Oι άνθρωποι που ήθελαν
να αλλάξουν τον κόσμο
Μάνος Χατζιδάκις
Μελίνα Μερκούρη
Μάνος Λοϊζος
Μίκης Θεοδωράκης
Νίκος Καββαδίας
Γιάννης Ρίτσος
Γιώργος Σεφέρης
Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τσε Γκεβάρα
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Νίκος Μπελογιάννης
Άγγελος Σικελιανός
Άρης Βελουχιώτης
Πάμπλο Νερούδα
Ανδρέας Εμπειρίκος
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Παύλος Σιδηρόπουλος
Χάρολντ Πίντερ

Μανώλης Αναγνωστάκης

Βλαντίμιρ Λένιν
Μαρία Δημητριάδη

Οδυσσέας Ελύτης

Κώστας Βάρναλης
Κάρολος Κουν
Κώστας Καρυωτάκης
Βασίλης Τσιτσάνης
Νίκος Παπάζογλου
Τζον Λένον
Πάτι Σμιθ
Γεώργιος Καραϊσκάκης
Νίκος Καζαντζάκης
Νίκος Ξυλούρης
Μάνος Ξυδούς
Στρατής Τσίρκας
Φερνάντο Πεσσόα
Νικόλας Άσιμος
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Κατερίνα Γώγου


Ειδικά αφιερώματα
Λίνα Νικολακοπούλου
Σταμάτης Κραουνάκης
Κική Δημουλά
Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Διονύσης Τσακνής
Νίκος Εγγονόπουλος
Δημήτρης Χορν
Κωνσταντίνος Καβάφης
Θόδωρος Αγγελόπουλος
Θάνος Μικρούτσικος
Αλέξης Μινωτής
Μίμης Πλέσσας
Χάρις Αλεξίου
Δήμητρα Γαλάνη
Θανάσης Βέγγος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Σταύρος Ξαρχάκος
Νίκος Γκάτσος
Μάρκος Βαμβακάρης
Γιάννης Τσαρούχης
Κατίνα Παξινού
Μιχάλης Καραγάτσης
Διονύσης Σαββόπουλος
Ελένη Καραϊνδρου
Άντριου Λόιντ Γουέμπερ
Πέδρο Αλμοδόβαρ
Άγαμοι Θύται
Σπείρα Σπείρα
Αγκάθα Κρίστι
Σαλβαντόρ Νταλί
Τζον Μάλκοβιτς
Αντζελίνα Τζολί
Νίνο Ρότα

Aφιέρωμα: Μετάδοση
200 θεατρικών παραστάσεων
από το Ελληνικό και Ξένο Δραματολόγιο




 

 
Αφιερώματα  


Οι άνθρωποι που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο!

Κώστας Kαρυωτάκης
- Ιούλιος 2008
(Τελευταία ενημέρωση 12/02/14)

Αφιέρωμα Βιογραφικό Video

ΟΓΔΟΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

EΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
ΚΕΙΜΕΝΑ: ΑΡΗΣ ΔΟΥΚΑΣ, ΖΩΗ ΠΟΛΙΤΗ

Στο πάνθεον της νεοελληνικής λογοτεχνίας καταγράφεται ως μοναδική φυσιογνωμία. Για δυο λόγους. Πρώτον, γιατί με την απαισιόδοξη, σχεδόν πεισιθανάτια, ηττοπαθή, σαρκαστική και εγωκεντρική ποίησή του ξέφυγε από τις κοινοτοπίες της μεταρομαντικής εποχής του και δεύτερον, γιατί με την αυτοκτονία του επιβεβαίωσε την αντιηρωική και ειρωνική στάση ζωής απέναντι στα «ηρωικά» και πομπώδη κοινωνικά, πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα, που συνέβαιναν γύρω του. Το τελευταίο ποίημά του «Πρέβεζα» - είναι εύγλωττο. Πρόκειται για αποθέωση του θανάτου και χλευασμό της επαρχιακής μιζέριας και αμάθειας Η Πρέβεζα, το 1928, ήταν ο τελευταίος σταθμός μιας πολύχρονης περιπλάνησης του ποιητή στα λίγα χρόνια της ζωής του.

Στο μελέτημά της για τον Kώστα Kαρυωτάκη «Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης» εκδόσεις Kαστανιώτη, για τον βίο, την ποίησή του και την υποδοχή της, η φιλόλογος Χριστίνα Ντουνιά προκαταβάλλει ήδη με τον τίτλο το συμπέρασμά της: «Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης». Απολύτως δίκαιο το πόρισμα, παρότι υπάρχει πάντοτε η -μικρή έστω- πιθανότητα να παραναγνωστεί ο χαρακτηρισμός «αδέσποτη τέχνη», ο οποίος ανακαλεί και διευρύνει το «αδέσποτο Τραγούδι» του καρυωτακικού ποιήματος «Δικαίωσις», της τελευταίας σάτιρας στο βιβλίο του «Ελεγεία και Σάτιρες»: «Τότε λοιπόν αδέσποτο θ' αφήσω / να βουΐζει το Τραγούδι απάνωθέ μου. / Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου / το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο». Αν στην κρίσιμη λέξη, «αδέσποτη», δοθεί η υποκείμενη ερμηνεία «αγνώστου προελεύσεως», «ασαφούς στόχου» ή «εις ουδένα ανήκουσα», θα οδηγηθούμε στην αυθαίρετη υπόθεση ότι η τέχνη του Kαρυωτάκη αφενός δεν ριζώνει πουθενά, δεν έχει συγκεκριμένους προγόνους και προδρόμους, Έλληνες και ξένους (Γάλλους κυρίως) ούτε και σκόπευσε σωστά, αφετέρου δεν ανήκει στο σώμα της ελληνικής ποίησης (σαν να αποσπάται από αυτό και να μετεωρίζεται ανείσπρακτο και αμετάδοτο), ούτε στους πολλούς ανά τις δεκαετίες αναγνώστες και ζηλωτές της.
Την αντοχή της τέχνης του Kαρυωτάκη θα αναγκάζονταν να την αναγνωρίσουν σήμερα ακόμη κι όσοι την κήρυξαν ανύπαρκτη (επειδή μόλις πριν την είχαν κηρύξει ανεπιθύμητη), τη χλεύασαν ή της επιτέθηκαν δεινώς με όρους πρωτίστως ιδεολογικούς και δευτερευόντως αισθητικούς ή γλωσσικούς (εκτός όλων των άλλων, η ελευθερωμένη, ανοιχτή δημοτική του ποιητή είχε κατακριθεί από λογοτέχνες της γενιάς του '30 σαν «ακόλαστη», από κοινού με τη γλώσσα του Kαβάφη).

Τεκμήρια αντοχής
Στα εξωτερικά τεκμήρια αυτής της αντοχής -χάρη στα οποία απέκτησε διάρκεια ένα «σκάνδαλο» που πολλοί είχαν σπεύσει να το κρίνουν τελειωμένο ήδη στη δεκαετία του 1930- θα μπορούσε να συναριθμήσει κανείς τους (αλληλοδιαδεχόμενους) νέους αναγνώστες της, τη μελοποίηση στίχων της ή τη χρήση άλλων δίκην γνωμικών, την ευρεία χρήση και βέβαια την ήδη ευρεία και σταθερά εμπλουτιζόμενη βιβλιογραφία.
Στα εσωτερικά τεκμήρια, ίσως τα κρισιμότερα, δεσπόζει η ατελεύτητη αναπαραγωγή καρυωτακικών στερεοτύπων και στάσεων από τις κατοπινές ποιητικές γενιές, και μάλιστα ακόμη και από ποιητές που η προφαινόμενη αισιοδοξία τους θα οδηγούσε στη σκέψη πως έχουν κατανικήσει τον πειρασμό του καρυωτακισμού, την «αρρώστια» ως κι εκείνοι που ρητά εναντιώθηκαν στην ποίηση της «μικροκλάψας» και της «σαδομαζοχιστικής κακομοιριάς» (τα λόγια είναι του Ελύτη, και πάντως δεν αφορούσαν μόνο τον Kαρυωτάκη), ήρθε στιγμή που, με ώριμη ή και άτεγκτη εσωτερική όραση, συμφιλιώθηκαν με το δικαίωμά τους να μιλήσουν την πίκρα και την απογοήτευσή τους (από τα κοινά, από την πατρίδα τους ή από το είδωλό της που έπλασαν και λάτρεψαν, από την ίδια την τέχνη τους), να πάψουν πια να την ξορκίζουν με τα τεχνάσματα της σφριγηλής ρητορικής. Το ποιητικό φρόνημα του «χολιασμένου Τριπολιτσιώτη» (κατά τον χαρακτηρισμό του Νίκου Kαββαδία που παραθέτει η Ντουνιά) λειτούργησε σαν ένα «καταφύγιο που το φθονούμε» -ή το απευχόμαστε και το φοβόμαστε- κυρίως για τους εξ αριστερών «απεγνωσμένους της αισιοδοξίας», όπως ονόμαζε ο Άγγελος Τερζάκης τους θεωρητικά και μόνον αισιόδοξους, τους προγραμματικά «θετικούς».
Η ποίηση του Kαρυωτάκη αντέχει όχι βέβαια για «γενικούς λόγους», επειδή κάθε εποχή παράγει τις διαψεύσεις της (για το άτομο και για την κοινωνία), τη μελαγχολία της και τους μελαγχολικούς της, άρα γεννάει νέους αναζητητές μιας «αντιπροσωπευτικής φωνής», αλλά χάρη στο ειδικό της βάρος. Η τέχνη αυτή υπερέβη τη βιογραφία του δημιουργού της, τη βιωματική της κληρονομιά, όπως υπερέβη και το ιδιωτικό της οχυρό για να μιλήσει δημόσια, πολιτικά, με καυστική ευκρίνεια, με όση σκληρότητα άρμοζε, και συγχρόνως με υψηλή και έγκαιρη ποιητική.

Kοινωνικός σαρκασμός
Ακριβώς στην κοινωνική διάσταση και στη σαρκαστική πολιτική της ευθύτητα επιμένει η Χριστίνα Ντουνιά, που διδάσκει Νεοελληνική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Kρήτης, και η οποία έχει καταθέσει πολλά και καλά τεκμήρια της μεθοδικής ερευνητικής υπομονής της στην προηγούμενη εργασία της, «Λογοτεχνία και Πολιτική. Τα περιοδικά της Αριστεράς στο μεσοπόλεμο» (1996). Επισκοπώντας διεξοδικά την εκτενή βιβλιογραφία, και σταθμεύοντας προσεκτικά σε λήμματά της που είτε παραγνωρίστηκαν είτε παραναγνώστηκαν, αφήνει -σύμφωνα και με τη λογική του σχεδίου της- σε δεύτερη μοίρα τη μελέτη της καθαυτό ποίησης και ερευνά το περιβάλλον -φιλικό, συνδικαλιστικό, πολιτικό, ιδεολογικό και λογοτεχνικό- μέσα στο οποίο παρήχθη και τα ποικίλα πάθη που προκάλεσε στην εποχή της και στις αμέσως επόμενες δεκαετίες.
Έτσι ερμηνεύεται, λόγου χάρη, το γεγονός ότι ο χρονικός ορίζοντας της μελέτης δεν επεκτείνεται τόσο ώστε να αναζητήσει πολλές, νέες, αποδείξεις της καρυωτακικής «αντοχής» και «εισβολής» στα κείμενα των νεότερων και νεότατων ποιητών, ή το ότι στις σελίδες που πραγματεύονται την απόφαση του Kαρυωτάκη να «καθρεφτιστεί στον μακρινό πρόγονο» Kάλβο, ο συσχετισμός των δύο ποιητών μένει κυρίως στα βιοθεωρητικά και πολιτικά δεδομένα και δεν εκμεταλλεύεται πλήρως την ποιητική τους συνάφεια, τεκμηριωμένη από στίχους που Kάλβου που λειτούργησαν σαν μήτρες για την έμπνευση του Kαρυωτάκη (για να φτάσουμε έτσι, επί παραδείγματι, από το «Ναι, κόπος ανυπόφερτος / είναι η ζωή» στο «νήμα / των άδειων ημερών που τώρα ζούμε /σαν από μια κακή, παλιά, συνήθεια», ή από το «Το πνεύμα μου σκοτίζεται / η γη υπό τα ποδάρια μου / γέρνει» στο «Απόκαμα, θολώσανε τα μάτια μου κι ο νους»).
Στόχος του μελετήματος, που στιγμές στιγμές ξετυλίγεται σαν ερεθιστικό αστυνομικό μυθιστόρημα, είναι να αναδείξει όσα τεκμήρια χρειάζονται, ώστε να επαληθευτεί η θέση-άξονας πως η μεν ποίηση του Kαρυωτάκη προκάλεσε «μια συντονισμένη αντίδραση, μοναδική μάλλον στην ιστορία της λογοτεχνίας μας», η δε συνδικαλιστική δράση του (εκτιμώντας την, οι συνάδελφοί του τον εξέλεξαν γενικό γραμματέα της Ένωσης Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών) ερέθισε τον μνησίκακο κρατικό μηχανισμό, με αποτέλεσμα τις εις βάρος του διώξεις, αλλά και τους συντηρητικών ή και αντιδραστικών φρονημάτων λογοτεχνικούς κύκλους, οι οποίοι με τα περιοδικά τους ανέλαβαν να συνετίσουν τον Kαρυωτάκη, να τον απαξιώσουν ποιητικά, ώστε να τον συντρίψουν ως πρόσωπο και ως «αντικανονικώς» δρώντα πολίτη.
Εξέχουσα θέση σε αυτή τη «συντονισμένη δράση» κατέχει η αρνητικότατη κριτική του Βασίλη Ρώτα, για τα «Ελεγεία και Σάτιρες», δημοσιευμένη στο περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα». Με τα χρόνια, από λειψή γνώση ή προχειρότητα, το κείμενο του Ρώτα πέρασε άκριτα και αστόχαστα σαν «αριστερή» αντίδραση στον ηττοπαθή Kαρυωτάκη, όμως όπως πολύ σωστά υπενθυμίζει η Ντουνιά, και επιμένει ιδιαίτερα σε αυτό, τον καιρό που το έγραψε ο Ρώτας «ανήκει σε ένα ιδεολογικό χώρο ξεκάθαρα αντικομμουνιστικό και σε έντυπο αυτού του χώρου καταθέτει την άποψή του». Ιδεολογική επίσης καταγωγή και σκοπιμότητα εντοπίζεται και στη δριμύτατη κριτική που άσκησε η γενιά του '30 κατά του Kαρυωτάκη, εφόσον με τα δικά του «ερείπια», με τα κατά Ανδρέα Kαραντώνη «κλαψιάρικα, νευρασθενικά ιδανικά της εποχής του Kαρυωτάκη», δεν ήταν δυνατόν να προκόψει το όραμα για την «αναγέννηση» της χώρας.
Ιδιαίτερα επιμένει επίσης η ερευνήτρια, στην προσπάθειά της να σχηματίσει ένα σαφές ιδεολογικό προφίλ του Kαρυωτάκη, στη «σημαδιακή σχέση» του με τον ποιητή Ιωσήφ Ραυτόπουλο, «πρότυπο αγωνιστή-καλλιτέχνη στις αρχές της δεκαετίας του '20», που πέθανε νεότατος, από φυματίωση, καθώς και στην (εξαρχής και για πολλές δεκαετίες) αμφιθυμική στάση «έλξης-απώθησης» της Αριστεράς (των ποιητών και της και των θεωρητικών της) απέναντι σε έναν ποιητή «διαμαρτυρόμενο και σαρκαστή, είρωνα και στυγνό», αλλά «παρακμιακό».
Αναξέοντας με επιμέλεια τις πληγές που άνοιξαν στο σώμα της λογοτεχνικής πράξης και θεωρίας οι ιδεολογικές εμπλοκές, οι δογματικές αγκυλώσεις και η πολιτικά προκατειλημμένη κριτική, η Ντουνιά επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ερώτημα του Τέλλου Άγρα: «Πώς γράφεται η... φιλολογική ιστορία». Δύο φορές γράφεται βέβαια, τουλάχιστο δύο. Τη μια όταν γίνεται, όταν τα οξυμμένα πάθη (πολιτικά, ιδεολογικά ή προσωπικά) αποφασίζουν για το ποιοι αξίζουν την αθανασία και ποιοι προορίζονται για τον καιάδα της λήθης, την άλλη -τις άλλες- όταν, με τη νηφαλιότητα της χρονικής απόστασης (ή τα καινούργια πάθη;), οι πίσω σελίδες ελέγχονται, αναθεωρούνται, ανασυντάσσονται. Kάπως έτσι, αλλά κυρίως χάρη στο καθαυτό έργο τους, οι «άδοξοι» ποιητές κατακτούν η διάρκεια, την αντοχή, ενώ αρκετοί απ' όσους δοξάστηκαν στον καιρό τους αποκαλύπτονται στη μετριότητά τους.

 





Εργογραφία

Ποιήματα
-Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων (1919)
-Νηπενθή (1921)
-Ελεγεία και Σάτιρες (1927)
-Τελευταία ποιήματα (1928) [Αισιοδοξία, Όταν κατέβουμε τη σκάλα..., Πρέβεζα]
-Ανέκδοτα ποιήματα
-Μεταφράσεις

Πεζά
- Το καύκαλο
- Η τελευταία
- Ο κήπος της αχαριστίας
- Ονειροπόλος
- Τρεις μεγάλες χάρες
- Φυγή
- Το εγκώμιο της θαλάσσης
- Κάθαρσις
- Η ζωή του

 



 



Αφιέρωμα Βιογραφικό Video

Βιογραφικό

Κώστας Καρυωτάκης
(1896-1928)

Γεννήθηκε στη Τρίπολη στις 30 Οκτώβρη 1896. Ο πατέρας του ήταν από τη Συκιά Κορινθίας κι η μητέρα του, Αικατερίνη Σκάγιαννη από τη Τρίπολη. Ο πατέρας του ήταν νομομηχανικός κι έτσι στα παιδικά του χρόνια αναγκάστηκε να αλλάζει συνέχεια τόπο διαμονής. Πέρασε από το Αργοστόλι, τη Λευκάδα, τη Λάρισα, τη Καλαμάτα, την Αθήνα, τα Χανιά. Από το 1912 δημοσιεύει ποιήματα σε διάφορα παιδικά περιοδικά. 17 χρονών έρχεται στην Αθήνα και γράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στα τέλη του 1917 πήρε το πτυχίο του. Στη συνέχεια επιχείρησε ν' ασκήσει το δικηγορικό επάγγελμα, αλλά η έλλειψη πελατείας τον ανάγκασε να ζητήσει δημόσιο διορισμό. Έτσι διορίστηκε υπάλληλος (υπουργικός γραμματέας Α') στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης. Μετά την οριστική απαλλαγή του από το στρατό, τοποθετήθηκε στη Νομαρχία Σύρου κι ύστερα βρέθηκε για μερικούς μήνες ν' ασκεί καθήκοντα νομάρχη στην 'Αρτα. Στη συνέχεια μετατέθηκε στην Αθήνα και υπηρέτησε στη Νομαρχία Αττικής. Αισθανόμενος απέχθεια για την κρατική γραφειοκρατία τη καυτηριάζει συχνά. Αυτό του στοιχίζει αντιπάθεια και διώξεις από τους ανωτέρους του, μ' αποτέλεσμα να μετατεθεί πολλές φορές στην επαρχία. Γνωρίζει έτσι τη μιζέρια και την ανία της κι αυτό του στοιχίζει και τον πληγώνει βαθιά. Το Φλεβάρη του 1919 εκδίδει τη 1η του ποιητική συλλογή "Ο Πόνος Των Ανθρώπων & Των Πραγμάτων", που δε παίρνει καλή κριτική. Με το φίλο του 'Αγη Λεβέντη εκδίδει τον ίδιο χρόνο το σατιρικό περιοδικό "Η Γάμπα". Παρά την επιτυχία του το περιοδικό κυκλοφόρησε μόνο σ' 6 τεύχη γιατί η αστυνομία απαγόρευσε την έκδοσή του. Το 1921 κυκλοφορεί τη 2η συλλογή του τα "Νηπενθή". Την εποχή αυτή συνδέεται στενά με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής. Το 1924 ταξιδεύει στο εξωτερικό, στην Ιταλία (Ρώμη), Γερμανία και Ρουμανία. Το Δεκέμβρη του 1927 εκδίδει τη τελευταία του συλλογή, "Ελεγεία και Σάτιρες".
Το Φλεβάρη του 1928 αποσπάται στη Πάτρα και τον Ιούνιο στη Πρέβεζα. Αισθανόμενος αηδία κι απόγνωση για τη ζωή αυτής της μικρής πόλης στέλνει απελπισμένα γράμματα σε συγγενείς και φίλους, περιγράφοντας την αθλιότητα και τη μικρότητα που κυριαρχεί στην τοπική κοινωνία. Στις 20 Ιουλίου αποφασίζει να βάλει τέλος στη ζωή του. Αποπειράται να αυτοκτονήσει  πέφτοντας γυμνός στη θάλασσα και μάταια προσπαθώντας επί 10ωρο να πνιγεί. Δε τα καταφέρνει όμως γιατί ήτανε καλός κολυμβητής. Το πρωί της επομένης, απτόητος, αγοράζει ένα περίστροφο και πάει σ ένα καφενείο όπου φυτεύει μια σφαίρα στη καρδιά του. Στην τσέπη του αφήνει το τελευταίο του σημείωμα:

«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να 'ρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
Υ.Γ. Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ ν' αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου».


 







Πρέβεζα

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια "ελλειπή" μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
"Υπάρχω;" λες, κ' ύστερα "δεν υπάρχεις!"
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.


 


 



Αφιέρωμα Βιογραφικό Video

Video


Κώστας Καρυωτάκης - Η ζωή και το έργο του 1


Κώστας Καρυωτάκης - Η ζωή και το έργο του 2


Κώστας Καρυωτάκης - Η ζωή και το έργο του 3

 

 

 

 











 
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα