Oι άνθρωποι που ήθελαν
να αλλάξουν τον κόσμο
Μάνος Χατζιδάκις
Μελίνα Μερκούρη
Μάνος Λοϊζος
Μίκης Θεοδωράκης
Νίκος Καββαδίας
Γιάννης Ρίτσος
Γιώργος Σεφέρης
Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τσε Γκεβάρα
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Νίκος Μπελογιάννης
Άγγελος Σικελιανός
Άρης Βελουχιώτης
Πάμπλο Νερούδα
Ανδρέας Εμπειρίκος
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Παύλος Σιδηρόπουλος
Χάρολντ Πίντερ

Μανώλης Αναγνωστάκης

Βλαντίμιρ Λένιν
Μαρία Δημητριάδη

Οδυσσέας Ελύτης

Κώστας Βάρναλης
Κάρολος Κουν
Κώστας Καρυωτάκης
Βασίλης Τσιτσάνης
Νίκος Παπάζογλου
Τζον Λένον
Πάτι Σμιθ
Γεώργιος Καραϊσκάκης
Νίκος Καζαντζάκης
Νίκος Ξυλούρης
Μάνος Ξυδούς
Στρατής Τσίρκας
Φερνάντο Πεσσόα
Νικόλας Άσιμος
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Κατερίνα Γώγου


Ειδικά αφιερώματα
Λίνα Νικολακοπούλου
Σταμάτης Κραουνάκης
Κική Δημουλά
Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Διονύσης Τσακνής
Νίκος Εγγονόπουλος
Δημήτρης Χορν
Κωνσταντίνος Καβάφης
Θόδωρος Αγγελόπουλος
Θάνος Μικρούτσικος
Αλέξης Μινωτής
Μίμης Πλέσσας
Χάρις Αλεξίου
Δήμητρα Γαλάνη
Θανάσης Βέγγος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Σταύρος Ξαρχάκος
Νίκος Γκάτσος
Μάρκος Βαμβακάρης
Γιάννης Τσαρούχης
Κατίνα Παξινού
Μιχάλης Καραγάτσης
Διονύσης Σαββόπουλος
Ελένη Καραϊνδρου
Άντριου Λόιντ Γουέμπερ
Πέδρο Αλμοδόβαρ
Άγαμοι Θύται
Σπείρα Σπείρα
Αγκάθα Κρίστι
Σαλβαντόρ Νταλί
Τζον Μάλκοβιτς
Αντζελίνα Τζολί
Νίνο Ρότα

Aφιέρωμα: Μετάδοση
200 θεατρικών παραστάσεων
από το Ελληνικό και Ξένο Δραματολόγιο




 

 

 
Αφιερώματα  

Οι άνθρωποι που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο!

Νίκος Καββαδίας
- Μάρτιος 2010
(Τελευταία ενημέρωση 12/02/14)

ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟY ΚΑΒΒΑΔΙΑ

Επιμέλεια: Νατάσα Ξαρχάκου
Κείμενα: Nίκος Βιδάλης, Θάνος Μικρούτσικος, Γιώργος Σεφέρης, Μήτσος Κασόλας, Ανδρέας Καραντώνης, Δημήτρης Καλοκύρης, Θανάσης Βαλτινός, Γιώργος Νικολαϊδης, Ζωή Πολίτη
Φωτογραφίες: Αρχείο Νίκου Καββαδία και Αρχείο Ως3
Ηχητικά ντοκουμέντα: Νίκου Καββαδία  , Μανώλη Αναγνωστάκη, Νότη Περγιάλη
Μουσική επεμέλεια: Άρης Δούκας




Ο ΜΑΡΑΜΠΟΥ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΔΩ
Του Νίκου Βιδάλη

ΧΟΡΕΨΕ ΣΤΟ ΦΤΕΡΟ ΤΟΥ ΚΑΡΧΑΡΙΑ
Του Θάνου Μικρούτσικου

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
Λόγια στο Χαρτί
Εργογραφία Βιογραφικό Video


Ο Μαραμπού θα είναι πάντα εδώ...
Του Νίκου Βιδάλη

Ο ποιητής «των μακρυσμένων θαλασσών και των γαλάζιων πόντων», ο εραστής της θάλασσας. Βαθιά ανθρώπινος, αλλά με ένα στοιχείο -εσκεμμένα ίσως επιλεγμένο- εξωτισμού, συγκίνησε, συγκινεί και θα συνεχίσει να διαβάζεται με πάθος. Ο Νίκος Καββαδίας «μας άφησε τα «ταξίδια» του αιώνια παρακαταθήκη, «κι ο λόγος» του «μες στο μυαλό» μας «να σφυρίζει».
Kατά καιρούς τον έχουν αποκαλέσει ποιητή του ταξιδιού και της φυγής, του εξωτισμού και του κοσμοπολιτισμού, της θάλασσας και της περιπέτειας. Και πράγματι, αυτός ο «τρυφερός και απλός άνθρωπος» κατάφερε να δημιουργήσει έναν μυθικό κόσμο γεμάτο με μαχαίρια, ανεμόσκαλες, καραβοφάναρα, πληρωμένους έρωτες, παράξενες ζωγραφιές κεντημένες στο κορμί, μεθύσια, καβγάδες, αρρώστιες τροπικές και βοτάνια για τον πυρετό, σμήνη πουλιών και λιμάνια σκοτεινά, μουσώνες, τρικυμίες, πληγές θανατερές, πλοία φορτωμένα με χασίς, μπαρ του λιμανιού, καταγώγια και μπορντέλα, άγκυρες στο πέλαγο χαμένες, νεαρά κορίτσια από τη Χιλή και γυναίκες μαύρες του Μαρόκου, άστρα του Νοτιά και ένα δυσεύρετο μικρό κοχύλι, φύκια μπλεγμένα στα μαλλιά και κομπολόγια από κοράλλια. Πίσω, όμως, από την κρούστα του εξωτισμού βρίσκεται μια εξαιρετικά προσεγμένη ποίηση με κρυμμένα νοήματα, λέξεις αμφίσημες και αλληγορικές, φωτοσκιάσεις εντάσεων και σιωπών, η οποία οφείλει -ως έναν βαθμό- την αξία της στην αίσθηση του «χειροποίητου» που αφήνει στον αναγνώστη: Ότι, δηλαδή, φαίνεται απλό και αυθόρμητο εμπεριέχει την περισυλλογή, τη δοκιμασία και την προσπάθεια... αλλά και ένα αξεδιάλυτο μυστήριο και μια σκοτεινή γοητεία που ναρκώνει.

  Νίκος Καββαδίας
Της γοργόνας το φτερό - Θάνος Μικρούτσικος
 
Διάρκεια 05:25
Νίκος Καββαδίας (1910-1975)
Της γοργόνας το φτερό/To μυστικό μπάρκο του Νίκου Καββαδία
Στίχοι: Άλκης Αλκαίος. Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος

 



Τραγούδι: Θεσσαλονίκη - Γιάννης Κούτρας
Ακούστε...
Διάρκεια: 02:53 - (842KB)
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος - Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Κούτρας


Με την ποίηση του να μας συνεπαίρνει, ταξιδεύοντάς μας πάντα «σε δύσκολες βάρδιες», στα «παράξενα της Ιντια», στη «Νότιο Κίνα», «στην πλάτη της θαλάσσης»... στο μπαρ Ρετζίνα - στη Μαρσίλια... Και με συντροφιά... τον Γουίλι, τον μαύρο θερμαστή που «Μες στο τεράστιο σώμα του είχε μι' αθώα καρδιά» πόσες φορές δεν τραγουδήσαμε, χάρη στον Θάνο Μικρούτσικο και την ευτυχή «συνάντησή» του με τον ποιητικό λόγο του Καββαδία... «...Κάποια νυχτιά, μέσα στο μπαρ Ρετζίνα - στη Μαρσίλια, για να φυλάξει εμένανε από έναν Ισπανό, έφαγε αυτός μιαν αδειανή στην κεφαλή μποτίλια. Μια μέρα τον αφήσαμε στυγνό απ' τον πυρετό, πέρα στην Άπω Ανατολή, να φλέγεται, να λιώνει. Θεέ των μαύρων, τον καλό συγχώρεσε Γουίλ, και δώσ' του εκεί που βρίσκεται λίγη απ' την άσπρη σκόνη...».
Απόλυτα βιωματικός, λοιπόν, στην ποίησή του, ο Νίκος Καββαδίας, «ψιθυρίζει» πάντα με την καρδιά για τα καράβια που έζησε, τους ναυτικούς που γνώρισε, τους έρωτες, τους καυγάδες και τους θανάτους στα λιμάνια, με τη γλώσσα των καραβιών, αλλά και κάποιους ιδιωματισμούς της Κεφαλονιάς, να μπλέκονται στα γνήσια λαϊκά ελληνικά του. Ο έρωτάς του για τα ταξίδια και τη θάλασσα, πάθος τρομερό, σχέση αγάπης και μίσους, ο ίδιος έρωτας που τον οδήγησε να μπαρκάρει μικρός, μόλις 19 ετών, αφήνοντας τη σίγουρη δουλειά του ναυτικού γραφείου, είναι ορατός σε κάθε στίχο του, και τόσο δυνατός που διαπερνά τον αναγνώστη, και τον προτρέπει να ενωθεί απόλυτα με την αλήθεια του Λόγου του.
Ο Νίκος Καββαδίας άφησε πολύ λίγα πίσω του, μόλις τρεις ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα και τρία μικρά πεζά. Ταπεινά παρουσιάστηκε στα ελληνικά Γράμματα, αλλά η ταπεινότητά του αυτή, μαζί με τη μελοποίηση πολλών ποιημάτων του, τον έφερε κοντά στη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, κάνοντάς τον έναν από τους πιο δημοφιλείς μας ποιητές, αλλά όπως τις περισσότερες φορές συμβαίνει δυστυχώς, μετά το θάνατό του.
Γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910 στο Νικόλσκι Ουσουρίσκι, μια μικρή επαρχιακή πόλη της Μαντζουρίας, στην περιοχή του Χαραπίν, κοντά στον ποταμό Ουσούρ και λέγονταν Νικόλσκι Ουσσουρίσκι. Πατέρας του, ο Χαρίλαος Καββαδίας από το Φισκάρδο της Κεφαλονιάς και μητέρα του η Δωροθέα Αγγελάτου, κόρη του Ρισσιάνου συμβολαιογράφου Γρηγόρη Αγγελάτου, από τη γειτονική Άσσο. Ο πατέρας του ήταν μεγαλέμπορος και προμηθευτής του τσαρικού στρατού.
Το 1914, η οικογένεια έρχεται στην Κεφαλονιά. Στ' Αργοστόλι ζήσανε τον αποκλεισμό των «συμμάχων» της «Αντάντ». Όπως αφηγείται η αδελφή του Τζένια (εκδόσεις Άγρα» 1994), τον μικρό Νίκο εντυπωσίαζαν οι ξένοι στρατιώτες, Άγγλοι, Γάλλοι, Σενεγαλέζοι, και τα «σύνεργά» τους, υδροπλάνα, καράβια, οπλιταγωγά, ατμάκατοι, υποβρύχια.
Ο πατέρας του ξαναγύρισε στη Ρωσία για τις επιχειρήσεις του. Όμως, με την κοσμογονία της Οχτωβριανής Επανάστασης του '17 χάθηκαν τα ίχνη του, καταστράφηκε οικονομικά και γύρισε εδώ το 1921 τσακισμένος, άρρωστος, απροσάρμοστος στην τότε σκληρή ελληνική πραγματικότητα.



Τραγούδι: Ιδανικός κι ανάξιος εραστής - Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Ηχητικό Ντοκουμέντο
Εισαγωγή με τη φωνή του Μανώλη Αναγνωστάκη
Ακούστε...
Διάρκεια: 04:56 - (1.155KB)
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Γιάννης Σπανός - Πρώτη εκτέλεση: Κώστας Καράλης



Τότε μετακομίσανε στον Πειραιά,
όπου ο Νίκος τέλειωσε το Δημοτικό με συμμαθητές τους Γιάννη Τσαρούχη και παπα - Πυρουνάκη. Εκεί εκδηλώνει την κλίση του στο γράψιμο. Βγάζει το «Σχολικό Σάτυρο», σατιρίζοντας συμμαθητές και συμμαθήτριες, με τη βοήθεια του πατέρα του, που ήταν περήφανος για το γιο του. Αρχίζει να γράφει στη «Διάπλαση των Παίδων» του Ξενόπουλου, με το ψευδώνυμο «Ο μικρός ποιητής».
Αργότερα, ενώ συνεχίζει στο Γυμνάσιο, στέλνει ποιήματα στο περιοδικό της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας», που δημοσιεύονταν στη σελίδα της αλληλογραφίας, με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλλας. Η προσφυγιά της Μικράς Ασίας και οι συνέπειες της μικρασιατικής καταστροφής επέδρασαν καταλυτικά στο χαρακτήρα και τη μετέπειτα πορεία του Νίκου Καββαδία.
Ο πατέρας του, αν και ποτέ δεν ξαναορθοπόδησε οικονομικά, όπως αναφέρει η κόρη του Τζένια, «μόλις είχε λίγα χρήματα, τους ανέβαζε όλους στην Αθήνα, και πήγαιναν στου «Ελευθερουδάκη», όπου γέμιζαν την αγκαλιά τους βιβλία. Τα αγόρια πήγαιναν και στο θέατρο Χρυσοστομίδη στο Πασαλιμάνι, στον Καραγκιόζη, στον κινηματογράφο». Προσπάθησε να βρει δουλειά στα βαπόρια των συγγενών, αλλά δεν τον βοήθησαν. Αργότερα άνοιξε συνεταιρικά ένα μικρό κατάστημα τροφίμων, που στο πίσω μέρος του μαζεύονταν Ρώσοι εμιγκρέδες. Με την επίβλεψή του, τα παιδιά πήγαιναν στο Γυμναστήριο, όπου ο Νίκος γνώρισε τον πρωταθλητή της πυγμαχίας Νίκο Μέξη και πήρε απ' αυτόν μαθήματα.
Στον Πειραιά, ο Νίκος και τ' αδέλφια του τελειώσανε το Γυμνάσιο. Είχε συμμαθητή τον Κώστα Αποστολίδη, γιο του Παύλου Νιρβάνα, που υπήρξε ο πρώτος «δάσκαλός» του. Στενή φιλία και εκτίμηση συνέδεσαν μαθητή και δάσκαλο. Η αφιέρωση ενός τόμου χρονογραφημάτων του Νιρβάνα προς το Νίκο λέει: «Στο μικρό μου φίλο Ν. Καββαδία από εκτίμηση στο νεαρό του τάλαντο».
Ενώ είχε δώσει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου, αρρωσταίνει βαριά ο πατέρας του από καρκίνο και το 1929 πεθαίνει. Τότε ο πρώτος γιος της οικογένειας έπρεπε να βρει δουλειά.
Προσλήφθηκε υπάλληλος στο ναυτικό γραφείο Ζωγράφου και πρακτόρευε τα βαπόρια των αδελφών της μάνας του. Εμεινε για λίγους μήνες «να κάνει αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία», όπως λέει χαρακτηριστικά σ' ένα ποίημά του, ανεβοκατεβαίνοντας στα βαπόρια με τα Registers, αλλά, έχοντας έντονη την επιθυμία της «φυγής», μπαρκάρισε ναύτης σε φορτηγό.



Τραγούδι: Ένα μαχαίρι - Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Ηχητικό Ντοκουμέντο
Εισαγωγή με τη φωνή του Νότη Περγιάλη
Ακούστε...
Διάρκεια: 06:19 - (1.478KB)
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος - Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου




Για μερικά χρόνια, έφευγε με φορτηγά, παρά την αντίδραση της μάνας του, γυρίζοντας ταλαιπωρημένος, αδύνατος, αδέκαρος, ώσπου αποφάσισε να πάρει το δίπλωμα του ασυρματιστή.
«Δεν ξεκίνησα για τίποτα. Μονάχα για να ταξιδεύω. Εκείνοι που μαζί πρωτομπαρκάραμε, σε τέσσερα χρόνια πήρανε το χαρτί τους. Εμένα μ' άρεσε η πλώρη. Η ξενοιασιά. Πιάσανε πολλοί πατριώτες καπετάνοι να με συμβουλέψουνε. Άλλοι με κοροϊδεύανε και με δαχτυλοδείχνανε. Τότε συνάντησα έναν εφοπλιστή, ξάδερφο της μάνας μου. Ο μόνος άνθρωπος που με καταλάβαινε και με συγχωρούσε. Μου 'δινε πάντα δουλειά, χωρίς να με ρωτάει γιατί ταξιδεύω. "Να γίνεις μαρκονιστής, μού 'πε. Από το να σπάσουμε μια πλώρη, καλύτερα να τσακίσουμε έναν ασύρματο". Έπινα, καταλαβαίνεις».
Αυτή είναι, με δυο λόγια, η εξήγηση που έδωσε ο ίδιος -στο εξαιρετικό πεζογράφημά του «Βάρδια»- για το πώς έγινε ασυρματιστής, τι ήταν εκείνο που τον τράβηξε στη θάλασσα, στα μακρινά εκείνα ταξίδια, στην αέναη περιπέτεια. Δεν ήταν επιλογή ούτε το πάθος της αναζήτησης του αγνώστου, αλλά μια βαθύτερη ανάγκη για φυγή, η οποία τελικά ήταν εκείνη που τον είχε επιλέξει.
Αυτή η έμφυτη επιθυμία του για περιπλάνηση μαζί με έναν αθεράπευτα συναισθηματικό ρομαντισμό και μια λεπτή διαπεραστική θλίψη θα αποτυπωθούν στα πρώτα του ποιήματα με μια ασυνήθιστη ωριμότητα. Τα φορτηγά καράβια στα οποία δούλευε ήταν την εποχή εκείνη βραδυκίνητα, γεγονός που ευνοούσε την ανάπτυξη ουσιαστικών σχέσεων μέσα στο πλήρωμα. Επίσης, παρέμεναν αρκετό καιρό στα λιμάνια και υπήρχε απεριόριστος χρόνος για βόλτες και επισκέψεις στα διάφορα καπηλειά και πορνεία: Όλα αυτά αποτελούσαν για τον ονειροπόλο ασυρματιστή τις βιωματικές και -κατ' επέκταση- ποιητικές του πρώτες ύλες.

Μόλις στα 23 του χρόνια, λοιπόν, θα εκδώσει με δικά του έξοδα την πρώτη ποιητική συλλογή του «Μαραμπού» -το όνομα ενός «καταραμένου» πουλιού των τροπικών χωρών: Η επιτυχία ήρθε χωρίς καθυστέρηση και ο Νίκος Καββαδίας γίνεται αμέσως γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους. Ήδη σε αυτά τα ποιήματα διαφαίνεται ο εξομολογητικός τόνος, το μελοδραματικό στοιχείο, η μοναξιά του ατελείωτου ταξιδιού, η έντονα νοσταλγική διάθεση και μια υπόγεια μελαγχολία. Πίσω από αυτά βρίσκεται «μια αληθινή ποιητική προσωπικότητα». Πάντως, η υποβλητική σκηνογραφία με εικόνες της ναυτικής ζωής, της ανοιχτής θάλασσας και των μακρινών λιμανιών συμπληρώνεται μοναδικά από την ίδια την -παραδοσιακή κατά τα άλλα- στιχουργική του, με τον μουσικό κυματισμό και τις ευφάνταστες λύσεις που δίνει στην ομοιοκαταληξία του.
Στο μεταξύ τα ταραγμένα χρόνια που ακολουθούν θα τον βρουν στρατευμένο. Στον πόλεμο του '40 φεύγει για την Αλβανία, όπου αρχικά υπηρετεί ως τραυματιοφορέας και αργότερα στο σταθμό υποκλοπής της Γ΄ Μεραρχίας. Από αυτήν την οδυνηρή εμπειρία θα προκύψουν δύο μικρά κομψοτεχνήματα σε πεζό λόγο: «Του πολέμου» και «Στο άλογό μου». Με τη λήξη του Εμφυλίου μπαρκάρει και πάλι, αφού προηγουμένως εξασφαλίζει την άδεια της Ασφάλειας, που τον θεωρεί «κομμουνιστή άνευ δράσεως» και του χορηγεί ειδικά διαβατήρια περιορισμένης χρονικής ισχύος. Από το 1954 μέχρι και το 1974 ταξιδεύει συνεχώς με πολύ μικρά διαλείμματα και συνεχίζει να γράφει προβάλλοντας τη δική του ποιητική εκδοχή του ατέρμονου ταξιδιού. Θα ακολουθήσει η δεύτερη συλλογή ποιημάτων του, το «Πούσι» (1947), το μοναδικό μυθιστόρημά του «Βάρδια» (1954) και το τελευταίο βιβλίο με ποιήματά του, το «Τραβέρσο», που θα κυκλοφορήσει τον Απρίλιο του 1975, δύο μήνες μετά τον θάνατό του.
Με το «Πούσι», όμως, ουσιαστικά εγκαταλείπει τον παραδοσιακό ομαλό χρόνο της αφήγησης, ενώ το προσωπικό βίωμα δίδεται, πλέον, μέσα από μια ελλειπτικότητα: «Φωτιές ανάβουνε στην άμμο ιθαγενείς / κι αχός μας φτάνει καθώς παίζουν τα όργανά τους, / Της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους / στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς». Στη «Βάρδια», πάλι, οι ναυτικές ιστορίες που παρατίθενται άλλοτε ρεαλιστικές και άλλοτε σχεδόν παραισθητικές αποδίδουν δεξιοτεχνικά τα ανθρώπινα ψυχικά τοπία σε συνθήκες τυχοδιωκτισμού, μέθης, πορνείας, σύφιλης και θανάτου. Τέλος, στο «Τραβέρσο» ο Καββαδίας κινείται στο ίδιο κλίμα, αλλά γίνεται καθολικότερος, πιο βαθύς, με την εξομολόγηση να συναντά την κραυγή: «Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι, / όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές. / Σκοτώνει, πες μου ο χωρισμός; -Ματώνει, δε σκοτώνει. / Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές». Σίγουρα πρόκειται για μια ποίηση η οποία όλα αυτά τα χρόνια υπνωτίζει και σαγηνεύει τους αναγνώστες: Η προστυχιά των λιμανιών, η ζαλιστική μυρωδιά των μπορντέλων, η βασανιστική υγρασία, οι σκοτεινές διαδρομές των περιθωριακών και καταδικασμένων, η ενοχή, η περιπλάνηση, το αξεδιάλυτο μείγμα αλήθειας και μύθου, η φθορά κι ο θάνατος. Πίσω ωστόσο από την επίφαση της παρακμής και της φυγής, για τον Καββαδία υπάρχει ο άνθρωπος, η μεγάλη περιπέτεια της ύπαρξης και εδώ ακριβώς είναι που πρωτοτύπησε: Κατάφερε να σκιαγραφήσει με αδρές γραμμές μοναχικές ανθρώπινες μορφές σε ακραίες καταστάσεις απελπισίας, απομόνωσης, μελαγχολίας, παροξυσμού και, εν τέλει, ενός πάθους έξω από τα όρια του πολιτισμού, εκεί που κυριαρχούν οι φυσικές δυνάμεις και τα ένστικτα.



Τραγούδι: Φάτα Μοργκάνα - Μαρίζα Κωχ
Ηχητικό Ντοκουμέντο
Εισαγωγή με τη φωνή του Νίκου Καββαδία
Ακούστε...
Διάρκεια: 2:42 - (1.119KB)
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Μαρίζα Κωχ - Πρώτη εκτέλεση: Μαρίζα Κωχ



Από το 1954 μέχρι και το 1974 ταξιδεύει συνεχώς με πολύ μικρά διαλείμματα και συνεχίζει να γράφει προβάλλοντας τη δική του ποιητική εκδοχή του ατέρμονου ταξιδιού. Θα ακολουθήσει η δεύτερη συλλογή ποιημάτων του, το «Πούσι» (1947), το μοναδικό μυθιστόρημά του «Βάρδια» (1954) και το τελευταίο βιβλίο με ποιήματά του, το «Τραβέρσο», που θα κυκλοφορήσει τον Απρίλιο του 1975, δύο μήνες μετά τον θάνατό του.
Με το «Πούσι», όμως, ουσιαστικά εγκαταλείπει τον παραδοσιακό ομαλό χρόνο της αφήγησης, ενώ το προσωπικό βίωμα δίδεται, πλέον, μέσα από μια ελλειπτικότητα: «Φωτιές ανάβουνε στην άμμο ιθαγενείς κι αχός μας φτάνει καθώς παίζουν τα όργανά τους. Της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς».



Ο Νίκος Καββαδίας συνέχισε να ταξιδεύει μέχρι και λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του -το 1975, στην Αθήνα, στην κλινική «Άγιοι Απόστολοι»- αποτυπώνοντας ως την ύστατη ώρα ιστορίες συναρπαστικές, συχνά σκοτεινές, κάποτε σκανδαλιστικές για την εποχή τους, οι οποίες πάντοτε -ακόμη και σήμερα- αναδίδουν το άρωμα μιας ζωής κομψής και βασανιστικής, γεμάτης με πολλούς μικρούς θανάτους, απογοητεύσεις, περιπέτειες και αληθινές φιλίες. Αλλά, φυσικά, και μια μοναδική, τραγική επίγνωση της πραγματικότητας, χωρίς υπεκφυγές, όπως τότε που έγραφε με μια πικρή ειρωνεία και μια αλάνθαστη όπως αποδείχθηκε διαίσθηση: «...Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων...».



 




Ο ΜΑΡΑΜΠΟΥ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΔΩ
Του Νίκου Βιδάλη

ΧΟΡΕΨΕ ΣΤΟ ΦΤΕΡΟ ΤΟΥ ΚΑΡΧΑΡΙΑ
Του Θάνου Μικρούτσικου

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
Λόγια στο Χαρτί
Εργογραφία Βιογραφικό Video

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία...
Του Θάνου Μικρούτσικου



Τραγούδι: Γυναίκα - Γιάννης Κούτρας
Ηχητικό Ντοκουμέντο
Εισαγωγή με τη φωνή του Νίκου Καββαδία
Ακούστε...
Διάρκεια: 06:16 - (1.468KB)
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος - Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Κούτρας




Ο Καββαδίας ήταν Κεφαλλονίτης αλλά δεν γεννήθηκε στην Ελλάδα. Ήρθε στην Ελλάδα από τη Μαντζουρία σε ηλικία 5 χρόνων. Εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή Μαραμπού σε ηλικία 23 χρόνων, το 1933. Είναι αγαπημένος ποιητής τριών γενεών και έχει γράψει μόλις 52 ποιήματα. Έχει γράψει βέβαια και τη Βάρδια, το μυθιστόρημα, και κάποια διηγήματα. Μέχρι τον θάνατό του, το 1975, η υποδοχή που του είχαν κάνει οι ομότεχνοί του ήταν πολύ άδικη. Οι αναφορές από το 1933 ώς το 1975 για την ποίησή του, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ήταν τού τύπου «πρόκειται για έναν στιχοποιό ημερολογίου», «πρόκειται για έναν ποιητή που μιλάει για τη ζωή των ναυτικών». Μη μου πείτε όμως ότι ένας ποιητής θα ενδιέφερε τη γενιά σας, τη γενιά των μεγαλύτερών σας και τη γενιά τη δική μου αν επρόκειτο για κάποιον που απλά εξιστορεί σαν ηθογράφος τη ζωή των ναυτικών. Κάτι άλλο πρέπει να συμβαίνει, το οποίο κινητοποιεί τόσες πολλές διαφορετικές γενιές.
Το 1977 έγινε στην τότε κρατική τηλεόραση ένα σήριαλ «Πορεία 090» και ήταν η ζωή σ' ένα καράβι που πήγαινε προς Ινδίες, Κίνα και μου πρότειναν να κάνω τη μουσική. Τους λέω «θέλετε και τραγούδια;» Είπαν «και γιατί όχι.» «Έχετε κείμενα;» «Όχι.» «Τι λέτε για τον Νίκο Καββαδία;» Και κάθομαι 15 βράδια και γράφω αυτά τα τραγούδια που ακούστηκαν για πρώτη φορά στο σήριαλ. Μετά προσέθεσα άλλα 4 και έγινε ο «Σταυρός τού Νότου».


Τραγούδι: Σταυρός του νότου - Γιώργος Νταλάρας
Ακούστε...
Διάρκεια: 05:12 - (1.226KB)
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος - Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Κούτρας



Τον Σταυρό του Νότου, τον ηχογράφησα πριν από 33 χρόνια και από τότε μέχρι σήμερα έχει πουλήσει πάνω από 1.000.000 αντίτυπα. Και το λέω ενδεικτικά για να σας δείξω πόσο αφορά τη μία γενιά μετά την άλλη μέχρι σήμερα. Θεωρώ ότι επέλεξε τη θάλασσα ως πεδίο πάνω στο οποίο θα πει αυτά που θέλει να πει. Η πραγματικότητα που βίωνε τότε ο Καββαδίας, που βίωσα εγώ ή που βιώνετε εσείς σήμερα είναι μια μίζερη πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που πετσοκόβει τα όνειρά μας, που δεν αφήνει τη φαντασία μας να οργιάσει, μια πραγματικότητα που σε πάει σε μια κοινωνία ανταγωνιστική, σε μια κοινωνία που ενώ στον καθένα από σας κλείνει το μάτι σε όλους μαζί, στο εμείς δηλαδή, μας καταπιέζει αφόρητα. Λέει, λοιπόν, ο Καββαδίας «αυτή είναι η κοινωνία, φύγε από αυτήν, ταξίδεψε». Αυτή την έννοια τού ταξιδιού μακριά από τη μίζερη πραγματικότητα έπιασαν οι νεότερες γενιές ακριβώς ως βασικό στοιχείο τής φιλοσοφίας τού Καββαδία.
Όταν μελοποιώ, μελοποιώ τον λόγο με τρόπο τέτοιο που να υποκλίνομαι στο ποίημα, το οποίο απαιτεί. Το ποίημα απαιτεί. Το κείμενο απαιτεί κι εγώ προσπαθώ να βρω εκείνα τα σημεία που πραγματικά αποκαλύπτουν αυτά τα κρυμμένα. Νομίζω ότι αν κάτι προσέφερε η μουσική μου στα ποιήματα τού Καββαδία είναι ακριβώς η αποκάλυψη αυτών των στοιχείων.
Θα σας πω έναν στίχο: «Χόρεψε πάνω στο φτερό τού καρχαρία». Φανταστείτε έναν νέο ή μία νέα να χορεύει πάνω στον καρχαρία. Ο καρχαρίας, δεν ξέρω αν ξέρετε, είναι το πιο παλιό ζώο που υπάρχει πάνω στον πλανήτη. Έχει ηλικία περίπου 4 εκατομμυρίων ετών, από την εποχή των δεινοσαύρων. Άρα είναι το ανθεκτικότερο ζώο και στις άγριες μορφές του είναι το σκληρότερο. Είναι δυνατόν ποτέ κανένας, εάν το δούμε ρεαλιστικά, να δαμάσει αυτό το ζώο και να χορέψει πάνω του; Λέει, λοιπόν, ο Νίκος Καββαδίας «κατάκτησε το αδύνατο». Η ζωή μας, ξέρετε, δικαιώνεται εάν κάθε φορά ξεπερνάμε τα προδιαγεγραμμένα μας όρια. Κατακτάμε το αδύνατο εάν σπάσουμε το τσόφλι τού αβγού. Κάποια στιγμή θα συνειδητοποιήσει ο καθένας μας ότι αυτά που έμαθε, αυτά που θέλει να κάνει έχουν έναν κύκλο πέρα από τον οποίο δεν μπορεί να πάει. Εάν αυτό το αποδεχτούμε ως τρόπο ζωής, στο τέλος θα καμπουριάσουμε όταν περάσουν τα χρόνια. Αν όμως αυτά τα όρια μπορούμε να τα σπρώξουμε, να τα ξεπεράσουμε, να τα σπάσουμε, τότε μπορούμε να κάνουμε τη ζωή μας όνειρο. Αυτό ακριβώς είναι η ποίηση τού Καββαδία.
Δεν θέλει να σε κοροϊδέψει ο Καββαδίας. Δεν σου λέει φύγε και αύριο όλα θα είναι καλά. Σου λέει μεν φύγε από αυτή τη μίζερη πραγματικότητα, αλλά έχε υπ' όψιν σου ότι έχεις πολλά μπροστά σου να ξεπεράσεις. Αλλά και πόσα πρόσωπα συναντάς εκεί! Γι' αυτό ο Καββαδίας από το «Πούσι» και μετά, έχει φύγει από το «εγώ». Λέει συνέχεια «εσύ». Δεν καλεί τον άλλο από μια μιζέρια να πάει σε μια άλλη μιζέρια. Δεν ονομάζει το «άλλο».
Σου λέει φύγε από αυτό. Το επόμενο χτίστο εσύ...

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούντζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

 




Ο ΜΑΡΑΜΠΟΥ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΔΩ
Του Νίκου Βιδάλη

ΧΟΡΕΨΕ ΣΤΟ ΦΤΕΡΟ ΤΟΥ ΚΑΡΧΑΡΙΑ
Του Θάνου Μικρούτσικου

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
Λόγια στο Χαρτί
Εργογραφία Βιογραφικό Video

Λόγια στο χαρτί



Τραγούδι: 7 νάνοι στο s/s Cyrenia - Θάνος Μικρούτσικος
Ακούστε...
Διάρκεια: 06:32 - (1.528KB)
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος - Πρώτη εκτέλεση: Χάρις Αλεξίου




Ο Μαραμπού μας...

Του Γιώργου Σεφέρη

«Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 1956. Απόγεμα ο Μαραμπού ξαφνικά.Έπιασε εδώ το καράβι του. Έρχεται από την Αυστραλία. Φοράει  μια μαβιά φανέλα ως τον λαιμό. Δεν έχει ρούχα, παρά τα καλοκαιρινά του, λέει. Αυτός είναι ταξιδιώτης στ' αλήθεια. Μιλάει για τα νησιά Κόκο, κάτοικοι λιγότερο από 100, όπου άραξαν για να νοσηλέψουν ένα θερμαστή που τον χτύπησε στο χέρι μια σταγόνα μαζούτ (μια μικρή σταγόνα, λέει, τινάζεται με τόση πίεση που μπορεί να σου κόψουν το χέρι). Είναι ένα αξεδιάλυτο μείγμα μύθου και αλήθειας αυτός ο άνθρωπος, καθώς μιλά ψευδίζοντας ή μ' εκείνο το συρτό τόνο απαγγελίας...»

Διάλεξε τη μεριά της Αριστεράς
Του Μήτσου Κασόλα
«Ο Καββαδίας από ενωρίς στη ζωή του επέλεξε από ποια μεριά του λόφου θα σταθεί πολιτικά. Διάλεξε τη μεριά της Αριστεράς. Χωρίς, όμως, ποτέ να βγει στο παζάρι -όπως το έπραξαν πολλοί, συχνά εξαργυρώνοντας του αγώνες τους. Ο Καββαδίας έλεγε πως η Αριστερά δεν είναι μόνο η εκλογική της δύναμη, οι ψήφοι της μόνο. Η δύναμή της είναι ένα ολόκληρος κόσμος καλής θέλησης, που δεν θέλει να αδικεί τον διπλανό και ούτε και ο διπλανός να τον αδικεί. Και αυτός ο κόσμος δεν είναι λίγος. Και είναι διάσπαρτος μέσα σε όλα τα κόμματα και μέσα και σ' αυτά ακόμα, που την αντιπαλεύουν...»

Αργοστάλακτη φλέβα

Του Ανδρέα Καραντώνη
«Ο Νίκος Καββαδίας ήταν ολιγογράφος, από ιδιοσυγκρασία, από υψηλή απαίτηση για την τέχνη, από κάπως αργοστάλακτη φλέβα, από εργαστηριακή επιμονή για ένα τέλειο δούλεμα της μορφής, από συναισθηματική ειλικρίνεια (να γράφεις μόνο όταν δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς), από νωχέλεια, από επαγγελματική διάσπαση, ή και από τη μονοτονία που χαρακτηρίζει τη ζωή των ναυτικών...»

Ο άνθρωπος του πλοίου
Δημήτρης Καλοκύρης
«Ο Καββαδίας ήταν εξ ορισμού άνθρωπος του πλοίου, της θάλασσας. Τα ποιήματα του είχαν λιγότερο τον χαρακτήρα της Λογοτεχνίας και περισσότερο της Βιογραφίας κάποιου, που ακολουθεί το νήμα, που ξεκινάει από τον Οδυσσέα, δηλαδή τον ταξιδιώτη, ο οποίος εμπλέκεται σε άπειρες περιπέτειες κι διαρκώς επιστρέφει. Τα ποιήματά του έχουν υπόθεση, έχουν δράση, όπως οι μπαλάντες. Δεν είναι μόνο στοχασμός, μελαγχολία, αναπόληση καταστάσεων. Κάθε ποίημα του Καββαδία θα μπορούσε να γίνει μονόπρακτο, ταινία μικρού μήκους ή ντοκιμαντέρ...»

Η εξαίρεση
Του Θανάση Βαλτινού
«Ο Καββαδίας δεν ήταν πολιτικοποιημένος με τη στενή έννοια. Ένα άλλο κομμάτι της ποιητικής του ιδιοφυΐας ήταν ότι δεν τη ρητόρευσε ποτέ τη σχέση του με όλα αυτά τα θέματα που τον απασχολούσαν. Δεν το έκανε ποτέ με βαρύγδουπο τρόπο, που το έκαναν άλλοι, ταλανίζοντας τη λογοτεχνία μας. Υπάρχει τόσο πολύ σαβούρα, που πρέπει να πεταχτεί από πάνω μας. Όλο αυτό το σπουδαίο υλικό (πόλεμος, κατοχή, χούντα κ.τ.λ) κακόπαθε πολύ. Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις των ανθρώπων που ούτε μεταχειρίσθηκαν, ούτε μεταχειρίσθηκαν, ούτε εκμεταλλεύτηκαν ευκαιριακά αβανταδόρικα τέτοια θέματα. Ο Καββαδίας αποτελεί εξαίρεση...»


Τραγούδι: Federico Garcia Lorca - Γιάννης Κούτρας
Ακούστε...
Διάρκεια: 05:42 - (1.315KB)
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος - Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Κούτρας





Αναδημοσίευση χειρογράφου από το περιοδικό "Πανσπουδαστική", αρ. 53, 24.3.1967|

Τραγούδι: Guevara - Βασίλης Λέκκας
Ακούστε...
Διάρκεια: 03:02 - (888KB)
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Χάρης Παπαδόπουλος - Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Λέκκας




Απόσπασμα από το βιβλίο Βάρδια του Νίκου Καββαδία

Εκδόσεις Άγρα
Βάρδια έκτη

Δε βλέπεις παραπέρα από ένα μέτρο, από μισό, λιγότερο, τίποτα, περισσότερο κι από τίποτα. Το' χει από νωρίς κατεβάσει. Το πούσι έχει τη δική του μυρωδιά, όπως η καταιγίδα, ο τυφώνας, η τρικυμία του κάθε καιρού. Πώς μυρίζει! Γιομίζει τα ρουθούνια μου μα δεν μπορώ να σου πω... Ιουδήθ! Είσαι δέκα χιλιάδες μίλια μακριά απ' το Gomel και πέντε από μένα. Ανασαίνεις τον ιδρώτα του Τάσμαν. Είμαι σίγουρος πως έχεις λησμονήσει κείνη τη νύχτα, πάνω στο κατάστρωμα του "Cyrenia", δίπλα στο φανάρι του Μινικόι. Φορούσες τη νύχτα. Το πορφυρό φόρεμα σου σερνόταν κουρέλι στα πόδια σου, τα λιανά σου πόδια με τα πέδιλα των Φοινίκων. Το κλώτσησες και χάθηκε στο πράσινο κρουζέτο, πίσω από τη βάρκα. Σαλεύει μονάχα του ματιού σου το πράσινο.
- Φόρεσε το ρούχο σου. Σκεπάσου. Παρακαλώ σε φόρεσέ το.
- Το παίρνει ο μουσώνας. Δε βλέπεις;
- Είσαι σα γυμνή λεπίδα κινέζικη.
- Θέλω τη θήκη μου.
Ιουδήθ!... Όλα τα πράγματα έχουνε τη δική τους μυρωδιά. Οι άνθρωποι δεν έχουν. Την κλέβουν από τα πράγματα. Τα κόκκινα μαλλιά σου μυρίζουν σαν το αμπάρι της Πίντα, όταν γύριζε από το πρώτο ταξίδι. Στενοί δρόμοι του Γκέττο...Streets are not safe at night. Avoid all saloons. Chagall: ο Αρχιραβίνος.
- Ατζαμή! Φίλησέ με.
- Μιαν άλλη φορά. Όταν ξανάβρω τη γεύση μου.
- Την έχασες; Πού;
- Στο Barbados...Στην άμμο. Την ξέχασα στα χείλια μιας μαύρης.
- Καλά. Δάγκασέ με μονάχα. Να πονέσω.
- Δεν έχω δόντια. Τ΄άφησα σ' ένα μάγκος άγουρο, εδώ πέρα, αντίκρυ στο Cochin.
- Χάιδεψε.
- Ιουδήθ... Με τι χέρια... .έχασα την αφή μου πάνω στο ξεβαμμένο μεταξωτό μιας πολυθρόνας, σ' ένα σπίτι στο Ικίκι...Εκεί ανάμεσα... Μαζί κι ένα ζαφείρι... ένα μεγάλο ζαφείρι.
- Τότε κοίταξέ με στα μάτια. Γιατί τα κρατάς καρφωμένα χάμω; Κοίταξέ με λοιπόν.
- Δεν είναι τα δικά μου. Εκείνα τα φορά ένας γέρος ζητιάνος στο Βόλο. Τ' αλλάξαμε.
- Κοίταξέ με μέ τα δικά του.
- Ήταν τυφλός. Τον βαστούσε ένα κορίτσι από το χέρι.
- Άσε με να σε βαστάξω κι εγώ από το χέρι.
- Ναι.
- Πάμε. Κρυώνω.
- Στάσου να σου πω ένα παραμύθι.
- Δε θέλω. Πάμε.
- Κάνει ζέστη μέσα. Ο ανεμιστήρας έχει χαλάσει. Βρωμάει σα φαρμακείο. Είναι κάτι λερωμένα σεντόνια. Μια βρώμικη λεκάνη. Ένας σκορπιός που τρέχει στους τοίχους. Φοβάμαι...
- Το σκορπιό;
- Eσένα.
- Πάμε σου λέω.
- Κάνε πέρα τα χέρια σου. Πες κάτι ακόμα.
- Λοιπόν... Μόνον ο γερο-Γιεχού δεν κοιμόταν. Διάβαζε δίπλα στη λάμπα με το καπνισμένο γυαλί. Διάβαζε το μεγάλο βιβλίο. Η πόρτα λύγισε στις κοντακιές. Ήμουν δώδεκα χρονών. Δεν πρόφτασα να χτενίσω τα μαλλιά μου τα κόκκινα. Ήτανε δώδεκα, με μαύρους σταυρούς στο μπράτσο. Μεθυσμένοι. Τότε... Μπρος στη μάνα μου, μπροστά στο Γιεχού που προσεύχονταν με μάτια κλεισμένα.
- Κι οι δώδεκα;
- Δε θυμάμαι. Δεν έχω ζυγώσει άλλον άντρα. Όμως απόψε... Όχι γιατί μ' αρέσεις. Είμαι μονάχα περίεργη. Πάμε.
- Αύριο, στο Colombo.
- Τώρα.
- Δος μου το χέρι σου. Θα σκοντάψεις. Έχει σκαλί. Μην ανάβεις το φως... Ξέρεις.. Είμαι άρρωστος.
- Δε με νοιάζει.
- Άκου... Είναι σα να χαλάμε το παιχνίδι για να βρούμε το θαύμα.
- Θέλω να φορέσω το δικό σου πετσί. Να κλέψω κι εγώ κάτι από σένα.
- Κάνε όπως θέλεις. Ό, τι βρεις κλέψε. Δείξε μού το μονάχα... Κι έγινε έτσι, όπως τότε, όταν χάιδεψα ένα γυμνό του Pascin μπροστά σε τρεις φύλακες του Μουσείου, χωρίς να με δούνε...


Cocos Islands 1956. Aθήνα 1975

Στην πλώρη ο σφυροκέφαλος με το φτερό στη ράχη,
τότε που πήρε ο Συμιακός βουτιά με το κεφάλι.
"Όλο αρμενίζει ο γιόκας μου, που την ευχή μου να 'χει..."
Κι όσοι είδαμε απ' την κουπαστή, μας λύθηκε το αφάλι.

Γιατί μπερδεύω τούτη εδώ με μι' άλλην ιστορία;
Είν' ένα χέρι που πονάει, βαρύ και λαβωμένο.
Βλέπω συχνά στον ύπνο μου ένα άσπρο καρχαρία
με περιμένει νηστικός η εγώ τον περιμένω;

Ακόμα δε φανήκανε κοράκια και παράλια.
Αρμάτωσα μια καθετή με μεσηνέζα σάπια.
Μια δεκοχτούρα απ' το πρωί μοιρολογάει στα στράλια
απάνω στο πλεούμενο, που περπατάει σαν πάπια.

Να ΄χαμε να του δίναμε μια ρίζα, ένα χορτάρι,
ένα κλωνί βασιλικό τα χείλη να δροσίσει,
ή να τον κοινωνούσαμε με μια τούφα χασίσι.
Θα ναρκωνόταν ο σκορπιός που μέσα του σαρτάρει.

Με γάντζους στο κατάστρωμε πήδησαν οι Μαλαίσιοι
και μαλακά τον θέσανε σε μια σκοινένια μπράντα.
Του χάιδευε τα δάχτυλα μια μαύρη, η Τζακαράντα,
και μια γριά μαστόρισσα που βρώμαγε σα λέσι.

Κοιμάται ονειρευάμενος κάμπους με χαμομήλια.
Ξαναγενήκαμε μεμιάς τα ρούχα που φοράμε.
Βόγκει στο πρόσω η μηχανή και τώρα ανηφοράμε,
λειψοί πάνω στο σίδερο, με κουρασμένα μίλια.

Η Φωτογραφία είναι του καραβιού «Ιονία» που ταξίδευε ο Νίκος Καββαδίας το 1950, '53, '54.


Τραγούδι: Γράμμα ενός αρρώστου - Δήμητρα Γαλάνη
Ακούστε...
Διάρκεια: 04:20 - (1.014KB)
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Ξέμπαρκοι. Πρώτη εκτέλεση: Δήμητρα Γαλάνη




 





Ο ΜΑΡΑΜΠΟΥ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΔΩ
Του Νίκου Βιδάλη

ΧΟΡΕΨΕ ΣΤΟ ΦΤΕΡΟ ΤΟΥ ΚΑΡΧΑΡΙΑ
Του Θάνου Μικρούτσικου

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
Λόγια στο Χαρτί
Εργογραφία Βιογραφικό Video

Εργογραφία

Μαραμπού
Είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του, η οποία εκδόθηκε το 1933. (Εκδόσεις Άγρα).

Αποτελείται από ποιήματα:
-Μαραμπού
-Ένας Δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου.
-Οι γάτες των φορτηγών.
-Ένα μαχαίρι.
-Γράμμα στον Ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ.
-Ο Πιλότος Νάγκελ.
-Έχω μια πίπα.
-Η Μαϊμού του Ινδικού Λιμανιού.
-Ένας Νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί.
-Gabrielle Didot.
-Οι προσευχές των Ναυτικών.
-A bord de l' "Aspasia".
-Γράμμα απ΄ τη Μαρσίλια.
-Ο πλοίαρχος Φλέτσερ.
-Γράμμα ενός αρρώστου.
-Mal du depart.
-Η πλώρη μας.
-William George Allum.
-Καφάρ.
-Coaliers.
-Μαύρη λίστα.
-Παραλληλισμοί.


Πούσι
Η δεύτερη ποιητική συλλογή του, η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1947. (Εκδόσεις Άγρα).

Αποτελείται από ποιήματα:          
-Πούσι
-Kuro Siwo.
-Στεριανή ζάλη.
-Cambay' s Water.
-Αρμίδα.
-Black and White.
-Εσμεράλδα.
-Καραντί.
-Θαλάσσια πανίς.
-Federico Garcia Lorca.
-Θεσσαλονίκη.
-Σταυρός του Νότου.
-Μαρέα.
-Λύχνος του Αλαντίνου.

Βάρδια
Μυθιστόρημα

Είναι το μοναδικό μυθιστόρημα του Νίκου Καββαδία. Κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1954. (Εκδόσεις Άγρα).
«Περιπέτεια ξεχωριστή, εξωτική, φαντασμαγορία με χίλια χρώματα, πότε ποιητική, πότε άσεμνη, πότε παραληρηματική. Εικόνα όμως πιθανή, εικόνα πολύ αληθοφανής της άχαρης μοίρας μας...»
(Από την εισαγωγή του Michel Saunier στη Γαλλική έκδοση της «Βάρδιας»).

Τραβέρσο
Η τρίτη ποιητική συλλογή του, η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1975 (Εκδόσεις Άγρα).

Αποτελείται από ποιήματα:
-Μουσώνας
-Fresco
-Γυναίκα
-Yara-Υara
-Οι εφτά νάνοι στο s/s Cerynia
-Κοσμά του Ινδικοπλευστή
-Guevara
-Θεσσαλονίκη ΙΙ
-Fata Morgana
-Αντινομία
-Cocos Ιslands
-Σπουδή θαλάσσης
-Πικρία
-Νανούρισμα
-Μarco Polo
-Παιδεία

Λι
Πεζά

Μικρά πεζά, που γράφτηκαν το Δεκέμβριο του 1968 και κυκλοφόρησαν το  1987 (Εκδόσεις Άγρα).

Το «Λι» γυρίστηκε σε ταινία το 1995 με τον τίτλο «Between the Devil and the Deep Blue Sea» από την Βελγίδα Marion Hansen σε μουσική Wim Mertens.

Του Πολέμου - Στο άλογό μου
Πεζά

Δύο μικρά πεζά, που κυκλοφόρησαν το 1997(Εκδόσεις Άγρα).

Σ.σ.

-Το μικρό αφήγημα «ΛΙ» εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1987 από τις εκδόσεις Άγρα. Φέρει ημερομηνία 25 Δεκεμβρίου 1968, και διηγείται τη σύντομη συνάντηση του αφηγητή με μια μικρή Κινεζούλα, όταν το πλοίο του φούνταρε ανάμεσα Καουλούν και Χονγκ Κονγκ και περιμένανε να το παραδώσουν στους καινούργιους αγοραστές και να φύγουνε.
-Το μικρό πεζό «Του πολέμου» πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αυγή» στις 26 Οκτωβρίου 1975. Φέρει ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1969 και αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο τη συνάντηση του αφηγητή με έναν αρβανίτη Τόσκο, ο οποίος του έδωσε καταφύγιο στα βουνά της Αλβανίας κατά τη διάρκεια του πολέμου.
-Αντίστοιχα, το μικρό πεζό «Στο άλογο μου» πρωτοδημοσιεύτηκε στον τόμο «Το Θαύμα της Αλβανίας απ' τη σκοπιά της ΙΙΙ Μεραρχίας» του Ξένου Ξενίτα το 1945. Γράφτηκε στο Κούδεσι, το Μάρτη του '41, και είναι μια σύντομη τρυφερή αποστροφή, ένας μελαγχολικός κουβεντιαστός μονόλογος, στο άλογο που τον συνόδευε στον πόλεμο στην Αλβανία.

Νίκος Καββαδίας:
Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη Αθησαύριστα πεζογραφήματα και ποιήματα

O παρών τόμος συγκεντρώνει τα αθησαύριστα έργα του Nίκου Kαββαδία, εκείνα δηλαδή που έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε διάφορα περιοδικά, εφημερίδες, ανθολογίες κ.ά., αλλά δεν έχουν ποτέ συμπεριληφθεί σε ποιητικές συλλογές ή αναδημοσιευτεί σε αυτοτελείς τόμους, και ως εκ τούτου δεν ήταν πια προσιτά στο αναγνωστικό κοινό. Δεν περιέχει κανένα ανέκδοτο ποίημα ή πεζογράφημα. Tα πεζογραφήματα και ποιήματα που συγκεντρώνονται εδώ ανήκουν στη μεγάλη πλειονότητά τους στα πρώτα δημιουργικά χρόνια του Kαββαδία : ΄Eνα πρώτο ποίημα χρονολογείται από το 1926 ή 1927, τα ποιήματα που υπέγραψε με το ψευδώνυμο Πέτρος Bαλχάλ(λ)ας δημοσιεύτηκαν από τον Iανουάριο του 1928 ώς τον Iανουάριο του 1930, τα πεζογραφήματα γράφτηκαν από το 1932 έως το 1935, τα υπόλοιπα ποιήματα, που τα υπογράφει ο Kαββαδίας με τ' όνομά του, χρονολογούνται από το 1928 ώς το 1935. Mόνο πέντε ποιήματα ανήκουν σε μεταγενέστερες εποχές: Tα τρία αντιστασιακά ποιήματα είναι του 1943 και του 1945, το «Φοιτητές» του 1967 και το «Στίχοι για τη ζωγραφική σου» του 1971. Mερικά κείμενα, όπως «Tο ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» (1932) ή το ποίημα «Kasbah» (1934), αποτελούν σημαντικότατα αριστουργήματα. Σχεδόν όλα παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον επειδή, πέρα από τις επιμέρους αρετές τους, μας επιτρέπουν να δούμε τη γέννηση και την προοδευτική ανάπτυξη της θεματικής και του ιδιάζοντος λεξιλογίου του Kαββαδία, ή την επεξεργασία ενός μύθου, όπως εκείνου του ανέφικτου ταξιδιού κατά την προετοιμασία του «Mal du Depart». Mερικά από τα κείμενα που δημοσιεύονται: «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη», «Tαξειδιωτικαί αναμνήσεις - Πορτ-Σάιτ, Aλεξάνδρεια, Mαρσίλλια, Kάπο ντι Φάρο, Στρόμπολι, Aργοστόλι», «H απίστευτη περιπέτεια του λοστρόμου Nακαχαναμόκο», «Γράμμα σε μιαν άγνωστη κυρία», «Oι άνθρωποι της κοκαΐνης», «Γράμματα εν πλω», «H μικρή χορεύτρια», «O λοστρόμος από τα Φαρόερ», «Aθήνα 1943», «Aντίσταση» κ.λ.π. (Εκδόσεις Άγρα).

Μεταφράσεις
Γιουτζίν ο' Νηλ, Το ταξίδι του γυρισμού - Κι άλλα μονόπραχτα
Μετάφραση: Νικ.Καββαδία, Βασ. Νικολόπουλου. Αθήνα, Νότης Καραβίας.

Συγκεντρωτικές εκδόσεις

Μαραμπού & Πούσι. Αθήνα, (ΕκδόσειςΓαλαξίας).
Αθήνα 1961

Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου - Εισαγωγή και ανθολόγηση Δημήτρης Καλοκύρης.
Αθήνα, (Εκδόσεις Άγρα 1995).




Βιβλιογραφία (επιλογή)

Νίκος Καββαδίας: Γυναίκα-Θάλασσα Ζωή (Αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο) του Μήτσου Κασόλα.
Κατατοπιστική εισαγωγή στο έργο του Νίκου Καββαδία. Ουσιαστικά  αποτελεί μια μεγάλη αφήγηση του ποιητή στον γνωστό συγγραφέα και δημοσιογράφο. (Εκδόσεις Καστανιώτης).
«Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου. Νίκος Καββαδίας» Του Δημήτρη Καλοκύρη.
Εισαγωγή στην ποίηση του Καββαδία από έναν ομότεχνό του. (Εκδόσεις Άγρα).
Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας του Φίλιππα Φιλίππου.
Η μελέτη με την πολιτική διάσταση του έργου και της ζωής του. (Εκδόσεις Άγρα).
«Ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό...» Του Γκι Σονιέ.
Συνθετική μελέτη για το έργο του Καββαδία, από ψυχαναλυτική σκοπιά. (Εκδόσεις Άγρα).
«Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καββαδία» Του Γιώργου Τράπαλη.
Απαραίτητο βοήθημα, καθώς ο ποιητής χρησιμοποιεί ευρύτατα στο έργο του την ιδιωματική γλώσσα των ναυτικών. (Εκδόσεις Άγρα).

Βιβλιογραφία (ενδεικτική)

-Αργυρίου Αλεξ., «Καββαδίας Νίκος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985.
-Βάρναλης Κώστας, «Ο Μαραμπού», Η Πρωία, 10/9/1943, σ.1.
-Βογασάρης Άγγελος, Νίκος Καββαδίας (Μαραμπού) - Ο ποιητής των μακρινών θαλασσινών δρόμων. Αθήνα, Σαμουράι, 1979.
-Γαλανάκη Ρέα, «Προτάσεις για την ανάγνωση του Νίκου Καββαδία», Ο Πολίτης18, 4/1978, σ.94-99.
-Γιαλουράκης Μανώλης, «Νίκος Καββαδίας - Ένας λυρικός της θάλασσας», Νέα Σκέψη120, 1/1979, σ.17-18.
-Επτά κείμενα για το Νίκο Καββαδία - Αλέξανδρος Αργυρίου, Γιώργος Ιωάννου, Στρατής Τσίρκας, Ντίνος Χριστιανόπουλος - Επιμέλεια Άντεια Φραντζή. Αθήνα, Πολύτυπο, 1982.
-Θρύλος Άλκης, Κριτική για το Μαραμπού, Σήμερα6, 6/1933, σ.191.
-Ιωάννου Γιώργος, «Μαδέρια στο πέλαγος», Αντί142, 4/1/1980, σ.12-13.
-Καββαδία Τζένια, «Αναμνήσεις από την παιδική ζωή του αδελφού μου», Η λέξη27, 9/1983, σ.750-751.
-Καββαδίας Νίκος, «Αδελφέ μου Δημήτρη (γράμμα στον Μ.Καραγάτση)», Η λέξη27, 9/1983, σ.739-741.
-Καραγάτσης Μ., «Στη γοργόνα πόρνη (γράμμα στον Νίκο Καββαδία)», Η λέξη27, 9/1983, σ.737-738.
-Καραντώνης Αντρέας, «Νίκος Καββαδίας», Φυσιογνωμίες· Τόμος δεύτερος, σ.333-342. Αθήνα, Παπαδήμας, 1977.
-Κόρφης Τάσος, Νίκος Καββαδίας-Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του. Αθήνα, Κέδρος, 1978 (και νέα έκδοση Πρόσπερος, 1991).
-Κούρτοβικ Δημοσθένης, «Νίκος Καββαδίας», Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς· Ένας οδηγός, σ.101-102. Αθήνα, Πατάκης, 1995.
-Λυκιαρδόπουλος Γεράσιμος, Μύθος και ποιητική του «Ταξιδιού». Αθήνα, Έρασμος, 1990.
-Μενδράκος Τάκης, «Νίκος Καββαδίας (Ο Μαραμπού)», Κριτικά Φύλλα, Άνοιξη 1976 (τώρα και στον τόμο Μικρές δοκιμές· Κριτικά σημειώματα & άρθρα, σ. 94-103. Αθήνα, Σοκόλης, 1990).
-Μικέ Μαίρη, Η "Βάρδια" του Νίκου Καββαδία - Εικονο-γραφήσεις και μεταμορφώσεις. Αθήνα, Άγρα, 1994.
-Μικρούτσικος Θάνος, «Κοιτώντας μουσικά την ποίηση του Καββαδία», Η λέξη27, 9/1983, σ.742-745.
-Νιάρχος Θανάσης, «Η αθωότητα της αμαρτίας», Η λέξη27, 9/1983, σ.747-749.
-Νικορέτζος, Δημήτρης. Νίκος Καββαδίας: Ο τελευταίος αμαρτωλός. Αθήνα, Εντός, 2001.
-Ντελόπουλος Κυριάκος, Νίκος Καββαδίας - Βιβλιογραφία 1928-1982. Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α., 1983.
-Πανσέληνος Ασημάκης, Κριτική για το Πούσι, Ελεύθερα Γράμματα61, 1/3/1947, σ.61.
-Παπαγεωργίου Κώστας Γ., «Για το αφήγημα Του πολέμου του Νίκου Καββαδία, Νέα Εστία143, 1/6/1998, ετ.ΟΒ΄, αρ.1702, σ.770-773.
-Παράσχος Κλέων, «Νίκου Καββαδία: Μαραμπού», Νέα Εστία14, ετ.Ζ΄, 15/8/1933, αρ.160, σ.899-900.. Ποταμιάνος Δ.Π., Κριτική για τη Βάρδια, Διαβάζω3-4, 10/1976, σ.100-102.
-Στεργιόπουλος Κώστας (επιμέλεια), «Νίκος Καββαδίας», Η ελληνική ποίηση· Ανθολογία - Γραμματολογία, σ. 514-517. Αθήνα, Σοκόλης, 1980.
-Τράπαλης Γιώργος, Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καββαδία. Αθήνα, Άγρα, 1992.
-Τσίρκας Στρατής, «Νίκος Καββαδίας: Ο ποιητής της αδελφοσύνης και των μεγάλων οριζόντων», Το Βήμα, 12/2/1975, σ.4.
-Τσίρκας Στρατής, «Ο φίλος μου ο Μαραμπού», Αντί122, 31/3/1979, σ.10-11.
-Τσίρκας Στρατής, «Ο Κόλιας κι ο Αλεξανδρινός κριτικός», Αντί140, 7/12/1979, σ.10-11.
-Τσίρκας Στρατής, «Όχι δα και μαφιόζος», Αντί130, 21/7/1979, σ.12.
-Φιλίππου Φίλιππος, Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας. Αθήνα, Άγρα, 1996.
-Χαλκούση Ελένη, «Ο φίλος, ο στοχαστής, ο ευαίσθητος "Μαραμπού" · Ο ποιητής της θάλασσας και του θανάτου · Η Ελένη Χαλκούση γράφει για το Νίκο Καββαδία», Η Απογευματινή, 15/2/1975.
-Χάρης Πέτρος, Μικρή πινακοθήκη. Σειρά δεύτερη, σ.140. Αθήνα, Κριτικά Φύλλα, 1975.
-Χατζοπούλου - Καραβία Λεία, «Νίκος Καββαδίας, ο Μαραμπού», Τομές3, 3/1975, σ.49.
-Χ[ουρμούζιος] Αιμ[ίλιος], Κριτική για το Πούσι, Νέα ΕστίαΜΒ΄, 15/8/1947, αρ.483, σ.1018.
Αφιερώματα περιοδικών
-ΑντίΒ΄, 3/5/1975, αρ.18, σ.49-51.
-Καινούρια Εποχή, 23-24-25, Άνοιξη - Καλοκαίρι - Φθινόπωρο 1983, σ.3-18.
-Τομές32, ετ.Δ΄, 1/1978.
-Νέα Εστία143, 1/6/1998, ετ.ΟΒ΄, αρ.1702.

 




Ο ΜΑΡΑΜΠΟΥ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΔΩ
Του Νίκου Βιδάλη

ΧΟΡΕΨΕ ΣΤΟ ΦΤΕΡΟ ΤΟΥ ΚΑΡΧΑΡΙΑ
Του Θάνου Μικρούτσικου

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
Λόγια στο Χαρτί
Εργογραφία Βιογραφικό Video

Βιογραφικό

Νίκος Καββαδίας
(1910-1975)

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 στο Νίκολσκι Ουσουρίσκι, μια επαρχιακή πόλη της περιοχής του Χαρμπίν στη Μαντζουρία, από γονείς Κεφαλλονίτες, το Χαρίλαο Καββαδία και τη Δωροθέα Αγγελάτου της γνωστής οικογένειας εφοπλιστών της Κεφαλλονιάς. Σ' αυτή τη μικρή κινεζική πόλη, γεννιούνται και άλλα δυο παιδιά: η Τζένια (Ευγενία) κι ο Μήκιας (Δημήτρης). Ο πατέρας Χαρίλαος Καββαδίας διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου διακινώντας μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων με κύριο πελάτη τον τσαρικό στρατό.
Το 1914, με την έκρηξη του Πολέμου, η οικογένεια έρχεται στην Ελλάδα κι εγκαθίσταται στο Αργοστόλι, ενώ ο πατέρας επιστρέφει στις επιχειρήσεις του στη Ρωσία, όπου καταστρέφεται οικονομικά. Το 1917, κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης, φυλακίζεται. Γυρίζει και πάλι στην Ελλάδα το 1921, τσακισμένος και ανίκανος να προσαρμοσθεί στην ελληνική πραγματικότητα.
Μετά το Αργοστόλι, η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά. Ο Καββαδίας πηγαίνει στο Δημοτικό κι είναι συμμαθητής με το Γιάννης Γιάννη Τσαρούχη. Διαβάζει Ιούλιο Βερν και διάφορα βιβλία περιπέτειας. Στο Γυμνάσιο γνωρίζεται με το συγγραφέα και ιατρό του Πολεμικού Ναυτικού Παύλο Νιρβάνα. Δεκαοκτώ ετών, αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας.
Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή. Όμως την ίδια περίοδο πεθαίνει ο πατέρας του και αναγκάζεται να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο. Συνεχίζει όμως να συνεργάζεται με διάφορα φιλολογικά περιοδικά. Το Νοέμβριο του 1928, ο Καββαδίας βγάζει το πρώτο του ναυτικό φυλλάδιο ως «ναυτόπαις» και μπαρκάρει τον επόμενο χρόνο στο φορτηγό «Άγιος Νικόλαος».
Το 1934, η οικογένεια μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα. Το σπίτι της γίνεται τόπος συγκέντρωσης λογοτεχνών, ζωγράφων και ποιητών. Ο Καββαδίας την εποχή εκείνη περιγράφεται ως ένας λιγομίλητος απλός άνθρωπος, ατημέλητος, χαριτωμένος, εγκάρδιος, με ανεξάντλητο χιούμορ, αγαπητός στους πάντες. Το 1938 στρατεύεται και υπηρετεί στην Ξάνθη με την ειδικότητα του ημιονηγού, ενώ το 1939 παίρνει το δίπλωμα του ραδιοτηλεγραφητή κατωτέρας τάξεως. Στον πόλεμο του '40 φεύγει για την Αλβανία, όπου υπηρετεί αρχικά ως ημιονηγός τραυματιοφορέας και αργότερα λόγω της ειδικότητάς που είχε ως ασυρματιστής χρησιμοποιείται στο σταθμό υποκλοπής της ΙΙΙ Μεραρχίας.
Με τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, ο ποιητής μπαρκάρει και πάλι αφού έχει εξασφαλίσει την άδεια της ασφάλειας, που τον θεωρεί «κομμουνιστή άνευ δράσεως» και του χορηγεί ειδικά διαβατήρια περιορισμένης χρονικής ισχύος. Έπειτα, από το 1954 μέχρι και το 1974, ταξιδεύει διαρκώς με πολύ μικρά διαλείμματα. Μέσα στη χρονική αυτή περίοδο, τα πιο σημαντικά γεγονότα στη ζωή του ποιητή αφορούν το θάνατο του πιο μικρού του αδερφού, Αργύρη, το 1957, την κυκλοφορία της «Βάρδιας» στα γαλλικά το 1959, την επανέκδοση του «Μαραμπού» και του «Πούσι» το 1961 από τις εκδόσεις Γαλαξίας, το θάνατο της μητέρας του το 1965 και τη γέννηση του Φίλιππου το 1966, γιου της ανιψιάς του Έλγκας.
Το 1975, στην Αθήνα, στην κλινική «Άγιοι Απόστολοι», αφήνει την τελευταία του πνοή ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο.

 




Ο ΜΑΡΑΜΠΟΥ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΔΩ
Του Νίκου Βιδάλη

ΧΟΡΕΨΕ ΣΤΟ ΦΤΕΡΟ ΤΟΥ ΚΑΡΧΑΡΙΑ
Του Θάνου Μικρούτσικου

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
Λόγια στο Χαρτί
Εργογραφία Βιογραφικό Video

Video


Θάνος Μικρούτσικος - Γιάννης κούτρας, Ένας νέγρος θερμαστής


Θάνος Μικρούτσικος - Γιάννης κούτρας, To μαχαίρι


Θάνος Μικρούτσικος - Γιάννης κούτρας, Σταυρός του Νότου


Θάνος Μικρούτσικος - Γιάννης κούτρας, Armida

Θάνος Μικρούτσικος, Οι 7 νάνοι


Θάνος Μικρούτσικος, Στης γοργόνας το φτερό


Θάνος Μικρούτσικος - Χρήστος Θηβαίος, Γυναίκα


Θάνος Μικρούτσικος, Πικρία


Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Ένας νέγρος θερμαστής


Βασίλης Παπακωνσταντίνου - Γιώργος Νταλάρας. Θεσσαλονίκη


Γιώργος Νταλάρας - Σταυρός του νότου


Γιώργος Νταλάρας - Εσμεράλδα


Γιώργος Νταλάρας - Καραντί


Ρίτα Αντωνοπούλου - Καραντί


Βασίλης Λέκκας, Guevara

 

 

 

 











 
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα