Oι άνθρωποι που ήθελαν
να αλλάξουν τον κόσμο
Μάνος Χατζιδάκις
Μελίνα Μερκούρη
Μάνος Λοϊζος
Μίκης Θεοδωράκης
Νίκος Καββαδίας
Γιάννης Ρίτσος
Γιώργος Σεφέρης
Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τσε Γκεβάρα
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Νίκος Μπελογιάννης
Άγγελος Σικελιανός
Άρης Βελουχιώτης
Πάμπλο Νερούδα
Ανδρέας Εμπειρίκος
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Παύλος Σιδηρόπουλος
Χάρολντ Πίντερ

Μανώλης Αναγνωστάκης

Βλαντίμιρ Λένιν
Μαρία Δημητριάδη

Οδυσσέας Ελύτης

Κώστας Βάρναλης
Κάρολος Κουν
Κώστας Καρυωτάκης
Βασίλης Τσιτσάνης
Νίκος Παπάζογλου
Τζον Λένον
Πάτι Σμιθ
Γεώργιος Καραϊσκάκης
Νίκος Καζαντζάκης
Νίκος Ξυλούρης
Μάνος Ξυδούς
Στρατής Τσίρκας
Φερνάντο Πεσσόα
Νικόλας Άσιμος
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Κατερίνα Γώγου


Ειδικά αφιερώματα
Λίνα Νικολακοπούλου
Σταμάτης Κραουνάκης
Κική Δημουλά
Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Διονύσης Τσακνής
Νίκος Εγγονόπουλος
Δημήτρης Χορν
Κωνσταντίνος Καβάφης
Θόδωρος Αγγελόπουλος
Θάνος Μικρούτσικος
Αλέξης Μινωτής
Μίμης Πλέσσας
Χάρις Αλεξίου
Δήμητρα Γαλάνη
Θανάσης Βέγγος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Σταύρος Ξαρχάκος
Νίκος Γκάτσος
Μάρκος Βαμβακάρης
Γιάννης Τσαρούχης
Κατίνα Παξινού
Μιχάλης Καραγάτσης
Διονύσης Σαββόπουλος
Ελένη Καραϊνδρου
Άντριου Λόιντ Γουέμπερ
Πέδρο Αλμοδόβαρ
Άγαμοι Θύται
Σπείρα Σπείρα
Αγκάθα Κρίστι
Σαλβαντόρ Νταλί
Τζον Μάλκοβιτς
Αντζελίνα Τζολί
Νίνο Ρότα

Aφιέρωμα: Μετάδοση
200 θεατρικών παραστάσεων
από το Ελληνικό και Ξένο Δραματολόγιο




 

 

 

 
Αφιερώματα  

Μάρκος Βαμβακάρης
- Ιούνιος 2012
(Τελευταία ενημέρωση 12/02/14)

Αφιέρωμα Βιογραφικό Video

ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ

EΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
ΚΕΙΜΕΝΑ: ΑΡΗΣ ΔΟΥΚΑΣ, ΖΩΗ ΠΟΛΙΤΗ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΑΡΗΣ ΔΟΥΚΑΣ


Τραγούδι: Μαύρα μάτια - Μάρκος Βαμβακάρης
Ακούστε...
Διάρκεια: 02:59 - (703KB)
Στίχοι: Μάρκος Βαμβακάρης
Μουσική:
Μάρκος Βαμβακάρης - Πρώτη εκτέλεση: Μάρκος Βαμβακάρης

«Εγεννήθηκα στην πρωτεύουσα των Κυκλάδων στην ωραία Σύρα και συγκεκριμένα σε μια φτωχική συνοικία της 'Ανω Χώρας ονομαζόμενη Σκαλί το έτος 1905 στις 10 Μαΐου ημέραν Τετάρτη και ώρα τρίτη πρωινή, από γονείς πάμπτωχους...». Στην ωραία Σύρα, πριν έναν ακριβώς αιώνα, πρωτοείδε το φως ο σπουδαίος λαϊκός συνθέτης Μάρκος Βαμβακάρης. Ο Μάρκος της φτώχειας και της μαγκιάς, που έγινε η σημαντικότερη φυσιογνωμία του ρεμπέτικου τραγουδιού, αφού ήταν εκείνος που έβγαλε το μπουζούκι από το περιθώριο και το επέβαλε σαν όργανο.
Έχοντας περάσει τα παιδικά του χρόνια μέσα στη φτώχεια, ο Μάρκος στα 13 του το «σκάει» για τον Πειραιά, όπου κάνει δουλειές του ποδαριού και στη συνέχεια εργάζεται ως εκδορέας στα σφαγεία. «Εκεί στα Ταμπούρια, όχι μόνον μυήθηκα στη σκληρή ζωή του εργάτη... μα το πιο σπουδαίο απ' όλα ξεμυαλίστηκα με το όργανο αυτό, το μπουζούκι», αναφέρει στην αυτοβιογραφία του. Το όργανο το έμαθε «σε έξι μήνες. Κανένας δε μου έκανε μαθήματα στο μπουζούκι. Όχι, τίποτες. Για μένα το μόνο σχολείο ήταν ο τεκές. Άκουγα τους παλιούς και έπαιζα». Τακτικός θαμώνας στους τεκέδες, που γέμιζαν τον Πειραιά, ο Βαμβακάρης έζησε από κοντά τους μάγκες και το περιθώριο. Όμως ήταν αυτός ο ίδιος που έβγαλε το μπουζούκι από το περιθώριο και καθιέρωσε την κομπανία με «μπουζουκομπαγλαμάδες».


Τραγούδι: Άτακτη - Μάρκος Βαμβακάρης
Ακούστε...
Διάρκεια: 03:19 - (779KB)
Στίχοι: Μάρκος Βαμβακάρης
Μουσική:
Μάρκος Βαμβακάρης - Πρώτη εκτέλεση: Μάρκος Βαμβακάρης

«Μας έμαθε τι ήταν το μπουζούκι, μέχρι τότε δεν ξέραμε αν ήταν ντουλάπα ή όργανο», έλεγε χαρακτηριστικά ο Γιάννης Παπαϊωάννου για τον Μάρκο Βαμβακάρη, τη σημαντικότερη φυσιογνωμία του ρεμπέτικου τραγουδιού. Ο Μάρκος της φτώχειας και της μαγκιάς, ήταν εκείνος που έβγαλε το μπουζούκι από το περιθώριο και το επέβαλε σαν όργανο. Ήξερε, όσο κανείς άλλος, τους «δρόμους», τις παραδοσιακές κλίμακες και τα κουρδίσματα του τρίχορδου μπουζουκιού, ενώ ήταν αυτός που καθιέρωσε την κομπανία με «μπουζουκομπαγλαμάδες». Το 1934 με τον Γιώργο Μπάτη, τον Αντώνη Δελιά και τον Στράτο Παγιουμτζή αποτέλεσαν την ξακουστή πειραιώτικη τετράδα, το πρώτο συγκρότημα με μπουζούκια, στο κέντρο του Σαραντόπουλου, στην Ανάσταση του Πειραιά. Από τότε, χάρη στον Μάρκο, επικρατεί το «πειραιώτικο» ρεμπέτικο, που αφομοιώνει το ήθος και τα διδάγματα της Ανατολής μέσα από μια νέα επεξεργασία με βάση το μπουζούκι. Δημιουργούνται τα σημαντικότερα δείγματα αυτής της παράδοσης, τα «κλασικά» στη μορφή, στο περιεχόμενο και στη λειτουργία τους ρεμπέτικα τραγούδια, ενώ με την τετράδα του Πειραιά το ρεμπέτικο τραγούδι μπαίνει στη δισκογραφία. Ανάμεσα στα τραγούδια του: «Η Φραγκοσυριανή», «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν», «Τα έμορφα τα γαλανά σου μάτια», «Αντιλαλούν οι φυλακές», «Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά», «Για σένα μαυρομάτα μου», «Δε θέλω πλούτη και λεφτά», «Η κλωστηρού», «Ο Μάρκος πολυτεχνίτης», «Ο Μάρκος υπουργός», «Όσοι έχουνε πολλά λεφτά» και τόσα άλλα. Όμως παρότι ήταν αυτός που άρχισε «όλο αυτό το νταλαβέρι του λαϊκού τραγουδιού», «έφυγε» από τη ζωή πάμφτωχος και παραπονεμένος, παρότι άλλοι θησαύρισαν μέσα από το έργο του. Εκείνος δεν είχε προσχωρήσει στο «παιχνίδι». Μην έχοντας πόρους, πέθανε σ' έναν από τους διαδρόμους του Ερυθρού Σταυρού. Το έργο του αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και επηρέασε όλους τους κατοπινούς δημιουργούς του τραγουδιού, λαϊκού και έντεχνου.


Τραγούδι: Ο Μάρκος υπουργός ( Όσοι γινούν πρωθυπουργοί ) - Μάρκος Βαμβακάρης
Ακούστε...
Διάρκεια: 03:03- (718KB)
Στίχοι: Μάρκος Βαμβακάρης
Μουσική:
Μάρκος Βαμβακάρης - Πρώτη εκτέλεση: Μάρκος Βαμβακάρης

Ο Βαμβακάρης ήξερε, όσο κανείς άλλος, τους «δρόμους», τις παραδοσιακές κλίμακες και τα κουρδίσματα του τρίχορδου μπουζουκιού. Ανάμεσα στα τραγούδια του: «Η Φραγκοσυριανή», «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν», «Τα έμορφα τα γαλανά σου μάτια», «Αντιλαλούν οι φυλακές», «Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά», «Για σένα μαυρομάτα μου», «Δε θέλω πλούτη και λεφτά», «Η κλωστηρού», «Ο Μάρκος πολυτεχνίτης», «Ο Μάρκος υπουργός», «Όσοι έχουνε πολλά λεφτά» και τόσα άλλα. Όμως παρότι ήταν αυτός που άρχισε «όλο αυτό το νταλαβέρι του λαϊκού τραγουδιού», όπως έλεγε στην αυτοβιογραφία του, «δεν ωφελήθηκα οικονομικώς όσο όλοι αυτοί οι μπουζουξήδες που είναι τώρα και κάνουν το μέγα και τρανό... Εγώ ποτέ δεν ήμουνα φίλος του χρήματος. Αυτό που ήθελα το έκανα. Είμαι ο Μάρκος. Από το σπίτι το δικό μου εδώ πέρα πηγάζει η αλήθεια όλη για το μπουζούκι. Όσοι άλλοι να πούνε και να δείξουνε, δε θα ξέρουν ό,τι ξέρω εγώ για το μπουζούκι, διότι εγώ υπέφερα για το όργανο αυτό... τα πάνδεινα». Ο Μάρκος «έφυγε» από τη ζωή πριν από τριάντα τρία χρόνια πάμφτωχος και παραπονεμένος, καθώς δεν προσχώρησε στο «παιχνίδι». Παρότι άλλοι θησαύρισαν μέσα από το έργο του, ο ίδιος, μη έχοντας πόρους, πέθανε σ' έναν από τους διαδρόμους του Ερυθρού Σταυρού.

 








Τραγούδι: Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά - Μάρκος Βαμβακάρης
Ακούστε...
Διάρκεια: 03:07- (734KB)
Στίχοι: Μάρκος Βαμβακάρης
Μουσική:
Μάρκος Βαμβακάρης - Πρώτη εκτέλεση: Μάρκος Βαμβακάρης




Η ΤΕΤΡΑΣ

Τετράς, η ξακουστή του Πειραιώς! Βρισκόμαστε στο 1934 και οι Γ. Μπάτης, Ανέστος Δεληάς, Μάρκος Βαμβακάρης και Στράτος Παγιουμιτζής σχηματίζουν την πρώτη ρεμπέτικη κομπανία και εμφανίζονται στη Μάντρα του Σαραντόπουλου, κάπου εκεί στη Δραπετσώνα. Ο Ανέστος ήρθε από τη Σμύρνη, ο Στράτος από το Αϊβαλί, ενώ ο Μάρκος από τη Σύρο και ο Μπάτης από τα  Μέθενα. 
Ο Μάρκος μπαίνει στη δουλειά από εφτά χρονών παιδί. Στα 13 του θα βρεθεί λαθρεπιβάτης να ταξιδεύει για τον Πειραιά. Πρώτη στάση στα Ταμπούρια και χαμάλης στο λιμάνι. Ξεφορτωτής στις μαούνες στη συνέχεια, αλλά και εκδορέας στα Σφαγεία του Πειραιά. Στα 17 του έρχεται η πρώτη εμπειρία με το χασίς. Ακολούθησε μια ζωή μέσα στους τεκέδες τις πόρνες, το κυνηγητό απ' την αστυνομία, τα κρατητήρια και τις φυλακίσεις το άγχος  της επιβίωσης, αλλά και το μεράκι για το μπουζούκι και το τραγούδι.
Ο Μπάτης είχε ένα μικρό καφενεδάκι στου Καραϊσκάκη, στα τότε Λεμονάδικα. Δυο-τρία τραπεζάκια όλα και όλα, και ένα πατάρι. Εκεί είχε πολλά όργανα, τόσα που κάποτε για τη μεταφορά τους στην Ασφάλεια χρειάστηκε χειράμαξο. Έξω από αυτό το καφενείο έχουν τραβηχτεί μερικές από τις ιστορικότερες   φωτογραφίες  του ρεμπέτικου.
Το καφενείο είχε δυο πόρτες προς το εσωτερικό δρομάκι και ανάμεσα του υπήρχε ένα χώρισμα που δημιουργούσε δύο μικρούς χώρους. Ο  ένας  έδινε  την όψη κανονικού καφενείου. Στον άλλο, μέσα, υπήρχαν τα σύνεργα του χασίς και από μια μικρή τρύπα ενός ρόζου πέρναγε το μαρκούτσι του ναργιλέ προς τον χώρο του κανονικού καφενείου, απ' όπου τραβούσαν εκ περιτροπής και στην περίπτωση κινδύνου απλώς το μαρκούτσι τραβιόταν από μέσα. Και λέγεται πως κάποια φορά ένας αστυφύλακας μπήκε στο καφενεδάκι αιφνιδιαστικά, και το μεν μαρκούτσι τραβήχτηκε από τον παραγιό που ήταν στον διπλανό χώρο και δεν έγινε αντιληπτό, αλλά ο Μπάτης κατελήφθη με το στόμα γεμάτο ντουμάνι, κλειστό όμως. Και στην παρατήρηση του αστυφύλακα γιατί κρατάει το στόμα του κλειστό, ο Μπάτης το άνοιξε βγάζοντας  καπνούς ρυθμικά και κάπως τελετουργικά, συνιστώντας να μην τον απασχολούν γιατί είναι φακίρης!



Στο μπαρ " ΜΑΡΚΟΣ" στα Ασπρα Χώματα Παλαιάς Κοκκινιάς,
Στράτος, Μάρκος, Μπάτης,  Δεληάς, η κομπανία  "ΤΕΤΡΑΣ".

Για τον Ανέστο Δεληά, ή Αρτέμη, ο Βαμβακάρης γράφει στην αυτοβιογραφία του: «Ο Δεληάς ήταν ένα παιδάκι και καθόταν εκεί στο Καστράκι, εκεί που καθόνταν οι πρόσφυγες. Εκεί υπήρχανε όλοι οι τεκέδες Επηγαίναμε κι αυτός λοιπόν ετραβιότανε με τους τεκέδες κι έπαιζε κατ' αρχήν κιθάρα. Εγώ τον έβαλα μπροστά να μάθει μπουζούκι, κι όπως  και έμαθε. Αυτός ήταν πολύ καλό παιδί αλλά τον έφαγε η πρέζα. Εμείς   τότε δεν τον εζυγώναμε».
«Με το Στράτο εγυρίζαμε τους  τεκέδες,  καθαρά. Τον οποίο γνωριστήκαμε εκεί μέσα, γιατί ο Στράτος ετραγούδαγε τότες και εγώ έπαιζα μπουζούκι. Ήταν  βαρκάρης  αυτός. Τον λέγανε κουτόμαγκα γιατί εφούσκωνε από χασίσι αυτός», γράφει ο Μάρκος.
Τι κι αν με νόμο του 1919 «τιμωρούνται δια φυλακίσεως οι διευθυνταί ή οι συντηρούντες καταγώγια ή άλλα ενδιαιτήματα εν οις κατά σύστημα παρέχονται τα μέσα προς χασισοποτίαν ή οι τινές εν γνώσει ανέχονται τούτο καίτοι μη παρέχοντες τα μέσα».
Τα χασισοποτεία, ή τεκέδες, κυριαρχούσαν στον Πειραιά -και όχι μόνο- παρέα με το ρεμπέτικο. Ο συσχετισμός δεν γίνεται αυθαίρετα. Γράφει ο Κ. Μακρής το 1929 στο βιβλίο «Το ελληνικόν χασίς»: «Τα σύνεργα του 'Ελληνος  χασιστού, του  ανήκοντος  ες τας κατωτέρας ταύτας τάξεις, είναι η καπνοσύριγξ και είδος εγχόρδου οργάνου όπερ αποκαλούσι μπαγλαμάν, και τους   ήχους του οποίου θε­ωρούσαν απαραίτητους κατά την διάρκεια της μέθης των»...
Στο «Μπουκέτο» του 1929 διαβάζουμε: «τότε εμφανίζεται και μια εξαιρετική υπερευαισθησία της ακοής. Η μουσική επενεργεί με τον πιο έντονο τρόπο στον χασισοπότη... Έστω  και αν δεν ξέρει χορό σηκώνεται πολλές  φορές και χορεύει».

 




ΤΟ  ΛΙΒΑΝΙΣΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΑΣ

Σε τοπική εφημερίδα του Πειραιά (1936) δημοσιεύεται έφοδος ενός αστυνομικού σε «χασικλήδικο»!!!
«Ο Φάνης, ο ιδιοκτήτης του καταγωγίου, τρίβει τα μάτια του, χαμογελάει, μας κάνει διάφορες  ρεβεράντσες και μας γλυκομιλάει:
- Καλώς  τα παλικάρια. Πώς αυτό στο τσαρδί  μας;
Οι άλλοι, οι μαστούρηδες, μορφάζουνε απελπιστικά από ικανοποίηση για την φιλική μας προσέγγιση. Ο ένας μάλιστα απ' αυτούς μας δείχνει δύο σκαμνιά και μας καλεί να κάτσουμε ενώ τραγουδάει τη συνοδεία ενός μπαγλαμά:
-Πού θα βρούμε, πού  θα βρούμε ναργιλέ για να την πιούμε...
Ο αστυνομικός μετά τις φιλικές διαχύσεις ζητάει τον λουλά. Αυτός όμως έχει εξαφανιστεί  ως δια μαγείας και όλοι σταυροκοπιούνται, ότι απόψε δεν τον άναψαν. Παρ' όλες τις επιμονές του, εκείνοι αρνούνται πάντοτε. Όταν δε τους ρώτησε: Μα, καλά, βρωμάει χασίσι όλη η χαμοκέλα σας, ο Φάνης με περίφημη επιτήδευση   λέγει: «Τι λες, κυρ-Παναγή μου. Λιβάνισα το εικόνισμα μια κι είναι  της   χάρης  της   σήμερα, της  Αγίας Μαρίνας». Τους τεκέδες του Πειραιά «έδειξε» και ο Μάρκος μέσα από το τραγούδι του «Ο χαρμάνης». Ο πρώτος ήταν του Ζουάνου του Καλοκαιρινού. Υπήρχαν και του Κωλομπότση, του Μίχαλου, του Φούκα, του Σάλωνα, του  Αβίγλη... «Όλοι οι τεκέδες ήταν ίδιοι,  αφηγείται ο Βαμβακάρης. Ένα σπιτάκι ήτανε τεκές.  Ένα άλλο παραγκάκι. Δεν υπήρχε, δηλαδή, να ναι σαλόνι να το κάνουνε τεκέ. Όχι... Ο τεκές του Σάλωνα ήτανε δύο παραγκίτσες ξύλινες εκεί στο Καστράκι που ήταν οι πρόσφυγες. Το ίδιο ήτανε και του Μίχαλου, στα Χιώτικα. Ο Λυκαδιώτης είχε ένα μαγαζά­κι σαν καφενείο. Ύστερα ήταν του Γεράσιμου, πάλι στο Γκαζοχώρι του Πειραιά, κοντά στη Λεύκα. Κι αυτό σα μικρό καφενεδάκι ήταν. Πολλές φορές παίρνανε τα βουνά,  Λεύκα,  πρανή  Καραβά, Αγίας Σοφίας. Να φουμάρουνε άργιλε γιαβάσικο, δηλαδή ήσυχα, ωραία, όμορφα όχι άψε σβήσε. Στο βουνό, στις σπηλιές...

 





Mάρκος Βαμβακάρης

Από το βιβλίο: Mάρκος Bαμβακάρης, Aυτοβιογραφία, Eκδόσεις Παπαζήση, 1978)
Το 1909 με βρέσκει πέντε χρονώ παιδάκι. Ήμουνα από τότες κιμπάρης. Σφιχτοδεμένος. Είχα πρώιμη ανάπτυξη. Παρατήραγα δεξιά αριστερά.  Σφουγγάρι. Τα μάτια μου αρπάχνανε. Εβύζαιναν παντού. Έστηνα τ' αυτί κι άκουγα, εκεί που μιλούσαν οι γέροι,  οι σοφότεροι. Να μασώ την γλώσσα.  Μου αρένανε ν' ακώ κουβέντες.  Όταν ιστορούσανε.  Άκουγα. Κι ό,τι λέγανε τα κράτηγα.  Μου αρένανε τα μυστήρια του ντουνιά.  Επάγαινα στις γκάιντες,  εκεί πουτραγουδάγανε.  Το κάθε ξημέρωμα μ' έβρισκε στο πόδι.  Από ρουχαλάκια, δεν είχαμε,  μπαλωμένα φορήγαμε.  Παπούτσια ούτε για δείγμα.  Διπλοβελονιά ντουσέκι το παλιοπαντελονάκι.  Και μονοφόρι.  Κι αν ξέπεφτε κανένα παλιοπάπουτσο,  το 'ραβα με κερωμένο γκιούλι για να μη σπάει. Εχανό,ουνε στα χωράφια ξιπολησιάς.  Και τα κανιά μου γιομάτα σημάδια.  Έβρεχε και πιλάλαγα στη βροχή.  Έπεφτε μπόρα, δεν μ' απάνταγε.  Τα 'βαζα με τα στοιχειά της φύσης.  Βούταγα μια βάρκα  και κοντραριζόμουνα με τα κύματα. Την άνοιξη φούσκωνε η ψυχή μου.  Εκαθόμουνα με τις ώρες στις πλευρές κι άκουγα τα λουλούδια που έσκαζαν. Είχα μονίμως μια φούντωση,.  Έτσι ενθυμούμαι. Πέντε χρονώ, μ' έστειλε ο πατέρας σχολείο.  Από το υστέρημα του μ' αγόρασε ποδιά.Ετότες φορήγαμε ποδιές. Αλατζαδένιες. Υπήρχαν και τα ντρίλια. Κι ήμαστε όλα τα παιδιά μια κοψιά. Λόγω στολής. Τα γράμματα τ' αγάπησα, τα 'παιρνα στον αέρα. Επήγα στο σχολείο. Ξύλινα θρανία. Κι ένας πίνακας. Κιμωλίες με το δελτίο, πιο ακριβές κι απ' το γαρούφαλο.
Βιβλία δεν είχαμε. Το μάθημα τ' αρπάζαμε από το στόμα του δάσκαλου. Μόλι τελείωνα με την διδασκαλία, ξαμολιόμουνα στα χωράφια και έλεγα μεγαλοφώνως τι άκουσα. Το 'λεγα πολλές φορές. Αφού φχαριστιόμουνα, το ξανάρχιζα κι έβαζα και δικά μου μέσα. Ό,τι μου 'ρχότανε. Το μεγάλωνα. Άμα μου άρεσε μια λέξη, μια φράση, την έλεγα και την ξανάλεγα. Κι όταν με σήκωνε στο μάθημα, του ξηγιόμουνα αβέρτα. Εκεί όμως που πάθαινα μεγάλη ζημιά ήταν με τον Πάρι και την ωραία Ελένη. Τον Αγαμέμνονα. Ξέρξη. Δαρείο. Τους Άθλους του Ηρακλέους. Όπου εοτεκόμουνα, αυτούς τους πατριώτες τους έβλεπα ομπρός μου.Και τις ναυμαχίες. Με πρώτη εκείνη που έλαβε χώρα στή Σαλαμίνα.
Ετούτοι οι πρόγονοι πολύ με συγκίνησαν. Ταίριαξαν με την ψυχή μου. Ο δάσκαλος καταλάβαινε τι αντάρα γινόταν μέσα μου και με είχε περί πολλού. Ήμαστε ζόρικοι. Αλλά σ' εμένα δεν σήκωσε ποτές χέρι. Γιατί είχα έρωτα στα γράμματα. Τους άλλους τους μούρλαινε στις φάπες. Τους διάταξε, ο καθένας να φέρνει τη βέργα του. Και με την βέργα του τον έδερνε. Να και τούτη, να και κείνη. Και του καρούλιαζε τα χέρια. Όταν έμαθα την αλφαβήτα, γιόμισαν τα μάτια μου δάκρυα. Μου κονόμησε ο πατέρας ένα μολύβι. Εβρήκα κι ένα χαρτί άσπρο κι άρχισα να συνταιριάζω τις πρώτες λέξεις. Τις έγραφα και μετά τις διάβαζα φωναχτά. Τι δε θα 'δινα να θυμηθώ την πρώτη λέξη που 'γραψα. Αλάφρωσε η ψυχή μου από την φούντωση. Τα γράμματα μου παίρναν την στενοχώρια. Από μικρό παιδάκι στα βάσανα. Έβλεπα τον πατέρα μου να δουλεύει, να κουράζεται. Αλλά το ψωμί δεν έφτανε. Πώς να θρέψει τρία παιδιά;
Κι η μάνα μου μαρτύρησε να μας αναστήσει. Είχα κλίση στα γράμματα. Κι όταν φτάσαμε σ' εκείνους, Βυζάντιο και τα ρέστα, ξανάπαθα ζημιά. Όλους εκείνους τους αυτοκρατόρους, Κωνσταντινούπολη, Αγία Σοφιά. Έπεφτα να πλαγιάσω, αλλά πού ύπνος. Τα 'παιρνα απ' το δάσκαλο και τα 'φερνα στον ύπνο. Συντροφία. Ξαγρύπναγα και τα 'βλεπα. Κοιμόμανε και 'ρχόσανε στα όνειρα.
Βυζάντιο. Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως. Εσηκωνόμουνε ως υπνοβάτης
και ξέβγαινα όξω τες νύχτες, μπας και τους συναντήσω. Κι όλο ρώταγα το δάσκαλο εκείνα που σκεφτόμουνα, να πάρω απαντήσεις. Αλλά δεν κράτησα πολύ τα γράμματα. Πριν τελειώσω την τέταρτη τάξη, το 1912, επήραν τον πατέρα μου στρατιώτη και άφησα το σχολείο για να πάμε με τη μάνα μου σε δουλειά. Τρία μωρά στο σβέρκο. Εμένα. Τον Λεονάρδο. Και τον Φραγκίσκο. Ήμανε ο μεγαλύτερος. Κι ήπρεπε να κονομάμε. Από δουλειά σε δουλειά, εγίνηκα κι εφημεριδοπώλης. Εξέκλεφτα χρόνο στις γωνιές και κλεφτά εδιάβαζα τα μεγάλα γράμματα. Τους τίτλους. Κι εμάθαινα τα γραμματάκια. Και τα καλλιεργούσα όπως όπως.
Tραγουδάγαμε  διάφορα τραγούδια του καιρού εκείνου. Eίχαμε κάτι τενεκέδες, κάτι παλιοτενεκέδες που βρίσκαμε εκεί στα χωράφια και τους παίρναμε, τους βαράγαμε και λέγαμε πολλά τραγούδια του καιρού τα οποία δεν τα θυμάμαι τώρα.

Θυμάμαι ένα τραγούδι από τον καιρό που είμαστε μικροί:
Aπό τα πολλά που μου 'χεις καμωμένα
δε σε θέλω πια δε μ' αρέσεις πια.
Tα σωθικά μου τα 'χεις μαυρισμένα
δε σε θέλω πια δε μ' αρέσεις πια.


Ύστερα είναι ένα άλλο πάλι:
Στην έρημη τη ρεματιά στην παιδική φωλιά μας
μας έφερε ξανά η άμοιρη καρδιά μας.
Βαλς ήταν αυτό. Ύστερα πάλι λέγανε ένα άλλο τραγούδι που ήτανε βέβαια του θεάτρου.
Ήθελα γιατρέ μου λίγο να με κοιτάξεις
πάσχω υποφέρω δεν είμαι καλά.
Eδώ και δέκα μέρες που μ' έπιασ' ένας βήχας
και όταν πα να βήξω βήχω δυνατά.


Θέατρα υπήρχανε στη Σύρα αλλά εγώ δεν επήγαινα να πούμε. Aλλά τα ακούγαμε, ερχόντουσαν από δω εκεί τα τραγούδια και τα ακούγαμε. Tο θέατρο από δω τον Πειραία, την Aθήνα έρχεται. Kαι τώρα αυτή η δουλειά γίνεται.
Eκεί στη Σύρα δεν είχα έρωτες και τέτοια γιατί ήμουνα μικρός. Mέχρι δεκαπέντε δεκαέξι χρονού δεν είχαμε τέτοια. Παίζαμε με τα κοριτσόπουλα αυτά, τα πειράζαμε, όχι όμως να τα χαδέβουμε, να τα φιλάμε. Eδώ που ήλθα στην Aθήνα δεκαεφτά δεκαοχτώ χρονώ, αμέσως έπεσα σ' έρωτα στην πρώτη μου τη γυναίκα. Aυτή την πήρα απ' αγάπη. Στη Σύρα θυμάμαι μια κοπέλα. Δεν ξέρω αν αυτή η κοπέλα ενδιαφερότανε γιατί δεν υπήρχε πονηρία, όπως τώρα μερικοί που παίρνουνε μικρές, τις κάνουν, τις χαδεύουνε. Aυτά τα πράματα δεν τα 'κανα εγώ εκεί. Mια φορά που την έβλεπα, δεν ήταν κορίτσι να τρέχει μέσα στη μέση στους δρόμους και να κάνει και να δείχνει. Aυτή λοιπόν από κείνα τα χρόνια έφυγε και πήγε στη Σαντορίνη κι έγινε καλόγρια. Eκλείστηκε σε μοναστήρι κι έγινε καλόγρια να πούμε, μέχρι τώρα που 'μαι γω εξήντα πέντε χρονώ κι αυτή αν ήτανε μεγαλύτερη εξήντα εφτά, αν ήτανε μικρότερη εξήντα δύο. Έκτοτε εχάθηκε. Tα 'χασα τα ίχνη της γυναίκας. Δεν τη ξαναείδα. Ήταν μια κοπέλα ωραία, αλλά γω ήμουν μικρός ακόμα, δεν είχα τέτοιες τάσεις για έρωτες ακόμα. Kι αυτής της μίλαγα γιατί πήγαινε στο σχολείο. Ήταν καλή μαθήτρια. Σε άλλο σχολείο, στων κοριτσιώνε. Eγώ πήγαινα στ' αγόρια. M' αγαπάγανε κι από το σπίτι τους όταν ήμουνα μικρός, από την οικογένειά της. O πατέρας της είχε ένα μαγαζί μανάβικο χονδρικής πωλήσεως όπου ερχόνταν και παίρνανε απ' τα χωριά. Kαι δούλευε ο πατέρας μου και του 'κανε κοφίνια μέρες, μήνες, καιρούς, χρόνια. Kαι παίρναμε τα λεφτά τους. Kαι μας αγαπάγανε και η γυναίκα του, μία γυναίκα καλή που είχε, η Mυκονιάτισσα τη λέγανε. Eίχε και τρεις κόρες μεγάλες, τέσσερες με την καλόγρια, τι οποίες τις γνώρισα. Aυτές είχαν παντρευτεί όταν ήμουν εκεί πέρα. Aλλά δυστυχώς έχουν πεθάνει οι άντρες τους έμαθα όταν ήμουν στη Σύρα. Kι έκτοτε εγώ ακόμα αυτό το πράμα το θυμάμαι. Eίναι μες το νου μου αυτή η καλόγρια η Pοζίνα. Kι έπειτα πήγαινα στα νησιά για να παίξω, να τραγουδήσω, όμως στη Σαντορίνη εκεί δεν πήγα. Aν επήγαινα να ρωτούσα, άραγε θα την έβρισκα αυτή την κοπέλα;
«Ολος ο κόσμος της Σύρου μ' αγαπούσε πολύ, διότι κι εγώ ήμουν Συριανός και το είχαν καμάρι οι Συριανοί. Κάθε καλοκαιράκι με περίμεναν να πάω στη Σύρα να παίξω και να γλεντήσει όλη η Σύρα μαζί μου. Το 1937 πήρα μαζί μου τον Μπάτη, τον αδερφό μου τον μικρό και τον πιανίστα Ροβερτάκη και πήγα για πρώτη φορά στη Σύρο, είκοσι χρόνια αφ' ότου έφυγα από το νησί.

Το λέω και στο τραγούδι:
Σε είκοσι χρόνια δυο φορές
ήρθα να σ' αντικρίσω
και με το μπουζουκάκι μου
γλυκά να τραγουδήσω.


Πρωτόπαιξα, λοιπόν, σ' ένα μαγαζί στην παραλία, μαζεύτηκε όλος ο κόσμος. Κάθε βράδυ γέμιζε ο κόσμος το μαγαζί κι έκατσα περίπου δύο μήνες. Εγώ, όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν...

Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα:
Μία φούντωση, μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά
Λες και μου΄χεις κάνει μάγια Φραγκοσυριανή γλυκιά...

Ούτε και ξέρω πως την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι ' αυτήν μιλάει το τραγούδι.

Όταν γύρισα στον Πειραιά, έγραψα τη Φραγκοσυριανή:
Μία φούντωση, μια φλόγα
έχω μέσα στην καρδιά
λες και μάγια μου 'χεις κάνει
Φραγκοσυριανή γλυκιά
λες και μάγια μου 'χεις κάνει
Φραγκοσυριανή γλυκιά

Θα 'ρθω να σε ανταμώσω
κάτω στην ακρογιαλιά
Θα ήθελα να σε χορτάσω
όλο χάδια και φιλιά
Θα ήθελα να σε χορτάσω
όλο χάδια και φιλιά

Θα σε πάρω να γυρίσω
Φοίνικα, Παρακοπή
Γαλησσά και Nτελαγκράτσια
και ας μου 'ρθει συγκοπή
Γαλησσά και Nτελαγκράτσια
και ας μου 'ρθει συγκοπή

Στο Πατέλι, στο Nυχώρι
φίνα στην Αληθινή
και στο Πισκοπιό ρομάντζα
γλυκιά μου Φραγκοσυριανή
και στο Πισκοπιό ρομάντζα
γλυκιά μου Φραγκοσυριανή

 




Αφιέρωμα Βιογραφικό Video

Bιογραφικό

ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ
(1905-1972)

Ο Μάρκος Βαμβακάρης γεννήθηκε στις 10 Μαΐου 1905, στην Άνω Χώρα της Σύρου.
Ο Μάρκος προέρχονταν από φτωχή και πολυμελή οικογένεια. Γονείς του ήταν ο Δομένικος Βαμβακάρης και η Ελπίδα Προβελλεγίου. Είχε άλλα πέντε αδέλφια: Τον Λέανδρο, τον Φραγκίσκο, τον Αργύρη Βαμβακάρη, τη Ρόζα και τη Γκράτσια. Ο παππούς του έγραφε τραγούδια και ο πατέρας του έπαιζε πίπιζα. Για το θρήσκευμά του απέκτησε αργότερα και το παρατσούκλι «Φράγκος». Το 1912, η επιστράτευση του πατέρα του τον αναγκάζει να εγκαταλείψει το σχολείο πριν τελειώσει την τετάρτη τάξη και να δουλέψει στο κλωστήριο μαζί με τη μητέρα του. Στη συνέχεια έκανε πολλές δουλειές, όπως παραγιός σε μπακάλικα, σε χασάπικα, εφημεριδοπώλης και λούστρος, ώσπου ένα άτυχο περιστατικό το 1917 τον αναγκάζει να μπει λαθρεπιβάτης σε ένα βαπόρι και να το σκάσει από τη Σύρο για τον Πειραιά. Εκεί ξεκίνησε να δουλεύει ως γαιανθρακεργάτης και εννέα μήνες μετά εγκαθίσταται όλη η οικογένεια. Στον Πειραιά δούλεψε σαν γαιανθρακεργάτης, χαμάλης στα τελωνεία και κατέληξε εκδορέας στα σφαγεία. Το 1942 παντρεύεται με ορθόδοξο γάμο τη δεύτερη σύζυγό του Βαγγελιώ πράγμα που αποτέλεσε και την αιτία του αφορισμού του από την καθολική εκκλησία, λόγω της άρνησης της επισκοπής να ακυρώσει τον πρώτο καθολικό γάμο που είχε τελέσει σε πολύ μικρή ηλικία με την περιβόητη Ζιγκοάλα την πρώτη του γυναίκα. Ο αφορισμός έληξε γύρω στο 1966 αφού είχε ήδη αρχίσει η δεύτερη καριέρα του Μάρκου Βαμβακάρη. Από τη δεύτερη σύζυγο απέκτησε 3 παιδιά, το Βασίλη, το Στέλιο και τον Δομίνικο.

Η ενεργητική του ενασχόληση με τη μουσική άρχισε λίγο πριν πάει στρατιώτης το 1924-25, όταν άκουσεκατά τύχη ένα φίλο του πατέρα του, το Νίκο τον Αϊβαλιώτη να παίζει μπουζούκι. Μέσα σε έξι μήνες έμαθε το όργανο μόνος του, με μόνη καθοδήγηση τα ακούσματα από παλαιούς μπουζουκοπαίχτες που συναντούσε στους τεκέδες της εποχής. Παρ' ότι χειριζόταν πολύ καλά το όργανο, δεν έπαιζε επί πληρωμή, παρά μόνο με φίλους σε τεκέδες, μέχρι το 1934, οπότε λόγω οικονομικών αναγκών και μετά από παρότρυνση του βιολιτζή Βραχάμ συμμετείχε σε ορχήστρα επί πληρωμή. Λίγο καιρό αργότερα, το καλοκαίρι του 1934 συστήνει την πρώτη λαϊκή ορχήστρα, στη μάντρα του Σαραντόπουλου στην Ανάσταση Πειραιώς, την περίφημη «Τετράδα του Πειραιώς», αποτελούμενη από τον ίδιο και τους Γιώργο Μπάτη, Στράτο Παγιουμτζή, Ανέστη Δελιά. Ο Μάρκος Βαμβακάρης άρχισε να γράφει δικά του τραγούδια από το 1928-29, αλλά η καριέρα του στη δισκογραφία ξεκινά το δεύτερο εξάμηνο του 1932 στη νεόδμητη τότε Ελληνική Columbia όπου ηχογράφησε το πρώτο του τραγούδι το «Εφουμάρα μ' ένα βράδυ» και το οργανικό «Σερφ ταξίμι» στην άλλη πλευρά του δίσκου.
Ακολούθησε μια λαμπρή και πολύ παραγωγική καριέρα, τόσο στις δισκογραφικές εταιρείες όσο και στα νυχτερινά κέντρα, η οποία δε σταμάτησε ούτε την περίοδο της κατοχής. Παρ' όλα αυτά, το 1950 ο Μάρκος Βαμβακάρης αρρωσταίνει από αρθρίτιδα, πράγμα που οδηγεί στην πλήρη καλλιτεχνική του απομόνωση. Ζει στην ανέχεια, κυρίως με περιοδείες στην επαρχία και σε πανηγύρια μέχρι το 1959 οπότε και τον καλεί ο Βασίλης Τσιτσάνης, ως νέος καλλιτεχνικός διευθυντής της Columbia, για να ηχογραφήσει νέα και παλιά τραγούδια του με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Στο σημείο αυτό αρχίζει η δεύτερη καριέρα του συνθέτη, ο οποίος είχε την τύχη να δει το έργο του αναγνωρισμένο. Πέθανε στο σπίτι του στην Κοκκινιά στις 8 Φεβρουαρίου του 1972.
Στους δίσκους, ο Μάρκος Βαμβακάρης συνήθως έπαιζε μπουζούκι και τραγουδούσε ο ίδιος. Ο Βαμβακάρης πέθανε στις 8 Φεβρουαρίου του 1972 σε ηλικία 66 ετών.

 




Αφιέρωμα Βιογραφικό Video

Video


Μάρκος Βαμβακάρης - Φραγκοσυριανή


Μάρκος Βαμβακάρης - ΄Ατακτη


Μάρκος Βαμβακάρης - Αμανές

 

 

 

 











 
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα