Oι άνθρωποι που ήθελαν
να αλλάξουν τον κόσμο
Μάνος Χατζιδάκις
Μελίνα Μερκούρη
Μάνος Λοϊζος
Μίκης Θεοδωράκης
Νίκος Καββαδίας
Γιάννης Ρίτσος
Γιώργος Σεφέρης
Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τσε Γκεβάρα
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Νίκος Μπελογιάννης
Άγγελος Σικελιανός
Άρης Βελουχιώτης
Πάμπλο Νερούδα
Ανδρέας Εμπειρίκος
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Παύλος Σιδηρόπουλος
Χάρολντ Πίντερ

Μανώλης Αναγνωστάκης

Βλαντίμιρ Λένιν
Μαρία Δημητριάδη

Οδυσσέας Ελύτης

Κώστας Βάρναλης
Κάρολος Κουν
Κώστας Καρυωτάκης
Βασίλης Τσιτσάνης
Νίκος Παπάζογλου
Τζον Λένον
Πάτι Σμιθ
Γεώργιος Καραϊσκάκης
Νίκος Καζαντζάκης
Νίκος Ξυλούρης
Μάνος Ξυδούς
Στρατής Τσίρκας
Φερνάντο Πεσσόα
Νικόλας Άσιμος
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Κατερίνα Γώγου


Ειδικά αφιερώματα
Λίνα Νικολακοπούλου
Σταμάτης Κραουνάκης
Κική Δημουλά
Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Διονύσης Τσακνής
Νίκος Εγγονόπουλος
Δημήτρης Χορν
Κωνσταντίνος Καβάφης
Θόδωρος Αγγελόπουλος
Θάνος Μικρούτσικος
Αλέξης Μινωτής
Μίμης Πλέσσας
Χάρις Αλεξίου
Δήμητρα Γαλάνη
Θανάσης Βέγγος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Σταύρος Ξαρχάκος
Νίκος Γκάτσος
Μάρκος Βαμβακάρης
Γιάννης Τσαρούχης
Κατίνα Παξινού
Μιχάλης Καραγάτσης
Διονύσης Σαββόπουλος
Ελένη Καραϊνδρου
Άντριου Λόιντ Γουέμπερ
Πέδρο Αλμοδόβαρ
Άγαμοι Θύται
Σπείρα Σπείρα
Αγκάθα Κρίστι
Σαλβαντόρ Νταλί
Τζον Μάλκοβιτς
Αντζελίνα Τζολί
Νίνο Ρότα

Aφιέρωμα: Μετάδοση
200 θεατρικών παραστάσεων
από το Ελληνικό και Ξένο Δραματολόγιο




 

 
Αφιερώματα  

Οι άνθρωποι που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο!

Γεώργιος Καραϊσκάκης
- Μάρτιος 2009
(Τελευταία ενημέρωση 12/02/14)

Αφιέρωμα Βιογραφικό Video

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ
Η τρανότερη και πιο αδούλωτη καρδιά της ελληνικής ιστορίας

EΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
ΚΕΙΜΕΝΑ: ΝΙΚΟΣ ΒΙΔΑΛΗΣ, ΖΩΗ ΠΟΛΙΤΗ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΑΡΗΣ ΔΟΥΚΑΣ

Ποιος στ' αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω,
με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό,
οι προβολείς με στραβώνουν και πάω,
και γονατίζω και το αίμα σου φιλώ
.
Διονύσης Σαββόπουλος


Τραγούδι: Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη - Διονύσης Σαββόπουλος
Ακούστε...
Διάρκεια: 03:54 - (1.222KB)
Στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος - Πρώτη εκτέλεση: Διονύσης Σαββόπουλος

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ήτανε ολάκερη η γενιά των Ελλήνων. Τούτος ο αδύνατος μούλος, ήταν -είναι ακόμη και τώρα- η ψυχή του ασύνορου, του ανυπόταχτου, του λεύτερου Έλληνα. Τούτος, ο δίχως καταγωγή, το μαυράδι στην όψη και τα πνευμόνια, είχε την τρανότερη ψυχή της ελληνικής ιστορίας. Ξεπήδησε από τα Τάρταρα, πολεμώντας, βρίζοντας, νικώντας, καταφρονώντας. Δεν γονάτισε ποτέ του και γι' αυτό ενώ έφτασε κατάκορφα, αδούλωτος και νικητής, κατατρέχτηκε, στιγματίστηκε, κατηγορήθηκε όσο δεν πήγαινε. Φαμίλια δυνατή πίσω του, γραμματικούς λόγιους, δεν είχε για να φανερώσουν την αξιοσύνη του. Οι οχτροί του, φανεροί και αφανέρωτοι, ψεύτες και δολεροί, φτιάξανε το πορτρέτο του. Ο Καραϊσκάκης υπήρξε η τρανότερη και πιο αδούλωτη καρδιά, ολάκερης της ελληνικής ιστορίας. Ολάκερης.

Χτύποι καμπαναριού φτάνουν, ποδοβολητά, γιουρούσια, αχός αρμάτων. Καλώς ήρθες, στρατηγέ. Όλα τα φλάμπουρα, αντάμα σου δεν είναι; Οι τρουμπέτες σου; Και το ματωμένο μπαϊράκι σου; Να το, σιμά σου. Στητό, πιστό, νικηφόρο. Χιλιάδες χέρια το κρατούν. Φωνές, αντίλαλοι, τραγούδια. Το υψώνουν οι νέοι, το υψώνουν οι γερόντοι, το υψώνει η ιστορία. Κι όλοι μαζί, Ελλάδα, κληρονομιά, λευτεριά, ιστορία, αντάμα τραβάμε για το βουνό της πεθυμιάς σου, να λειτουργηθούμε, να στρώσουμε χάμω λαμπρινό τραπέζι, να πιούμε, να φάμε, να βάλουμε την απαλάμη μας στη ματωμένη σημαία σου...

 




ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ
Ο γιος της καλογριάς

Το βουνό χρυσή σκάλα, κλέφτες και κουρσάροι,
την κατεβαίνανε, και σ' όλους μέσα ποιος;
Ένας ξεχώριζε, του γένους το καμάρι,
της καλογριάς ο Γιός.

Κωστής Παλαμάς

Ένας ήρωας ποιητικός και τραγικός
Του Δημήτρη Σταμέλου

Γιός μιας καλόγριας κ' ενός κλεφτοκαπετάνιου, μπαίνει νωρίς στο κλέφτικο ασκέρι του Κατσαντώνη. Ύστερα από τον τραγικό χαμό του Κατσαντώνη και τη διάλυση του ασκεριού του, θητεύει στον Αλή. Με την κήρυξη της Επανάστασης μπαίνει στον Αγώνα και πρωτοστατεί σε πολλές και σημαντικές μάχες. Ανυποχώρητος, άδολος, άμαθος από πολιτικές ραδιουργίες, με τον ξάστερο λόγο του, αντιμάχεται, με την τόλμη του, τις κάθε είδους σκοπιμότητες. Το φιλελεύθερο πνεύμα του, το ατίθασο του χαρακτήρα του, ενοχλεί τους πολιτικούς και κύρια το Μαυροκορδάτο, που δεν μπορούν να τον εντάξουν στις προθέσεις τους. Καταδιώκεται, δικάζεται και καταδικάζεται ως προδότης της πατρίδας και διώχνεται στις ορεινές περιοχές των Αγράφων. Όταν όμως ο Αγώνας κινδυνεύει οι διώκτες του τον αποζητούν ως σωτήρα. Και τότε δείχνει το μεγαλείο της ευφυΐας, της λεβεντιάς, του γνήσιου πατριωτισμού του, σε συγκρούσεις με τούς Τούρκους νικηφόρες, κορυφαίες και καθοριστικές για το στέριωμα της λευτεριάς. Πάνω στην ολόφωτη λάμψη του χάνεται άδοξα και κάτω από περίεργες συνθήκες στο Φάληρο, συνθήκες που ακριβώς πρόκειται να διερευνηθούν στο έργο τούτο.
Ο Καραϊσκάκης είναι μία έκφραση του Ελληνικού ιστορικού γίγνεσθαι και του ποιητικού μύθου. Κ' έτσι τον βλέπουμε μέσα στο χρόνο. Έτσι, στο σύντομο τούτο εισαγωγικό σημείωμα δεν πρόκειται να καταγράψουμε τα εγκώμια Ελλήνων και ξένων για τη μορφή, την ιδιοσυγκρασία και το έργο του. Αυτό θα γίνει στην κατάλληλη περίπτωση και στη συνολική θεώρησή του. Ωστόσο ο κορυφαίος του Εικοσιένα αποτελεί έναυσμα έμπνευσης για τους ποιητές, που διαβλέπουν στο πρόσωπό του στοιχεία ομηρικών ηρώων και προσπαθούν να τα συλλάβουν στην κύρια σύστασή τους. Αυτό το πέρασμα μιας συγκεκριμένης ιστορικής μορφής μέσα στον ποιητικό και λαϊκό εξομολογητικό λόγο και μύθο είναι που έκανε και το ζωγράφο Θεόφιλο να λέει σαν τον ρωτούσαν για τον Καραϊσκάκη πώς ήταν «δύο φορές πιο μεγάλος από τον Αι-Γιώργη».(1)
Ο Ιωάννης Ζαμπέλιος στην επώνυμη τραγωδία του προτρέπει στο τέλος με τα λόγια του χορού όχι δάκρυα, αλλά μίμηση του έργου του, ανάμνηση δημιουργική της πολεμικής του δράσης και τής στωικότητας με την οποία αντιμετώπισε το θάνατο,(2) ωραίος και αγέρωχος, γνωρίζοντας πολλά, αλλά κρατώντας την πίκρα του, πεθαίνοντας στην πίκρα του, για να μη βλάψει σε τίποτα το Γένος και τον Αγώνα.
Ο Αχιλλέας Παράσχος τον αναπολεί νάρχεται από τον άλλο κόσμο με τ' άρματα του, σαν αστροπελέκι, αητό και λιοντάρι και ν' ακολουθεί ξοπίσω του ασκέρι με παλικάρια, από τη Ρούμελη, το Μοριά, τον Ψηλορείτη και την Πίνδο κι όλοι να τον κοιτάζουνε με σέβας, «την Αρχηγό των Αρχηγών». Για μια στιγμή ετούτο. Κ' ύστερα, αφού μιλήσει για παλικαριές και θυσίες, για καινούρια δεινά τής πατρίδας, του λέει να προσμένει το νέο κάλεσμα για νάρθει να οδηγήσει το Γένος σε μια αναγεννητική πορεία.(3)
Ο Παναγιώτης Σούτσος στο λυρικό του δράμα που αφιέρωσε στον ήρωα βάζει στο χορό να πει να φέρουν το νεκρό του σώμα και να το τοποθετήσουν στην Ακρόπολη, στα Προπύλαια, για ν' αποχαιρετήσει «τους ομοίους του μεγάλους των αιώνων των αρχαίων», ο μάρτυρας της «Πίστεως και της Ελευθερίας» που και νεκρός θα κονταροχτυπιέται με «των βαρβάρων τας αγέλας», με τη ματωβαμένη λευκή του φουστανέλα, ο «μέγας» όπως αποκαλεί τον Καραϊσκάκη.(4)
Ο Γεώργιος Στρατήγης επισημαίνει τη λατρεία του λαού στο πρόσωπό του που τον δοξάζει σαν ημίθεο και πώς από κείνον θ' ακούει χρησμούς και να ελπίζει, έτσι, καλύτερες μέρες για το έθνος.(5)
Έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός πώς οι ποιητές τον ανακαλούν στη μνήμη όχι μονάχα για να εξυμνήσουν τις παλικαριές και τις αρετές του, αλλά και τον καλούν να οδηγήσει το Γένος σε νέες εξορμήσεις, που είναι η απελευθέρωση του Ελληνικού χώρου που βρίσκεται ακόμα κάτω από την τυραννία. Γίνεται η ανάμνηση δημιουργική πνοή, όπως ολόκληρη η ζωή και το έργο του.
Ο Παλαμάς λογάριαζε πάντα να γράψει ένα πολύστιχο τραγούδι για τον Καραϊσκάκη και τύχε καημό που όλο κι ανέβαλε και τελικά δεν το κατάφερε. Μας έδωσε μερικούς στίχους για τον ήρωα, μα το έπος που προσδοκούσε δεν έγινε. Σε μια συνέντευξή του το 1923, είχε πει: «Ετοιμάζω το "Τραγούδι του Καραϊσκάκη". Αυτόν τον ήρωα τον θεωρώ προσωπικότητα ισχυρή και περίπλοκη, γεμάτη αντιθέσεις. Δεν ξέρω αν πάνω στο θέμα αυτό θα πω τον τελευταίο λόγον εγώ. Αλλά πάνω στο πρόσωπο του Καραϊσκάκη συγκεντρώνω τα όνειρα της φυλής μου».(6)
Από το τέλος του περασμένου αιώνα, σκιαγραφώντας ο Παλαμάς τον Καραϊσκάκη, κατέληγε: «Ο Καρλάϊλ ορίζει τον μέγα άνδρα ως τον "σωτήρα της εποχής του". Ο Καραϊσκάκης είναι ο μέγας ανήρ του Καρλάϊλ».(7) Αρκετά χρόνια αργότερα, στα 1927, επισημαίνοντας πώς «οι μεγάλοι μας λυρικοί, ο Σολωμός και ο Κάλβος, είναι σα να μην το εποπτεύονται το μεγαλείο του Καραϊσκάκη» και πώς «είναι αξιοσημείωτο πώς ο Καραϊσκάκης δεν την απασχόλησε την ποίησή μας, όσο έπρεπε», θα γράψει:
«Απάνω απ' όλους ο Γεώργιος Καραϊσκάκης παρουσιάζεται πάντα στη σκέψη μου ως κατ' εξοχήν επικολυρικός, πρωταγωνιστής της εθνικής τραγωδίας των εφτά χρόνων, ασύγκριτος, μυστηριακός, διπρόσωπος, αινιγματικός, γερή ατίθαση ψυχή, τιθασευμένη στο τέλος από μόνη την ιδέα της Πατρίδας, πειθαρχικός ο απειθάρχητος, μέσα στο κατασκαμμένο οπό τον πυρετό κορμί, λογισμός που ανεβοκατεβαίνει συγκρατητά οπό της προδοσίας τον πειρασμό στην ιδέα της θυσίας, ο αρχηγός και ο πρώτος καπετάνιος, ορθός, αλύγιστος, όταν όλα τριγύρω του, πρόσωπα και πράγματα, στρατιώτες και πολίτες έπεφταν γονατισμένοι, ο πατέρας... Ο άγγελος και ο δαίμονας μέσα του είτανε δίδυμο πρόσωπο. Συμπλήρωνε το ένα το άλλο... Ήρωας ποιητικός»(8)
Είναι χαρακτηριστικό πώς κι ο Παλαμάς συνδέει την παρουσία του Καραϊσκάκη με το παρόν και το παρελθόν, με την ατομική και την ιστορική αγρύπνια, γράφοντας:
«Στα 1918, στη 22 του Μάρτη, ξημερώνοντας, γιορτή της Ανάληψης είδα στον ύπνο μου το στρατηγό Καραϊσκάκη. Είμαστε πολιορκημένοι στο Μεσολόγγι, κατέβηκε από το βουνό που φωτίστηκε έξαφνα με το κατέβασμά του, κατέβαινε να μάς γλυτώσει. Ξεχώριζε από τους άλλους της συντροφιάς του οπλαρχηγούς και προεστούς, όλος κίνηση και φλόγα. Του παρουσιάστηκα, του φίλησα το χέρι, μου είπε κάποιο λόγο που δεν τον καλοάκουσα ή που δεν τον θυμούμαι πια. Πήρα θάρρος, είπα με το νου μου: "Πόσο φαίνεται πώς διαφέρει από τους άλλους!" Πήγαινα να πολεμήσω, περίμενα ώρα την ώρα το βόλι του Τούρκου, και γυρίζοντας προς το σύντροφό μου, τον παραστάτη μου στη γραμμή, του είπα: "Φίλησέ με γιατ' ίσως είναι η στερνή φορά, θα μας πάρει το βόλι", και σκύψαμε και φιληθήκαμε».(9)
Κατεβαίνει αληθινά ο Καραϊσκάκης μέσα από το χρόνο, θεματοφύλακας αξιών και προσδοκιών του Γένους, ο «Αχιλλέας της Ρωμιοσύνης» όπως τον αποκάλεσε ο Παλαμάς που ζει «στην άρρωστη του σάρκα τής Φυλάς η μοίρα».(10) Νιώθουμε τη λαχτάρα και την πίκρα και την απαντοχή του, τη φλόγα του για την αλήθεια. Σε τούτη τη φλόγα που και μας συνεπαίρνει στην ορμή της ρίχνουμε και το δικό μας το κλωνάρι, για να φωτιστεί, όσο γίνεται πιο λαμπερά, ο τραγικός χαμός του.

Σημειώσεις
1. Ο. Ελύτη, Ανοιχτά χαρτιά, Αθήνα 1982, σ. 198.
2. Ι. Ζαμπέλιου, Γεώργιος Καραϊσκάκης, τραγωδία έκτη, εν Αθήναις 1843, σ. 76-77.
3. Α. Παράσχου, Ανέκδοτα ποιήματα, τόμ. Α΄, Αθήνησι 1904, σ. 174-181. Το ποίημα, γραμμένο το 1894, έχει τίτλο: «Εις τα αποκαλυπτήρια του Στρατάρχου Γεωργίου Καραϊσκάκη», και προοριζόταν ν' απαγγελθεί σε αποκαλυπτήρια ανδριάντα του ήρωα στον Πειραιά.
4. Π Σούτσου, Ποιήματα, εν Αθήναις 1915, σ. 129-173, όπου το λυρικό δράμα σε τρεις πράξεις.
5. Γ.Κ. Στρατήγη, «Εις τον ανδριάντα του Καραϊσκάκη», Κωνστ. Φ. Σκόκου (επιμ.), Εθνικόν Ημερολόγιον 1896, σ. 70-72.
6. Κ.Σ. Κώνστα, «Ο Καραϊσκάκης στη ψυχή και το έργο του Κωστή Παλαμά», Στερεά Ελλάς, Σεπτέμβριος 1969, σ. 17.
7. Κωστή Παλαμά, Άπαντα, τομ. ΙΣΤ΄, Αθήνα 1984, σ. 340.
8. Κωστή Παλαμά, «Ο γιός της Καλογριάς», Κυριακή, του Ελευθέρου Βήματος, 27.3.1927 και Άπαντα, τομ. ΙΓ΄, Αθήνα 1972, σ. 179, 181.
9. Κ. Παλαμά, Άπαντα, τόμος 13ος, σ. 178.
10. Κ. Παλαμά, Άπαντα, τομ. Ζ΄, Αθήνα 1972, σ. 421. Οι στίχοι από τα «Δεκατετράστιχα» που πρωτοκυκλοφόρησαν στα 1919. Ο θάνατος του πολέμαρχου έγινε ποιητικός θρήνος και στον απλό άνθρωπο. Ναύτης γράφει ολόκληρη τραγωδία, ένα χρόνο μετά το θάνατό του. Βλ. Γ. Αναξαγόρα, Ο θάνατος του Καραϊσκάκη ή η Διάλυσις του Ελληνικού Στρατοπέδου εις την Αττικήν, τραγωδία συνθεθείσα από τον..., εν Λιβόρνω 1828.

Σ.τ.Ε.
Δημήτρης Σταμέλος, Ο Θάνατος του Καραϊσκάκη, Συμπτωματικό γεγονός η οργανωμένη δολοφονία;
Εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι.Δ. Κολλάρου & Σια Α.Ε., Αθήνα 2000.

 




Αφιέρωμα Βιογραφικό Video

Βιογραφικό

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ
(1782 - 1827)

Ένας από τους σπουδαιότερους αρχιστράτηγους της Ελληνικής Επανάστασης. Ο πατέρας του ήταν ο αρματολός Δημήτριος Καραΐσκος και μητέρα του η Ζωή Ντιμισκή ή Διμισκή που καταγόταν από τη Σκουληκαριά της Άρτας. Πολύ νέα η Ζωή παντρεύτηκε κάποιον Γιαννάκη στο Μαυρομάτι αλλά χήρεψε σχεδόν αμέσως και κλείστηκε στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, κοντά στο χωριό του συζύγου της. Στα τέλη του 1779 ο αρματολός Δημήτριος Καραΐσκος βρήκε καταφύγιο στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου και γνωρίστηκε με την καλόγρια πλέον Ζωή. Ο καρπός του έρωτά τους γεννήθηκε κατά πάσα πιθανότητα τον Μάιο του 1782 μέσα στη σπηλιά στην οποία είχε κρυφτεί η Ζωή για να αποφύγει την κατακραυγή του κόσμου. Μόλις γέννησε τον γιο της η Ζωή τον εμπιστεύτηκε σε μια οικογένεια σαρακατσάνων τσοπάνηδων και η ίδια, μια και δεν μπορούσε φυσικά να γυρίσει στο μοναστήρι, ζούσε περιπλανώμενη στα γύρω χωριά πουλώντας λιβάνι και εικόνες. Άθλια και κατατρεγμένη, η μητέρα του Καραϊσκάκη πέθανε οκτώ χρόνια μετά τη γέννηση του γιου της.

Από μικρός, έρμαιο της τύχης, έζησε μια ζωή γεμάτη στερήσεις και κακομοιριά, γι' αυτό έγινε δύστροπος και καβγατζής, ατίθασος και νευρικός. Δεν υπολόγιζε κανέναν και έκανε πάντα ό,τι ήθελε. Τα πρώτα του νεανικά χρόνια τα πέρασε στα Τζουμέρκα και στα Άγραφα γιδοβοσκός, λεύτερος, μακριά από τη φοβέρα του Τούρκου.
Μια μέρα, αποσπάσματα Τουρκαλβανών του Αλή τον έπιασαν και τον έριξαν στις φυλακές. Εκεί άρχισε να μορφώνεται και να μαθαίνει πράγματα που ως τότε δεν ήξερε. Μια μέρα έμαθε γι' αυτόν ο τύραννος της Ηπείρου, τον αποφυλάκισε και τον πήρε στην υπηρεσία του. Τον πρόσεχε σε κάθε βήμα. Γρήγορα όμως διαπίστωσε πως ήταν έξυπνος, με πρωτοβουλία και του ανέθεσε δύσκολες δουλειές. Εκεί ο Καραϊσκάκης παντρεύτηκε κι απέκτησε την πρώτη κόρη του. Ο ευθύς χαρακτήρας του όμως και η τιμιότητα του τον έκαναν να επαναστατήσει εναντίον της απανθρωπιάς του αφέντη του. Έφυγε λοιπόν στα βουνά και εντάχτηκε στην ομάδα των κλεφτών του Κατσαντώνη. Πολλές φορές βοήθησε τον πρώην αφέντη του, αλλά κι επανειλημμένα βρέθηκε αντιμέτωπός του.

Στο μεταξύ είχε γίνει μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ο πόθος του ήταν το αρματολίκι των Αγράφων. Οργάνωσε το αρματολίκι του, χρηματοδοτώντας το ο ίδιος, από τη περιουσία που έκαμε στα Γιάννενα όσο ασχολιόταν με το εμπόριο. Όλα για τη πατρίδα και τους ανθρώπους της. Πρώτα φρόντιζε τους συντρόφους του και κατόπιν τον εαυτό του. Έτσι ξεκίνησε τον αγώνα.
Στο μοναστήρι του Προυσού πεσμένος στο κρεβάτι απ' τη φυματίωση κατά το 1823 ο Καραϊσκάκης παροτρύνθηκε από κάποιο καλόγερο να τάξει στην Προυσιώτισσα ένα δώρο για να γίνει καλά.
Τι να δώσω ορέ!... Δεν έχω τίποτε άλλο απ' το μουλάρι μου και το τάζω, είπε χαμογελώντας πικραμένα. Αφού βελτιώθηκε κάπως η υγεία του και του έπεσε ο πυρετός έδεσε το μουλάρι απ' την πόρτα της εκκλησίας χάρισμα στην Παναγία κι όπως' πάντα είπε τ' αστείο του: «Που να 'ξερα εγώ Παναγιά μ' πως ήθελες του μπλάρι μ' για να με γιάν'ς τόσο καιρό».

Η δίκη του Καραϊσκάκη
Η δίκη του Καραϊσκάκη για προδοσία έγινε στο Μεσολόγγι από την 1 με 2 Απριλίου 1824. Το κατηγορητήριο στηρίχθηκε στις καταθέσεις του ψευδομάρτυρα Κ. Βουλπιώτη, ανθρώπου του Γιαννάκη Ράγκου και κατά συνέπεια οργάνου του Μαυροκορδάτου. Κύριο στοιχείο της κατηγορίας ήταν ότι ο Καραϊσκάκης είχε έρθει σε συνεννοήσεις με τον Ομέρ Βρυώνη, γεγονός πού συνδέθηκε με την αντίδραση του Καραϊσκάκη προς μια μελετούμενη επιχείρηση εναντίον της Άρτας και μια τυχαία σύγκρουση του Καραϊσκάκη με τους κυβερνητικούς στο Μεσολόγγι, πού παρ' ολίγο να συνοδευθεί από θλιβερές συνέπειες. Οι συνεννοήσεις του Καραϊσκάκη με τον Ομέρ Βρυώνη υπήρξαν ένα πραγματικό γεγονός, αλλά δεν είναι δυνατό με κανένα τρόπο να χαρακτηρισθούν ως προδοσία. Αποσκοπούσαν να κερδηθεί ή υποστήριξη του Αλβανού πασά, ώστε να επιτευχθεί ή ανάληψη του αρματολικιού των Αγράφων πού κατείχε ο μαυροκορδατικός Ράγκος, από τον Καραϊσκάκη και επεκτάθηκαν στο θέμα μιας γενικότερης ελληνοαλβανικής συμμαχίας. Ο Μαυροκορδάτος πληροφορήθηκε από τον Καραϊσκάκη τις διαθέσεις του Βρυώνη για συμμαχία κι άρχισε μάλιστα μαζί του μυστική αλληλογραφία. Το να μπλέξει το όνομα του Βρυώνη ο Μαυροκορδάτος στη δίκη δεν κρίνεται ως πράξη εύστοχη.
Οι επικοινωνίες με τους Τούρκους για να εξασφαλισθεί ένα αρματολίκι δεν είναι κάτι καινοφανές για την εποχή. Ο Ράγκος, άνθρωπος του Μαυροκορδάτου, για να κατοχυρώσει τη θέση του στ' Άγραφα δε διστάζει να έρθει σε συνεννοήσεις με τον Αλβανό Σούλτζε Κόρτζα, πράγμα για το όποιο δε δικάστηκε βέβαια. Ο Καραϊσκάκης για ν' αντιμετωπίσει την άρνηση της Κυβέρνησης απευθύνθηκε στον εχθρό του Σούλτζε Κόρτζα Όμέρ Βρυόνη, χωρίς όμως οι συνεννοήσεις αυτές ν' αποτελούν προδοσία. 
Η ιδέα που σχημάτισαν οι αμερόληπτοι ήταν ότι «ο Καραϊσκάκης επεθύμει να κατασταθεί εις Άγραφα. Βλέπων δε ότι δια της Διοικήσεως δεν ηδύνατο να το κατορθώσει, διότι πλησίον αυτής υπερίσχυε το κόμμα των εναντίων του, επροσπάθησε να το κατορθώσει δι΄ όπλων. αλλά επειδή ο τότε αρχηγός της επαρχίας των Αγράφων Ράγκος, ήταν σύμφωνος με τον Σούλτσην Κόρτσαν, διοικητήν των Τρικάλων και ήτο βέβαιον ότι ήθελε λάβει συνδρομήν παρ' αυτού εις πάσαν ανάγκην, ο Καραϊσκάκης εσχεδίασε να καταφύγη εις τον Ομέρ Βρυώνην, όντα εχθρόν του Σούλτση Κόρτσα, δια να λάβει συνδρομήν παρ' αυτού, ώστε να φέρει τον σκοπόν του εις έκβασιν. Τοιαύτας ανταποκρίσεις και μυστικάς συνομιλίας μετά των Αλβανών δεν έκαμεν ούτε μόνος ούτε πρώτος. Πολλοί εκ των Αλβανών υπέθαλπον και εκαλλιέργουν τοιαύτας δια να ωφελούνται δι' αυτών εις τας παρά του Σουλτάνου επιφερομένας κατ' αυτών επιδρομάς και εις τας μεταξύ των έριδας»: Δ. Αινιάνος, «Η βιογραφία του στρατηγού Καραϊσκάκη».

Το δικαστήριο, πού δεν ξέφυγε από την επιρροή του Μαυροκορδάτου, κήρυξε ένοχο τον Καραϊσκάκη, μολονότι έτσι εκτιθόταν ανεπανόρθωτα, γιατί το κατηγορητήριο είχε αποδειχτεί ψευδέστατο και προετοιμασμένο. Χαρακτηριστικό είναι πώς ή καταδικαστική απόφαση δε δημοσιεύθηκε, και στον τόπο της μπήκε στα «Ελληνικά Χρονικά  μια αποκήρυξη του Καραϊσκάκη χρονολογημένη από 2/4/1824, όπου ανάμεσα στ' άλλα γράφονται και τα εξής: «ο Καραϊσκάκης είχε κρυφήν ανταπόκριση με τους εχθρούς της πίστεως και της πατρίδος. από τον Ομέρ Πασάν εζήτησε μπουγιουρντί δια να γίνει καπετάνιος των Αγράφων. Υπόσχετο εις τον εχθρόν να πιάσει την Τατάραιναν (το μοναστήρι της Τατάρνας) με χιλίους στρατιώτας και ευμβούλευε να έβγη ο αποστάτης Βαρνακιώτης μαζί με χιλίους εις το Ξηρόμερον «υπέσχετο εις τον εχθρόν να τραβήξει προς εαυτόν στρατηγούς και χιλιάρχους Έλληνας εναντίον της πατρίδος.» (Ελληνικά Χρονικά,). 
Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος χαρακτηρίζει την αποκήρυξη σαν πράξη «καθαρώς διοικητικήν, ης το περιεχόμενον κατ' ουδένα δύναται να χαρακτηρισθεί ως δικαστική απόδειξης της περί εσχάτης προδοσίας ενοχής του Γεωργίου Καραϊσκάκη». Κι ο Κασομούλης θα ομολογήσει ότι μολονότι υπήρξε «ο μεγαλύτερος εχθρός του Καραϊσκάκη πλην το συνειδός μου μ' έτυπτεν ότι δεδομένα καταδίκης δεν είχαμεν...». Ύστερα από συμπλοκές στ'  Άγραφα με το Ράγκο ο Καραϊσκάκης έκαμε χρήση της περικοπής της αποκήρυξής του που μιλούσε για συγγνώμη κ' έστειλε στις 27/5/1824 ένα γράμμα στο Μαυροκορδάτο, όπου το ρουμελιώτικο χιούμορ βρίσκεται σε μια από τις ευτυχέστερες στιγμές του: «εμένα η κακή τύχη μου και αρρώστησα οπίσω. Δεν ηξεύρω κιόλα από τα κρύα τα πολλά ήταν ή από τους αφορισμούς όπου μου εκάμετε, και σας παρακαλώ να με συγχωρέσει η Διοίκησις και όλοι οι χριστιανοί και να μου σταλεί και μια ευχή συγχωρητική παρά του αρχιερέως..». Τελικά ο Καραϊσκάκης πέρασε στο Ναύπλιο, οπού παρά τις αντενέργειες του Μαυροκορδάτου κατόρθωσε τελικά να αποκατασταθεί και να γίνει αρματολός στο μισό τμήμα των Αγράφων.

Τις άδικες κατηγορίες εναντίον του Καραϊσκάκη, καυτηριάζει και ο Μακρυγιάννης στα «Απομνημονεύματά» του: «Ο Εκλαμπρότατος Μαυροκορδάτος ήταν σύμφωνος κι αυτός, ο Φαναριώτης, εις το σκέδιον του να ξεκάμουν τους στρατιωτικούς. Το 'βαλε κι αυτός σ' ενέργεια ευθύς, άμα ήρθε στο Μεσολόγγι, χωρίς να χάσει καιρόν. Ηύρε πρόφαση η Εκλαμπρότης του εις το Μεσολόγγι, ότι ο Καραϊσκάκης αγροικήθη με τους Τούρκους. Έβαλε ανθρώπους δικούς του, τους έκαμε κριτάς να τον περάσουνε από το κανάλι της δικαιοσύνης του, να τον σκοτώσουνε. Τον κρίναν και τον είχαν χαζίρι, κι' αν δεν τον γλίτωναν οι σύντροφοι του, θα τον σκότωναν. Ακούτε, εσείς; Ο Καραϊσκάκης, από δέκα χρονώ παιδί κλέφτης, θα γύριζε με τους Τούρκους, όπου τους σκότωνε μέσα τους λόγκους και περπάταγε ξυπόλυτος από μικρό παιδί δια την λευτεριά. Ο Εκλαμπρότατος, το ζυμάρι των Τούρκων, ο δουλευτής αυτήνων, των Τούρκων, ο Μαυροκορδάτος, ο αγαπημένος των τυράννων, κατάτρεχε τον Καραϊσκάκη να τον καταδικάσει εις θάνατον! Χαζίρι τ' εργαλεία της δικαιοσύνης του και της αρετής του να τον πάνε εις τον Άδη, αφού γλίτωσε από τόσες πληγές και δυστυχίες όπου υπόφερε δι' αυτήν την πατρίδα. Σκότωμα τον Καραϊσκάκη, ότι δεν είναι κόλακας του Μαυροκορδάτου, δεν είναι ποταπός καθώς εκείνοι όπου τον κολακεύουν. 
Εσύ, Εκλαμπρότατε, από τον καιρόν οπού κόπιασες όλο νέα πράματα έφερες εις την πατρίδα. Διαίρεσιν αναμεταξύ μας δεν είχαμε, φατρίαν μας ήφερες, νέον φρούτο σ' εμάς τους Έλληνες, παραλυσίαν κι αφανισμόν. Αν επιτύχαινες να σκοτώσης τον Καραϊσκάκη, πού θα τον βρίσκαμε όταν η Ρούμελη γιόμωσε Τουρκιά και προσκύνησαν όλοι από την καλή σας κυβέρνησιν κι αρετή, όπου δείξετε εις την πατρίδα όλοι εσείς οι πολιτικοί;»

Μετά όμως από την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου έγινε άλλος άνθρωπος. Άφησε κατά μέρος τις διαφορές του με το Μαυροκορδάτο και έδωσε νέα κατεύθυνση στις σκέψεις και στις πράξεις του. Από τότε παρουσιάζεται ως πρότυπο πειθαρχίας και αυτοθυσίας. Η κυβέρνηση Ζαΐμη τον διόρισε αρχιστράτηγο στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Ο Κιουταχής, περνώντας από την Αττική (13 Αυγούστου 1826), κατέλαβε την Αθήνα κι άρχισε την πολιορκία της Ακρόπολης. Η κυβέρνηση ήθελε να κρατήσει με κάθε μέσο την Ακρόπολη γιατί είχε πληροφορίες πως αν αυτή έπεφτε, η Αθήνα δε θα περιλαμβανόταν στο Ελληνικό Κράτος. Στην κρίσιμη αυτή περίοδο φάνηκε η μεγάλη αξία του Καραϊσκάκη. Έγινε ο πιο υπολογίσιμος αντίπαλος του Κιουταχή. Στην Ελευσίνα οργάνωσαν το στρατόπεδο των Ελλήνων ο Καραϊσκάκης κι ο Φαβιέρος. Ύστερα όμως από μια διαφωνία, ο Φαβιέρος αποχώρησε κι ο Καραϊσκάκης, μόνος του, πήρε την πρωτοβουλία της διεξαγωγής του πολέμου. Τότε σκέφτηκε να αποκόψει τη συγκοινωνία του εχθρού με τη Θεσσαλία και να εγκαταστήσει σειρά από φυλάκια στα νώτα του από τον Κορινθιακό κόλπο ως το στενό της Εύβοιας. 
Για το σκοπό αυτόν αποβιβάστηκε στην Αταλάντη ο Κωλέτης κι ο Καραϊσκάκης πήγε στη Δόμβραινα του Ελικώνα να καταστρέψει τα οχυρά των Τούρκων που διασφάλιζαν τη συγκοινωνία με τη Θεσσαλία. Ο Κωλέτης νικήθηκε από τον εμπειροπόλεμο στρατό του Μουσταφάμπεη κι ο Καραϊσκάκης δεν πέτυχε τίποτα. Τότε σκέφτηκε να στραφεί κατά των Αλβανών του Μουσταφάμπεη. Πραγματικά, ύστερα από λίγο, έφυγε για την Αράχοβα και απέκλεισε τους Τουρκαλβανούς στην πόλη. Τη νύχτα της 24 Νοεμβρίου 1826 οι εχθροί, πανικόβλητοι, άρχισαν ν' ανεβαίνουν στα επικίνδυνα και χιονισμένα μονοπάτια. Εκεί τους περίμενε κι ο Καραϊσκάκης. Στη σύγκρουση, από 2.000 άντρες, σώθηκαν μόνο 300. Ο ίδιος ο Μουσταφάμπεης σκοτώθηκε. Ύστερα από τρεις μήνες, οι Τούρκοι επιτέθηκαν στο οχυρωμένο από τον Καραϊσκάκη Δίστομο, αλλά αποκρούστηκαν και υποχώρησαν άτακτα. Τα κατορθώματα αυτά έδωσαν μεγάλο θάρρος στους επαναστάτες κι ο αρχιστράτηγος έγινε το είδωλο των Ελλήνων. Ύστερα από διαταγή της κυβέρνησης εγκατέστησε το στρατόπεδο του στο Κερατσίνι, δυτικά του Πειραιά. Η ανάμειξη όμως των πολιτικών και η επέμβαση των ξένων στρατιωτικών έβλαψαν το σχέδιο του και οδήγησαν στην καταστροφή την ελληνική επιχείρηση.
Ο Καραϊσκάκης ήταν υπέρ του αποκλεισμού του εχθρού. Οι ξένοι όμως Τζορτζ και Κόχραν έπεισαν την κυβέρνηση για μια άμεση αναμέτρηση. Η 23η Απριλίου ορίστηκε σαν ημέρα της επίθεσης. Την παραμονή όμως, σε κάποια συμπλοκή, πληγώθηκε θανάσιμα ο γενναίος αρχιστράτηγος και μεταφέρθηκε αμέσως στο πλοίο του Τζορτζ. Πέθανε την άλλη μέρα. 

Ο Μακρυγιάννης περιγράφει τις τελευταίες ώρες του ήρωα ως εξής:
«Ο Καραϊσκάκης ήταν άρρωστος. Με φωνάζει και μου λέγει να ειπώ του Αρχιστράτηγου και του Ναυάρχου το σκέδιον και να λάβω από τον Ναύαρχον τα τζαπιά και φτυάρια, οπούταν μέσα εις το καράβι του, κι' αυτά να τα μεράσω εις τους αρχηγούς όπου θα πάμεν από τους Τρεις Πύργους. Και το σκέδιον ήταν να δώσω του κάθε ενού οδηγού κι από 'ναν Αθηναίον να ξέρη τις θέσες. Από τους Τρεις Πύργους ως τον Ανάλατον να γίνουν  από την θάλασσα κι ως εκεί έντεκα ταμπούρια στο μπροστινό να είναι χίλιοι άνθρωποι μέσα. Πήγα αντάμωσα τον Κοκράν και Τζούρτζη και είπα τα σκέδια και να ετοιμάσουν και τα καράβια δια όσους θα πάμεν από τους Τρεις Πύργους  σουρουπώνοντας να βαρκαριστούμεν. Πήρα τα τζαπιά και φτυάρια και τα 'δινα του κάθε οδηγού της θέσης κι αρχηγού. Τελειώνοντας από αυτά, ακώ έναν πόλεμον. Πηγαίνομε, τηράμε, πλησίον εις το Γλυκό Νερό ήταν ένα ταμπούρι Τούρκικον κι εκεί πήγαν κάτι μεθυσμένοι νησιώτες και Κρητικοί, πιάσαν τον πόλεμον. Συνάχτη το περισσότερον στράτεμα. Εκεί οπού πήγαμεν να σβέσωμεν τον πόλεμον, ότι θα κάναμεν το κίνημα το βράδυ, πλάκωσαν και Τούρκοι περισσότεροι πεζούρα και καβαλαρία. Άναψε ο πόλεμος πολύ. Ήρθε κι' ο Καραϊσκάκης. Τότε του λέγω «Σύρε οπίσου να πάψη ο πόλεμος, ότι το βράδυ θα κινηθούμεν.  «Μου λέγει, στάσου αυτού με τους ανθρώπους κι' εγώ φέγω». Τότε σε ολίγον μαθαίνω ότι βαρέθη ο Καραϊσκάκης. Πάγω εκεί μαζευόμαστε, τηράμεν. Ήτανε βαρεμένος εις τα ασκέλι παραπάνου εις τα φτενά. Μαζωχτήκαμεν όλοι εκεί. Μας είπε με χωρατά: «Εγώ πεθαίνω. Όμως εσείς να είστε μονοιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα». Τον πήγαν εις το καράβι. Την νύχτα τελείωσε και τον πήγαν εις την Κούλουρη και τον τάφιασαν.»
Ο θάνατός του συγκίνησε τον απλό ελληνικό λαό, που είχε εμπιστοσύνη στην ικανότητα και στην παλικαριά του Καραϊσκάκη. Η είδηση του ξαφνικού θανάτου του Έλληνα στρατάρχη τάραξε πολύ και την κυβέρνηση. Ο νεκρός του Καραϊσκάκη μεταφέρθηκε στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Η μέρα εκείνη ήταν μέρα γενικού πένθους. Ύστερα από δυο μέρες η επιχείρηση των Ελλήνων στο Φάληρο πνίγηκε στο αίμα. Το γεγονός αυτό δείχνει το στρατηγικό μυαλό και τη διορατικότητα του Καραϊσκάκη.
O Καραϊσκάκης πέθανε πάμπτωχος, τα έδωσε όλα για τον αγώνα. Σε αντίθεση από πολλούς «αγωνιστές» που ξεκίνησαν ξυπόλητοι και μετά την απελευθέρωση βρέθηκαν πάμπλουτοι, μοιράζοντας μεταξύ τους τσιφλίκια και εξουσία (έως και πρωθυπουργοί ο Γενναίος Κολοκοτρώνης και ο Κανάρης). 

Η «ιστορία» τον αδίκησε τον Καραϊσκάκη. Κανείς δεν έσκαψε στα γραπτά για να βρει την ψυχή του, να τον γνωρίσει, πέρα από τον Βλαχογιάννη. Δεν βάσταξε ο μεγάλος Επαχίτης. Τον πρόλαβε ο χάρος. Ο Φωτιάδης πήρε τον κασμά, μα έσκαψε λιγόποντα, γρήγορα, με ελαφρύ θέληση, Ο «εθνικός» ανιστόρητος Παπαρρηγόπουλος, αναμάσησε Αινιάν όπου βολευόταν, τον μουλωχτό, ύπουλο και μοχθηρό Τρικούπη όπου έπρεπε. Ο Κορδάτος τον αγνόησε. Ο Κόκκινος είχε τις πηγές, μπορούσε, μα καίγονταν με το ξεσκέπασμα οι δάφνες του, ο Βακαλόπουλος το ίδιο με τον προηγούμενο. Κι οι δυο αφ' υψηλού τήραξαν την ιστορία. Δεν μάτωσαν τοσοδά την ιδεολογία και τη θέση τους, τη ρημάδα. Οι υπόλοιποι μήτε που αξίζει να μνημονευθούν. Άπνοοι κι αντιγραφάκηδες των ιστορικών μας.
Οι παλιοί γραφιάδες (Σπηλιάδης, Οικονόμου, Φιλήμων, Φωτάκος, Φραντζής...) είχανε έγνοια μονάχα για τους φίλους τους, τους Κολοκοτρωναίους και τα καλούδια τους. Σάμπως πού ζούσαν; Σε μια Ελλάδα έρμαιο της ψευτιάς, των βασιλιάδων, των εθελοδούλων και των καταδοτών. Για άλλη μια φορά κρίμα, που άνθρωποι τάχα γραμματιζούμενοι, που στάθηκαν κάμποσο σιμά του, σαν τον ύπουλο Γαζή, όχι μόνο δεν γράψανε τίποτα ουσιασιστικό, μα αποκρύψανε κιόλας από σκοπού.
Περισσότερα παίρνεις από μελετητές που ασχολήθηκαν αποσπασματικά με τη μορφή του (βλ. Σταμέλο, Σιμόπουλο, Λάππα, Μπάκη, Παπαγιάννη, Σταματόπουλο, Βασιλείου, Καρατζένη. κ.α), από τα αρχεία (βλ. Ράγκου, Μαυροκορδάτου, Κουντουριώτη...κ.α.)  κι από τα μνημονικά των αγωνιστών (βλ. Κασομούλη, Κουτσονίκα, Μακρυγιάννη, Κριεζιώτη, Γενναίο, Σπυρομήλιο...κ.α.).

Πέρα από το έργο του Βλαχογιάννη «Άπαντα, τόμοι 1-7», Εταιρεία Ελληνικών Εκδόσεων, υπάρχει και το πιο πρόσφατο που καταπιάνεται όπως πρέπει με τον Μεγάλο Έλληνα. Του Κώστα Δέτσικα. Ο 1ος τόμος: «Καραϊσκάκης - Ο γιος της καλογριάς» και ο 2ος τόμος: «Καραϊσκάκης - Ο στρατάρχης» που κυκλοφόρησε το 2004 από τις εκδόσεις «Ηλοτρόπιο».

 




Αφιέρωμα Βιογραφικό Video

Video


Γεώργιος Καραϊσκάκης - Κώστας Χατζής


Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη - Γιώργος Νταλάρας

 

 

 











 
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα