυμάσαμε για τους «ευγενείς» σκοπούς της...

Ραδιο-φονικά, λίστες, πως το «ακούτε» όλο αυτό...;
Αλέκος Αράπης: Υπάρχει μια διαρκής επιβολή του ίδιου και του ίδιου, επειδή πουλάει. Μια διαρκής «σαβούρα», μια λίστα κατεβατή, που όταν έχεις και κολλητό ένα παραγωγό, θα παίξει το κομμάτι σου, να μάθει η ΑΕΠΙ ότι παίζεται και να πάρει τα λεφτά του. Δεν υπάρχει κανένα κίνητρο πλέον.
Οδυσσέας Γαλανάκης: Να πω εδώ, πως γίνεται μια προσπάθεια ενός σταθμού τελευταία, του Freedom, ο οποίος παίζει εκτός από παλιά συγκροτήματα, όπως πχ. «Σύνδρομο», Πιλάλα, Πουλικάκο, Παύλο και ένα μέρος της ροκ σκηνής όπως αυτή διαμορφώθηκε την τελευταία 20ετία, το κακό όμως είναι, ότι δε λένε ποιος παίζει τι. Όταν έχει παραγωγό ακούς μέσα στο «μπλα μπλα» και κάτι πετυχημένα, αλλά δεν μας λένε ποιού είναι το κάθε κομμάτι, γεγονός που θα δυνάμωνε και τη σχέση μεταξύ δημιουργού και ακροατή αλλά και την ίδια την σκηνή, μιας και ο ακροατής γνωρίζοντας ποιου είναι το τραγούδι που άκουσε και του άρεσε, θα πήγαινε να τον δει και στη συναυλία. Σε κάθε άλλη περίπτωση, μόνο χρηστική αξία για το σταθμό αποκτούν τα τραγούδια, για να διεκπεραιωθεί το πρόγραμμα... Κανείς δεν σκέπτεται την υγιή δύναμη και αξία που έχει το μέσο;

Εκτός από τα ΜΜΕ, υπάρχουν και οι μουσικές σκηνές και τα live... το κοινό τι συμμετοχή έχει;
Αλέκος Αράπης: Έχει τύχει ποτέ να παρακολουθήσεις πανηγύρι σε χωριό; Αυτό το πράγμα γίνετα...Πηγαίνουμε να ακούσουμε κάποιους να παίζουν live και καθόμαστε από κάτω και μιλάμε ακατάπαυστα. Την αγένεια την έχουμε μέσα μας.
Οδυσσέας Γαλανάκης: Πρόσφατα διάβασα σε κάποιο blog για ένα επεισόδιο με τον Λειβαδά. Έπαιζε τις προάλλες στα Γιάννενα, και κάποια στιγμή απηύδησε ο άνθρωπος, ήταν όλοι στο «μπούρου-μπούρου» και τους ζήτησε να σταματήσουν να μιλάνε, και ακολούθησε «θέμα»...
Αλέκος Αράπης: Ο Γιάννης ο Οικονόμου, από τους «Θέρος» που είναι ακουστικό σχήμα, είχε πει ένα πολύ καλό. Έπαιζε και κάποια στιγμή σταμάτησε και φώναξε: «Μας ακούτε;», «Ναιαιαι...», φώναξαν από κάτω, «Και εμείς!», απάντησε. Ξεκινάνε όλα στραβά, γιατί θεωρούμε πως είναι όλο αυτό πολύ εύκολο, το να βγεις δηλαδή και να «κάνεις» μουσική. Ένας μουσικός που περιπλανιέται με μια κιθάρα στον ώμο, δε θα τον πάρουν ποτέ σοβαρά. Θα ρωτήσουν «Ποια είναι δουλειά σου;» και θα απαντήσεις «Είμαι μουσικός», τότε θα πουν «Και τι δουλειά κάνεις;». Πάντως να πω ότι είναι γεγονός πως τα «μεροκάματα» είναι περιορισμένα. Έχει τύχει να φύγουμε νύχτα από ξενοδοχείο με τον Παύλο, γιατί δεν είχαμε πληρωθεί ούτε εμείς, ούτε το ξενοδοχείο! Δυστυχώς δεν το έχουμε μάθει πως όλο αυτό είναι σκληρή δουλειά. Στην επαρχία, εν τω μεταξύ, δεν γίνεται αυτό, πηγαίνουν στις συναυλίες και το «ρουφάνε» όλο αυτό που ακούνε. Και εμείς μέσα σε αυτό το κλίμα, παίζαμε καλύτερα.

-Από τις πρώτες συναυλίες με τους Απροσάρμοστους

Ήταν μια δύσκολη εποχή τότε, από πολλές πλευρές. Εσείς ήσασταν πολιτικοποιημένοι;
Οδυσσέας Γαλανάκης: Ναι, κι ο καθένας με τον τρόπο του. Ο Παύλος, ήταν πολιτικοποιημένος. «Ακουμπούσε» τις σκέψεις του στην «αριστερά», δεν συμφωνούσε απόλυτα βέβαια και οι απόψεις του ήταν καμιά φορά πιο ακραίες... Παίζαμε στα φεστιβάλ του Ρήγα. Στο ΚΚΕ δεν είχαμε παίξει ποτέ, όμως αυτό δεν ήταν μόνο επιλογή του Παύλου.
Αλέκος Αράπης: Μας είχανε ως «αλλοτριωμένους». Θυμάμαι εκείνη την εποχή σε εξώφυλλο του πρώτου τεύχους «Μουσική», ήταν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, και έγραφε: «ΤΟ ΡΟΚ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΪΟΝ ΤΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΖΕΙ ΤΗΝ ΝΕΟΛΑΙΑ»...

Παύλος-γυναίκα.
Οδυσσέας Γαλανάκης: 1-0... (γέλια)
Ο Παύλος μάλλον ερωτεύτηκε δύο γυναίκες στη ζωή του, τη μητέρα του την κυρία Τζένη (που είναι και η νονά των Απροσάρμοστων) και την καλή ποιήτρια Γιόλα Αναγνωστοπούλου που αποδείχθηκε και μοιραία για αυτόν. Δεν νομίζω ότι μπόρεσε να συνδεθεί με καμία άλλη τόσο ουσιαστικά. Από την άλλη, καθώς ήταν και πολύ όμορφος, συν όλα τα άλλα, αγαπήθηκε από αμέτρητες γυναίκες. Χαρακτηριστικό είναι, οι διάφορες χήρες που παρουσιάστηκαν αμέσως μετά το θάνατό του και διεκδικούσαν τον τίτλο, πρόσωπα άγνωστα σ' εμάς. Φαινόμενα λατρείας, πρωτόγνωρα στην Ελλάδα, αντίστοιχα με αυτά που συνέβησαν σε αστέρια τύπου Μόρισον... Το '86 νομίζω, σε ένα φοβερό live μέσα στο σταθμό του Ηλεκτρικού στον Πειραιά μπροστά σε χιλιάδες κόσμο και ενώ παίζαμε την «Ύστατη Στιγμή», ανέβηκαν στο πάλκο δύο κούκλες, άγνωστες, που χορεύοντας γδύθηκαν τελείως... παραλίγο να χαλάσει η συναυλία. Παρεμπιπτόντως αν κάποιος διαθέτει φωτογραφίες από εκείνο το live, ας μας τις προμηθεύσει μέσω του περιοδικού...

Υπήρχε τρακ πριν τα live; Ο Παύλος «φοβόταν»;
Οδυσσέας Γαλανάκης: Δεν μάσαγε κανένας, άλλωστε με μπροστάρη τον Παύλο τι να φοβηθείς. Θυμάμαι στη Biennale της Βαρκελώνης το '85, είχαμε πάει δυο σχήματα, ο Παπάζογλου με την Ταχεία Θεσσαλονίκης (με τον Ανδρέου στα πλήκτρα,  Σταρόβα στην κιθάρα, Λιόλιο στο μπουζούκι και Γκέτη στα κρουστά) ως εκπρόσωπος του «νεορεμπέτικου» και εμείς ως εκπρόσωποι του Ροκ. Έπρεπε να δεις τον Παύλο λοιπόν, πως χειρίστηκε το κοινό της Βαρκελώνης. Η πρώτη συναυλία ήταν full και στη δεύτερη δεν έπεφτε καρφίτσα και άκουγες από κάτω να φωνάζουν «Zorba the freak». Είχαμε αλλάξει το όνομα τότε σε Zorba the freak, και θα το ξαναλλάζαμε μετά, ήθελε να αφαιρέσει το όνομά του και να λεγόμαστε απλώς «Απροσάρμοστοι», έτσι αισθανόταν. Ο Παύλος στη σκηνή έκανε τους καταλανούς να τραγουδούν ελληνικούς στίχους... Αυτό είχε ο Παύλος. Έκανε τον Χριστό, πάνω στο πάλκο και σε έπιαναν τα κλάματα. Ήταν αληθινός performer.

Γιατί τα 20 χρόνιας σιωπής;
Αλέκος Αράπης: Δεν είναι σιωπή, απλά δεν θέλαμε να μπλέξουμε το πραγματικό που ζήσαμε εμείς που ήταν και το αληθηνό, με όλα αυτά τα κενά ουσίας και αλήθειας, που γράφτηκαν και ειπώθηκαν κατά καιρούς από ημιμαθείς δημοσιογράφους και ειδικούς...

Σ.τ.Σ.: Ευχαριστίες στο Κώστα Λειβαδά για τη πολύτιμη βοήθειά του.

  Παύλος Σιδηρόπουλος
Ποιοι είσαστε εσείς; (Live - Μετρό 19/02/1989)
 
Διάρκεια 02:54
Παύλος Σιδηρόπουλος (1948-1990)

 




Παύλος Σιδηρόπουλος
Είκοσι χρόνια μετά...
Απροσάρμοστοι
Συνέντευξη
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Γιώργου Ανδρέου
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Οδυσσέα Ιωάννου
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Κώστα Λειβαδά
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Διογένη Δασκάλου
Οι φίλοιiμουiσαλτάρουνε...
Του Μπάμπη Ξαρχάκου
Δισκογραφία Βιογραφικό

Κάηκε για να σώσει, έλιωσε για να φωτίσει...
Του Γιώργου Ανδρέου

«Έζησε και πέθανε μέσα στο άλγος και την παρηγοριά μιας πνευματικότητας που αναιρούσε και ξαναγεννούσε τον εαυτό της ασθματικά, ώρα την ώρα, μέρα τη μέρα, στιγμή τη στιγμή»

Άν ζούσε ο Παύλος σήμερα, ποια θέση θα είχε στο σημερινό τοπίο του ελληνικού τραγουδιού; Θα συνέχιζε να είναι ο σταρ που πάντα υπήρξε (κυρίως παρά τη θέληση του), θα σιωπούσε «ηχηρά», θα συγκέντρωνε μεγάλα και συνειδητοποιημένα ακροατήρια ή θα αγωνιζόταν να υπάρξει σ' ένα καθεστώς που δεν θα μπορούσε πια ν' αναγνωρίσει και να συμμεριστεί, ένα καθεστώς που θα τον ξερνούσε ή -ακόμη χειρότερο- θα τον αγνοούσε διακριτικά, πνίγοντας τον σ' ένα είδος λήθης γεμάτο ιδιωτικούς επαίνους και δημόσια αποσιώπηση. Δύσκολη η πρόβλεψη, υπάρχει ωστόσο άμεσο, τωρινό παράδειγμα που βοηθά την αναζήτηση απάντησης: Αρκεί να σκεφτεί κανείς την αμήχανη σιωπή της εποχής για την συναρπαστική τραγουδοποιία των Κατσιμιχαίων, ώστε να αντιληφθεί την καταβόθρα, το σφαγείο των ημερών μας. Οι Κατσιμιχαίοι ζουν ανάμεσα μας, ο Πάνος είναι δημόσια ενεργός, ο Χάρης ιδιωτικά εναργής, όμως η «κοινωνία του τίποτε» συμπεριφέρεται σαν να μη χαράχτηκε στο δέρμα του μουσικού μας πολιτισμού η ηχώ της εξαίρετης τέχνης τους, λες και το έργο τους σχεδόν δεν συνέβη. Έτσι, οι νεότεροι, αποσπασματικά μόνο κι υπόγεια μπορούν να έρθουν σ' επαφή με τα τραγούδια του Χάρη και του Πάνου, ενώ τους σερβίρετε πιεστικά ως κι η τελευταία αδιάφορη νότα κάθε ποπ μετριότητας μαζί με την «εναλλακτική» σαβούρα κάποιων ανιστόρητων που παρουσιάζονται στο γήπεδο του τραγουδιού σαν να έπεσαν από τον ουρανό και δεν χρωστάνε -δήθεν- σε κανένα. Βέβαια, το έργο σημαντικών καλλιτεχνών πάντα βρίσκει το δρόμο και τον τρόπο να επικοινωνήσει με τον πολιτισμό που το γέννησε. Αυτή όμως η αδιαμφισβήτητη αλήθεια δεν μπορεί να ισχύει ως μόνιμη και πρόχειρη δικαιολογία, αθωωτική για την απάθεια με την οποία η ελληνική κοινωνία επιβραβεύει τα σημαντικότερα παιδιά της ενώ αποθεώνει κάθε καρυδιάς καρύδι.

Χρησιμοποίησα το παράδειγμα των Κατσιμιχαίων επειδή με την καλλιτεχνική τους συμπεριφορά και στάση ζωής γέννησαν και καθόρισαν αντίστοιχα τη μυθολογία του έργου τους, επειδή αντικείμενο της τέχνης τους δεν υπήρξε ο εαυτός τους, αλλά τα δημιουργήματα τους, επειδή τόλμησαν να βουτήξουν σε βαθειά νερά, να αναμετρηθούν με εκείνα τα καθόλου αυτονόητα ερωτήματα που καλείται να διαχειριστεί η μεγάλη Τέχνη. Κι ο κεντρικός, ουσιαστικός συνομιλητής τους (σ' όλη τη διάρκεια της σύντομης αλλά πυκνής ζωής του) υπήρξε ο σπαρακτικά χαμένος, ανήσυχος, ευαίσθητος, ευάλωτος, φωτισμένος αναγνώστης του καιρού του (και του καιρού μας) Παύλος Σιδηρόπουλος. Ο Παύλος εξίσου δεν επιδίωξε ποτέ την προβολή, την αναγνώριση, την αποδοχή ερήμην του έργου του. Ήθελε ο εαυτός του να σβήνει, να ενσωματώνεται στην καλλιτεχνική του δράση επί σκηνής (όντας ο σπουδαιότερος περφόρμερ του ελληνικού ηλεκτρικού τραγουδιού, εφάμιλλος κι ίσως ανώτερος πολλών πολυδιαφημισμένων ξένων συνομηλίκων του) όσο και τη στιγμή που έγραφε ένα τραγούδι ή ένα στίχο ή και τα δυο ταυτόχρονα. Υπάρχουν αποκαλυπτικές αναλογίες και υποδόριες συνδέσεις των τραγουδιών των Κατσιμιχαίων με τα δικά του, υπάρχει το ίδιο κόκκινο φεγγάρι, η ηχώ του Ρεμπώ και των Beat ποιητών, ο Όμηρος, ο Σεφέρης, ο Καρούζος, ο Σαχτούρης, ο Εμπειρίκος, είναι τα μάτια τους wide shut (με τον τρόπο του Κιούμπρικ) -είναι η δημιουργική διαδρομή κι η υπαρκτική περιπέτεια των Κατσιμιχαίων που συμπίπτουν με το δικό του φρενήρες ταξίδι, γι' αυτό συνδέω έργα και πρόσωπα, γι' αυτό διακινδυνεύω προβλέψεις κι επισημαίνω αναλογίες κοινωνικής αντιμετώπισης του έργου τους. Πάντως ο Χάρης κι ο Πάνος αφιέρωσαν στη μνήμη του Παύλου Σιδηρόπουλου ένα συγκλονιστικό τραγούδι (Η μοναξιά του σχοινοβάτη) -ένα τραγούδι στο οποίο εξομολογούνται σπαρακτικά πόσο αδερφές ψυχές του αισθάνθηκαν και δηλώνουν την προσδοκία της ηθικής αποδοχής («.Θα περιμένω άλλες μέρες...») ενός έργου που προηγήθηκε της εποχής που το γέννησε (και το φιλοξένησε πολλές φορές ενοχλημένη κι αμήχανη). Όσο για μένα, μου αρέσει να φαντάζομαι πως, αν ζούσε ο Παύλος, θα έπαιζαν και θα τραγουδούσε μαζί με τα «Παιδιά», θα έγραφαν από κοινού οι τρεις τραγούδια.

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος ήταν διαβασμένος πολύ και σοβαρά. Δεν ήταν απλά ένα παιδί του ενστίκτου. Λαϊκός υπήρξε με τη τιμητική σημασία του όρου, από επιλογή, από αισθητική κι αισθηματική ανάδραση, γι' αυτό αγάπησε και διάλεξε τη ροκ μουσική. Η ροκ για τον Παύλο ήταν εργαλείο ανατροπής, όσο σύνθεσης ήτανε δρόμος και τρόπος αποκατάστασης της τραυματισμένης του σχέσης με το ελλαδικό μουσικό τοπίο. Ο Σιδηρόπουλος λάτρευε τα ρεμπέτικα, το λαϊκό τραγούδι, τους ειλικρινείς ήρωες των απλών, καθημερινών ανθρώπων, που μπορούσαν να υψωθούν σε βάρδους εκφραστές της ψυχής ενός λαού ολόκληρου: Μου μιλούσε για τον Τσιτσάνη και τον Μάντι Γουώτερς, το Βαμβακάρη και το Γουίλι Ντίξον, τον Δελιά και τον Ρόμπερτ Τζόνσον. Ο Σιδηρόπουλος μισούσε την ψευτιά του «λαϊκού», τα τσαλαπατημένα λουλούδια και τα σπασμένα πιάτα, το ναρκισσεμένο φασισμό της παρεξηγημένης χρήσης ενός αθώου οργάνου που φορτώθηκε προκλητικά νεοπλουτίστικα αντανακλαστικά -αγαπούσε το μπουζούκι, γι' αυτό μισούσε το φράκο που με το στανιό του φόρεσε η «αισθητική» της χούντας των απριλιανών του '67. Όταν ηχογραφούσε με τον Στέλιο Βαμβακάρη τη «Φαντασία στην εξουσία» (μουσικές του Στέλιου και λόγια του Πάνου Ηλιόπουλου) μου εξομολογήθηκε (υπήρξα ηχολήπτης και πιανίστας της δουλειάς) αυτό που κι εγώ κι όλοι της γενιάς μου είχαν ζήσει στο πετσί τους εξαιτίας της δικτατορίας: Μας πήρε καιρό πολύ να συμφιλιωθούμε δημιουργικά με τα μπουζούκια και τα κλαρίνα, ακριβώς επειδή τ' αγαπούσαμε βαθειά και δώσαμε μάχη να σβήσει από τ' αυτιά και την ψυχή μας η ηχώ τους στο ραδιόφωνο κάθε που βγαίνανε τα τανκς στους δρόμους ή 'μπαίναν οι φασίστες στα πασχαλινά στρατόπεδα. Ο Παύλος πολλές φορές στο στούντιο μου εξομολογήθηκε το μεγάλο του όνειρο, ένα τραγούδι μ' έναν ήχο ηλεκτρικό, ηλεκτρισμένο και λαϊκό, ένα γιορταστικό ανακάτεμα της ροκ εκστατικής βαβούρας με τον αριστοκρατικό νταλγκά των τελιών του ρεμπέτικου.

Θαύμαζε και ζήλευε τρυφερά τον άλλο ροκά, το παιδί των Ζηλωτών (σπουδαία σαλονικώτικη ροκ μπάντα των αρχών του εβδομήντα), το Νίκο Παπάζογλου με το «μικτό και νόμιμο είδος» του, τη δική του εκδοχή για ένα τραγούδι λαϊκό κι ηλεκτρικό μαζί. Έτσι άλλωστε γνώρισα τον Παύλο, στη Βαρκελώνη, στη Μπιενάλε του 1985. Εγώ έπαιζα με την Ταχεία Θεσσαλονίκης του Παπάζογλου (unplugged, με Σταρόβα στην κιθάρα, Λιόλιο στο μπουζούκι και Γκέτη στα κρουστά) κι εκείνος είχε φέρει στην Καταλωνία τη μπάντα του, τους τρομερούς Απροσάρμοστους (Γαλανάκης και Πετρίδης στις ηλεκτρικές κιθάρες, Δαρίβας στα τύμπανα, Γκέκας στα πλήκτρα, Αράπης στο μπάσο). Ήρθανε στη συναυλία μας. Ο Παύλος μετά από μερικά τραγούδια ανέβηκε κι έπαιξε κρουστά μαζί μας ως το τέλος. Πριν την εμφάνισή μας, στο ίδιο κλάμπ έπαιξαν ο Μπάντι Γκάϊ κι ο Τζούνιορ Γουέλς, δύο μπλουζίστες θρύλοι. Μεγάλες στιγμές -ο Παύλος να πειράζει τον Παπάζογλου «Καλά, ποιος είσαι και παίζεις μετά από αυτά τα θηρία;»- ο Νίκος να γελάει και να του λέει «Εδώ δεν είν' Ελλάδα, εδώ ξέρουν να σέβονται τους αληθινούς ροκάδες» κι ύστερα να λέει στο Σταρόβα «Δημητράκη, αν πεις στο Ζάϊκο (Blues Wire, έπαιζε τότε ο Σταρόβας μαζί τους) πως σου ανοίξανε τη συναυλία ο Μπάντι Γκάϊ κι οΤζούνιορ Γουέλς, θα του φύγει η ψυχή, αν σε πιστέψει!». Πήγαμε κι εμείς στην παράσταση του Παύλου και των Απροσάρμοστων, σ' ένα ροκ κλάμπ, γεμάτο όμορφα κορίτσια και θυμωμένα αγόρια. Ηλεκτρικός χαμός, βεγγαλικά να σκάνε απ' τους ενισχυτές κι ο Παύλος όπως τον θυμόμουνα, να πετάει, σαμάνος και ζογκλέρ. Λέω «όπως τον θυμόμουνα», γιατί τον είχα πρωτοδεί στις Σέρρες, μαθητής Λυκείου, λίγο μετά την Μεταπολίτευση. Περιόδευε με το Γιάννη Μαρκόπουλο, ήταν ο τελάλης στο «Θεσσαλικό κύκλο». Βγήκε τραγουδώντας «Ακούστε τα μαντάτα, ακούστε χωριανοί....» κι η σκηνή άναψε. Φορούσε ένα μονόπετρο στο χέρι, το μαλλί ξανθό, μπητλίστικο, μπλουτζήν και πουκάμισο ψυχεδέλεια. Έμεινα. Οι ροκ σταρ των βινυλίων που έλιωνα νύχτα μέρα, ενσαρκώθηκαν μπρος στα έκθαμβα μάτια μου. Όταν του το είπα, σε μια συζήτηση ως το ξημέρωμα στο λόμπυ του ξενοδοχείου στη Βαρκελώνη, γέλασε. «Μα θυμάσαι το μονόπετρο;» «Το μονόπετρο κι όλα τ' άλλα, και πολλά αργότερα» «Όπως;» «Όπως στην Πάτρα, αρχές του ογδόντα, που κάποιος πέταξε αυγά στον Πορτοκάλογλου και τους Φατμέ». Είχε προσβληθεί το ορθόδοξο φρικιό επειδή ο Νίκος τραγουδούσε... ελληνικά!
Μεγάλη ασθένεια αυτή η παρεξήγηση (λυμένη εδώ και καιρό- βοήθησε σ' αυτό πολύ κι ο Παύλος), πως δεν ταιριάζει, λέει, η ροκ με τα λόγια τα ελληνικά, δεν «πάει» η ελληνική γλώσσα με το ηλεκτρικό τραγούδι. Ο Παύλος λοιπόν, εκείνο το βράδυ στην Πάτρα, στάθηκε μόνος του απέναντι στο κοινό της εποχής (που μόνο όποιος το έζησε μπορεί να μαρτυρήσει πόσο βίαιο, απρόβλεπτο, οργισμένο αλλά και τρυφερό στην ανιδιοτελή ερωτική του σχέση με τη μουσική υπήρξε) και δεν χαρίστηκε: Θύμωσε, έβρισε, αποπήρε, υπερασπίστηκε την ελληνική γλώσσα, ειρωνεύτηκε τους ξενομανείς «κολλημένους», μίλησε για τους ποιητές μας, για την ανάγκη να γράφουμε ηλεκτρικά τραγουδώντας ελληνικά. Φορούσε ένα δερμάτινο παντελόνι, είχε βάλει τα χέρια στη μέση κι έλεγε, έλεγε... Κανείς δεν τόλμησε ν' αντιμιλήσει, κανείς δε βρέθηκε να ψελλίσει κάποιο αντίθετο επιχείρημα. Σιωπή μόνο κι ύστερα «Ροκ εντ ρολ στο κρεβάτι». Ήταν κι εκείνη η βραδιά στη Σελήνη, στη Θεσσαλονίκη. Τα ηχεία πήραν φωτιά (κυριολεκτικά), ο Παύλος το χαβά του. Τον άρπαξε ο Γκέκας πριν το φλεγόμενο μεγάφωνο πέσει στο κεφάλι του. Ήρεμος εκείνος, πήρε μια κιθάρα ακουστική, κάθισε σ' ένα τραπέζι και συνέχισε τη συναυλία τραγουδώντας χωρίς μικρόφωνο. Φύγαμε ήσυχοι, γαληνεμένοι.

Ήτανε και το Ροντέο, το Κύτταρο, το Μετρό λίγο πριν το χαμό του. Ο Παύλος ποτέ δεν δίστασε να γίνει κομμάτια στη σκηνή, να παραδοθεί στην οδύνη της τελετής που υπαγόρευε, που απαιτούσε η τέχνη του. Λες κι είχε κάνει τάμα, έπρεπε κάθε φορά να καταδυθεί στο συμβολικό υπόγειο των παθών για να υψωθεί υγιής, ανάλαφρος, αναστημένος. Πίστευε ολόψυχα στη θεραπευτική μαγεία της τελετής γύρω απ' τη φωτιά των ενισχυτών και των τυμπάνων. Και τα παιδιά «με τα μαύρα ρούχα» (καταπώς λέει το τραγούδι των Κατσιμιχαίων), μοιράστηκαν μαζί του όλο το φόβο και τη θλίψη τους, τα πιο βαθειά τους μυστικά, τις πιο σκληρές αλήθειες. Κι ήταν απέραντο το πέλαγος του πόνου τους, τόσο αδυσώπητο που ο λαμπερός τελετάρχης αρρώστησε, πήρε το σκοτάδι πάνω του, εξαγνίζοντας το κακό, γιατρεύοντας τον καημό των ακροατών του. Αρρώστησε και μπήκε στην εξάρτηση. Δεν αγαπούσε τις ουσίες, οδηγήθηκε στη διεστραμμένη «θεραπευτική» τους δυναμική από τους ίδιους λόγους που έχουν στείλει εκεί (κι από εκεί στο στόμα του θανάτου) πάρα πολλούς σημαντικούς ανθρώπους, μονάκριβους, πολύτιμους, αναντικατάστατους. Αλλοίμονο, εκείνος που κοιτάει την κόλαση κατάματα, ο ταγμένος, ο ξεχωριστός, ο προορισμένος να θεραπεύει τους ομοίους του με το μεγάλο της τέχνης του το ξόρκι, πληρώνει τίμημα βαρύ - κάθε στιγμή κινδυνεύει να πέσει στου θηρίου το ματωμένο στόμα, βιώνοντας αποστροφή αντί για κατανόηση, αποκλεισμό αντί για συμπάθεια περιχωρητική. Κι όταν, εντέλει, το αθώο υποψήφιο Θύμα νικηθεί κι οδηγηθεί στην απώλεια, μετατρέπεται (τί φρίκη) σε Μύθο, σε Μόρισον, Τζόπλιν, Χέντριξ, Κομπέϊν. Post mortem το αδηφάγο σύστημα μεταπώλησης αξιών στήνει το Μεγάλο Παζάρι, τη μεγάλη ξεφτίλα, τον τελειωτικό ευνουχισμό. Ευτυχώς, ο Παύλος απόφυγε σ' ένα σημαντικό βαθμό τη γελοιότητα μιας «δικαίωσης» που θα ευνούχιζε και θα ακύρωνε όλους τους λόγους για τους οποίους είχε δώσει τη μεγάλη μάχη ζωντανός.

Όμως, όμως... Ποιος στ' αλήθεια τιμά τη μνήμη του, ποιος θυμάται σήμερα τον Παύλο Σιδηρόπουλο; Όχι τον Παύλο «Πρίγκιπα», είδωλο, φωτογραφία, στάμπα σε μπλουζάκι, cd με «τις επιτυχίες του». Μιλώ για τον Παύλο τον τραγουδοποιό που, πρώτη φορά μετά τους ρεμπέτες, διαχειρίστηκε θέματα ταμπού: Εξάρτηση, ναρκωτικά, ερωτισμός, αναρχία, κοινωνικός αποκλεισμός, ταμπού, φετίχ, μαύρη λογοτεχνία. Μιλώ για τον Παύλο τον περφόρμερ της σωματικότητας, της σεξουαλικότητας, τον Παύλο που ειρωνεύτηκε αγαπητικά, αριστοφανικά κι αριστοτεχνικά ακόμα και το Μίκη Θεοδωράκη, τον Παύλο που λοιδόρησε τον αποβλακωμένο, χωρίς κριτική σκέψη, κομματικό νεολαίο - όμως εξίσου επαίνεσε το συνειδητό πολίτη (κι ιδιαίτερα τον αριστερό πολίτη), τον Παύλο που μαζί με τη Σπυριδούλα δημιούργησε το μεγάλο rock'n roll anthem της ελληνικής δισκογραφίας «Μπάμπης ο φλού» (μαζί με το «Οπωρολαχανικά ο Μήτσος» του Δημήτρη Πουλικάκου), τον Παύλο που πήρε κατόπι το ιδιοφυές προφητικό χνάρι του Διονύση Σαββόπουλου («Μπάλος», «Περιβόλι του τρελού», «Βρώμικο ψωμί») κι έστησε με νύχια και με δόντια στο τραυματικό μεταπολιτευτικό τοπίο της ελληνικής μουσικής ένα λαϊκό ροκ οικοδόμημα, ελληνικό και διεθνές, νεανικό κι ενήλικο, με τα τραγούδια του αλλά κυρίως με τη συμπεριφορά του επι σκηνής, στο σανίδι και στην εκκλησία του δήμου. Κάηκε για να σώσει, έλιωσε για να φωτίσει, έζησε και πέθανε μέσα στο άλγος και την παρηγορία μιας πνευματικότητας που αναιρούσε και ξαναγεννούσε τον εαυτό της ασθματικά, ώρα την ώρα, μέρα τη μέρα, στιγμή τη στιγμή. Και το «Ροκ εντ Ρολ στο κρεβάτι» (ανάμεσα στα πολλά τρυφερά κι οργισμένα λαμπρά του τραγούδια) θα μείνει αριστούργημα αθωότητας, παρακαταθήκη ερωτισμού κι ελπίδας, αντίδοτο στις ενοχές και τα βαρίδια που φορτώνει στους νέους ανθρώπους κάθε ηλικίας κι εποχής η «κοινωνία η ένοχη, η παλιοκοινωνία». Ο Παύλος, ο ροκ Καζαντζίδης μας, το λουλούδι το σωστό, με τα ακμαία αγκάθια του και το μονάκριβο άρωμα.

Tραγούδι: Πές μου κάτι - Παύλος Σιδηρόπουλος
Ακούστε...
Διάρκεια: 04:07 - (963KB)
Στίχοι/Μουσική: Παύλος Σιδηρόπουλος

 




Παύλος Σιδηρόπουλος
Είκοσι χρόνια μετά...
Απροσάρμοστοι
Συνέντευξη
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Γιώργου Ανδρέου
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Οδυσσέα Ιωάννου
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Κώστα Λειβαδά
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Διογένη Δασκάλου
Οι φίλοιiμουiσαλτάρουνε...
Του Μπάμπη Ξαρχάκου
Δισκογραφία Βιογραφικό

Άνοιξε τον δρόμο με τα χέρια...
Του Οδυσσέα Ιωάννου

Νομίζω ήταν χειμώνας 1986. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος εμφανιζόταν στο Ροντέο και είχα πάει να κάνω ρεπορτάζ για λογαριασμό του περιοδικού «Μουσική». Ήμουν 18 χρονών, με υποδέχτηκε στο καμαρίνι, κουβεντιάσαμε αρκετή ώρα, τα είπαμε λιγάκι και στο τέλος, είχε μπαταρισμένο το χέρι του, τον ρώτησα τι έπαθε και μου είπε πως το πλάκωσε στον ύπνο του... Πήγα αρκετές φορές, ανταλλάξαμε τηλέφωνα, δεν τον πήρα ποτέ, εκείνος με έπαιρνε που και που. Τελευταία φορά μου τηλεφώνησε λίγους μήνες πριν φύγει, να με ρωτήσει αν ήξερα τι τιμές έπαιζαν στις συναυλίες στην επαρχία, γιατί τον είχαν προσκαλέσει σε μία πόλη και δεν ήξερε τι χρήματα να ζητήσει.
Την ημέρα που πέθανε αφιέρωσα ολόκληρη την εκπομπή μου (στον 902 Αριστερά στα FM) στα τραγούδια του. Κάποια στιγμή με ειδοποίησαν από το τηλεφωνικό κέντρο πως ήθελε να μου μιλήσει κάποιος από την οικογένεια του Παύλου. Τρόμαξα, πίστεψα πως είχα πει κάτι που δεν έπρεπε. Ήταν ο Θανάσης, ο άντρας της αδερφής του Παύλου, Μελίνας. «Είμαστε σπίτι όλοι μαζί και σε ακούμε». Νομίζω μου ανέφερε πως ήταν εκεί και το φέρετρο του Παύλου. Δεν θα ξεχάσω την ημέρα. Του Αγίου Νικολάου.
Ο Σιδηρόπουλος τα είχε όλα. Η καταγωγή του ζηλευτή. Δισέγγονος του Ζορμπά και ανιψιός της Έλλης Αλεξίου. Ο δικός του δρόμος επίσης ζηλευτός, ακόμη κι αν αυτός περιείχε και την αυτοκαταστροφικότητα. Αν την αφαιρέσουμε θα μιλάμε για άλλον άνθρωπο, δεν έχει νόημα. Απενοχοποίησε τη χρήση της ελληνικής γλώσσας στο rock -στο δικό του rock n roll ιδίωμα- μίλησε τόσο ακαριαία και ευθύβολα για τη ζωή του που εξέφρασε ακόμη και τις ζωές όσων δεν είχαν κανένα κοινό στοιχείο με την δική του. Μονίμως εμπύρετος στη σκηνή, μία εύφλεκτη φιγούρα που στο τέλος έμενε αποκαΐδι.
Και ήταν και όμορφος. Μην το υποτιμάς. Όταν στις μαθητικές μας σάκες είχαμε την φωτογραφία του Jim Morrison, το πρόσωπο του Παύλου ήταν το αμέσως κοντινότερο, και ήταν δίπλα μας, ζούσε στην πόλη μας.
Ακόμη και στα πολύ καλά τραγούδια του Γιάννη Μαρκόπουλου που τραγούδησε και τα οποία δεν είχαν άμεση σχέση ούτε με το αίσθημα ούτε με την ποιητική του, εκείνος τα έκανε να έχουν, ακριβώς επειδή είχε δυναμική και χαρακτήρα ως ερμηνευτής.
Η Ιστορία έχει γραφτεί και λέει πως ο Παύλος Σιδηρόπουλος ήταν ένας αυτόφωτος δημιουργός, άνοιξε έναν δρόμο με τα ίδια του τα χέρια, χωρίς εργαλεία, και έπεσε με τα μούτρα επάνω σε έναν τοίχο που δεν μπορούσε να αποφύγει. Δεν είναι ήρωας γι' αυτό. Αλλά για τα υπόλοιπα, το πλησίασε...

 




Παύλος Σιδηρόπουλος
Είκοσι χρόνια μετά...
Απροσάρμοστοι
Συνέντευξη
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Γιώργου Ανδρέου
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Οδυσσέα Ιωάννου
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Κώστα Λειβαδά
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Διογένη Δασκάλου
Οι φίλοιiμουiσαλτάρουνε...
Του Μπάμπη Ξαρχάκου
Δισκογραφία Βιογραφικό

Η λάμψη του δεν τον εγκατέλειψε ποτέ...
Του Κώστα Λειβαδά

«Φυσική λάμψη που σου τραβούσε το βλέμμα αμέσως, ακόμη και αν δεν ήξερες ποιος είναι. Τώρα που το σκέφτομαι, δε νομίζω να πέρασε πουθενά στη ζωή του απαρατήρητος αυτός ο άνθρωπος. Λάμψη, όχι αστεία»

Είδα τον Σιδηρόπουλο στη Δροσοπούλου. Στ' αλήθεια! Μεγάλωσα Κεφαλληνίας και Πατησίων, Κεφαλληνίας 53, απέναντι από το Au Revoir, το θρυλικό μπαρ που ευτυχώς υπάρχει ακόμη. Περνάς απέναντι τη Πατησίων, βρίσκεις μπροστά σου το ανθοπωλείο «Μαμάης» -υπάρχει ακόμη και αυτό- και λίγα νούμερα πιο κάτω το 53, σχεδόν στο ύψος της εισόδου της στοάς Μπρόντγουει, που τόσες δόξες γνώρισε σε εκείνη την άλλη Αθήνα, η οποία άλλαξε πρόσωπο οριστικά μετά το 1990. Το 1979 τα σχολεία ήταν ακόμη ανοιχτά και τα Σάββατα και περίμενα το σχολικό λεωφορείο πάντα εκεί μπροστά στου «Μαμάη». Όλα τα παραπάνω μέχρι το 1986. Μετά, Γυμνάσιο-Λύκειο πήγα στο 19ο, Αχαρνών και Αγίου Μελετίου. Εκεί πια, τέρμα τα σχολικά και οι συνοδοί και ζήτω ο ποδαρόδρομος. Στη Δροσοπούλου, στρίβοντας από τη Κεφαλληνίας προς Φωκίωνος ήταν ένα από τα πέντε-έξι (μεγάλο σκορ!) δισκάδικα της περιοχής, όπου περιοχή με τη στενή έννοια γύρω στα τρία με τέσσερα οικοδομικά τετράγωνα. Εκεί λοιπόν με το που έστριβες, στην είσοδο της πολυκατοικίας ακριβώς πριν το δισκάδικο, είδα το Σιδηρόπουλο πρώτη φορά, γύρω στα 1984, δε παίρνω όρκο.
Ο αδελφός μου εφτά χρόνια μεγαλύτερος, με σκούντηξε με τρόπο: «να ρε, αυτός είναι ο Σιδηρόπουλος!». Μια απίστευτα στιλάτη φιγούρα, ενός αντικειμενικά πολύ ωραίου άντρα -εκ των υστέρων προσθέτω στη περιγραφή μου και το μπλαζέ περπάτημα-, ντυμένου ρόκερ μεν αλλά πολύ μοδάτα, με τη κλασική έννοια. Ο δικός μας Τζάγκερ, ένας «κούκλος» για τα κορίτσια της Πατησίων. Τα χρώματα, ακόμη και το συγκεκριμένο φουλάρι, έπαιζαν κάποιο ρόλο επάνω του. Τόνιζαν αυτό το πολύ καθαρό πρόσωπο, σχεδόν εφηβικό, και ενίσχυαν τη πολύ φωτεινή αύρα που υπήρχε γύρω του. Φυσική λάμψη που σου τραβούσε το βλέμμα αμέσως, ακόμη και αν δεν ήξερες ποιος είναι. Τώρα που το σκέφτομαι, δε νομίζω να πέρασε πουθενά στη ζωή του απαρατήρητος αυτός ο άνθρωπος. Λάμψη, όχι αστεία. Αυτή η πρώτη του εικόνα, με το καφέ δερμάτινο ημίπαλτο, είναι αυτή που ζωγραφίζεται μέχρι σήμερα μπροστά στα μάτια μου κάθε φορά που βλέπω ή ακούω το όνομά του. Η δε λάμψη του, τα χρόνια που ακολούθησαν, όσες φορές τον είδα ζωντανά -ακόμη και τη περίοδο που ήταν σε κακή κατάσταση με δεμένο χέρι στη σκηνή- δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Μιλάω για τη σκηνή πάντα, και απ' όσα είδα ως έφηβος φαν.

Μετά το 1987 άρχισαν αν θυμάμαι καλά τα και εμπορικότερα χρόνια του. Η φήμη του εξαπλωνόταν διαρκώς, ο σεβασμός γύρω από το πρόσωπό του αυξανόταν και ξέφευγε από τα όρια των Εξαρχείων, της Κυψέλης και της πιστής μειοψηφίας του ηλεκτρικού τραγουδιού της Ελλάδας. Όμως, από το «Δάμωνα και Φιντία» το ντουέτο του με τον αείμνηστο Παντελή Δεληγιαννίδη και τις συνεργασίες του με το Γιάννη Μαρκόπουλο, μέχρι τα τελευταία χρόνια στο «Ροντέο» και στο «Αν» η απόσταση ήταν μεγάλη, το ταξίδι πλούσιο και η καλλιτεχνική του ωριμότητα στο ζενίθ της. Η χημεία με το δικό του γκρουπ, τους «Απροσάρμοστους», απλά αξεπέραστη: ο πιο χαρισματικός Έλληνας ηλεκτρικός περφόρμερ, με το πιο γερό πάτημα στη σκηνή που έχω δει μέχρι σήμερα, πλαισιωμένος από ένα γκρουπ φωτιά και λάβρα, το οποίο πυροβολούσε στο πλάι του αδιακρίτως, συμπληρώνοντας τις ευρηματικές του φράσεις, κρατώντας πάντα το τέμπο σαν ξυράφι, «καβάλα στ' άλογο», όπως λέμε. Rock n' roll και Φανκ, στο σταυρό. Πραγματικά έχοντας τη μεγάλη τύχη, τη συναστρία, να συνδεθώ αργότερα (που να το φανταζόμουν;) με αυτούς τους μουσικούς, αυτή η «γκρούβα», η πολυρρυθμία που πετύχαιναν οι Απροσάρμοστοι με ένα σώμα μια ψυχή, παραμένει ακόμη μοναδικό παράδειγμα στα αυτιά μου σε ένα ελληνικό ηλεκτρικό τραγούδι που πάντα χώλαινε σε αυτό το τομέα. Ιδιαίτερα η επαφή μου με τον Οδυσσέα Γαλανάκη και τον Αλέκο Αράπη, με τους οποίους βρέθηκα σε πλήθος ηχογραφήσεων και live από το 1997 ως το 2002 και τους «χρωστάω», με βοήθησε να διαπιστώσω αυτό που πάντα σκεφτόμουν: Ότι δηλαδή οι Απροσάρμοστοι, συνολικά θα πρέπει να ήταν ουσιαστικοί συνδημιουργοί, με τα στιχουργήματα και την ενορχηστρωτική φαντασία τους σε πολλά από τα επιτεύγματα του Παύλου.
Για όλους αυτούς τους λόγους όποτε δίνουν παραστάσεις το πλήθος συρρέει αλλά και για κάτι ακόμη πιο σημαντικό: τη μετρημένη στάση τους σε όλα εμφανέστατη μέσα από τις συναυλίες-μνημόσυνα κάθε χρόνο στην επέτειο του θανάτου του Παύλου, με την οποία προστάτευσαν και τίμησαν και το έργο του leader τους αλλά και τη δική τους συνέχεια. Οι Απροσάρμοστοι, που είχαν δυο ακόμα βαρύτατες απώλειες τα τελευταία χρόνια: Τον Βασίλη Πετρίδη, ιδρυτικό κορυφαίο μέλος του γκρουπ, -τον Έλληνα Κιθ Ρίτσαρντς κατά πολλούς-, και τον αγαπημένο μου all time ρυθμικό κιθαρίστα, καθώς και τον Λουκά Γκέκα, σεμινάριο και αυτός για το πώς παίζεται το πιάνο στα Rock n' roll ιδιώματα, πως γεμίζεις τον ήχο χωρίς να τον λασπώνεις. Αιωνία τους η μνήμη.

Ο αδελφός μου που ανήκε στους fans του αγγλόφωνου ελληνικού ηλεκτρικού τραγουδιού -και είναι χαρακτηριστικό αυτό- μου έλεγε από τότε πως στη παρέα του όλοι βγάζανε το καπέλο στο Παύλο. Για τον Παύλο, δεν υπήρχαν τα γνωστά, μίζερα «ναι μεν, αλλά» των κολλημένων «αγγλάκηδων». Ο Παύλος ο Πρίγκιπας, όπως Elvis The King ή Jerry the Killer, ο Παύλος ο ερμηνευτής με το απίστευτο μέτρο του μακριά από υπερβολές, ο θαυμάσιος εκτελεστής διασκευών (άκου το «Street Fighting Man» και θα καταλάβεις), ο διανοούμενος (δισέγγονος του Ζορμπά αλλά και ανιψιός της Έλλης Αλεξίου, εντάξει; Φυσικομαθηματικός και λάτρης της ποίησης, συνδυασμός που σκοτώνει). Ο ανεπανάληπτος περφόρμερ που ήξερε να σκοτώνει το μεγάλο του Εγώ, να πεθαίνει στη σκηνή δηλαδή όπως όλοι οι «μεγάλοι», ο Παύλος ο γητευτής που άφηνε τις γκόμενες ξερές να τον κοιτάζουν, ο Παύλος του «Φλου» με τη Σπυριδούλα, τον δίσκου-ευαγγέλιο που ακόμη ωθεί πιτσιρικάδες μα πιάσουν τη κιθάρα στα χέρια τους και να φτιάξουν το δικό τους γκρουπ, ο Παύλος με τα μοναδικά μουσικά του χαρμάνια γεμάτα Rock n' roll, Μπλουζ, Σοουλ και Φανκ ιδιώματα -και πολύ ρεμπέτικο στη βάση- που πάντοτε όμως μύριζαν βροχερές βόλτες στη νυχτερινή Ελλάδα.
Ο Παύλος που αποσυντέθηκε μπροστά στα μάτια του κοινού, δοκιμάζοντας την αντοχή της αγάπης του. Στο μεταξύ η επεισοδιακή του εμφάνιση, η τόσο αβίαστα αντισυμβατική, στα «Κυριακάτικα» μια ζωντανή εκπομπή της Έλενας Ακρίτα και του Δημήτρη Κωνσταντάρα στην ΕΡΤ της εποχής, ήταν για μένα ακόμη μια αποκάλυψη που τάραζε την ανία της εποχής. Τον ξαναείδα πολλές φορές στη γειτονιά, στο δρόμο και για κάποιο λόγο πάντοτε έσκυβα το κεφάλι. Όπως το σκύβω μέχρι σήμερα σε όλα τα παραπάνω και σε αυτά τα δύο καταλυτικά που θα σου πω τώρα: 1ον η περίπτωση του στιχουργού-Σιδηρόπουλου, νομίζω πως ακόμη δεν έχει τονιστεί όσο θα έπρεπε. Δεινός κατασκευαστής εικόνων, λαϊκός και άμεσος, πότε γυμνός και έρημος, πότε θωρακισμένη φονική μηχανή, μαθηματικός και αινιγματικός, αυτοβιογραφικός και ξένος μαζί, διαρκώς υπόγεια πολιτικοποιημένος και είρων, δε σταμάτησε να γράφει διαμάντια κάνοντας απολύτως δικές του τις επιρροές του. Μέσα από αυτά τα διάφορα πρόσωπά του, η αγάπη και η ελπίδα πάντα παρούσες, νιώθω πως παλεύουν να βρουν βήμα και αποδέκτη ακόμη και στις βαθύτερες στιγμές απόγνωσης και αυτοκαταστροφής.
Άγιος και αλήτης σε μια στιχουργία ποιητικής του δρόμου, πέρα όμως από το τόπο και το χρόνο. Με καυστικό κυνικό χιούμορ χωρίς όμως να αστειεύεται ποτέ για το θέμα του. Δοκίμασα να πω ζωντανά πριν από λίγους μήνες, «Την ώρα του Stuff». Λύγισα. Πώς να ξαναπείς μετά από αυτόν αυτό το «Πες μου αν μ' αγάπησες» ή «Αν τον κόπο μου έβλεπες πίσω από κάθε μου φιλί»; Αν με παρακολούθησες μέχρι τώρα άκου και το 2ον. Για να καταλάβει κανείς πόσο σπινθηροβόλος προφήτης και κοφτερό μυαλό υπήρξε αυτός ο μουσικάνθρωπος, σου παραθέτω τα δικά του λόγια απ' τη περιβόητη συνέντευξη του στην ΕΤ2, είκοσι πέντε, και βάλε, χρόνια πριν. Είναι τρομερή η διαύγεια με την οποία ο Παύλος έβλεπε το γήπεδο της εξέλιξης του ελληνικού τραγουδιού και της βιομηχανίας του τις επόμενες τρεις δεκαετίες. Και πόσο πολύ παρεξηγήθηκε αυτή η σκέψη που εκφράζει και η Σχολή που γέννησε. Η μουσική είναι Μία, φίλοι μου, και Αγία, αλλά αυτό δε συμπεριλαμβάνει και τα απομεινάρια από το Τριώδιο. Είναι θέμα Αισθήματος και Αισθητικής.

Τα συμπεράσματα δικά σας και τα λόγια του Παύλου, αυτολεξεί:
«Θα έλεγα αυτό που είπε ο Εγγονόπουλος ή ο Νάνος Βαλαωρίτης, δε θυμάμαι καλά, ότι πια δεν είμαστε Έλληνες αλλά είμαστε σαν Έλληνες, μετά από τη Τουρκία, με αποτέλεσμα να έχουμε πάρα πολύ ανατολική κουλτούρα με τα προϊόντα και τα υποπροϊόντα της τα πολιτιστικά. Παρόλα αυτά όμως η ανατολική αυτή κουλτούρα, όταν συγχωνεύθηκε από εμάς τους Έλληνες, απόκτησε μια ιδιαιτερότητα, και η πεντατονικές κλίμακες οι θρακιώτικες και τα καραγκούνικα και τα νησιώτικα και τα κρητικά, όλα αυτά απόκτησαν μια ιδιαιτερότητα. Τα ρεμπέτικα, τα νεολαϊικά, όλα αυτά έχουν ιδιαιτερότητα. Αυτή είναι η ανατολική κουλτούρα. Δίνω τη δυτική κουλτούρα για ποιο λόγο; Γιατί αυτή τη στιγμή είμαστε κατά 70% με 30%, παίζει αυτό το ποσοστό, περισσότερο Ανατολίτες παρά Δυτικοί. Όταν λοιπόν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, ΜΟΝΑΧΟ ΤΟΥ, έτσι ούτως ώστε ο μεσήλικας να μην ενοχλείτε από την ηλεκτρική κιθάρα, ο νεαρός να μην ενοχλείτε από το μπουζούκι, οι μουσικοί οι ίδιοι, οι μπουζουκτσήδες και αυτό που αντιπροσωπεύουν και ηλεκτρική κιθάρα και αυτό που αντιπροσωπεύει, να μην έχουν στήσει δυο ταμπούρια απέναντι ο ένας από τον άλλον και να μάχονται, αλλά να είναι πια, να υπάρχει, να έχει γίνει πια σαν τρόπος ζωής η χρυσή τομή των δυο κουλτούρων αυτών, δηλαδή εν ολίγης, να έχει έρθει ένα 50-50, μια ισορρόπηση μέσα μας, και μέσα από αυτό το πράγμα να πηγάσει η χρυσή τομή του τραγουδιού της ιδιαιτερότητας που έχουμε στην ανατολική κουλτούρα και της ιδιαιτερότητας που θα αποκτήσουμε στη δυτική κουλτούρα με τα υποπροϊόντα της. Μ' αρέσει το rock n' roll, μ' αρέσει η στιχουργική του, μ' αρέσει αυτά που περνάει στο κόσμο, ε, και γενικά μ' αρέσει ότι είναι προπάντων μουσική για τον άνθρωπο, για τα πάθη του, για το συναίσθημά του και όχι μουσική για τη ψυχρή λογική και προπάντων όχι για την τεχνοκρατία.»

Υ.Γ.: Επιστρέφω στους ίδιους δρόμους στη Κυψέλη συχνά. Μαζί με την οικειότητα, τη χαρά, τη νοσταλγία και το προβληματισμό για την περιοχή, μαζί μου λέω, περπατάει στο μισό μέτρο και μια μελαγχολία. Μελαγχολία, λέξη κλειδί για το σύνολο της αίσθησης που σου αφήνει ο Παύλος μέσα σου. Η αίσθηση να βγεις γρήγορα έξω από το σπίτι, λίγο μετά που έχεις ξυπνήσει και να αναζητήσεις ένα φίλο, να σου πάρει το βάρος. Ένα φίλο. Και πιο πίσω ακόμη, πίσω, ξανά πίσω, η αγάπη που σου έλειψε μικρός, πώς ένιωθες έξι χρονών, πόσο μόνος ένιωθες στα έξι σου, και φανταζόσουν τότε πως θα σε έτρωγε κάποτε τόσο πολύ η μεγάλη ενήλικη μοναξιά στη μεγάλη πόλη που γίνεται ανυπόφορη πληγή;

 




Παύλος Σιδηρόπουλος
Είκοσι χρόνια μετά...
Απροσάρμοστοι
Συνέντευξη
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Γιώργου Ανδρέου
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Οδυσσέα Ιωάννου
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Κώστα Λειβαδά
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Διογένη Δασκάλου
Οι φίλοιiμουiσαλτάρουνε...
Του Μπάμπη Ξαρχάκου
Δισκογραφία Βιογραφικό

Γλίτωσες...
Του Διογένη Δασκάλου

Το Πολυτεχνείο ζει, όπως κι ο Έλβις κι ο Αλέξης και τόσοι άλλοι. Μόνο εσύ, ΓΛΙΤΩΣΕΣ... Άκου με που σου λέω. Δεν έχασες και τίποτε. Δεν είδες βέβαια τους επόμενους Πρωθυπουργούς, τη Νατάσα Θεοδωρίδου να τραγουδάει Θεοδωράκη (ναι, ζει ακόμη) και την παράσταση για τη ζωή σου στο Κ.Θ.Β.Ε. «Rock story» λέγεται και την ανέβασε ο Τσακίρογλου με την Άννα Φόνσου. Ο Τσακίρογλου, αν δεν θυμάσαι, είναι ένας, σαν συμμαθητής του Πέτρου Φυσούν, του Κυριακού, κάτι σαν αυτόν που λέει τον καιρό στον Antenna. Ξέρω ότι τη Φόνσου τη θυμάσαι. Όχι, δεν παίζει το ρόλο της «πρέζας».

Τελεία και παύλα Παύλε. Ακόμη κι αν ζούσες, τώρα σίγουρα θα πέθαινες. Εθελούσια, όπως και τότε. Απλά γλίτωσες λίγη ταλαιπωρία παραπάνω. Ναι, ζει ακόμη και ο Παπακωνσταντίνου. Α! δε σου 'πα ο Βασίλης λέει και κανά δικό σου, που και που, μπας και συγκινηθούμε. Αλλά εμείς τίποτα. Άσε που ληστέψανε την τράπεζα και τι σε νοιάζει εσένα. Δεν είσαι με κανέναν όπως και το απέδειξες. Αλλά και προφήτης. Το 35-40% προτιμούν τον «Κανένα».
Σε γιορτάζουμε φέτος. Για σένα χωρίς εσένα στην καρδιά της κρίσης. Ο «Μπάμπης ο Φλου» έγινε Μπάμπης Βωβός και «το 69» κατέβηκε ανεβαίνοντας συντάξιμα στα 65 για τις γυναίκες.
Πρόεδρος στην Αμερική είναι ένας «soulας» απ' την Motown, Ομπάμα ο Φλου.

Η φτώχεια παίρνει κεφάλια. Όχι όπως τότε που έπαιρνες «τρελά λεφτά!» στο Rodeo και χάριζες με τους κουβάδες την «αγγελόσκονη» στο Μικ Τζάγκερ. Άμα ζούσες σήμερα, στη χειρότερη, θα σ' έκοβε στο talent show ο Θεοφάνους, και στην καλύτερη, θα σου 'κανε πρόταση η Πέγκυ Ζήνα.
Όπως θα 'λεγε κι ο Μπέκετ: «Άργησα να σε ξαναβρώ αλλά σε βρήκα. Πως σε αναγνώρισα; Δεν ξέρω. Και τι μπορεί να σε άλλαξε τόσο; Η ζωή ίσως, ο αγώνας ν' αγαπήσεις, να φας, να ξεφύγεις από τους τιμωρούς. Γλιστράω μέσα σου με την ελπίδα προφανώς να μάθω κάτι. Στα μέρη όμως αυτά δεν έχει ίχνη ή λείψανα, εκ πρώτης όψεως. Αλλά στο τέλος θα τα καταφέρω, να βρω κάποια υπολείμματα από το παρελθόν. Σε πέτυχα μες στην καρδιά της πόλης να κάθεσαι σ' ένα παγκάκι. Είσαι σχεδόν γέρος τώρα. Πώς σε αναγνώρισα; Από τα μάτια ίσως. Όχι, δεν ξέρω πως σε αναγνώρισα, δεν παίρνω πίσω τίποτα. Μπορεί και να μην είσαι αυτός. Δεν έχει σημασία, είσαι δικός μου τώρα. Είσαι άνθρωπος, ακόμα ζωντανός, και γένους εννοείται αρσενικού, ζωντανός μ' εκείνη τη ζωή στα τελευταία της, που μοιάζει με ανάρρωση, αν οι αναμνήσεις μου είναι δικές μου, και που τη γεύεται κανείς σερνάμενος από κοντά στον ήλιο, ή κάτω από τη γη, μες στους διαδρόμους του υπόγειου σιδηρόδρομου και τη μπόχα του πλήθους των ταλαίπωρων που βγάζουν εισιτήρια, κουβαλάνε μπαγκάζια, που τρέχουν απ' την ώρα που γεννήθηκαν για να προλάβουν να είναι στο μέρος που πρέπει την ώρα που πρέπει. Τι άλλο θέλω; Τι καλύτερο θέλω; Ναι, τότε μάλιστα, τότε οι μέρες ήτανε μικρές, και περνάγανε, με το ψάξιμο για λίγη ζεστασιά και τίποτε ψιχία που κάπως να τρώγονται. Και τότε νομίζεις πως έτσι θα πάει ως το τέλος.

Αλλά ξάφνου αρχίζουν όλα πάλι να λυσσομανάνε και να ουρλιάζουνε, χάνεσαι μέσα σε δάση από πανύψηλες φτέρες που δέρνονται γύρω σου, ή σε στριφογυρίζει ο αέρας σε ανεμοδαρμένος ξερότοπους, μέχρι που φτάνεις ν' αναρωτιέσαι μήπως έχεις κιόλας πεθάνει χωρίς να το πάρεις χαμπάρι και είσαι κιόλας στην κόλαση, ή μήπως έχεις ξαναγεννηθεί σε κάποιο άλλο μέρος, ακόμα χειρότερο. Και τότε σου φαίνονται απίστευτα εκείνα τα σύντομα χρόνια, τότε που οι φουρνάρηδες ήταν πολλές φορές καλόβολοι στο τέλος της μέρας, και τα μήλα, πάντα τρελαινόμουν για μήλα, τα έπαιρνες τζάμπα σχεδόν άμα ήξερες πώς να φερθείς, και πού υπήρχε λίγος ήλιος και μια στέγη για όποιον τα χρειάζονταν στ' αλήθεια. Μα εδώ μιλάω για μένα». «Ο Μάλον πεθαίνει» (Σάμουελ Μπέκετ σελ.68-68).
Ο Παύλος μάλλον ζει!

 




Παύλος Σιδηρόπουλος
Είκοσι χρόνια μετά...
Απροσάρμοστοι
Συνέντευξη
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Γιώργου Ανδρέου
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Οδυσσέα Ιωάννου
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Κώστα Λειβαδά
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Διογένη Δασκάλου
Οι φίλοιiμουiσαλτάρουνε...
Του Μπάμπη Ξαρχάκου
Δισκογραφία Βιογραφικό

Oι φίλοι μου σαλτάρουνε...
Του Μπάμπη Ξαρχάκου

Ως χώρα έχουμε λύσει το πρόβλημα των ναρκωτικών. Με την ευθανασία! Πώς αλλιώς να εξηγήσεις την παντελώς αναλγησία του κράτους όταν κόβει τις επιχορηγήσεις στους συλλόγους απεξάρτησης, όταν όχι μόνο δεν προσλαμβάνει νέο προσωπικό στα κέντρα πρόληψης, δεν ανανεώνει και τις συμβάσεις στο ανεπαρκές και προβληματικό(!) υπάρχον, αφού πολλοί "υπάλληλοι" πασάρουνε στη ζούλα τη μεθαδόνη, βγάζοντας το κάτι τις τους(!!). Όταν στα τριτοκοσμικά μας ψυχιατρεία αναλογεί ένας νοσηλευτής για σαράντα ασθενείς. Όταν όλοι πουλάνε και όλοι αγοράζουν γύρω μας. Όταν όλοι εμείς έχουμε σηκώσει παραβάν και δεν τους βλέπουμε, δεν τους ακούμε. Δεν υπάρχουν. Μόνο όταν πέφτει στη πιάτσα η σκάρτη σκόνη και θερίζει τις ψυχές κατά δεκάδες, τότε αναρωτιόμαστε τι έγιναν οι φίλοι μας κι έχουμε μέρες να τους δούμε.

Η ηρωίνη είναι για τη ψυχή μια δεξαμενή στέρησης των αισθήσεων. Επιπλέοντας στη Νεκρή Θάλασσα της μαστούρας, δεν νιώθεις πόνο, τύψεις, ντροπή, λύπη, κατάθλιψη, επιθυμίες. Οι σκέψεις παρασύρονται σαν τα φύκια του ωκεανού και χάνονται σε μια μακρινή, γκρίζα υπνηλία, αδιόρατες, απροσδιόριστες. Το σώμα υποτάσσεται σε έναν κρυογονικό βαθύ ύπνο. Η άτονη καρδιά χτυπάει αδύναμα και η αργή αναπνοή σιγά σιγά καταλήγει σε περιστασιακά φυσήματα. Βαριά παραλυτική νιρβάνα μουδιάζει τα άκρα, και πιο μέσα, πιο βαθιά, γλιστράς προς την αναισθησία, προς την τέλεια και παντοτινή μαστούρα.
Αυτή η χημική άφεση αμαρτιών, πληρώνεται, όπως κι όλα τα άλλα στον κόσμο, με φως. Το πρώτο πράγμα που χάνουν οι ηρωινομανείς είναι το φως στα μάτια τους. Τα μάτια τους είναι χωρίς φως, όπως τα μάτια στα αρχαία αγάλματα. Μετά χάνουν το φως της επιθυμίας. Αργά ή γρήγορα στο τελευταίο στάδιο της ευχαρίστησης από το ναρκωτικό ο ηρωινομανής θα προτιμήσει να απαρνηθεί τη γυναίκα που αγαπάει, παρά να τη βγάλει χωρίς τη δόση. Αργά ή γρήγορα, κάθε χρήστης σκληρών ναρκωτικών γίνεται ένας διάβολος σε εξορία.
Για να μπει κάποιος σε πρόγραμμα απεξάρτησης (μεθαδόνη) πρέπει να περιμένει 5 με 6 χρόνια. Με αποτέλεσμα οκτώ στους δέκα να πεθαίνουν ή να τρελαίνονται.

Και πως είναι η αποτοξίνωση από την ηρωίνη; Θα σου πω. «Σκέψου κάποια στιγμή στη ζωή σου που φοβήθηκες στ' αλήθεια. Κάποιος έρχεται κρυφά από πίσω σου όταν πιστεύεις ότι είσαι μόνος, και φωνάζει δυνατά για να σε τρομάξει. Μια συμμορία σε περικυκλώνει. Πέφτεις από μεγάλο ύψος σε κάποιο όνειρο, ή στέκεσαι στην άκρη ενός γκρεμού. Κάποιος σου κρατάει το κεφάλι κάτω από το νερό και νιώθεις να σου φεύγει η ανάσα και παλεύεις, αγωνίζεσαι με νύχια και με δόντια να βγεις στην επιφάνεια. Χάνεις τον έλεγχο του αυτοκινήτου και βλέπεις έναν τοίχο να έρχεται καταπάνω σου ενώ ουρλιάζεις χωρίς ήχο. Μετά, πρόσθεσέ τα όλα μαζί, όλους αυτούς τους τρομερούς φόβους που σφίγγουν το στήθος, και νιώσε τους όλους μαζί ταυτόχρονα, όλους την ίδια στιγμή, κάθε ώρα, κάθε μέρα. Και σκέψου κάθε πόνο που ένιωσες -το κάψιμο από το καυτό λάδι, το κοφτερό κομμάτι τζαμιού, ένα κόκαλο που σπάει, τα χαλίκια που σε έκοψαν όταν γλίστρησες κι έπεσες πάνω στο δρόμο το χειμώνα, τον πονοκέφαλο, τον πόνο στα αυτιά και τον πονόδοντο. Μετά πρόσθεσέ τα όλα, κάθε ώρα, κάθε μέρα. Μετά σκέψου κάθε αγωνία που έχεις νιώσει. Θυμήσου το θάνατο κάποιου αγαπημένου προσώπου. Θυμήσου την απόρριψη κάποιου ανθρώπου που αγαπάς. Θυμήσου τα συναισθήματα της αποτυχίας και της ντροπής και των απερίγραπτα φοβερών ενοχών. Και πρόσθεσέ τα όλα, όλες τις θλίψεις και όλες τις δυστυχίες που σε μαχαιρώνουν κατάκαρδα, και νιώσε τις όλες ταυτόχρονα, κάθε ώρα και κάθε μέρα. Αυτή είναι η αποτοξίνωση από την ηρωίνη. Είναι σαν να σε γδέρνουν ζωντανό. Η επίθεση της αγωνίας στον απροστάτευτο νου, στο μυαλό, χωρίς τις φυσικές ενδορφίνες, κάνει τους ανθρώπους να παραφρονούν. Κάθε ναρκομανής που κάνει αποτοξίνωση είναι τρελός. Η τρέλα είναι τόσο άγρια και απάνθρωπη που μερικοί δεν καταφέρνουν να βγουν ζωντανοί. Και όσοι τελικά τα καταφέρουν, τους σκοτώνουμε μετά με τα ίδια μας τα χέρια».

Κάθε μέρα που περνάω από τη πλατεία, μετράω τις απουσίες. O Nίκος, ο Σάββας, η Όλγα, ο Παύλος... Κάθε βράδυ στον ύπνο μου μετράω τα τρυπήματα στη καρδιά μου. Έχω θυμώσει και φωνάζω: Κουφάλες σταματήστε να σκοτώνετε τα παιδιά μας.

Τραγούδι: Ο Μπάμπης ο Φλου - Παύλος Σιδηρόπουλος
Ακούστε...
Διάρκεια: 03:37 - (1.061KB)
Στίχοι/Μουσική: Παύλος Σιδηρόπουλος

 





 




Παύλος Σιδηρόπουλος
Είκοσι χρόνια μετά...
Απροσάρμοστοι
Συνέντευξη
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Γιώργου Ανδρέου
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Οδυσσέα Ιωάννου
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Κώστα Λειβαδά
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Διογένη Δασκάλου
Οι φίλοιiμουiσαλτάρουνε...
Του Μπάμπη Ξαρχάκου
Δισκογραφία Βιογραφικό

Δισκογραφία

Προσωπική
1. Φλου 1978 ΕΜΙ HARVEST
2. Εν λευκώ 1982 ΕΜΙ
3. Zorba the freak 1985 ΕΜΙ
4. Χωρίς μακιγιάζ 1989 Ζωντανή ηχογράφηση MBI
5. Άντε και καλή τύχη μάγκες 1991 ΕΜΙ
6. Τα μπλουζ του πρίγκιπα 1992 MBI
7. Εν αρχή ην ο λόγος 1994 Έβδομη διάσταση.

Συμμετοχές
1. Ζωντανοί στο κύτταρο
(Με τα τραγούδια του "Απογοήτευση" και ο "Γερο Μαθιός" 1971 Zodiac)
2. Θεσσαλικός κύκλος (Μαρκόπουλου) (EMI-COLUMBIA 1975)
3. Ανεξάρτητα (Μαρκόπουλου) (EMI 1975)
4. Οροπέδιο (Μαρκόπουλου) (EMI 1976)
5. Σε άλλη γη (Σταύρος Λογαρίδης) (1980)
Το "Σούπερμαν'' με μουσική και στίχους Σιδηρόπουλου και το "Κάποιος Περνά''
με στίχους Σιδηρόπουλου
6. Νοκ άουτ (Χατζηνάσιου) (Minos) (1986)
7. Τολμηρή επικοινωνία (Μαρκόπουλου) (CBS 1987)
8. Ηλεκτρικός Θησέας (Μαρκόπουλου) (CBS 1987)
9. Η Συναυλία στο Ηρώδειο (Μαρκόπουλου) (PHILIPS 1990)
10. Μαθήματα πατριδογνωσίας (Διάφοροι) (Lyra 1991)
11. Η Φαντασία στην εξουσία (Ρομαντικοί παραβάτες) (7η Διάσταση)
12. Σε δύο δίσκους του Δημήτρη Πουλικάκου.

Συλλογές
1. Παύλος Σιδηρόπουλος (EMI 1987)
2. Παύλος Σιδηρόπουλος (EMI 1993 διπλός)
3. Ο Ασυμβίβαστος και Πέντε Σπάνια τραγούδια (Lyra 1994)
Περιέχει το LP "Ο Ασυμβίβαστος'' και τραγούδια με τους Δάμων και Φιντίας
(3) και τα Μπουρμπούλια(2)
4. Ταξιδεύοντας (7η Διάσταση 1996) Μαζί με το περιοδικό "Ποπ + Rock''
5. Επιτυχίες (ΜΒΙ 1997)
6. Στιγμές (1997) Μαζί με το περιοδικό Δίφωνο.

45άρια
1. Το ξέσπασμα/ Ο κόσμος τους(Δάμων και Φιντίας) (Zodiac 1971)
2. Ο Γερο-Μαθιός (Δάμων και Φιντίας) (Zodiac 1971)
3. Ο Ντάμης ο σκληρός/ Aπογοήτευση (Μπουρμπούλια) (Zodiac 1972).

 




Παύλος Σιδηρόπουλος
Είκοσι χρόνια μετά...
Απροσάρμοστοι
Συνέντευξη
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Γιώργου Ανδρέου
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Οδυσσέα Ιωάννου
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Κώστα Λειβαδά
Παύλος Σιδηρόπουλος
Του Διογένη Δασκάλου
Οι φίλοιiμουiσαλτάρουνε...
Του Μπάμπη Ξαρχάκου
Δισκογραφία Βιογραφικό

Βιογραφικό

Παύλος Σιδηρόπουλος
(1948-1990)


Ο Παύλος Σιδηρόπουλος o σημαντικότερος εκπρόσωπος της Ελληνικής ροκ, ήταν δισέγγονος του Ζορμπά και ανιψιός της Έλλης Αλεξίου. Σε αυτές τις δύο διαφορετικές του ρίζες έβλεπε την αιτία της συνύπαρξης σε αυτόν του rocker και του σκεπτικιστή. Γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου 1948 στην Αθήνα και ως τα επτά του χρόνια έζησε στην Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του είχε έρθει από τον Πόντο και κατέληξε στην Αθήνα όπου άνοιξε εργοστάσιο παραγωγής χαρτιού για φωτογραφίες.
Ξεκίνησε την καριέρα του το 1970 από τη Θεσσαλονίκη όπου είχε πάει για σπουδές στο Μαθηματικό. Εκεί γνωρίζει τον Παντελή Δελληγιαννίδη (κιθαρίστα των Olympians) και φτιάχνουν το ντουέτο «Δάμων και Φιντίας». Κυκλοφορούν το 7" «Το ξέσπασμα/Ο κόσμος τους» και συμμετέχουν με δύο κομμάτια στο δίσκο «Ζωντανοί στο Κύτταρο». Στο Κύτταρο γνωρίζονται και με τα «Μπουρμπούλια» που έπαιζαν με τον Σαββόπουλο. Το ντουέτο ενσωματώνεται με τα «Μπουρμπούλια» και το νέο σχήμα (Παύλος Σιδηρόπουλος φωνή, Παντελής Δελληγιαννίδης, κιθάρα, Νίκος Τσιλογιάννης, ντραμς, Βασίλης Ντάλας, μπάσο) βγάζει ένα 7", το «Ο Ντάμης ο ληστής» λογοκριμένο σε «Ο Ντάμης ο σκληρός». Μαζί είναι από το 1972 έως το 1974.
Με αυτό το σχήμα ο Παύλος Σιδηρόπουλος άρχισε τα πρώτα του πειράματα για να παντρέψει το ροκ με την Ελληνική μουσική. Ο Πάνος Ηλιόπουλος γράφει χαρακτηριστικά στο σημείωμα του δίσκου «Τα μπλουζ του πρίγκιπα». Όμως αν γυρίσουμε αρκετά χρόνια πίσω θα βρούμε τον Παύλο μαζί με τα «Μπουρμπούλια» να δουλεύουν πάνω σε ένα ROCK με εθνικά στοιχεία. Τζαμαρίσματα - με την πλήρη έννοια του όρου - που έπαιρναν την μορφή μιας πολύ Μεγάλης Ελληνικής Μουσικής. Ήταν τότε που ο Νίκος στα τύμπανα και ο Βασίλης στο μπάσο κράταγαν ένα τέμπο που όμοιό του δεν ακούστηκε ποτέ ξανά από Ελληνική μπάντα... Ήταν τότε που στην κιθάρα ήταν ο Παντελής... Ήταν τότε που η φωνή του Παύλου ροκάριζε πάνω στις μουσικές μνήμες της Θράκης, της Ηπείρου και της Σμύρνης... Ήταν τότε που ο Παύλος άρχιζε να φανερώνει όχι μόνο την αγάπη του για την Ελληνική μουσική αλλά και την ΑΠΟΨΗ του. Μια άποψη σοβαρή που ποτέ δεν κατάφερε να παρουσιάσει - όπως αυτός οραματιζόταν - στο κοινό του.
Κάτω από αντίξοες συνθήκες (οι αρχές της δικτατορίας τους χαρακτηρίζουν επικίνδυνους και απόβλητους) το σχήμα διαλύεται και τα «Μπουρμπούλια» ακολουθούν τον Διονύση Σαββόπουλο. Κατόπιν συνεργάστηκε με τον Γιάννη Μαρκόπουλο, ως τραγουδιστής, στα έργα του «Οροπέδιο» και «Θεσσαλικός κύκλος».
Το 1976 μαζί με τους αδερφούς Σπυρόπουλους έφτιαξε το γκρουπ «Σπυριδούλα». Με αυτό το σχήμα δημιούργησε τον σημαντικότερο ίσως δίσκο στην περίεργη ιστορία του Ελληνικού rock το «Φλου». Αξίζει να σημειώσουμε πως για τον δίσκο αυτό ο Παύλος Σιδηρόπουλος δεν υπέγραψε συμβόλαιο αλλά ένα -χαρτί- που έγραφε ότι αποποιείται πάσης οικονομικής απαιτήσεως από τον δίσκο. Η «Σπυριδούλα» υπέγραψε συμβόλαιο εκτελεστού με ποσοστό 4%. Το σχήμα διαλύεται αφήνοντας πίσω του έναν ολοκληρωμένο rock ήχο και μια σειρά συναυλιών.
Το 1979 μαζί με Παπαντίνα, Νέστορα, Τζιμόπουλο (παλιά μέλη Μακεδονομάχων, IDOLS κ.α.) φτιάχνει το σχήμα «Εταιρία Καλλιτεχνών» με αγγλικό στίχο. Το σχήμα αυτό δεν κυκλοφορεί δίσκο. Ένα όμως τραγούδι από αυτήν την περίοδο περιλαμβάνεται στον κατοπινό του δίσκο «Zorba the freak» πρόκειται για το τραγούδι «Clown».
Εκείνη την περίοδο κάνει και την πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο, πρωταγωνιστώντας στην ταινία του Αντρέα Θωμόπουλου «Ο Ασυμβίβαστος» όπου και ερμηνεύει τα τραγούδια του soundtrack. Τον ίδιο καιρό πρωταγωνιστεί και σε μία ακόμη ταινία του Αντρέα Θωμόπουλου με τίτλο «Αλδεβαράν» και με συμπρωταγωνιστή τον Δημήτρη Πουλικάκο, η οποία προβλήθηκε μόνο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Στην μικρή καριέρα του ως ηθοποιού περιλαμβάνεται και μια τηλεοπτική εμφάνιση στο σήριαλ του Κώστα Φέρρη «Οικογένεια Ζαρντή» που προβλήθηκε στην ΕΡΤ-1.
Η συνεχής αλλαγή συνεργατών σταματάει το 1980 όπου ο Παύλος Σιδηρόπουλος καταλήγει σε ένα σχήμα που με λίγες αλλαγές παίζει μαζί του μέχρι το τέλος, τους «ΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΟΥΣ». Μαζί ηχογραφούν μια σειρά σημαντικών δίσκων και με συνεχή παρουσία μέσω ζωντανών εμφανίσεων δημιουργούν τον μύθο ενός πραγματικού Ελληνικού rock συγκροτήματος, μακριά από ερασιτεχνισμούς και μιμητισμούς. Το 1982 κυκλοφορούν το «Εν λευκώ» με αρκετές αναφορές στην εμπειρία του με την ηρωίνη (για άλλη μια φορά αντιμετωπίζει προβλήματα λογοκρισίας. Με τα τραγούδια «Η» και «Ανταργκράουντ με στρας» για προτροπή στη χρήση ναρκωτικών και «Ύστατη στιγμή» για προσβολή της δημοσίας αιδούς).
Το 1985 κυκλοφορούν το «Zorba the freak» ένα δίσκο μπολιασμένο με το χιούμορ του Δημήτρη Πουλικάκου που έχει κάνει την παραγωγή.
Το 1989 κυκλοφορεί το «Χωρίς μακιγιάζ» που είναι ένας δίσκος ηχογραφημένος ζωντανά στο Μετρό. Τα τραγούδια αυτού του δίσκου το συγκρότημα τα έπαιζε τα προηγούμενα χρόνια στις ζωντανές του εμφανίσεις (κυρίως στο club «Αν» στα Εξάρχεια μόνιμο στέκι των τελευταίων χρόνων ). Τον δίσκο αυτό χαρακτηρίζουν τα blues κομμάτια που πάνω στις στενές του φόρμες ο Παύλος Σιδηρόπουλος εκφράζεται με τον δικό του τρόπο.
Το καλοκαίρι του 1990 ξαφνικά άρχισε να παραλύει το δεξί του χέρι. Οι γιατροί υπέθεταν πρόβλημα στα αγγεία, αλλά κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς είχε. Αυτή η ιστορία τον έκανε ψυχολογικό ράκος. Το φθινόπωρο το συγκρότημα άρχισε τις συνηθισμένες του εμφανίσεις στο Αν. Ο Παύλος άρχισε να εμφανίζεται με το χέρι δεμένο.
Έχοντας αρκετά νέα τραγούδια (τα οποία σταδιακά παρουσίαζαν στο κοινό των συναυλιών) και μερικά παλιά ακυκλοφόρητα σε νέες ενορχηστρώσεις (το συγκρότημα πειραματιζόταν με funk στοιχεία στον ήχο του) άρχισαν να ηχογραφούν το υλικό αυτό, ενώ συγχρόνως είχαν προγραμματίσει σειρά ζωντανών εμφανίσεων για το Δεκέμβριο.
Όμως το απόγευμα της 6ης Δεκεμβρίου ο Παύλος Σιδηρόπουλος πεθαίνει από χρήση ηρωίνης στο πατρικό του σπίτι. Κηδεύεται στον Κόκκινο Μύλο.

Μεταθανάτια Καριέρα
Τον επόμενο χρόνο οι Απροσάρμοστοι κυκλοφορούν τον δίσκο «Άντε και καλή τύχη μάγκες», όπου ορισμένα τραγούδια είχε προλάβει να τα ηχογραφήσει ο Παύλος Σιδηρόπουλος και τα υπόλοιπα τα ερμήνευαν διάφοροι καλλιτέχνες.
Το 1992 κυκλοφορεί ο δίσκος «Τα μπλουζ του πρίγκιπα». Ο δίσκος αυτός περιέχει πειραματικές ηχογραφήσεις, που έγιναν από το 1979 ως το 1981. Ήταν ο καρπός των προσπαθειών που είχαν ξεκινήσει από το 1972. Εδώ ο Παύλος Σιδηρόπουλος παντρεύει το μπλουζ με το ρεμπέτικο. Ο Πάνος Ηλιόπουλος γράφει στο σημείωμα του δίσκου: «Γύρω στο '81 έχουν γραφτεί 13 τραγούδια που δημιουργήθηκαν στα Νέα Στύρα, τη Σαντορίνη και την Αθήνα. Γίνεται μια πρόχειρη ηχογράφηση με πιθανό σκοπό κάποια πιθανή συνεργασία με την Οπισθοδρομική Κομπανία ("Ας την καρδιά σου να τα πει εδώ στην Κομπανία"). Αυτή η πρόχειρη ηχογράφηση γέννησε τον δίσκο «Τα μπλουζ του πρίγκιπα». Όμως ούτε αυτή η (πιθανή) συνεργασία γίνεται πραγματικότητα.
Όλες οι προσπάθειές του να ηχογραφήσει αυτό το υλικό (εν ζωή), απέβησαν λοιπόν, άκαρπες. Στις ζωντανές εμφανίσεις του τραγουδούσε τα «Σιγανά ποτάμια» και τους τελευταίους μήνες της ζωής του, μερικά ακόμα σε funk - rock ενορχηστρώσεις.
Το 1994 κυκλοφορεί ο διπλός δίσκος «Εν αρχή ην ο λόγος» με ζωντανές ηχογραφήσεις από το 1978 μέχρι το 1989, την απαγγελία ενός κειμένου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μουσική» και απόσπασμα από μια συνέντευξή του στην Ε.Τ.2. Πολλά από τα τραγούδια του δίσκου εκδίδονται για πρώτη φορά.

 

 









 
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα