Oι άνθρωποι που ήθελαν
να αλλάξουν τον κόσμο
Μάνος Χατζιδάκις
Μελίνα Μερκούρη
Μάνος Λοϊζος
Μίκης Θεοδωράκης
Νίκος Καββαδίας
Γιάννης Ρίτσος
Γιώργος Σεφέρης
Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τσε Γκεβάρα
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Νίκος Μπελογιάννης
Άγγελος Σικελιανός
Άρης Βελουχιώτης
Πάμπλο Νερούδα
Ανδρέας Εμπειρίκος
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Παύλος Σιδηρόπουλος
Χάρολντ Πίντερ

Μανώλης Αναγνωστάκης

Βλαντίμιρ Λένιν
Μαρία Δημητριάδη

Οδυσσέας Ελύτης

Κώστας Βάρναλης
Κάρολος Κουν
Κώστας Καρυωτάκης
Βασίλης Τσιτσάνης
Νίκος Παπάζογλου
Τζον Λένον
Πάτι Σμιθ
Γεώργιος Καραϊσκάκης
Νίκος Καζαντζάκης
Νίκος Ξυλούρης
Μάνος Ξυδούς
Στρατής Τσίρκας
Φερνάντο Πεσσόα
Νικόλας Άσιμος
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Κατερίνα Γώγου


Ειδικά αφιερώματα
Λίνα Νικολακοπούλου
Σταμάτης Κραουνάκης
Κική Δημουλά
Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Διονύσης Τσακνής
Νίκος Εγγονόπουλος
Δημήτρης Χορν
Κωνσταντίνος Καβάφης
Θόδωρος Αγγελόπουλος
Θάνος Μικρούτσικος
Αλέξης Μινωτής
Μίμης Πλέσσας
Χάρις Αλεξίου
Δήμητρα Γαλάνη
Θανάσης Βέγγος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Σταύρος Ξαρχάκος
Νίκος Γκάτσος
Μάρκος Βαμβακάρης
Γιάννης Τσαρούχης
Κατίνα Παξινού
Μιχάλης Καραγάτσης
Διονύσης Σαββόπουλος
Ελένη Καραϊνδρου
Άντριου Λόιντ Γουέμπερ
Πέδρο Αλμοδόβαρ
Άγαμοι Θύται
Σπείρα Σπείρα
Αγκάθα Κρίστι
Σαλβαντόρ Νταλί
Τζον Μάλκοβιτς
Αντζελίνα Τζολί
Νίνο Ρότα

Aφιέρωμα: Μετάδοση
200 θεατρικών παραστάσεων
από το Ελληνικό και Ξένο Δραματολόγιο




 

 

 

 
Αφιερώματα  

Οι άνθρωποι που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο!

Nικόλας Άσιμος
Πρώτη παρουσίαση Οκτώβριος 2012
(Τελευταία ενημέρωση 20/08/16)

Αφιέρωμα Δισκογραφία Βιογραφικό Video

Νικόλας Άσιμος

Επιμέλεια: Νίκος Βιδάλης
Κείμενα: Μπάμπης Ξαρχάκος, Διογένης Δασκάλου, Γιώργος Ανδρέου, Κρυσταλία Πατούλη,Γιώργος Νικολαϊδης
Φωτογραφίες: Αρχείο Ως3, Γιώργος Ι. Αλλαμανής: (από το βιβλίο του Δίχως καβάντζα καμιά).
Ηχητικά ντοκουμέντα: Ο Νικόλας Άσιμος μιλάει για τις ...ιδέες του - μιλάει και για τους ...συνεργάτες του, τους ερμηνευτές των τραγουδιών του
Τηλεοπτικά ντοκουμέντα: Άντε κουφάλες και του χρόνου..., Καταρέω, Δωμάτιο στο Άμστερνταμ
Μουσική επιμέλεια: Άρης Δούκας

...Δεν υπάρχει σύμπαν. Υπάρχουν μόνο στιγμές. Συμπαντικές στιγμές. Αν φτάσεις στην ακινησία μπορείς παντού να ταξιδέψεις... Ν.Α.




Άντε κουφάλες και του χρόνου!
Του Μπάμπη Ξαρχάκου

Tι ήταν τελικά ο Νικόλας Άσιμος; Αναρχικός, αντιεξουσιαστής, τρομοκράτης, μαρξιστής, ρεφορμιστής, οπορτουνιστής, κομμουνιστής, περιθωριακός, απροσάρμοστος, γραφικός, τρελός, ανισσόροπος, σχιζοφρενής, βλαμένος, παρανοϊκός, ονειροπαρμένος, στιχουργός, συνθέτης, φιλόσοφος, ηθοποιός, τραγουδοποιός, δημιουργός, αυθεντικός, μουσική διάνοια, ...κροκάνθρωπος ή τίποτε από όλα αυτά;
Λέγεται ότι όταν ο Άσιμος πήγε στον παράδεισο (γιατί εκεί κατέληξε τελικά ο Νικόλας), οι Άγγελοι τον ρώτησαν: «Επειδή είμαστε χαρμάνια μήπως έχεις μαζί σου καμιά ψιλή για να την βρούμε;». Και αυτός τους απάντησε: «Είμαι τελείως ξερός, αλλά δεν πειράζει μπορώ να σας την τραγουδήσω!».
Και πιάνει την κιθάρα του και αρχινά να παίζει:

Μπαλωματής δεν ήμουνα, μήτε και πολιτζμάνος
κωδωνοκρούστης θα 'πρεπε, ντε και καλά ρουφιάνος.
Να βαρώ τα σήμαντρα διά τους ευσεβείς
παίρνοντας κι επίδομα ως κουδουνιστής.
Θεέ μου πολυέλεε
μου τα 'κανες κουδούνια.

Θα το 'θελες μαμάκα μου, να είχα πάει στρατιώτης,
να είχα τα πτυχία μου, να γίνω κι εργοδότης.
Να 'χα και μια σύζυγο, μία με σουτιέν,
να 'χα κι αυτοκίνητο μία citroen.
Δουλειά δεν είχες, διάλοε,
γαμούσες τους γονέους.

Αγία Κατανάλωση, μην πας να με κουφάνεις,
η φρίκη είναι όμορφη, κι εμένα δε με πιάνεις.
Τα δεκαεξάχρονα κι αν εξευμενείς,
Με τρυπάρες και υγρά, θα στη φέρουνε.
Αλλού τα κακαρίσματα,
κι αλλού γεννάν οι κότες...

Kαι στήσαν χορό οι Άγγελοι με ζουρνάδες και νταούλια με τον Άσιμο στη μέση να τους δίνει τον ρυθμό χορεύοντας και τραγουδώντας για τρεις μέρες και για τρεις νύχτες... Μέχρι που φύτρωσαν στην πλάτη του φτερά από την εξάντληση!
Από τότε τον βάφτισαν Αρχάγγελο Μεταφουρφούριο και τον έχουν μη στάξει και μη βρέξει.
Και ζήσαν αυτοί καλά και μείς και μη χειρότερα...

Ηχητικό Ντοκουμέντο
Εισαγωγή με την φωνή του Νικόλα Άσιμου
-μιλάει για τις ...ιδέες του-
Διάρκεια: 06:40

...«Ώριμα; Μα πότε θα 'ναι ώριμα; Πότε υπήρξαν ώριμα; Κάντο λοιπόν, άδραξε τη  στιγμή και κάντο τώρα για πάντα και ποτέ. Αύριο; Μα δεν υπάρχει αύριο! Θα 'χεις πεθάνει αύριο! Αύριο η φλόγα σβήνει!»...Ν.Α.

 

 

Νικόλας Άσιμος
Άντε κουφάλες και του χρόνου!

 
Διάρκεια 02:25
Νικόλας Άσιμος 1949-1988
*Τα διασκευασμένα «Κάλαντα» είναι από σκηνή της ταινίας του Παύλου Τάσιου
«Τα βαποράκια» και οι στίχοι είναι του Γιώργου Κορδέλλα.

 

 



 

Ένας άνθρωπος βουβός που μόνο τραγουδούσε...
Tου Διογένη Δασκάλου

«Έχουμε αφιέρωμα στον Άσιμο» ήταν η φράση του Μίστερ Ως3. «Γράψε κάτι». Μετά τον έχασα. Δεν είχε σήμα, όπως κι ο Νικόλας. Έχω πια τη βεβαιότητα πως δεν έχει σήμα. Δεν θυμάμαι βέβαια πώς τον έχασα, θυμάμαι όμως πως τον βρήκα. Στην κατάληψη του νεοκλασικού στο δρόμο επάνω απ' τα Εξάρχεια. Είχε μια ζώνη από κουταλάκια του γλυκού και μέσα σ' ένα δάσος από Κοζανίτικες τρίχες, δύο πύρινα μάτια. Ένα τεράστιο αγρίμι, κλεισμένο σ' ένα κλουβί στενό. Ένας άνθρωπος βουβός που μόνο τραγουδούσε. Γρυλίζοντας αλλά τραγουδούσε. Τι να γράψω γι' αυτόν, για το παιδί του, για τους δικούς του που τους έβλεπε σαν ξένους; Ότι ήταν καλός; Όχι, δεν ήταν. Ότι ήταν κακός; Όχι, δεν ήταν. Ότι του ρούφησαν το αίμα οι φωνές των εταιριών που του 'καναν το φίλο; Εγώ θα σας τα πω ή δεν τα ξέρετε; Εγώ το μόνο που θα πω είναι ότι ο Άσιμος έπρεπε να υπάρξει. Ακόμη κι αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να δημιουργηθεί. Αυτοί που τον αντέγραψαν, τον ξέσκισαν, τον έκλεψαν και τον ψευτοέκλαψαν, δεν ξέρω αν θα έπρεπε ακόμη να υπάρχουν αλλά το 'πε και ο Όσκαρ Ουάιλντ «Ο άγιος έχει παρελθόν και το λαμόγιο μέλλον». Άγιος βέβαια, δεν υπήρξε ο Άσιμος ποτέ και σε καμιά περίπτωση δεν έλεγες καλώς τον. Ξινός, δύστροπος, αυθάδης, εκρηκτικός, ευφάνταστος, δημιουργικός. Ένας κανονικός τρελός. Χώρα όμως που δεν αγαπάει τους τρελούς της, είναι καταδικασμένη να πεθάνει. Κακή ώρα. Αναπαύσου εν ειρήνη Νικόλα, μαζί με την παρέα σου σ' αυτό το υπέρτατο σημείο θέασης που πάντα αναζητούσες. Χαιρετισμούς στον Παπάζογλου, στο Λεωνίδα Χρηστάκη, στην Κατερίνα Γώγου, στον Ηλία Πετρόπουλο και σ' όλα τα υπόλοιπα τα άνθη του κακού. Τι να γράψω για σένα Νικόλα; Άσε μας ήσυχους που θα 'λεγες κι εσύ; Τι να γράψεις για κάποιον που αν ζούσε θα μας είχε γραμμένους; «Γίναν τα μπούτια μας σαν τροχαλίες και μεσ' τους κουβάδες τους αράζεις εσύ».

Υ.Γ. : Αλήθεια μήπως σου βρίσκεται κανα παπάκι που να κάνει πα-πα-πά ; Γιατί μου 'μεινε η Βανδή, να μου κάνει άπα-πα!!!!

..Ρώτησε κάποιος κάποτε. «Παλάβωσες Νικόλα; Γυρίζεις γύρω-γύρω το άγαλμα της  πλατείας, κι επιταχύνεις το ρυθμό, κι έχουν περάσει ώρες;». Εγώ απάντησα τότε αυτό: «Όλοι, ο καθένας, η καθεμιά, κάνετε κύκλους, παρόλο που πάτε ευθεία. Γυρίζετε σα σβούρες και δεν παίρνετε χαμπάρι. Προκειμένου να κάνω κύκλους, εγώ μπαίνω μέσα στον κύκλο και τον αντιμετωπίζω. Παρόλο που βρίσκομαι ακόμα στην περιφέρεια. Θα φτάσω και στο κέντρο.»...Ν.Α.

Τραγούδι: Μηχανισμός- Νικόλας Άσιμος
Ηχητικό Ντοκουμέντο
-Εισαγωγή με την φωνή του Νικόλα Άσιμου
-μιλάει για τους ...συνεργάτες του, τους ερμηνευτές των τραγουδιών του
Διάρκεια: 06:40
Διάρκεια: 07:58
Στίχοι/Μουσική: Νικόλας Άσιμος


 




 



Ο κατά μουσικήν σαλός Νικόλας Άσιμος
Του Γιώργου Ανδρέου

Τον ήξερα, τον είχα γνωρίσει σε συναυλίες του στα φοιτητικά φεστιβάλτης Θεσσαλονίκης, αρχές του ¨80. Βόρειος κι αυτός, σαν εμένα, με το ένα αυτί στη ροκ και τ' άλλο στη δημοτικολαϊκή ηχώ. Δύσκολος (όχι "δύσκολος"), αρνί στην καθημερινότητα του, μαζί και λύκος, «αρνόλυκος». Η Μουσική υπήρξε η Διοτίμα του, συγχρόνως ελιξίριο και φαρμάκι. Τον φαρμάκωνε η σκληρότητα που διάβαζε στα μάτια των απέναντι, η δυσπιστία τους, η σιωπηλή απαξίωση του τρόπου του, ο χλευασμός. Λυσσούσε, τους έφτυνε κατάμουτρα την τέχνη του, τους πυροβολούσε με τραγούδια. Αναρχικός; Δεν μπορώ να πω. Χίππης; Δεν ορκίζομαι. Βαρβάτος στιχουργός, απρόβλεπτος, υψιπετής και σκοτεινό υπόγειο; Αυτό ναι, σίγουρα. Και μελωδός, του χρωστάμε μερικές από τις ωραιότερες μουσικές τραγουδιών. Αν ήξερε, αν ένιωθε την αξία του; Ναι, το δίχως άλλο. Αν μπορούσε να τη «διαχειριστεί»; Κάθετα όχι, δεν τον ενδιέφερε άλλωστε, ήθελε να γράφει και να τραγουδά, τόσο απλά. Άν τον αγαπούσαν περισσότερο, αν δεν τον πλήγωναν, αν δεν τον παρεξηγούσαν -θα άντεχε, θα μακροημέρευε; Ίσως. Ίσως όχι. Τί σημασία έχει πιά; Καθένας έχει το όριο θραύσης του - «μηδένα προ του τέλους μακάριζε». Έγραψε ιστορία, δική του κι όλων μας  ο Άσιμος, ο κατά μουσικήν σαλός. Υποκλινόμαστε...

...«Μα δε μπορώ, το ποτάμι ξεχειλίζει, είναι πολλά αυτά που καίνε, πολλά αυτά που λείπουν. Θέλω περισσότερο αέρα. Περισσότερο χώρο. Αποσυντίθεμαι. Έχω και εγώ ανάγκες, δε μπορώ άλλο. Ο χώρος που ζητώ δεν έχει σχέση με το οικόπεδο. Δεν το θέλω το οικόπεδο. Δεν το θέλω το ψυγείο, το αυτοκίνητο, τη γκόμενα, τον πράκτορά σας, τη εταιρεία σας. Να ζήσω θέλω. Να ζήσω και να ζήσουμε μαζί λεύτεροι κι ανθρώπινοι.»... Ν.Α.

Τραγούδι: Πας φιρί φιρί - Νικόλας Άσιμος
 
Διάρκεια: 05:04
Στίχοι/Μουσική:
Νικόλας Άσιμος

...«Εγώ δεν έχω πανώ. Εγώ δεν έχω πομπό. Εγώ είμαι πανώ. Εγώ είμαι πομπός. Πομπός που δεν πιάνεται εύκολα. Πανώ που δε διακρίνεται εύκολα. Είμαι μάζα και είμαι ένας, είμαι ένας και είμαι μάζα. Σεις ίσως νιώσετε. Εγώ δε θα νιώσω λεύτερος ποτέ. Λευτεριά είναι κι αυτή βόλεμα. Προς βόλεμα δε στέργω.»... Ν. Α.

 








Ανά τας νους και τας Οδούς
Της Κρυσταλίας Πατούλη

Μια μοναχική φιγούρα σιωπηλά ανηφορίζει το λόφο του Στρέφη, διασπώντας το μισοσκόταδο της σκέψης καθώς ο άνεμος απλώνει βιαστικά ένα ψίθυρο... «Νικόλας Άσιμος. Ουχί Νίκος ουδέ Νικόλαος. Νικόλας και το "Άσιμος" με γιώτα...».
Νικόλαος Ασημόπουλος ήτανε το επίσημό του όνομα.
Γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου του 1949 στη Θεσσαλονίκη όπου μετέβησαν οι γονείς του για την γέννησή του. Αμέσως μετά επέστρεψαν στην πόλη της Κοζάνης όπου και διέμεναν.
Ο πατέρας του, ο Λάζαρος, ήταν έμπορος γυαλικών και φιαλών υγραερίου, ενώ η μητέρα του ονομαζόταν Μαρίκα. Ο Νικόλας ήταν ο πρωτότοκος. Ακολούθησαν οι Βασίλης (1952) και Δημήτρης (1956.
Στο Δημοτικό λαμβάνει αρχικά μέρος σε σκετσάκια ενώ τελειόφοιτος παρελαύνει ως σημαιοφόρος. Στο Γυμνάσιο (Βαλταδώρειο Γυμνάσιο Αρρένων Κοζάνης) δεν τα θέλει καθόλου αυτά και καθησυχάζει τους γονείς του καθώς τον βλέπουν να μην διαβάζει: «Εγώ τα ξέρω, δεν πα να χτυπιούνται, εγώ θα γράψω στα γραπτά». Παιδαρέλι ακόμη, αρχίζει να δείχνει τον ανήσυχο χαρακτήρα του. Τον χαρακτηρίζει πλούσια αντίληψη, περιέργεια και σιγουριά, ενώ ο νεανικός εγωισμός βρίσκεται στο ζενίθ του. Οξύθυμος σαν φιτίλι, χωρίς ωστόσο να κρατάει κακία σε κανέναν. «Μόνο τον Νίκο που είχα, ήταν σαν να μεγάλωσα δέκα παιδιά», έλεγε η μητέρα του.
Σαν μαθητής, του αρέσει να διαβάζει εξωσχολικά βιβλία, γράφοντας παράλληλα στιχάκια και ποιήματα σαν χείμαρρος από την πρώτη κιόλας Λυκείου. Αφορμές, το σχολείο, η κοινωνική ζωή και ο καταπιεσμένος επαρχιακός έρωτας. Ένα υποκειμενικό καλλιτεχνικό «alter ego» αρχίζει να καλλιεργείται μέσα του. Για το σχολείο αρχίζει σταδιακά να αδιαφορεί και από διάβασμα, τόσο όσο για να βρίσκεται βαθμολογικά λίγο πιο πάνω από το μέσο όρο. Δεν έχει φίλους κολλητούς και ούτε βρίσκεται στο επίκεντρο κάποιας νεανικής παρέας.
Το χειμώνα του 1966 αποτολμά να στείλει για δημοσίευση στην εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος», στην στήλη για νέους που επιμελείτο ο Νίκος Μαστοράκης, εξελληνισμένους τους στίχους της γαλλικής επιτυχίας "Monsieur Cannibal". Αντί αυτού ο Μαστοράκης τον ειρωνεύεται με το γάντι. Ο Νικόλας ως ανταπάντηση συγγράφει μία τετρασέλιδη επιστολή, ερχόμενος στην πρώτη του δημόσια αντιπαράθεση. Αντιδρώντας με νεανικό κριτικό πνεύμα, βάζει τον Μαστοράκη στη θέση του με τρία εύστοχα τετράστιχα. Είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιεί δημοσίως το ψευδώνυμο Άσιμος. Έκτοτε το καθιερώνει.
Έφηβος ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και το ποδόσφαιρο, στη θέση του τερματοφύλακα ενώ οι συμπαίκτες του, του κόλλησαν το παρατσούκλι «Βίντος». Διακρίθηκε επίσης, στο άλμα εις ύψος, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση στους Διασχολικούς Αγώνες Στίβου Δυτικής Μακεδονίας, αρνούμενος κατά την απονομή να τοποθετήσει στη φανέλα του τα γράμματα «Λ.Α.Κ.» (Λύκειο Αρρένων Κοζάνης).

Θεσσαλονίκη - Η επανάσταση της συνείδησης
Η μεταστροφή του Νικόλα επέρχεται κατά το τελευταίο σχολικό έτος. Αποφασίζει να σπουδάσει φιλολογία, παρόλο που στο Λύκειο ακολουθεί τον πρακτικό κλάδο. Έπειτα από εντατικά φροντιστήρια, το καλοκαίρι του 1967 καταφέρνει το ακατόρθωτο! Μαθαίνει λατινικά, αρχαία ελληνικά, ιστορία και έκθεση.
Ο Σεπτέμβρης τον βρίσκει στην Θεσσαλονίκη, να διασχίζει τις πύλες του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, κάτοχο μιας θέσης στον κλάδο Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών, μακριά από την ασφυκτική οικογενειακή θαλπωρή.
Τριτοετής στη Φιλοσοφική, πρωτοστατεί εκφράζοντας με τον καλύτερο τρόπο την πρώτη του καλλιτεχνική αγάπη. Το Θέατρο.
Την άνοιξη του 1970 πρωταγωνιστεί στο ρόλο του γιατρού Σγαναρέλου, στο ανέβασμα του έργου του Μολιέρου «Γιατρός με το στανιό», σε σκηνοθεσία Σταύρου Παπαδόπουλου.
Στις 3 Μαΐου του επόμενου χρόνου, ερμηνεύει το ρόλο του Ονήσιμου στο ανέβασμα του έργου του Μενάνδρου «Επιτρέποντες», σε σκηνοθεσία και πάλι του Σταύρου Παπαδόπουλου. Έχει επίσης την μουσική επιμέλεια της παράστασης!
Στις πρόβες, έρχονται σε σύγκρουση με το χουντικό καθεστώς που απαιτούσε να μπει στο οπισθόφυλλο του προγράμματος της παράστασης το πουλί, σήμα της 21ης Απριλίου. Η κόντρα με το καθεστώς έχει έστω και υποκειμενικά ήδη ξεκινήσει....
Συμμετείχε επίσης σε μια παράσταση που έδωσε το Θεατρικό Εργαστήρι της Μακεδονικής Εταρείας «Τέχνη», σε σκηνοθεσία Στέλιου Γιούτη. Ανέβασαν το «Spectacle» του Ζακ Πρεβέρ.
Στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα δραματολογίας στη Δραματική Σχολή Χαρατσάρη. Μάλιστα βρέθηκε σε κάποια στιγμή να κάνει ανεπίσημα και τον...«καθηγητή». Φυσικά μετά από λίγο καιρό τα παράτησε μιας και στα υπόγεια δωματιάκια της Παλιάς Φιλοσοφικής έστησε τον θεατρικό «ναό» του. Ήταν μόλις 21 ετών όταν θέλησε να σκηνοθετήσει!

Η Ασφάλεια έχει όμως αντίθετη άποψη.
Τον ζορίζουν, του παρακρατούν την ταυτότητα (Δεν έβγαλε άλλη παρά μόνο 18 χρόνια αργότερα καταφέρνοντας να του εκδώσουν ταυτότητα στο όνομα Άσιμος με τη "διευκρίνιση" στο σημείο του Θρησκεύματος: «Άνευ Θρησκεύματος») και διαλύουν μετά απειλών την αυτοσχέδια θεατρική ομάδα πριν καν ξεκινήσει παραστάσεις. 
Την άνοιξη του 1972 συναντά τον Δημήτρη Δημητρακόπουλο (ο οποίος του έμαθε κιθάρα) και τον Γιώργο Κατσικαβέλη. Τα πρώτα τραγούδια  μελοποιούνται, ενώ εμφανής είναι η προδιάθεσή για πρόζα.
Mέσα Δεκεμβρίου, στην καφετέρια που βρισκόταν στο δώμα του Λευκού Πύργου, «Ο Νικόλας Άσιμος και η παρέα Του», χωρίς μικρόφωνα και εξοπλισμό, εμφανίζονται μπροστά από κοινό.
Η επιτυχία ήταν άμεση. Η διάθεση για πρόζα κυριαρχεί και η συνεργασία  περνάει δοκιμασία. Ταυτόχρονα, αρχίζουν τα πηγαινέλα και στην Ασφάλεια. Ο Νικόλας αντιδρά, όμως είναι πλέον αργά. Η συνεργασία αποτελεί πια παρελθόν.
Συνεχίζει με νέο σχήμα στο Λευκό Πύργο. Ταυτόχρονα αρχίζουν οι ρήξεις με τους συνεργάτες του. Αποκορύφωμα η αποχώρηση του Άσιμου από τον Λευκό Πύργο με μαυρισμένο μάτι. Μηνύει μάλιστα τον Γιώργο Αραπάκη, ο οποίος με την έκβαση της υπόθεσης καταδικάζεται σε 15ήμερη φυλάκιση.
Στις 28 Μαρτίου 1973, ξεκινάει εκ νέου συνεργασία με τους Δημητρακόπουλο-Κατσικαβέλη καθώς και άλλους καλλιτέχνες στην ντισκοτέκ «Apple», όπου και συνεχίζει εμφανίσεις μέχρι τα τέλη Μαΐου.
Από το πανεπιστήμιο έχει οριστικά ξεκόψει, παρόλο που απείχε 6 μονάχα μαθήματα από το πτυχίο σε μια ενσυνείδητη προσπάθεια να αποφύγει την θητεία και με τα όνειρά του για οδηγό χαράζει ρότα για την Αθήνα και τις ζωντανές εμφανίσεις.
Στους δρόμους της Αθήνας...  Ένα παιδί που είχε διαβάσει πολλά
Ήταν Μάιος του 1973 όταν κατέβηκε ξαφνικά στην Αθήνα.
Φιλοξενείται αρχικά σε συγγενικό του σπίτι και τα πρώτα του βήματα τον φέρνουν στην Πλάκα, Μνησικλέους 16 και Ανδριανού.
Εκεί βρισκόταν το στέκι του Θανάση Γκαϊφύλια, η «Πέμπτη Εποχή"...κι αρχίζουν οι πρώτες κόντρες. 
Θα γνωριστεί με τον Γιάννη Ζουγανέλη και θα συνεργαστεί με τους Γιώργο Ζωγράφο, Πάνο Τζαβέλα, Δημήτρη Τραντάλη κ.α.
Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, συμμετέχει στο ανέβασμα των «Τσιρκολάνων», στο Θέατρο «Στοά». Αποτελεί την τελευταία του επαφή με το θέατρο. Παράλληλα το ματωμένο φθινόπωρο, τον βρίσκει σε δημιουργικό οργασμό, ενώ ο χειμώνας τον ρίχνει σε άγρια πείνα και καλλιτεχνική απραξία, την οποία θα καταλύσει ο Θ. Γκαϊφύλιας, προσφέροντας του δουλειά στην μπουάτ "Εντεκάτη Εντολή" (Αφροδίτης 1 και Ανδριανού, στην Πλάκα). Στον εν λόγω χώρο, θα του δωθεί μια ευκαιρία που ζητούσε από καιρό. 
Ο Γκαϊφύλιας πάει να δουλέψει στην «Αρχόντισσα» και ο Νικόλας στήνει την μουσικο-θεατρική του παράσταση, με συνεργάτες τους Β. Σπυρόπουλο, Δ. Φινινή κ.α. Έπειτα από αλλεπάλληλες επεμβάσεις της Ασφάλειας το μαγαζί τελικά κλείνει τον Απρίλιο του 1974.
Το καλοκαίρι, λαμβάνει μέρος στις προετοιμασίες του ανοίγματος της μπουάτ «Χνάρ» (Γκούρα 2, Πλάκα). Επιστρατεύονται οι Σπυρόπουλος, Φινινής, Πανυπέρης, το ντουέτο Λήδα-Σπύρος, σε μια προσπάθεια να στηθεί το μαγαζί. Το «Χνάρι» τελικά πήγε κατά διαόλου και έκλεισε όπως άνοιξε. Στα θετικά αυτής της απόπειρας ήταν η γνωριμία του Θανάση Μπίκου με τον Νικόλα.
 Αρχίζει να μηχανεύεται τρόπους να αποφύγει την θητεία, ενώ το Σεπτέμβριο δημοσιεύεται για πρώτη φορά κείμενό του σε έντυπο. (Περιοδικό "Panderma", τεύχος 9 - Εκδότης Λεωνίδας Χρηστάκης). Ακολουθεί μια επιστολή διαμαρτυρίας στην εφημερίδα «Αυγή» και καθώς ο πρώτος μεταπολιτευτικός χειμώνας μπαίνει, ο Νικόλας, βάζει εκ νέου στοίχημα με τον εαυτό του. Δημιουργεί το «Μουσικό Θέατρο Φτώχειας» (Μου.Θε.Φτω.), ένα φιλόδοξο μουσικό-θεατρικό σχήμα. Το στεγάζει στην Μνησικλέους 15 (Πλάκα) και βαφτίζει το μαγαζί «Ζωντανό Καφενείο», με κοινοβιακές βλέψεις, σκετσάκια, τραγούδια, χορογραφίες κλπ. Το μαγαζί παρόλες τις επίμονες και κοπιαστικές πρόβες δεν έχει απήχηση στο κοινό και ακολουθεί το θλιβερό λουκέτο.
Το 1975 μπαίνει και ο Νικόλας βρίσκει παρηγοριά στην Λίλιαν Χαριτάκη και στην κιθάρα του. Ξανακτυπάει για τρίτη φορά την πόρτα της «ΛΥΡΑ» και βρίσκει επιτέλους ανταπόκριση. Ο Α. Πατσιφάς του δίνει το πράσινο φως και το 45αρι με την πρώτη δισκογραφική δουλειά του, παίρνει σάρκα και οστά τον Μάιο, σε ενορχήστρωση Γιώργου Στεφανάκη.
Η επιτροπή λογοκρισίας έχει αντίθετη άποψη και χωρίς ουσιαστικά προσχήματα απαγορεύει εν ψυχρώ τις ραδιοφωνικές μεταδόσεις των τραγουδιών.
Ο Ζουγανέλης, που τον είχε φέρει σε επαφή με την «ΛΥΡΑ» πριν από την μεταπολίτευση, βλέποντας τα ζόρικα αδιέξοδα του Άσιμου, του δίνει την αφορμή. Ο «Συνεργατικός Θίασος Μουσικών» και το μουσικό καφενείο «Σούσουρο» (Ανδριανού 134, Πλάκα), παρέχουν μια ιδανική λύση. Μαζί με τους Θάνο Ανδριανό, Γ. Ζουγανέλη, Περικλή Χαρβά, Σάκη Μπουλά, Ισιδώρα Σιδέρη, Σπυρουλιώ Τουτουδάκη, Ζ. Βέη και τέσσερεις μουσικούς-ορχήστρα, συνδυάζουν αρμονικά το θέατρο και το τραγούδι.
Η Ιδρυτική Προκήρυξη του Θιάσου, που σώζει ο Νικόλας στο βιβλίο του, αποτελεί διαχρονικό μανιφέστο για κάθε καλλιτέχνη που σέβεται αληθινά τον εαυτό του και την τέχνη του.
Από το μαγαζί πέρασαν ως κοινό, ο Δ. Σαββόπουλος, ο Γενικός Γραμματέας του Κ.Κ. Ιταλίας, Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, ο Β. Παπακωνσταντίνου (εδώ ξεκίνησε η γνωριμία τους), ο Θάνος Μικρούτσικος, η Μαρία Δημητριάδη, η Α. Μάνου κ.α.
Η ρήξη με τους συνεργάτες, παρόλη την επιτυχία, δεν άργησε να έρθει. Αιτία η αύξηση της τιμής του ποτού από τον μαγαζάτορα και η επακόλουθη άρνηση του Νικόλα να δεχτεί κάτι τέτοιο, με επακόλουθο να μείνει πάλι στο δρόμο με την Λίλιαν έγκυο.

Και πάλι απ' την αρχή...
Το Γενάρη του 1976, ξεκινάει με βασικό και εναπομένων σχήμα-ορχήστρα, τον μπασίστα Δημήτρη Τραντάλη (ο πιο πιστός συνεργάτης του Νικόλα), παραστάσεις στη Μνησικλέους 24 (Πλάκα), κάτω από τον τίτλο «Για Ένα Πολιτικό Καφενείο». Το μαγαζί κρατήθηκε όρθιο για μερικές βδομάδες και ο Νικόλας βάζει πια πλώρη για τα Εξάρχεια - όπου θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του.
Παρασκευή 28 Μαΐου του 1976, έρχεται στον κόσμο η «Νιουνιού», όπως συνήθιζε να αποκαλεί ο Νικόλας την κορούλα του Λίλιαν. Ανάμεσα από πολλές δυσκολίες, χωρίς δουλειά, άθλια οικονομικά και συνθήκες πείνας προσπαθεί να σταθεί όρθιος. Γράφει αρκετά επιστρατεύοντας τις καλλιτεχνικές του δυνάμεις με σκοπό την άμεση πολιτική και κοινωνική παρέμβαση, περνώντας  μπόλικες ώρες αγκαλιά με την κιθάρα του.
Με σχήμα τους Τραντάλη, Μπίκο, Καλλοναίο, Ταραίο, Φινινή και Μανιάτη με την ονομασία «Για Ένα Πολιτικό Καφενείο», εμφανίζεται σε εκδήλωση συμπαράστασης στο γήπεδο της Καλλιθέας. Εκεί τραγουδάει για πρώτη φορά το αποκηρυγμένο «Σαν θα με καλέσει η πατρίδα».
Ο χειμώνας του 1976-77, τον βρίσκει στα κάγκελα του Πολυτεχνείου να πουλάει περιοδικά, κασέτες, και βιβλία για να βγάζει τα προς το ζην. Η Ασφάλεια τον τραβάει πολλές φορές στο τμήμα, για αντιεξουσιαστική και αντιμιλιταριστική στάση. Το ξύλο από κνίτες και μπάτσους έχει την τιμητική του.
Μέσα στο 1977 υπάρχει μια ανεπιβεβαίωτη πληροφορία, ότι ηχογράφησε μια πρώτη κασέτα και την διακινούσε. Δυστυχώς σήμερα δεν σώζεται κανένα αντίτυπο που να αποδεικνύει την ύπαρξή της.
Το φιτίλι στα Εξάρχεια αρχίζει να καίει επικίνδυνα. Οι αντιεξουσιαστικές προκηρύξεις πυκνώνουν και η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη. 
Με την κορούλα του αγκαλιά, ανεβαίνει για λίγο στην Κοζάνη. Σαν σφήνα δίνει μια συναυλία με την κιθάρα του στη ντισκοτέκ «Tiffany's».


Το φθινόπωρο του 1977, η αναμονή τελειώνει στα Εξάρχεια. Λόγω πολιτικών εξελίξεων και διεθνών γεγονότων οργανώνονται διαδηλώσεις στα Προπύλαια. Ακολουθούν αληθινές οδομαχίες και το πρώτο αίμα κυλάει στα σοκάκια. Η αστυνομία προχωρά σε συλλήψεις, 16 στον αριθμό. Ανάμεσά τους και ο Νικόλας, παρόλο που απείχε από τα συγκεκριμένα επεισόδια. 
Τελικά 5 εκδότες και ένας συνθέτης ανατρεπτικών τραγουδιών (ο Άσιμος), στις 24 Οκτωβρίου προφυλακίζονται για να παραπεμφθούν σε δίκη (δεν έγινε ποτέ), με την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας και υποκίνησης στην διατάραξη της κοινής ειρήνης. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο τότε ανακριτής της υπόθεσης είχε την εντιμότητα να παραδεχτεί το λάθος του.
Δύο μήνες κρατάει η προφυλάκιση, στην οποία έρχεται αντιμέτωπος με τους συγκρατούμενούς του για πολιτικούς λόγους. Εξερχόμενος από τις φυλακές της Αίγινας είπε: «Θα ξανάρθω!».
Επιστρέφει στην πώληση περιοδικών στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, ενώ ο αντιμιλιταρισμός και οι πολιτικές του παρεμβάσεις είναι πιο έντονες από ποτέ. Μάλιστα με αφορμή τη σύλληψη του Φίλιππα και της Σοφίας Κυρίτση, ο Νικόλας με εκρηκτικό τρόπο και με την «Νιουνού» αγκαλιά, πλακώνει στα ανακριτικά γραφεία με ένα πλαστικό πιστόλι-παιχνίδι, προκαλώντας χάος και πανικό. Το τραγούδι «Είμαστε Τρομοκράτες», το έγραψε για τη σύλληψη του ζεύγους Κυρίτση και το πρωτοτραγούδησε στο θέατρο «Αλάμπρα», μαζί με τους Μιχάλη Σύρπο και Μάριο Μεγαπάνο.
Την άνοιξη του 1978 τον καλούν να παρουσιαστεί στην Πολεμική Αεροπορία, στην Τρίπολη. Επιστρατεύοντας θεατρικά κοστούμια, παρτάλια και ότι άλλο βρήκε στο δρόμο του, εισέρχεται με ιερό μένος στο στρατόπεδο. Εκεί γίνεται της κακομοίρας με τον Άσιμο να πρωταγωνιστεί σε μία καλοστημένη παράσταση, πουλώντας τρέλα δεξιά κι αριστερά. Τελικά κερδίζει αναβολή για άλλο ένα χρόνο.
Τέλη Ιουλίου μέχρι αρχές Σεπτεμβρίου στο αυτοσχέδιο στουντιάκι του Στέλιου Λογοθέτη, γίνονται οι ηχογραφήσεις της «Παράνομης Κασέτας Νο 000001 - Με το Βαρέλι που για να βγει το σπάει». Πρωτοκυκλοφόρησε σε 500 αντίτυπα με αξία 100 δραχμές έκαστη.
Ακολουθεί ο χωρισμός με την Λίλιαν, μετά από μία ταλαίπωρη και εκρηκτική συμβίωση. Ενοικιάζει ένα υπόγειο, στην Αραχώβης 41, στα Εξάρχεια, όπου θα παραμείνει για περισσότερο από τέσσερα χρόνια.
Περνώντας από την «υπόγα», ο Χρίστος Ζυγομαλάς, προτείνει τη δημιουργία ενός μουσικού σχήματος, της «Exarchia Square Band», που στο σύντομο βίο της έδωσε αρκετές συναυλίες.
Άνοιξη του 1979, παρουσιάζεται εκ νέου στην Πολεμική Αεροπορία, στο Ελληνικό αυτή τη φορά. Συνοδευόμενος από τον ποιητή Σωτήρη Μπουσμπουρέλη, στήνει άλλη μία θεατρική παράσταση με πλήρη επιτυχία. Με τη διάγνωση «Σχιζοειδής Ψύχωσις», παίρνει αναβολή για ένα ακόμη χρόνο.
Μπαίνει και πάλι στο αυτοσχέδιο στούντιο του Στέλιου Λογοθέτη και ηχογραφεί 20 τραγούδια, κάτω από τη γενική ονομασία «Τριπλή Κασέτα Μπέλα με Χωρίς Ταμπέλα. Αποτελείται από τρεις κασέτες,  «Παράνομη Κασέτα Νο 000002 - Είμαι Παλιάνθρωπος», «Παράνομη Κασέτα Νο 000003 - Γιατί Φοράς Κλουβί», και  την «Παράνομη Κασέτα Νο 000004 - Klaste Eleftheros».

Ανά τας νους και τας Οδούς
«Κάθε στιγμή είναι η τελευταία...» Αυτός ο φιλοσοφικός σκεπτικισμός αποτέλεσε ένα αιθέριο πέρασμα σε μια άλλη πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που καταλύει κάθε άλλη. Ισορροπώντας επικίνδυνα στο τεντωμένο σκοινί της αυτοκαταστροφής, ο Νικόλας, αρχίζει την εσωτερική του «Βόλτα», «που δε σταματάει κι ούτε ποτέ της έχει αρχίσει...»
Αναζητώντας (άνευ αναζήτησης) Κροκανθρώπους, ανθρώπους μεταφουρφούριους, αγνούς, αυθεντικούς. Το ΚΡΟΚ για τον "Έτσι" αποτέλεσε την μεγαλύτερη πρόκληση. Απορρίπτοντας όλους τους θεσμούς και τις ιδεολογίες, θα μπορούσε πολύ εύστοχα να χαρακτηριστεί ως αναρχικό μανιφέστο, αν δεν καταργούσε ακόμη και την ίδια την αναρχία! Εδώ εξάλλου, έγκειται και η σπουδαιότητά του. Στην διαφοροποίηση.
Ένα καταγραμμένο ηχητικά «Συμβάν ΚΡΟΚ», διαδραματίστηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1979, στο χώρο όπου στεγαζόταν το κανούργιο «Σούσουρο»(Θόλου 17, Πλάκα), του Θάνου Ανδριανού, στο οποίο για αρκετές ώρες βασίλευσε το απόλυτον χάος.
Άνοιξη του 1980, ο αντιμιλιταριστικός στόχος για αποφυγή της θητείας είχε επιτευχθεί. Κράτησε 7 ολόκληρα χρόνια και η τελευταία του θεατρική παράσταση διάρκειας 3 ημερών, στήθηκε στην Πολεμική Αεροπορία του Ελληνικού. Στο απολυτήριο αναγράφονται ως αίτια απόλυσης: «Ψυχωσική συνδρομή σχιζοφρενικού τύπου», η γνωστή κατά τον Νικόλα: «Σχιζοφρενοβλαβίωση».
Στη συνέχεια αποφασίζει να καταγράψει με στοιχειώδη χρονολογική σειρά, στίχους από τραγούδια και ποιήματα, προκηρύξεις, θεατρικά και αφίσες, συμβάντα και πολλές στιγμές, εκδίδοντας παράνομα και χωρίς εκδότη, το 150 (επιπρόσθετα περιλαμβάνονται 7 σελίδες με εξώφυλλα και αφίσες) σελίδων βιβλίο,  «Αναζητώντας Κροκανθρώπους». Η σπάνια αυτή έκδοση έγινε κατορθωτή το Φθινόπωρο του 1980, με την πολύτιμη βοήθεια του Λεωνίδα Χρηστάκη και κυκλοφόρησε σε άγνωστο αριθμό αντιτύπων (λιγότερα από 1500) σε δύο εξώφυλλα (ασπρόμαυρο και μαυρόασπρο).
Όταν στο αφιέρωμα του «InRock», ο Δ. Παπαδημητρίου διατύπωσε το σχόλιο: «όποιος το διαβάσει απλώς δε θα είναι πια ο ίδιος άνθρωπος.» δεν υπέρβαλλε καθόλου!
Το χειμώνα του 1980-81 καθιερώνεται πλέον ως καλλιτέχνης του δρόμου, στήνοντας αυτοσχέδια συμβάντα που ταράζουν τους μίζερους βίους στους φιλήσυχους πολίτες με την πρωτοτυπία τους.
Καθώς μπαίνει το καλοκαίρι κάνει και το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο. Συμμετέχει στην ταινία του Νίκου Ζερβού «Ο Δράκουλας των Εξαρχείων».
Αρχές Οκτωβρίου, σαν σφήνα στο σβέρκο του προεκλογικού πυρετού που κυριαρχεί, στα Εξάρχεια ένα αυτοσχέδιο συμβάν ταράζει την ηρεμία. Η θεατρικότητα του μεταφουρφούριου Άσιμου βρίσκεται στο ζενίθ της. Την ίδια περίοδο πρωτοστατεί στην κατάληψη ενός ερειπωμένου σπιτιού επί της οδού Βαλτετσίου, αριθμός 42, στα Εξάρχεια. Τα συμβάντα εκ μέρους του Νικόλα που ακολουθούν, προκαλούν αίσθηση και χαώδεις καταστάσεις στο κέντρο της Αθήνας με αποκορύφωμα την αυτοκατάληψη της περιβόητης "υπόγας" του!
Κατά τη διάρκεια ενός από τα διαδοχικά happenings, συνελήφθηκε μαζί με τους Γιώργο Γαβαλά και Νίκο Σαββίδη. Άσιμος και Σαββίδης οδηγήθηκαν τελικά στο «Δαφνί», στο οποίο ο Νικόλας κρατήθηκε τελικά για μερικές μέρες. Για την απελευθέρωσή του κινητοποιήθηκε πολύς κόσμος. Ανάμεσά τους η Κατερίνα Γώγου, ο Δ. Σαββόπουλος, ο Γ. Κορδέλλας, ο Η. Τριανταφυλλίδης.  Ήταν ο πρώτος από μια σειρά εγκλεισμούς των οποίων ο φόβος θα συνοδεύει τον Νικόλα μέχρι το τέλος της ζωής του. Χαρακτηριστικά είναι τα αποσπάσματα που αναγράφονται στο βιβλίο του Νικόλα για όλα αυτά.
Το καλοκαίρι του 1982, διασχίζει για τελευταία φορά την πόρτα της επίσημης δισκογραφίας. Με τη βοήθεια του Β. Παπακωνσταντίνου, υπογράφει συμβόλαιο με την εταιρεία «Μίνως». Αρχές Νοεμβρίου κυκλοφορεί τελικά τον δίσκο «Ο Ξαναπές», ο οποίος υπήρξε η αφορμή για την κορύφωση ενός αμείλικτου πολέμου από τους πρώην συνεργάτες του και την αναρχίζουσα κοινωνία των Εξαρχείων. Με διαθέσεις αυτοσαρκασμού συνθηκολογεί σιωπηλά με τις κατηγορίες που εκτοξεύονται εναντίον του και κλείνεται περισσότερο στον εαυτό του, συντηρώντας μονάχα τις μουσικό-θεατρικές του εμμονές.
Τον Οκτώβρη του 1982 αρχίζει μια σειρά εμφανίσεων με τους αδελφούς Νασιάκους, στην μπουάτ «Σκάιλαμπ», (Πλάκα), ενώ αργότερα συνεχίζει μαζί με το Χ. Ζυγομαλά και άλλους καλλιτέχνες τις εμφανίσεις στο ίδιο μαγαζί κάτω από τον τίτλο «Τάδε Έφη».
Στα 1983 με κλονισμένες τις ισορροπίες από τον ανελέητο πόλεμο και το φόβο των εγκλεισμών να ανεμίζει πάνω από το κεφάλι του, ξεκινάει την εσώτερή του «Βόλτα». Εγκαταλείπει αρχικά το υπόγειο στην Αραχώβης και ταυτόχρονα συμμετέχει σε δύο ταινίες. Τα «Βαποράκια» του Παύλου Τάσιου και στο «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη. Τα καθημερινά συμβάντα στο δρόμο όμως κορυφώνονται επικίνδυνα. 
Νοικιάζει στην Καλλιδρομίου 55 το γνωστό μαγαζάκι και το μετατρέπει σε «Χώρο Προετοιμασίας».  
Οι μπάτσοι πλακώνουν συχνά-πυκνά. Η διαδρομή γνωστή: Τμήμα - Δαφνί - Καλλιδρομίου, κι απ' την αρχή. Ξύλο, ηλεκτροσόκ, ενέσεις, είναι μερικά από τα λυπηρά ανείπωτα του παρασκηνίου. Η «Βόλτα» του Νικόλα εκδηλώνεται πλέον μέσα από σημάδια και οιωνούς. Ο Βασιλιάς, ο Σοφός κι ο Γελωτοποιός  ενσαρκώνονται με μιας σε ένα οριστικό μπέρδεμα. 
Με τους Τόλη Βουλτζάτη και Λίτσα Περράκη δημιουργεί τα σχήμα «Ο Νικόλας Άσιμος και οι Εναπομείναντες», από τη συνεργασία των οποίων σώζεται σήμερα σε ζωντανή ηχογράφηση το τραγούδι «Πάλι στην Ξεφτίλα».
Το 1985 βρίσκει τον Νικόλα στο στούντιο «DIVA» να ηχογραφεί πυρετωδώς. Από την επιλογή των τραγουδιών κυκλοφορεί στα 1986 την δεύτερή του «Τριπλή Κασέτα» που την αποτελούν οι κασέτες Παράνομη Κασέτα Νο 000005 - Ο Σάλιαγκας, Παράνομη Κασέτα Νο 000006 - Η Ζαβολιά και τέλος η Παράνομη Κασέτα Νο 000007 - Πάλι στην Ξεφτίλα. Με βάση τις ηχογραφήσεις που περιέχονται σε αυτές τις 3 κασέτες θα κυκλοφορήσει 6 χρόνια αργότερα ο μεταθανάτιος δίσκος «Στο Φαλημέντο του κόσμου - Γιουσουρούμ».
Αρχές του 1986 συμμετέχει μαζί με τους "Εναπομείναντες" σε συναυλίες της «ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α» (αργότερα ως ανεξάρτητη «Α.Ε.ΤΑ.» στην οποία πρωτοστάτησε κι έπειτα διαγράφτηκε), ενώ προσκαλείται και τραγουδά στην αντιπυρηνική συναυλία διαμαρτυρίας που διοργανώθηκε στη Χαλκίδα.
Τον Σεπτέμβριο εμφανίζεται για δεύτερη και τελευταία φορά στην γενέτειρά του Κοζάνη. Μάλιστα από την εν λόγω συναυλία σώζεται κι ένα πρόχειρο βίντεο. Επιστρέφοντας απ' την Κοζάνη περνάει από τα Ψαχνά της Εύβοιας όπου εμφανίζεται στο καφενείο «Ηχώ».



Η Μοναξιά μιας «Βόλτας»
Καθώς μπαίνει ο χειμώνας του 1987 η ψυχική και σωματική υγεία του Νικόλα χειροτερεύει. Ταυτόχρονα αυξάνεται η σκληρότητά του σε διαδοχικά πειράματα αθανασίας που εκτελεί σε μικρά ζωάκια (στα χειρόγραφα της αυτοκτονίας ζητά την ύστατη συγχώρεση από τα ζωάκια αυτά για το λάθος που είχε κάνει), ενώ δοκιμάζεται η επιθετικότητά του καθώς τα χαστούκια κατά παντός δίνουν και παίρνουν και η μαγκούρα σαν γκόμενα τον συντροφεύει παντού. Εσωτερικά ωριμάζουν πλέον οι σκέψεις και τα σενάρια για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Το Φευγιό έχει ήδη ξεκινήσει...
Σαν μπαίνει η άνοιξη κυκλοφορεί την τελευταία του κασέτα στην οποία συμμετέχει η Σωτηρία Λεονάρδου, «Παράνομη Κασέτα Νο 000008 - Στο Φανάρι του Διογένη» και γύρω στο Πάσχα παραχωρεί ως δημιουργός 5 τραγούδια στον Β. Παπακωνσταντίνου για τα «Χαιρετίσματα».
Η επιτυχία του δίσκου ξυπνάει το ένστικτο στα αδηφάγα κοράκια του τύπου που ξαφνικά ανασύρουν από το χρονοντούλαπο της λήθης τον Νικόλα. Παραχωρεί μερικές συνεντεύξεις, ενώ εμφανίζεται στο τελευταίο επεισόδιο της σειράς «Μειδιώμεν καθ' οδόν», του Γιάννη Σμαραδγή.
Βράδυ Σαββάτου, στις 7 Ιουνίου 1987, στο διαμέρισμα της Ζαΐμη 56, λαμβάνει χώρα μια παρανοϊκή «Τελετή Μύησης» με την οικειοθελή παρουσία μιας κοπελιάς που ο έσχατος της φόβος συνδυάζεται με τις παρανοϊκές ιδέες και πράξεις του Νικόλα και οδηγούν στη σύλληψη και προφυλάκισή του με τις αβάσιμες κατηγορίες: «Βιασμός κατ' εξακολούθηση και παράνομη κατακράτηση». Κατά την διάρκεια της προφυλάκισής του η κοπελιά αποσύρει τη μήνυση εναντίον του, όμως ο εισαγγελέας έχει αντίθετη άποψη, έτσι παραμένει στον Κορυδαλλό μέχρι τέλη Ιουνίου οπότε βγαίνει με χρηματική εγγύηση που καταβάλλει η οικογένειά του.
Βγαίνοντας από το κελί, με τις κατηγορίες να του βαραίνουν την ψυχή, βυθίζεται κυριολεκτικά στην «Σχιζοφρενοβλαβίωσή» του. Οι περίοικοι και ο διαχειριστής του κάνουν τη ζωή δύσκολη, ενώ δεν λείπουν περιστατικά χρήσης βίας εναντίον του. Παλεύοντας με τους εφιάλτες του, σε μια προσπάθεια ψυχικής ανάκαμψης συμμετέχει στην βιντεοταινία «Ανθρωποφάγοι στην Τιβί» του Νίκου Ζερβού. Ίδια πάνω κάτω εποχή κάνει και ένα πέρασμα από την ταινία του Κώστα Φέρρη «Oh Babylon».
Τον Οκτώβριο και παρά τη θέλησή του, έπειτα από οδηγίες του πατέρα του, οδηγείται διά της βίας στην ιδιωτική ψυχιατρική κλινική «Γαλήνη». Βγαίνοντας από την κλινική, κυριολεκτικά ράκος από τα ψυχοφάρμακα, τον περιμένει η δικαστική εξουσία που σαν στοργική μητέρα με ένα καταπέλτη - βούλευμα 22 σελίδων τον παραπέμπει σε δίκη για βιασμό.
Η αφόρητη πίεση της επικείμενης δίκης, το τσεκούρι της έξωσης να ανεμίζει πάνω απ' το κεφάλι του, η φοβία των ψυχιατρείων και η ρετσινιά του βιαστή που κατακτά το μυαλό του, τον κάνουν κυριολεκτικά κομμάτια. Κρίσεις μελαγχολίας τον σφυρηλατούν, αυτοαπομόνωση, απελπισία και απεγνωσμένες προσπάθειες να κρατηθεί...Μάταια όμως. 
Το θλιβερό σκηνικό που διαδραματίστηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της Πέμπτης 17 Μαρτίου 1988,  καθώς το σκοινί στο λαιμό του ξεκλείδωνε τις πύλες του Συνειδητού Θανάτου δύσκολα μπορεί να το περιγράψει κανείς... Καλοτάξιδος όπου κι αν είσαι «Μπαγάσα»...
Άραγε την ώρα που έφευγε τι να σκεφτόταν;
Σαν ρέκβιεμ...
Σαν ζόρι...
Σαν φυτίλι...


Η κηδεία του Νικόλα, έγινε το απόγευμα της Παρασκευής 18 Μαρτίου 1988 στο νεκροταφείο της Καλλιθέας στη Νέα Σμύρνη, παρουσία 200 περίπου ατόμων, σε μια εξαιρετικά φορτισμένη ατμόσφαιρα:
-«Παιδιά να μην αφήσουμε να τον πάρουν τον Νικόλα τα -κοράκια-...»
- «Δεν ήξερα, αγόρι μου, ότι είχες τόσους φίλους...»
- «Θα μας λείψεις, αλλά να είσαι σίγουρος ότι η ευαισθησία και η ανθρωπιά
    δε θα λείψει...».
- «Λέγανε ότι ήσουν απροσάρμοστος, μα εμείς ξέραμε ότι ήσουν ευαίσθητος...».
- «Νικόλα, γεια σου, σ' αγαπάμε.».
Από το κασετόφωνο του Στέλιου Λογοθέτη ακούγεται για λίγο «Ο Μηχανισμός» σαν ύστατο χαίρε τιμής, ενώ στο μνήμα παραμένουν μέχρι που σκοτεινιάζει λίγοι φίλοι, παίζοντας κιθάρα και τραγουδώντας
«...Πα να κάνεις άλλη μια ζα...ζα...ζα...ζαβολιά.».
Τα έξοδα της κηδείας ανάλαβε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, φροντίζοντας λίγο καιρό αργότερα να τοποθετηθεί μία μαρμάρινη επιτύμβια στήλη αναγράφοντας τους στίχους του «Μπαγάσα».
Εντύπωση προκαλεί η ενασχόληση των μέσων ενημέρωσης με την αυτοκτονία, ενώ οι περισσότεροι δημοσιογράφοι ως αντικειμενικοί (όπως πάντα) κριτές κι επικριτές στολίζουν τα άρθρα τους με αρκετές  ανακρίβειες, λάθη και καταδίκες.
Στο «Χώρο Προετοιμασίας», το μαγαζάκι στην Καλλιδρομίου 55, που αυτοκτόνησε ο Νικόλας, βρέθηκε από την αστυνομία ένα πρόχειρο αρχείο με δημοσιεύματα που τον αφορούσαν, αρκετές φωτογραφίες, χρηματικό ποσό, 3 κασέτες με πρόχειρες ηχογραφήσεις (μεταξύ τους και 6 ανέκδοτα τραγούδια), στίχοι και κείμενα.
Βρέθηκαν επίσης, οι πολυκάναλες μαγνητοταινίες που περιλαμβάνουν τις ηχογραφήσεις της περιόδου 1985-88, που έγιναν στο στούντιο «DIVA».
Ακόμη, βρέθηκαν τα 6 τελευταία χειρόγραφα σημειώματα του Νικόλα, στα οποία εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν στην αυτοκτονία. Παραθέτει επίσης οδηγίες για διάφορες  εκκρεμότητες που αφήνει πίσω του και κάποια μηνύματα: «Θάψτε με κάπου αν γίνεται ήσυχα ή καλύτερα κάψτε με και σκορπίστε με». Η αστυνομία βρήκε οκτώ χειρόγραφα αλλά μόνο έξι από αυτά φαίνεται να έγραψε ο Νικόλας. Όσον αφορά τα επιπρόσθετα δύο  χειρόγραφα το ένα είναι γραμμένο από την Λίτσα Περράκη και το άλλο είναι αμφιβόλου πατρότητας καθότι ο γραφικός χαρακτήρας διαφέρει από αυτόν του Άσιμου.
Το Φεβρουάριο του 1989 κυκλοφορεί ο πρώτος μεταθανάτιος δίσκος του Νικόλα, «Το Φανάρι του Διογένη», με τη συμμετοχή της Σωτηρίας Λεονάρδου. Ο δίσκος είναι βασισμένος στην «Παράνομη Κασέτα Νο 000008 - Στο Φανάρι του Διογένη» και τα τραγούδια κυκλοφορούν με καινούργια μείξη. Την επιμέλεια είχαν οι Δημήτρης Τραντάλης και Θύμιος Παπαδόπουλος, ενώ για την κυκλοφορία του δίσκου μεσολάβησε ο Β. Παπακωνσταντίνου παραμένοντας διακριτικά σε απόσταση. Παρόλη την αγάπη και τη συνολική δουλειά που συνοδεύει την κυκλοφορία αυτού του δίσκου, η αλήθεια είναι ότι έγιναν σοβαρές αλλοιώσεις σε μερικά από τα τραγούδια.
Στις 25 Ιουλίου 1989, καθορίστηκαν τα μεταθανάτια πνευματικά δικαιώματα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ορίζοντας ως κληρονόμους τους γονείς του, Λάζαρο και Μαρία Ασημόπουλου (50%) και την κόρη του Λίλιαν Χαριτάκη-Άσιμου (50%).
Στα 1989, ο κρατικός ραδιοφωνικός σταθμός της Γερμανίας "WDR", αφιερώνει στα πλαίσια του προγράμματος "Οι Αιρετικοί του Κόσμου", μία τρίωρη εκπομπή για τον Άσιμο.
Τα λείψανα του Άσιμου μεταφέρονται τελικά στη γενέτειρά του Κοζάνη το 1992 και φυλάσσονται έκτοτε στο οστεοφυλάκιο του κοιμητηρίου της πόλης. 
Επίσης στην Κοζάνη έχει μεταφερθεί και εντοιχιστεί σε μία γωνιά μέσα στο κοιμητήριο και η επιτύμβια πλάκα με τους στίχους του «Μπαγάσα».
Το 1992, κυκλοφορεί ο δεύτερος μεταθανάτιος δίσκος του Νικόλα, «Στο Φαλημέντο του Κόσμου - Γιουσουρούμ», αυτή τη φορά με τη συμμετοχή του Β. Παπακωνσταντίνου. Την παραγωγή ανέλαβε ο Γιώργος Ψωμόπουλος και την ενορχήστρωση ο  Χριστόφορος Κροκίδης. Αποτέλεσμα, τα τραγούδια να έχουν μεν φρεσκάδα αλλά να απέχουν από το πνεύμα που χαρακτηρίζει τον Νικόλα Άσιμο.
Στα 1997, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου στον δίσκο «Πες μου ένα ψέμα ν' αποκοιμηθώ», ερμηνεύει 5 τραγούδια του Νικόλα.
Από το 1998 κιόλας ξεκινάει η προσπάθεια παρουσίασης του Νικόλα μέσα από το διαδίκτυο, μια προσπάθεια που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Από τις εκδόσεις «Σιγαρέτα» κυκλοφορεί στα 1999 το βιβλίο του Δημήτρη Μπαγέρη «Ο διάσημος Νικόλας Άσιμος». Είναι μια μικρή έκδοση που περιέχει βασικά κάποιο αρχειακό υλικό για τον Άσιμο και σκέψεις του συγγραφέα.
Αρχές του 2000 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Νέα Σύνορα - Λιβάνη», ο βιογραφικός θησαυρός: Γιώργου Ι. Αλλαμανή «Δίχως Καβάτζα Καμιά - Βίος και Πολιτεία του Νικόλα Άσιμου». 
Το βιβλίο αυτό αποτελεί την καλύτερη βιογραφία Έλληνα καλλιτέχνη που κυκλοφόρησε ποτέ.
Τον Απρίλιο του 2000 κυκλοφορεί και «επίσημα» πλέον, σε μια καλαίσθητη έκδοση σχετικά κοντά στο πρωτότυπο (με ατυχή στιγμή το εξώφυλλο), από τις εκδόσεις «Βιβλιοπέλαγος», το βιβλίο του Νικόλα Άσιμου «Αναζητώντας Κροκανθρώπους», σε επιμέλεια Μιχαήλ Πρωτοψάλτη.
Πολλές προσπάθειες αναπαραγωγής των τραγουδιών του Νικόλα, έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια με αφορμή την διάδοση των τραγουδιών στο διαδίκτυο. Αξίζει να αναφέρω τρεις πολύ αξιόλογες και πάνω από όλα ΜΗ εμπορεύσιμες: 
α). Την καλαίσθητη έκδοση, ψηφιακή επεξεργασία και δωρεάν διανομή μόνο σε φίλους όλων των Παράνομων Κασετών (οκτώ cd σε μορφή wave με τα ανάλογα βιβλιαράκια με τους στίχους) από τον Ξενοφώντα Κ. 
β). Την σημαντική έκδοση και διανομή μέσω του ταχυδρομείου [μόνο έξοδα αποστολής και άδειο cd], όλων σχεδόν των τραγουδιών του Νικόλα σε μορφή mp3 (στίχοι, εξώφυλλα), από την Ελευθεριακή Κολλεκτίβα Αντιεξουσιαστικής Επιθυμίας «Βραχόκηπος».
γ). Την αξιοθαύμαστη συγκέντρωση όλων των τραγουδιών [καθαρισμός τραγουδιών, στίχοι, εξώφυλλα], από τον Τάσο (kitsaros) για την διάσωση και διάδοση αυτών στο διαδίκτυο με την βοήθεια του προγράμματος-παροχέα eMule.
Προς όλα αυτά τα παιδιά που αφιέρωσαν χρόνο, κόπο και χρήματα σε αυτές τις προσπάθειες, αξίζει ένα μεγάλο μπράβο και ένα θερμό ευχαριστώ για την αγάπη τους στον Νικόλα και το έργο του!
Όσον αφορά την κυκλοφορία του διπλού cd «Βιομηχανία του Πεζοδρομίου» από την Minos-EMI, τον Νοέμβριο του 2002 και την πώληση αυτού έναντι του ποσού των 20,33 ευρώ!!, ένα έχω να πω: ΑΙ$ΧΟ$.

 

«...Ήταν σαν να πέρασε από δώ ο Έτσι και να μας έδωσε ζωή, και να γινήκαμε όλοι έτσι, και ξαναφεύγοντας ο Έτσι ρούφηξε όλη τη ζωή, παίρνοντας πίσω ό,τι είχε δώσει. Μαζί και μια σταγόνα απ' τον καθέναν. Ίσως του χρειαζόταν για να 'χει τη δύναμη να περπατά, για το αίμα που 'χε χάσει. Ίσως αυτό νομίζουν όλοι. Κι ίσως γι' αυτό τον αποφεύγουν, τον βρίζουν και τον θεωρούν αλήτη. Ίσως το πήρα κι εγώ έτσι. Αλλά τον ξέρω 'γώ τον Έτσι. Και ήμουν πριν κι εγώ σαν Έτσι. Θέλει κουράγιο να 'σαι Έτσι. Για να μπορείς να παραμένεις έτσι, πρέπει να παίζεις την ψυχή σου. Κι εγώ το ξέρω, δεν είν' έτσι. Και ο καθένας είν' ο Έτσι...». Ν.Α.

 

Τραγούδι: Δεν θέλω καρδιά μου - Νικόλας Άσιμος
 
Διάρκεια: 05:04
Στίχοι/Μουσική:
Νικόλας Άσιμος




...«Τα ζώα μπορεί να φωνάζουνε και να πλακώνονται στις μπουνιές. Ποτέ όμως δε χρησιμοποιούν τη σπιουνιά, τους μπάτσους ή άλλα συγγενή ζώα για να λύσουν τις προσωπικές τους διαφορές, πράγμα που συνηθίζεται στην κοινωνία των ανθρώπων που δεν είναι δυστυχώς ζώα. Η κοινωνία των ανθρώπων είναι σιχαμερή. Ζήτω η κοινωνία των παιδιών και των ζώων. Όχι όλων. Αυτών που δεν έχουν αποκτήσει ακόμα ανθρώπινες συνήθειες.».... Ν. Α.

 

Θα 'ρθω να σε βρω

Όπου να 'ναι θα 'ρθω να σε βρω
και το μυστικό μου να σου πω.
Το 'ψαξα πολύ για να το πω σε 'σένα
κι έχανα πολύτιμο καιρό.
Μέσα απ' τα σκοτάδια κι απ' το φως
ξεπηδώ σαν γελωτοποιός.
Με τον εαυτό μου έχω γίνει ένα
και δεν είμαι πιόνι κανενός.

Στα παιχνίδια όλων σας έκανα χαλάστρα
για κανένα πούστη δεν θυσιάζομαι.
Πως να ξεγελάσετε μια χαμένη φάτσα
τρέξτε και προφτάστε δεν πλησιάζομαι.
Ότι κι αν λέτε, δεν μ' ακουμπάτε,
αναμασάτε λόγια θολά και ψεύτικα.
Σπίτι δεν έχω, μήτε πατρίδα με διώξατε όλοι,
μα εσένα σε θέλω πιο πολύ.

Έλα στον δικό μου τον παλμό
ζήταγα πολύ ν' αγαπηθώ.
Έδωσα τα πάντα και τα ξαναδίνω
και γι' αυτό μπορώ να σ' αγαπώ.
Δεν θα με γνωρίσεις αν με δεις
είμαι κυνηγός κι ονειρευτής.
Μη σε παγιδέψουν σε καμιά βιτρίνα
και σε παραδείσους μου χαθείς.

Στα παιχνίδια όλων σας έκανα χαλάστρα
μα στην αγκαλιά σου εκστασιάζομαι.
Όσα σου φανέρωσαν στα χαρτιά και τα' άστρα
όλα παραμύθια και σε χρειάζομαι.
Παλιέ μου πόθε στο πέρα δώθε μη σε χαλάσουν.
Φοβάμαι για 'σένα πιο πολύ.
Όλα τα φτύνω, τα καίω όλα, μπαίνω και βγαίνω
και δένω με 'σένα απ' την αρχή.

...«Κινηματόγραφε του ρόγχου του βωβού, σου κλείνω από τώρα ένα ραντεβού, σου ψιθυρίζω μα σε αποχαιρετώ - καλή αντάμωση μες στον ωκεανό. Εμπρός εδώ  και τώρα - τραγούδησε με, χώρα. Κατάληψη σου κάνω, με είδες, με ξέρεις - δεν είμαι κουραμπιές. Αν θέλεις με πριμάρεις, αν θέλεις με μπασάρεις, αν θες μ' ακομπανιάρεις - διαλέγεις και παίρνεις, αν θες με παρατάς.»... Ν.Α.

 




Δίχως Καβάτζα καμιά...

«Ο Νικόλας Άσιμος ήταν μια ενοχλητική μύγα στη μύτη του κόσμου.»
Κυνήγησα καθημερινά τη φευγάτη ψηλόλιγνη σκιά του από το Σεπτέμβριο του 1997 μέχρι τον Ιανουάριο του 2000. Το έκανα με πείσμα και - κόντρα στην αποδεδειγμένα ακατάστατη φύση μου - με στοιχειώδη μεθοδικότητα.
Αναζήτησα καταρχήν πραγματικά περιστατικά και ντοκουμέντα. Κι επειδή ερευνητική δημοσιογραφία δε σημαίνει αποκόμματα εφημερίδων, προσέτρεξα αμέσως στις πλέον πολύτιμες πηγές: τις αφηγήσεις των ζωντανών, τις προσωπικές μαρτυρίες.
΄Ετσι, έκανα πάνω από ογδόντα συνεντεύξεις και επαφές με ανθρώπους που τον γνώρισαν τόσο ώστε να δικαιούνται να μιλήσουν. Είναι οι αληθινοί συμπρωταγωνιστές σε τούτο το βιβλίο, οι πιο πολύτιμοι θεματοφύλακες του ζόρικου περάσματος του Άσιμου από τη ζωή, και αυτούς προπάντων ευχαριστώ, γιατί ταξίδεψα μαζί τους.
Μου ξεδίπλωσαν χαρτιά κιτρινισμένα, μου εμπιστεύτηκαν περισσότερες από διακόσιες πενήντα φωτογραφίες και γύρω στα εκατό έγγραφα, μου άφηναν μηνύματα αργά στον τηλεφωνητή αγωνιώντας για μια τόση δα διευκρίνιση, μου παρέδιδαν ο ένας μετά τον άλλο τις αρμαθιές των κλειδιών που άνοιγαν τις αποθήκες με τις μνήμες από τα πιο καλά τους χρόνια...

- Με αυτά τα λόγια προλογίζει ο Γιώργος Αλλαμανής την επερχόμενή Μας Βόλτα. Γιατί περί Βόλτας πρόκειται στα έγκατα μιας Ψυχής που στιγμάτισε όσο λίγοι το Είναι μας. Ακροβατώντας στον ιστό της αράχνης του χρόνου, όπου ο μύθος και η πραγματικότητα διαπλάθονται πια σε ενιαυτό, υφαίνοντας τη σιωπή, αυτοσαρκαζόμενοι τη λήθη... Ακολουθώντας ίχνη μισοσβησμένα, ξεχασμένους ψίθυρους από μνήμες αφημένες στο χρονοντούλαπο του ονείρου, με τίμημα ψυχής ( "κοιτώντας ένα προς ένα, μαζί με τη γυναίκα μου, τα ονόματα των νεκρών μέσα στο οστεοφυλάκιο του νεκροταφείου Κοζάνης" ), αμέτρητα ξενύχτια, ατέλειωτα ταξίδια, εδώ, εκεί, "αλλού"...
...«Όπως, ας πούμε, τότε που επέστρεφα από την Κοζάνη στην Αθήνα και οδηγούσα μόνος ακούγοντας χύμα στο αυτοκίνητο αδέσποτες κασέτες που βρέθηκαν στο μαγαζάκι της Καλλιδρομίου 55. Ξαφνικά ένας μικρός κεραυνός με χτύπησε, μόλις κατάλαβα ότι είχα στα χέρια μου μερικά εντελώς ανέκδοτα τραγούδια του Άσιμου. Αν κάτι, έστω ελάχιστο, από εκείνη τη συγκίνηση πέρασε στο χαρτί, έχει καλώς».
Τα περιεχόμενα του βιβλίου...
- Συνοπτικά στις 303 σελίδες του έργου, ο Γ. Ι. Αλλαμανής, ακολουθεί πιστά το δρομολόγιο που χάραξε ο Νικόλας στις 20 Αυγούστου 1949 με τη γέννησή του, τα παιδικά και μαθητικά χρόνια στη γενέτειρά του Κοζάνη, τη μετέπειτα φοιτητική του πορεία στη Θεσσαλονική και τις πρώτες απόπειρες των μουσικο-θεατρικών και αντιστασιακών του βημάτων.
- Η κάθοδος του Άσιμου στην Αθήνα τον Μάιο του 1973 και οι πρώτες εμφανίσεις σε μπουάτ, αρχικά στην Πλάκα και στη συνέχεια στα Εξάρχεια. Ο Μηχανισμός και η περιβόητη λογοκρισία, η Λίλιαν και η «Νιουνιού», η προφυλάκιση και η πολιτική του δράση, οι 4 πρώτες Παράνομες Κασέτες.
- Συμβάντα ΚΡΟΚ, «Αναζητώντας Κροκανθρώπους», το κινηματογραφικό πέρασμα του Νικόλα σε ταινίες εποχής, ο πρώτος ψυχιατρικός εγκλεισμός, «Ο Ξαναπές» και τα ζόρικα χρόνια, η «Βόλτα», Παράνομες Κασέτες 5,6,7, τα πρώτα κρούσματα βίας και παραλογισμού, η τελευταία Παράνομη Κασέτα, «Χαιρετίσματα», ο δήθεν «βιασμός» της 7ης Ιουνίου 1987 και η επικείμενη δίκη που δεν έγινε ποτέ. Η κατρακύλα και η Αναχώρηση στις 17 Μαρτίου 1988.
- Ενδεικτικά αναφέρω ότι στις σελίδες του βιβλίου φιλοξενούνται 102 φωτογραφίες,
εκ των οποίων 76 του Νικόλα (οι περισσότερες άγνωστες). Επίσης, 129 έγγραφα, αφίσες, δημοσιεύματα, μεταξύ των οποίων τα τελευταία χειρόγραφα του Νικόλα που βρέθηκαν στο μαγαζάκι της Καλλιδρομίου 55. Επίσης, έγγραφα από την ανακριτική διαδιακασία και την άσκηση δίωξης από τον εισαγγελέα με την κατηγορία του «βιασμού». Ακόμη, 80 συνεντεύξεις με συνεργάτες και ατόμα από τον περίγυρό του, ταξινόμηση των 8 Παράνομων Κασετών και αποδελτίωση όλων των τραγουδιών (στο σύνολό τους 118), καθώς και την τεκμηρίωση του κληρονομικού καθορισμού των πνευματικών δικαιωμάτων του έργου του. Ακόμη, πλήρη δισκογραφία, κατάλογο ζωντανών εμφανίσεων και τα σπίτια όπου κατά καιρούς διέμενε στην Κοζάνη, την Θεσσαλονίκη και κατά την δεκαπεντάχρονή του Βόλτα στην Αθήνα.
- Το συνολικό έργο (φωτογραφίες, έγγραφα, μαρτυρίες, κασέτες) που παρουσιάζεται στο βιβλίο του Γ. Ι. Αλλαμανή, επιδρά καταλυτικά όσον αφορά τις γενικές ασάφειες, τις προχειρότητες καθώς και τα μυθεύματα που κατά καιρούς στοιχειώνουν και αγιογραφούν τη μορφή και το έργο του Νικόλα. Μετά από δύο και πλέον χρόνια έρευνας, ο συγγραφέας, με νηφαλιότητα και σπάνιο ποιητικό ρεαλισμό, αποτυπώνει στο χαρτί μια πλήρη βιογραφία-εργογραφία, παρουσιάζοντας μέχρι και τις πιο απίθανες λεπτομέρειες από τα 39 χρόνια που κράτησε η αντιφατική Βόλτα του αυτόχειρα τραγουδοποιού.
«Τον Νικόλα Άσιμο, μία φύση αυθεντικά δημιουργική, που αυτοπυρπολήθηκε, επιτρέψτε μου να πω προκαταβολικά ότι δε θέλησα καθόλου να τον αγιογραφήσω, αλλά και καθόλου να τον αδικήσω. Μοναδική μου φιλοδοξία ήταν να αποδοθούν ο βίος και η πολιτεία του ρεαλιστικά, να μη φαντάζει ούτε πιο «μικρός» ούτε πιο «μεγάλος». Γιατί, αν και υπήρξε δον-κιχοτικός, βιαστικός και περιπετειώδης, δε χωρεί για μένα καμιά αμφιβολία ότι συνομίλησε κάμποσες φορές με αυτό που λένε μεγάλη έμπνευση.»
Υ.Γ. Μία πρόταση απλή και καθαρή: να βγουν το συντομότερο δυνατόν στη δισκογραφία και οι οκτώ κασέτες του Νικόλα Άσιμου. Με τα τραγούδια τους όπως ακριβώς τα ηχογράφησε ο ίδιος, φτωχικά και περήφανα, χωρίς επανεκτελέσεις, χωρίς άλλα καπελώματα από «αγαπημένους φίλους του», χωρίς άλλες αναρχοαριστερίστικες εμμονές περί «εκμετάλλευσης του έργου του από τα κοράκια» κλπ. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κρατάει αυτά τα τραγούδια σε κατάσταση «ζόμπι».
Ας τους δωθεί, επιτέλους, η ευκαιρία να δώσουν μόνα τους τη μάχη με το κοινό και το χρόνο. Αν αξίζουν, θα την κερδίσουν (όπως γράφει στο βιβλίο του ο Γιώργος Αλλαμανής) .

 

Τραγούδι: Μπαγάσας - Νικόλας Άσιμος
 
Διάρκεια: 03:14
Στίχοι/Μουσική:
Νικόλας Άσιμος

 

 








Το φάντασμα του Άσιμου ακόμη τους ενοχλεί...

Του Γιώργου Νικολαϊδη

Απίστευτο κι όμως αληθινό. Το υπουργείο Οικονομικών έστειλε στις 24 Μαϊου 2012 ειδοποίηση στον Νικόλα Άσιμο ότι σε περίπτωση που δεν έχει διακόψει τις εργασίες του ως ελεύθερου επαγγελματία, θα θεωρηθεί ότι άσκησε τη δραστηριότητά του και για το 2011 και θα πρέπει να πληρώσει το τέλος επιτηδεύματος! Πώς είπατε; Κι όμως. Ναι, στο υπουργείο ακόμα περιμένουν την απάντησή του.
Και θα περιμένουν για πολύ ακόμα, αν δεν τους διαφωτίσει κάποιος. Ο διάσημος (τώρα!) στιχουργός, συνθέτης, συγγραφέας και τραγουδιστής του ελληνικού ροκ, εμβληματική φιγούρα της περιθωριακής διανόησης των δεκαετιών του '70 και του '80, και σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς των Εξαρχείων, ο οποίος έδωσε δραματικό τέλος στη ζωή του στις 17 Μαρτίου 1988, είναι για τα σαΐνια που κυνηγούν τους φοροφυγάδες ζωντανός και πρέπει να τακτοποιήσει το φορολογικό μητρώο του!
Αλλά αυτό μας πείραξε; Εδώ δεν μπορούν να πατάξουν τη φοροδιαφυγή με τους ζωντανούς, σου λέει ας αρπάξουμε ό,τι μπορούμε κι όποιον πάρει ο χάρος. Μα καλά, ένας δεν βρέθηκε που να ξέρει ότι ο Άσιμος βρίσκεται μακριά από τον επίγειο και υλικό κόσμο και ότι δεν γίνεται να περιμένουν από αυτόν ούτε δεκάρα τσακιστή; Αλλά εδώ που τα λέμε, ακόμα και να ζούσε ο Άσιμος, για όποιον γνωρίζει έστω και στο ελάχιστο το έργο του -που δεν μπορεί, λίγο ραδι­όφωνο να έχει ανοίξει κάτι θα έχει πάρει το αυτί του- ποιος είπε ότι θα πλήρωνε τα χαράτσια και τις έκτακτες εισφορές ή ότι θα ήταν συνεπής απέναντι στις υποχρεώσεις του στο ΤΕΒΕ; Μια τέτοια σκέψη είναι εξ ορισμού σουρεαλιστική.
Αυτός που δεν χωρούσε ούτε σε ταμπέλες - ακόμα και ο προσδιορισμός του «αναρχικού» τον ενοχλούσε. Αυτός που πάθαινε δυσανεξία σε οποιαδήποτε μορφή λογοκρισίας, από όπου κι αν προερχόταν. Αυτός που ακόμα και τη δισκογραφία του τη βάφτιζε «παράνομες κασέτες» και ηχογραφούσε σε σπίτια φίλων το υλικό του για να μην υποταχθεί στην επίσημη λεωφόρο της δισκογραφίας. Ακόμα και το βιβλίο του, «Αναζητώντας Κροκάνθρωπους», που γράφτηκε το 1980-81, κυκλοφόρησε όχι από εκδοτικό οίκο, αλλά σε φωτοτυπημένα αντίτυπα. Αυτός που τραγουδούσε «Είσαι θύμα του νόμου και της τάξης/δεν ξέρεις καν το λόγο/για να με υποτάξεις». Ε, λοιπόν, αυτός ο άνθρωπος, όχι μόνο δεν θα πλήρωνε παράνομους φόρους και χαράτσια, αλλά θα πρωτοστατούσε σε οποιαδήποτε μορφή διαμαρτυρίας απέναντι σε όλο αυτό που συμβαίνει σήμερα. Φυσικά μέσα από τα τραγούδια του. Αυτά κι αν τα χρειαζόμαστε σήμερα! Όλο αυτό που ζούμε στα σπίτια μας, στους δρόμους, στις πλατείες, δεν έχει σάουντρακ. Δεν έχει στίχο, ούτε ρυθμό. Είναι μια επανάσταση βουβή, δίχως κανένα σάουντρακ.
Ακούγεται σαν ανέκδοτο αυτό που συνέβη. Και είναι. Βρε «Μπαγάσα» Άσιμε, εσένα που σου αρέσανε τόσο οι πλάκες, ούτε να το 'χες σκηνοθετήσει τέτοιο χουνέρι στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, που εν έτει 2012 σου στέλνε... ακόμα ραβασάκια, στην οδό Καλλιδρομίου 55, εκεί όπου έμενες. Και μετά σου λέει να μας πάρουν οι ξένοι στα σοβαρά, ότι προσπαθούμε να βάλουμε τάξη στο ελληνικό χάος. Εμείς πάντως είμαστε σίγουροι ότι αν ο Άσιμος βρίσκεται κάπου εκεί ψηλά και βλέπει όλους αυτούς τους άσχετους χαρτογιακάδες θα έχει βάλει κάτι γέλια. Και θα ψιθυρίζει στους φωστήρες του κρατικού μηχανισμού τους ωραίους στίχους του
«Εγώ με τις ιδέες μου/κι εσείς με τα λεφτά σας/νομίζω πως τα θέλετε μονά ζυγά δικά σας/δε θέλω την κουβέντα σας/ούτε τη γνωριμιά σας»...

 

 

Τραγούδι: Όλα τα ΄χαμε - Νικόλας Άσιμος
 
Διάρκεια: 03:11
Στίχοι/Μουσική:
Νικόλας Άσιμος



Μπαγάσας

Αφήνω πίσω τις αγορές και τα παζάρια
Θέλω να τρέξω στις καλαμιές και τα λειβάδια
Να ξαναγίνω καβαλάρης
Και ξαναέλα να με πάρεις ουρανέ
Για δεν υπήρξα κατεργάρης
Και την χρειάζομαι τη χάρη σου, μωρέ!

Ρε, μπαγάσα, περνάς καλά 'κει πάνω;
Μιαν ανάσα, γυρεύω για να γιάνω
Δεν το πιστεύω να με χλευάζεις
Σαν σε χαζεύω δε χαμπαριάζεις.

Πρότεινέ μου κάποια λύση
Δεν θα σου παρακοστίσει
Και θα σου φτιάχνω τραγουδάκια
Με τα πιο όμορφα στιχάκια στο ρεφρέν
Για το χαμένο μου αγώνα
Που τ' αστεράκια μείναν μόνα να τον κλαιν.

Αφήνω πίσω το σαματά και τους ανθρώπους
Έχω χορτάσει κατραπακιές και ψάχνω τρόπους
Πως να ξεφύγω από τη μοίρα
Και έχω μέσα μου πλημμύρα ουρανέ
Για δεν υπήρξα κατεργάρης
Και θα το θες να με φλερτάρεις, γαλανέ.

Ρε, μπαγάσα, περνάς καλά 'κει πάνω;
Κάνε πάσα καμιά ματιά και χάμω
'Κει που κοιμάσαι και αρμενίζεις
Ξάφνου αστράφτεις και μπουμπουνίζεις
Κι ότι σου 'ρθει κατεβάζεις
Μη θαρρείς πως με ταράζεις.

Γιατί σου φτιάχνω τραγουδάκια
Με τα πιο όμορφα στιχάκια στο ρεφρέν
Για το χαμένο μου αγώνα
Που τ' αστεράκια μείναν μόνα να τον κλαιν.

Για το χαμένο μου αγώνα
Που τ' αστεράκια μείναν μόνα να τον κλαιν...

 

 




Με μπαταρία (Πνευμονοκονίαση)    

Εκπορνεύεσαι κουρέλι στην μπορντελοκοινωνία,
ξεπουλάς και την ψυχή σου για την υπεραφθονία,
στην καρδιά σου βάλαν φρένα, το μυαλό σου παίρνει βύσμα
για χιλιάδες σαν εσένα θα αρκέσει μια πρίζα.

Κι η πνευμονοκονίαση, κι η πνευμονοκονίαση
κι αυτή θα έχει πάψει
ρομποτανθρωπομήχανση και ξυπνοπνευματύπνωση
και χρυσωμένο χάπι.

Θα είσαι με μπαταρία
να εκτελείς εργασία
με σούπερ ενημέρωση, τροφή και διασκέδαση
θα πλέεις σ' ευφορία.

Θα είσαι με μπαταρία
να εκτελείς εργασία
με σούπερ ενημέρωση, τροφή και διασκέδαση
θα πλέεις σ' ευφορία.

Για κοιτάξτε με σακάτη
ένα έχω μόνο μάτι
μου ρουφήξατε το αίμα
μα ανυπόκριτο έχω βλέμμα.

Αποφασισμένος πάντα
στην προσωπικιά μου μπάντα
την ψυχή μου δεν πουλάω
και το δρόμο μου τραβάω.

Την πνευμονοκονίαση, την πνευμονοκονίαση
εγώ τη συζητάω
ρομποτανθρωπομήχανιση και ξυπνοπνευματύπνωση
δεν θέλω να την φάω.

Ξερνάω τη μπαταρία
δεν εκτελώ εργασία
δεν θέλω ενημέρωση, τροφή και διασκέδαση
γουστάρω ελευθερία.

Ξερνάω τη μπαταρία
δεν εκτελώ εργασία
δεν θέλω ενημέρωση, κορσέ και διασκέδαση
γουστάρω ελευθερία.

 

Τραγούδι: Το παπάκι - Χάρις Αλεξίου & Νικόλας Άσιμος
 
Διάρκεια: 04:03
Στίχοι/Μουσική:
Νικόλας

...«Θέλεις να πατάς σταθερά. Σ' αρέσουν οι ρηχές θάλασσες. Σ' αρέσει να γυρνάς τον κόσμο, αλλά πάντα στα ρηχά. Εμένα μ' αρέσουν οι βαθιές θάλασσες. Κι ας μην γυρνώ τον κόσμο. Κι ας με νομίζεις κολλημένο στο ίδιο αυτό σημείο.»... Ν. Α.

 




Αφιέρωμα Δισκογραφία Βιογραφικό Video

Δισκογραφία

...«Πάντως, παρόλο που δεν αισθάνομαι ιδιοκτήτης των τραγουδιών μου, όσον αφορά τις εταιρείες και τους λοιπούς ραδιόφωνο-τηλεοπτικούς, τους απαγορεύω την εκμετάλλευση των τραγουδιών μου, αν τύχει κι επιτρέπονται και γίνουνε ποτέ της μόδας. Κι όταν το λέω, το εννοώ ακόμα και πεθαμένος. Εκτός αν εγώ αλλάξω γνώμη.»... Ν. Α.




Τραγούδι: Γιουσουρούμ - Νικόλας Άσιμος
 
Διάρκεια: 05:51
Στίχοι/Μουσική:
Νικόλας

Ρωμιός- Μηχανισμός, single

45άρι, Νικόλας Άσιμος
Το 45άρι Ρωμιός- Μηχανισμός είναι η πρώτη επίσημη ηχογράφηση και κυκλοφορία του Νικόλα Άσιμου. Περιέχει 2 τραγούδια, των οποίων οι στίχοι είχαν αλλαχθεί λόγω λογοκρισίας από τη δισκογραφική εταιρία. Τα τραγούδια εμφανίζονται επίσης στην παράνομη κασέτα Νο.000001. Η ηχογράφηση έγινε στα στούντιο της Λύρα-Zodiac τον Μάιο του 1975 σε ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας του Γιώργου Στεφανάκη. Λογοκρίθηκε τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου.

Παράνομη κασέτα Νο.000001: «Kασέτα με το βαρέλι που για να βγει το σπάει»

Κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1978 και ήταν η πρώτη κασέτα του είδους που κυκλοφόρησε ο Νικόλας Άσιμος. Περιέχει τα τραγούδια:

ΠΛΕΥΡΑ Α'
1. Μηχανισμός
2. Ρωμιός
3. Παπάς
4. Τιράντες
5. Σιόρ ιδιοκτήτης
6. Βαρέλι, πιάστηκα σκοινί κορδόνι
7. Θα το δείξει κι ο καιρός

ΠΛΕΥΡΑ Β'
1. Δεν πα να μας χτυπάν
2. Θανάσαινα
3. Έλα κουτέ
4. Καλέ στρατιώτη
5. Σαν θα με καλέσει η πατρίδα
6. Μην καρτεράτε
7. Παράτατα

Όλα τα τραγούδια είναι σε στίχους και μουσική Νικόλα Άσιμου πλην του "Έλα κουτέ" που είναι σε στίχους Αργύρη Μαρνέρου.

Παράνομη κασέτα No.000002: «Είμαι παλιάνθρωπος»

Το πρώτο μέρος της «Τριπλής Κασέτας μπελά με χωρίς ταμπέλα» κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 1979. Περιέχει τα τραγούδια:

ΠΛΕΥΡΑ Α'
1. Ουλαλούμ
2. Σαν στα παραμύθια
3. Σχιζοφρενοβλαβίωση
4. Η γαλανόλευκος (Μάρτης '78 Κρήτη)

ΠΛΕΥΡΑ Β'
1. Είμαστε τρομοκράτες
2. Κουρδίστε χαμάλη
3. Να μην αρχίσεις να ξεφτάς
4. Γιουσουρούμ

Όλα τα τραγούδια είναι σε στίχους και μουσική Νικόλα Άσιμου πλην του τραγουδιού "Ουλαλούμ", που είναι ποίημα του Γιάννη Σκαρίμπα.

Παράνομη κασέτα No.000003: «Γιατί φοράς κλουβί»

Το δεύτερο μέρος της «Τριπλής Κασέτας μπελά με χωρίς ταμπέλα» κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 1979. Περιέχει τα τραγούδια:

ΠΛΕΥΡΑ Α΄
1. Της
2. Με μπαταρία
3. Μορο
4. Μαραθωνοδρόμος
5. Ιδιαίτερος χαβάς

Όλα τα τραγούδια είναι σε στίχους και μουσική Νικόλα Άσιμου πλην του τραγουδιού «Μαραθωνοδρόμος», που είναι ποίημα του Αργύρη Μαρνέρου.

Παράνομη κασέτα No.000004 «Κλάστε ελευθέρως»

Το τρίτο μέρος της "Τριπλής Κασέτας μπελά με χωρίς ταμπέλα" κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 1979. Περιέχει τα τραγούδια:

ΠΛΕΥΡΑ Α'
1. Πανηγύρι
2. Ματογυάλια
3. Την αντίσταση βαρέθηκα
4. Μου λες πως σε παραμελώ

ΠΛΕΥΡΑ Β'
1. Πουτσόμουνο-Sonata Amanes-Mουνακόπουτσα
2. Στων συντρόφων μου τις μύτες
3. Το φανάρι
4. Παράτα τα

Όλα τα τραγούδια είναι σε στίχους και μουσική Νικόλα Άσιμου πλην του τραγουδιού "Μου λες πως σε παραμελώ" που είναι σε μουσική Νίκου Δεληγιάννη.

Ο Ξαναπές

Ο "Ξαναπές" ήταν ο πρώτος δίσκος του Νικόλα Άσιμου και ο μοναδικός που κυκλοφόρησε όσο ζούσε (Νοέμβρης 1982 - ΜΙΝΟΣ).

ΠΛΕΥΡΑ Α'
1. Άμα σε λέγαν Βάσω (Μαζί με το Νικόλα, η Χάρις Αλεξίου)
2. Πιάστηκα σκοινί κορδόνι (Ερμηνεύει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου)
3. Βαρέθηκα
4. Σχιζοφρενοβλαβίωση
5. Της επανάστασης (Μαζί με το Νικόλα, ο Β. Παπακωνσταντίνου)

ΠΛΕΥΡΑ Β'
1. Ένας απάτσι στα pubs
2. Κάνε μου μπα
3. Το παπάκι (Μαζί με το Νικόλα, η Χάρις Αλεξίου)
4. Θα το δείξει ο καιρός
5. Σεισμός (Με τη συνοδεία λαϊκών οργάνων και φωνών)

Είναι ο πρώτος μεγάλος δίσκος του Ν. Άσιμου, χαρακτηριστικός των διαθέσεων και των δυνατοτήτων του. Το ζήτημα των σχέσεων στο «Άμα σε λέγαν Βάσω», ο σκεπτικισμός του «Βαρέθηκα», ο αυτοσαρκασμός στα «Πιάστηκα σκοινί κορδόνι» και «Σχιζοφρενοβλαβίωση», τραγούδια που προκάλεσαν αίσθηση και ακούγονται ακόμη. Συγκλονιστική στιγμή: «Το παπάκι» που τραγουδά η Χάρις Αλεξίου, παιδικό νανούρισμα που έγραψε ο Άσιμος για την κόρη του, στο υπόγειο της οδού Αραχώβης, σπουδαίοι στίχοι και ερμηνεία. Στο τελευταίο τραγούδι συνοδεύει η Αθηναϊκή Κομπανία δημιουργώντας ατμόσφαιρα ρεμπέτικου ξεφαντώματος.

Παράνομη κασέτα No.000005: «Ο Σάλιαγκας»

Το πρώτο μέρος της «Τριπλής Κασέτας» κυκλοφόρησε το 1986. Περιέχει τα τραγούδια:

ΠΛΕΥΡΑ Α'
1. Καυσαεριώδεις θυμιάσεις (Η αρκούδα)
2. Χανι μπανι
3. Λάντζα γιόγκα
4. Στην πιο σκληρή σου φάμπρικα
5. Δεν αποκαρδιώθηκα
6. Ο σάλιαγκας
7. Καμιά φορά

ΠΛΕΥΡΑ Β'
1. Δεν μου 'χει μείνει φωνή
2. BLUES μπουζ
3. Μου βγήκες στο μπαλκόνι
4. Παξιμαδάκι
5. Όλα τα 'χαμε

Όλα τα τραγούδια είναι σε στίχους και μουσική Νικόλα Άσιμου.

Παράνομη κασέτα No.000006: «Η Ζαβολιά»

Η Παράνομη κασέτα No.000006 είναι το δεύτερο μέρος της «Τριπλής Κασέτας» που κυκλοφόρησε ο Νικόλας Άσιμος το 1986. Περιέχει τα τραγούδια:

ΠΛΕΥΡΑ A'
1.Σταυραϊτέ
2. Τη φάτσα μου την έδειξαν
3. Θα σου κλέψω το σακκάκι
4. Ο άτριχος πίθηκος
5. Στο φαλημέντο

ΠΛΕΥΡΑ Β'
1. Τα αδιέξοδά σου
2. Πινακωτή
3. Ο μπουμπούνας
4. Η ζαβολιά
5. Βενσερέμος
6. Όλοι δηλώνετε ιδιότητα

Όλα τα τραγούδια είναι σε στίχους και μουσική Νικόλα Άσιμου.

Παράνομη κασέτα No.000007: «Πάλι στην Ξεφτίλα»

Το τρίτο μέρος της «Τριπλής Κασέτας» κυκλοφόρησε το 1986. Περιέχει τα τραγούδια:

ΠΛΕΥΡΑ A'
1. Είσαι παιδί ωραίο
2. Τα βλαχαδερά
3. Δωμάτιο στο Άμστερνταμ
4. Ούζα
5. Τι να πει γυναίκα
6. Πάλι στην ξεφτίλα

ΠΛΕΥΡΑ Β'
1. Τραβεστί
2. Μάρα
3. Σε ζελοφάν
4. Σα το Δευκαλίωνα
5. Πως θες να πάμε μαζί

Όλα τα τραγούδια είναι σε στίχους και μουσική Νικόλα Άσιμου.

Παράνομη κασέτα No.000008

Η «Παράνομη κασέτα No.000008», τελευταία κασέτα που κυκλοφόρησε ο Νικόλας Άσιμος σε δικιά του παραγωγή. Κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1987 και περιέχει τα τραγούδια:

ΠΛΕΥΡΑ Α'
1. Μπαγάσας
2. Πανηγύρι
3. Ουλαλούμ
4. Λίνα
5. Δεν θέλω καρδιά μου να κλαις
6. Τρομοκράτες

ΠΛΕΥΡΑ Β'
1. Πας φιρί-φιρί
2. Ωϊμέ
3. Εγώ με τις ιδέες μου
4. Μπαταρία
5. Γιουσουρούμ
6. Πολεμάτε κοιμισμένα
7. Το φανάρι του Διογένη

Όλα τα τραγούδια είναι σε στίχους και μουσική Νικόλα Άσιμου πλην του τραγουδιού «Ουλαλούμ», που είναι ποίημα του Γιάννη Σκαρίμπα. Τραγουδά και η Σωτηρία Λεονάρδου.



Το Φανάρι του Διογένη

«Το Φανάρι του Διογένη», εκτός της λαϊκής ονομασίας του γνωστού Αθηναϊκού μνημείου του Λυσικράτη, είναι και ο τίτλος δίσκου του Νικόλα Άσιμου. Κυκλοφόρησε το 1989, μετά το θάνατό του.
Τα τραγούδια είχαν ηχογραφηθεί στην Παράνομη κασέτα Νο.000008:

ΠΛΕΥΡΑ Α'
1. Μπαγάσας
2. Λίνα
3. Εγώ με τις ιδέες μου (Τραγουδάει η Σωτηρία Λεονάρδου)
4. Γιουσουρούμ

ΠΛΕΥΡΑ Β'
1. Δε θέλω καρδιά μου να κλαις
2. Το φανάρι του Διογένη (Μαζί με το Νικόλα, η Σωτηρία Λεονάρδου)
3. Πας φιρί φιρί
4. Ωϊμέ (Μαζί με το Νικόλα, η Σωτηρία Λεονάρδου)
5. Ουλαλούμ (Ποίηση Γιάννη Σκαρίμπα)

Συμμετέχει η Σωτηρία Λεονάρδου. Όλα τα τραγούδια είναι σε στίχους και μουσική Νικόλα Άσιμου πλην του τραγουδιού «Ουλαλούμ»

Στο φαλημέντο του κόσμου

Μεταθανάτια έκδοση τραγουδιών του Νικόλα Άσιμου, επιλεγμένων από τις παράνομές του κασέτες.

ΠΛΕΥΡΑ Α'
1. Ο άτριχος πίθηκος
2. Πας φιρί - φιρί
3. Όλοι δηλώνετε ιδιότητα
4. Το μπλουζ του κουδουνιστή
5. Στο φαλημέντο του κόσμου

ΠΛΕΥΡΑ Β'
1. Γιουσουρούμ
2. Μάρα
3. Μπαταρία
4. Θα σου κλέψω το σακάκι

Συμμετέχει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.

Βιομηχανία του πεζοδρομίου

Βιομηχανία του πεζοδρομίου είναι ο τίτλος επιλεγμένων τραγουδιών του Νικόλα Άσιμου, που κυκλοφόρησαν το 2002 σε μια προσπάθεια να γίνει το έργο που άφησε στις παράνομες κασέτες του διαθέσιμο στο ευρύ κοινό.

Περιεχόμενα

CD 1
Είσαι παιδί ωραίο
Τα βλαχαδερά
Δωμάτιο στο Amsterdam
Ούζα
Τι πα' να πει γυναίκα
Πάλι στην ξεφτίλα
Τραβεστί
Mάρα
Σε ζελοφάν

CD 2
1. Η αρκούδα
2. Χάνι Μπάνι
3. Λάντζα Γιόγκα
4. Στην πιο σκληρή σου φάμπρικα
5. Δεν αποκαρδιώθηκα
6. O σάλιαγκας
7. Καμιά φορά
8. Δεν μου 'χει μείνει φωνή
9. To blues του κουδουνιστή
10. Μου βγήκες στο μπαλκόνι

Νικόλας Άσιμος: Μια παράσταση
Ζωντανή ηχογράφηση στο Rodeo Club (26/02/1986).
Κυκλοφόρησε στις 7/3/2009 από τη ΛΥΡΑ.

«...Έχω γίνει γήπεδο και παίξανε όλοι στο κορμί μου
και στο είναι μου όλα τα παιχνίδια των αιώνων,
αλλά η πνοή μου θα γενεί το ηφαίστειο της βροχής...»

Βιβλία
Άσιμος, Νικόλας (2000). Αναζητώντας Κροκανθρώπους.
Αθήνα: Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος. Το βιβλίο αυτό είχε αρχικά κυκλοφορήσει από τον ίδιο τον Άσιμο σε φωτοτυπημένα αντίγραφα.

Αναζητώντας Κροκανθρώπους
Νικόλας Άσιμος

...Τούτο το βιβλίο το αφιερώνω στον Σαλόκιν Σόμισα, στον άνθρωπο που μούδωσε τη γνώση στο να κάτσω να το γράψω και να το τυπώσω... Ν.Α.


Από τον πρόλογο του βιβλίου:

«Ευτούτο το βιβλίο - κι ας φανεί παράξενο - δεν είναι δυνατό να διωχθεί, γιατί ο συγγραφέας του από πάντοτε παλεύει για την ελεύθερη έκφραση, και τόχει κατακτήσει το δικαίωμα τουλάχιστο για τον εαυτό του, πληρώνοντας αντίτιμο χιλιάδες χαμαλίκια.
Τυπώθηκε επίσης σε λιγοστά αντίτυπα και δεν πουλιέται στο εμπόριο, και όπου μοιράζεται,  
η τιμή που πληρώνεις ίσα ίσα καλύπτει το κόστος της αντιπαραγωγοπαραγωγής του.
Όχι τον κόπο του εκδότη-συγγραφέα, ούτε τον κόπο του μοιράσματος.
Όποιος θέλει μπορεί να το πουλά, αλλά χωρίς κέρδος.
Δεν είναι δυνατό να κατασχεθεί, διότι παρ' όλα όσα πιστεύει ο συγγραφέας, έχει και κάποια μέσα του ψυχή τυπωμένη στο χαρτί, και είναι δύσκολο να βρεθεί, και δεν κατάσχεται η ψυχή. Και εξ' άλλου αυτός που τόγραψε τυχαίνει να είναι άγνωστος - ευρύτατα γνωστός. 
Και μια κατάσχεση θα τον έκανε ευρύτατα γνωστό χωρίς το "άγνωστος", και αυτό θα ήταν  η καλύτερη διαφήμιση, και δε συμφέρει στους κρατούντες, αλλά ούτε κι ο ίδιος δέχεται τη διαφήμισή του. Τέλος, το βιβλίο τούτο θα περάσει ντούκου και δε θα γίνει ποτέ της μόδας,  όσο ζει ο συγγραφέας του, αλλά και από μόνο του. Διότι είναι - θάλεγε κανείς - "εκτός τόπου και χρόνου" παρότι αναφέρεται σε τόπο και σε χρόνο, και απλοϊκά άτοπον. 
Ούτε καν διά της εις άτοπον απαγωγής αναγκαίον. Δεν έχει σημασία πού θα διαβαστεί.
Τόσο το χειρότερο πού θα διαβαστεί. Εξ' άλλου είναι εκτός Νόμου. Όπερ σημαίνει πως είναι πέρα και πάνω από το Νόμο. Και τον Νόμο τον απορρίπτει ως χυδαίο κι άχρηστο και τονε ξεπερνά. Δεν είναι φτηνό παρά που η τιμή του ξεγελά. Δεν είναι καν "πορνό". Δεν ασχολείται με θέματα κοινού ενδιαφέροντος όπως: άπλυτα παπάδων, τραβεστί, μπουρδέλα, Rock και τα τοιαύτα. Όσον αφορά το κάθε τι και ότι, αναλαμβάνω την ευθύνη εγώ, ως χαρακτηρισθέντας αλήτης και σχιζοειδής. Όχι συμφώνως τώ Νόμω.
Ουδεμίαν σχέσιν έχει ο Νόμος μ' εμένα κι εγώ μ' αυτόν.
Αλλά έτσι για το έτσι. Γιατί πάντα αναλαμβάνω την ευθύνη του τι κάνω.
Και δε γίνεται.  Το κάνω.
Αλλά αυτό αποδεικνύει πως Γίνεται !!!
Κάντο λοιπόν !»

Νικόλας Άσιμος

Βιβλιογραφία
-Πληροφορίες από τις παράνομες κασέτες.-Αλλαμανής, Γιώργος (2000).
Δίχως Καβάντζα Καμιά: Βίος και Πολιτεία του Νικόλα Άσιμου. Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνης Α.Α..
-Μπαγέρης, Δημήτρης (1999). Ο Διάσημος Νικόλας Άσιμος. Αθήνα: Εκδόσεις Σιγαρέττα-Οδός Πανός.
-Νταλούκας, Μανώλης (2006). Ελληνικό ροκ. Αθήνα: Εκδόσεις Άγκυρα.

 

Τραγούδι: Βαρέθηκα - Νικόλας Άσιμος
 
Διάρκεια: 05:03
Στίχοι/Μουσική:
Νικόλας

 

 




Αφιέρωμα Δισκογραφία Βιογραφικό Video

Βιογραφικό

Νικόλας Άσιμος

1949-1988

...«Ονομάζομαι Νικόλας Άσιμος. Ουχί Νίκος ουδέ Νικόλαος. Νικόλας και το "Άσιμος" με γιώτα. Ουχί Ασίμος, ουδεμίαν σχέσιν έχω με τον Ισαάκ Ασίμωφ.  Τώρα θα μου πεις, γιατί το "Άσιμος" με γιώτα. Γιατί, όταν λέμε "ο τάδε είναι άσημος τραγουδιστής", η λέξη "άσημος" παίζει το ρόλο επιθετικού προσδιορισμού στη λέξη "τραγουδιστής" και γράφεται με ήτα. Ενώ το "Άσιμος" είναι όνομα ή καλύτερα επώνυμο και ουχί επιθετικός προσδιορισμός του εαυτού μου.»... Ν.Α.


Ο Νικόλας Άσιμος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 20 Αυγούστου του 1949 από γονείς Κοζανίτες. Μικρός υπήρξε αρκετά φιλομαθής. Το 1967 εγγράφεται στη Φιλοσοφική σχολή του Α.Π.Θ.. Τα χρόνια της φοιτητικής του ζωής ασχολήθηκε ενεργά με το θέατρο, ενώ παράλληλα έγραφε τραγούδια και τραγουδούσε σε μπουάτ. Συχνά είχε προβλήματα με την αστυνομία: ήταν η περίοδος της Χούντας και της λογοκρισίας που αυτή επιβάλλει.
Το 1973 φεύγει από τη Θεσσαλονίκη και πηγαίνει στην Αθήνα. Συνεχίζει να ασχολείται με το θέατρο και τελειώνει μια ιδιωτική σχολή Δραματικής Τέχνης. Γράφει τραγούδια τα οποία δε δισκογραφεί επίσημα, αλλά τα γράφει μόνος του σε κασέτες τις οποίες πουλάει σε διάφορους δρόμους της Αθήνας. Δίνει ακόμα μουσικές παραστάσεις σε μπουάτ της Πλάκας, και συνεργάζεται με καλλιτέχνες όπως ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Σάκης Μπουλάς, και η Κατερίνα Γώγου. Το 1976 απέκτησε μία κόρη από τη σχέση του με την Λίλιαν Χαριτάκη, εκτός γάμου.
Η πρώτη του συμμετοχή στη δισκογραφία ήταν το 1974 με το single Ρωμιός-Μηχανισμός σε ηλικία 25 χρόνων. Το 1977 φυλακίστηκε προσωρινά μαζί με άλλους 5 εκδότες και συγγραφείς. Αποφυλακίστηκαν και οι 5 μετά από πρωτοβουλία του Διονύση Σαββόπουλου. Το 1978 κατατάχτηκε στον στρατό. Ωστόσο δεν υπηρέτησε, αλλά πήρε απαλλαγή στράτευσης καταφέρνοντας να του αναγνωριστεί ότι πάσχει από Σχιζοειδή ψύχωση. Κάτι τέτοιο δεν είχε ωστόσο καμία σχέση με την πραγματικότητα γιατί, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στην αυτοβιογραφία του, υιοθέτησε αυτή την συμπεριφορά γιατί ήταν αντίθετος προς τη στράτευση και απλά ήταν ένα σχέδιο για να την αποφύγει. Την περίοδο 1980 - 1981 έγραψε το βιβλίο του Αναζητώντας Κροκάνθρωπους, το οποίο δεν εκδόθηκε επίσημα, αλλά κυκλοφόρησε από τον ίδιο σε φωτοτυπημένα αντίγραφα. Τα τελευταία χρόνια, και μετά τον θάνατό του, το βιβλίο αυτό έχει κυκλοφορήσει και από εκδοτικό οίκο κάτι που ο ίδιος δεν θα ήθελε να συμβεί.
Το 1982 κυκλοφόρησε το πρώτο του δίσκο μακράς διάρκειας με τίτλο Ο Ξαναπές. Μελοποίησε το «Ουλαλούμ» του Γιάννη Σκαρίμπα. Το 1987 κατηγορήθηκε για το βιασμό μίας κοπέλας και οδηγήθηκε για λίγο στο ψυχιατρείο. Το γεγονός αυτό είχε σημαντικές συνέπειες στη ψυχολογία του και στις 17 Μαρτίου του 1988 κρεμάστηκε στο σπίτι του (σε μια σωλήνα καλοριφέρ), που ονόμαζε χώρο προετοιμασίας. Πέθανε σε ηλικία περίπου 39 ετών.
Επίσης, πληροφορίες λένε ότι είχε φτιάξει ένα είδους ημερολόγιο, στο οποίο κατέγραφε τις τελευταίες 15 ημέρες. Σε αυτές τις 15 ημέρες έψαχνε κάτι που θα του «έδινε» λόγο να ζει. Σε όλες τις ημέρες είχε σημειώσει Χ (δηλαδή ότι δεν έβρισκε) και στην 15η ημέρα σημείωσε επίσης X, οπότε και αυτοκτόνησε. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο θάνατός του, η αυτοκτονία του, ήταν «σαν» προγραμματισμένα.
Πηγή: Βικιπαίδεια

 




Αφιέρωμα Δισκογραφία Βιογραφικό Video

Video



 

 

Νικόλας Άσιμος
Καταρέω

 
Διάρκεια 02:42
Νικόλας Άσιμος 1949-1988


 

Νικόλας Άσιμος
Δωμάτιο στο Άμστερνταμ

 
Διάρκεια 02:43
Νικόλας Άσιμος 1949-1988

 

 

 



Αρχικήiσελίδα
 
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα