Oι άνθρωποι που ήθελαν
να αλλάξουν τον κόσμο
Μάνος Χατζιδάκις
Μελίνα Μερκούρη
Μάνος Λοϊζος
Μίκης Θεοδωράκης
Νίκος Καββαδίας
Γιάννης Ρίτσος
Γιώργος Σεφέρης
Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τσε Γκεβάρα
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Νίκος Μπελογιάννης
Άγγελος Σικελιανός
Άρης Βελουχιώτης
Πάμπλο Νερούδα
Ανδρέας Εμπειρίκος
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Παύλος Σιδηρόπουλος
Χάρολντ Πίντερ

Μανώλης Αναγνωστάκης

Βλαντίμιρ Λένιν
Μαρία Δημητριάδη

Οδυσσέας Ελύτης

Κώστας Βάρναλης
Κάρολος Κουν
Κώστας Καρυωτάκης
Βασίλης Τσιτσάνης
Νίκος Παπάζογλου
Τζον Λένον
Πάτι Σμιθ
Γεώργιος Καραϊσκάκης
Νίκος Καζαντζάκης
Νίκος Ξυλούρης
Μάνος Ξυδούς
Στρατής Τσίρκας
Φερνάντο Πεσσόα
Νικόλας Άσιμος
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Κατερίνα Γώγου


Ειδικά αφιερώματα
Λίνα Νικολακοπούλου
Σταμάτης Κραουνάκης
Κική Δημουλά
Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Διονύσης Τσακνής
Νίκος Εγγονόπουλος
Δημήτρης Χορν
Κωνσταντίνος Καβάφης
Θόδωρος Αγγελόπουλος
Θάνος Μικρούτσικος
Αλέξης Μινωτής
Μίμης Πλέσσας
Χάρις Αλεξίου
Δήμητρα Γαλάνη
Θανάσης Βέγγος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Σταύρος Ξαρχάκος
Νίκος Γκάτσος
Μάρκος Βαμβακάρης
Γιάννης Τσαρούχης
Κατίνα Παξινού
Μιχάλης Καραγάτσης
Διονύσης Σαββόπουλος
Ελένη Καραϊνδρου
Άντριου Λόιντ Γουέμπερ
Πέδρο Αλμοδόβαρ
Άγαμοι Θύται
Σπείρα Σπείρα
Αγκάθα Κρίστι
Σαλβαντόρ Νταλί
Τζον Μάλκοβιτς
Αντζελίνα Τζολί
Νίνο Ρότα

Aφιέρωμα: Μετάδοση
200 θεατρικών παραστάσεων
από το Ελληνικό και Ξένο Δραματολόγιο




 

 

 

 
Αφιερώματα  
Οι άνθρωποι που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο!

Che Guevara
- Μάιος 2006 & Μάιος 2007
((Τελευταία ενημέρωση 12/02/14)


Τσε Γκεβάρα
Ο άνθρωπος που άλλαξε τον κόσμο!

Επιμέλεια: Νίκος Βιδάλης
Κείμενα: Στέργιος Κατσαρός, Γιώργος Νικολαϊδης, Ζωή Πολίτη, Άρης Δούκας
Φωτογραφίες: Εche (Κέντρο Μελετών Τσε Γκεβάρα), Οspaaal, Αρχείο Ως3
Ηχητικά ντοκουμέντα: ο Τσε Γκεβάρα μιλάει (τον Δεκέμβριο του 1964 στον Ο.Η.Ε.)
Μουσική επιμέλεια: Άρης Δούκας



Αφιέρωμα Εμείς οι Γκεβαριστές O λόγος του Τσε Γκεβάρα
Γράμμα στον Φιντέλ O φωτογράφος Τσε Γκεβάρα Χρονολόγιο
Βιβλιογραφία Βιογραφικό Video


Τραγούδι: Che - Μάνος Λοϊζος
Ηχητικό Ντοκουμέντο
Εισαγωγή με τη φωνή του Τσε Γκεβάρα
-Από τον λόγο του στον Ο.Η.Ε. (11 Δεκεμβρίου 1964)
Ακούστε...
Διάρκεια: 4:18 - (1.007KB)
Στίχοι: Μάνος Λοϊζος
Μουσική: Μάνος Λόϊζος - Πρώτη εκτέλεση: Μάνος Λόϊζος


...Τ' όνειρο πάει με τον καπνό στον ουρανό
έσμιξε πια με το καράβι του σύννεφου
το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό
και το σκοτάδι το ξεγνέθουν και σου γνέφουν...

Νίκος Καββαδίας



Τραγούδι: Guevara - Βασίλης Λέκκας
Ηχητικό Ντοκουμέντο
Εισαγωγή με τη φωνή του Τσε Γκεβάρα
The Bestiality of Imperialism 1965
Ακούστε...
Διάρκεια: 4:29 - (1.044KB)
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Χάρης Παπαδόπουλος - Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Λέκκας




Στις αρχές Νοεμβρίου του 1966, στο αεροδρόμιο της Λα Παζ στη Βολιβία, έφτασε προερχόμενος από το Σάο Πάολο της Βραζιλίας ένας μεσήλικας, χωρίς γένια, φαλακρός, με άσπρα μαλλιά όπου αυτά υπήρχαν, με μεγάλα ματογυάλια πολυτελείας, καλοντυμένος και γραβατωμένος. Στην τσέπη του είχε το ουρουγουαϊνό διαβατήριο που έφερε το όνομα Ραμόν Μπενίτες Φερνάντες, έμπορος. Για κάθε περίπτωση, είχε κρυμμένο πάνω καλά κι ένα δεύτερο διαβατήριο στο όνομα του εμπόρου Αντόλφο Μένα Γκονσάλες. Στις βολιβιανές αρχές παρουσίασε μια διαταγή αποστολής του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών, στο όνομα Αντόλφο Μένα Γκονσάλες, η οποία ανέφερε πως ο κάτοχος αυτής θα πραγματοποιούσε μία έρευνα για τις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις στη Βολιβία. Έτσι του επιτράπηκε η ελευθερία κίνησης σε ολόκληρη τη χώρα.
Στις 5 Νοεμβρίου του 1966, στις 6.30 το πρωί, ο Ραμόν Μπενίτες Φερνάντες ή Αντόλφο Μένα Γκονσάλες άφησε τη Λα Παζ και με τζιπ, συνοδεία των φίλων του Αλμπέρτο Φερνάνδες ντε Οκα και Κάρλος Κουέγιο, κατευθύνθηκε προς τη νοτιοανατολική περιοχή της Βολιβίας, όπου κοντά στον ποταμό Νιανκαουάσου υπήρχε μια φάρμα, η οποία έμελλε να μείνει στην ιστορία με το όνομα «Καλαμίνα», γιατί η κατοικία που υπήρχε μέσα σ' αυτήν ήταν καλυμμένη με φύλλα ψευδαργύρου (στα ισπανικά «Καλαμίνα»).
Λίγες ώρες αργότερα, από τη Λα Παζ βγήκε ένα δεύτερο τζιπ - που τράβηξε προς την ίδια κατεύθυνση με το πρώτο - στο οποίο επέβαιναν τρεις άνθρωποι: ο Πόμπο, ο Τομάγιο κι ένας Βολιβιανός φοιτητής ονόματι Χόρχε Βάσκε Βιάνια ή ελ Λόρο ή Μπιγκότες. Τα δύο τζιπ στην πορεία συναντήθηκαν και πριν φτάσουν στη φάρμα «Καλαμίνα», οι επιβάτες, για να μην κινήσουν υποψίες, εγκατέλειψαν το ένα όχημα και συνέχισαν με το άλλο. Κατά τη διάρκεια της κοινής τους διαδρομής ο Μπιγκότες πληροφορήθηκε πως ο περίεργος αυτός μεσήλικας ήταν ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.
Εκείνη τη μέρα, την 7η Νοεμβρίου, ο Τσε άνοιξε ένα σημειωματάριο γερμανικής κατασκευής, κόκκινου χρώματος κι άρχισε - όπως άλλωστε συνήθιζε σε κάθε περιπέτεια της ζωής του - να γράφει το νέο του ημερολόγιο: «7 Νοέμβρη: Σήμερα ξεκινάμε ένα καινούριο αγωνιστικό στάδιο...»
Ας σταθούμε λοιπόν στον άνθρωπο που αποτελούσε το κέντρο αυτής της ιστορίας. Στον Ερνέστο Γκεβάρα.




Τραγούδι: Commandante Che - Μαρία Δημητριάδη
Ακούστε...
Διάρκεια: 03:29 - (816KB)
Στίχοι: Ναζίμ Χικμέτ σε απόδοση Γιάννη Ρίτσου
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος - Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη



Ο ασθματικός νέος που έμελλε να γίνει επαναστάτης
Ο Ερνέστο Γκεβάρα γεννήθηκε στην πόλη Ροσάριο της Αργεντινής στις 14 Ιουνίου του 1928. Ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά του Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς και της Σέλια Ντε λα Σέρνα. Στις φλέβες του έτρεχε ιρλανδέζικο αίμα από τη μεριά του πατέρα του και βασκικό από τη μεριά της μητέρας του. Όμως ήταν Αργεντινός 12ης γενιάς από το σόι του πατέρα του και 8ης γενιάς από το σόι της μητέρας του. Οι πρόγονοί του είχαν περιπετειώδη ζωή κι ίσως όλα αυτά να είχαν περάσει ως πληροφορίες στα γονίδια του νεαρού Γκεβάρα. Ο πατέρας του, μάλιστα, πίστευε πως η πορεία που τράβηξε ο γιος του μπορούσε να ερμηνευτεί από την καταγωγή του. Να πώς περιέγραφε στον Σοβιετικό ιστορικό. Λαβρέτσκι την εξέλιξη του γιου του: «Για να καταλάβει κανείς πώς ο γιος μου έγινε ο ταγματάρχης Τσε, ένας από τους αρχηγούς της κουβανικής επανάστασης, και τι ήταν εκείνο που τον έκανε να πάει στα βουνά της Βολιβίας, πρέπει να σηκώσει λιγάκι το πέπλο του παρελθόντος και να γνωρίσει τους προγόνους της οικογένειάς μας. Στις φλέβες του γιου μου έτρεχε το αίμα των Ιρλανδών στασιαστών, των Ισπανών κατακτητών και των Αργεντινών πατριωτών. Όπως φαίνεται, ο Τσε κληρονόμησε ορισμένα χαρακτηριστικά των ανήσυχων προγόνων μας. Στο χαρακτήρα του υπήρχε κάτι που τον τραβούσε στις μακρινές περιπλανήσεις, στις επικίνδυνες περιπέτειες και στις νέες ιδέες».
Σχεδόν νεογέννητος, στο Ροσάριο, ο Ερνέστο είχε πάθει κρίση πνευμονίας και σε ηλικία δύο ετών, όταν ζούσε με την οικογένειά του στο Άλτο Παρανά, στα σύνορα με την Παραγουάη, η πνευμονία τον ξανακτύπησε, ύστερα από ένα μπάνιο στο ποτάμι. Αν και το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε ιατρικώς, από τώρα και στο εξής το μικρό αυτό παιδί θα έπρεπε να περάσει όλη την υπόλοιπη ζωή του έχοντας μόνιμο σύντροφο το άσθμα.
Όλη του τη ζωή ο Τσε την πέρασε μέσα στην περιπλάνηση, ακόμη και την περίοδο που ήταν μικρό παιδί. Ο πατέρας του, πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα, ανέπτυσσε επιχειρηματικές δραστηριότητες σε διάφορα μέρη της Αργεντινής κι έτσι η οικογένεια υποχρεωνόταν συχνά να αλλάζει τόπο διαμονής. Επιπλέον, οι περιπέτειες του μικρού Ερνέστο με το άσθμα υποχρεώνουν τους γονείς τους να αναζητούν για τη διαμονή της οικογένειας τις κατάλληλες κλιματικές συνθήκες.
Το 1936 ο Ερνέστο θα γραφεί στο δημοτικό σχολείο όπου φοίτησε κανονικά μόνο στη δευτέρα και την τρίτη τάξη. Την τέταρτη, την πέμπτη και την έκτη θα τις τελειώσει πηγαίνοντας - λόγω της αρρώστιας - όποτε μπορούσε. Το 1942, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, θα γραφεί στο λύκειο Ντεάν Φούνες, στην Κόρδοβα, ένα σχολείο δημόσιο και περισσότερο ελεύθερο, ενώ μπορούσε να γράφει στο Μονσεράτ όπου σπούδαζαν τα παιδιά από τα πιο ευπορότερα στρώματα της κοινωνίας.
Στην οικογένεια Γκεβάρα το διάβασμα ήταν μια αγαπημένη συνήθεια και τα βιβλία αφθονούσαν. «Εγώ και η Σέλια - λέει ο πατέρας του- αγαπούσαμε φοβερά τα βιβλία. Είχαμε μεγάλη βιβλιοθήκη με κάμποσες χιλιάδες βιβλία, το κύριο στολίδι του σπιτιού μας, το βασικό μας κεφάλαιο. Εδώ υπήρχαν και κλασική φιλολογία από την ισπανική ως τη ρωσική, και βιβλία ιστορίας, φιλοσοφίας, ψυχολογίας και τέχνης. Υπήρχαν έργα του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν, βιβλία του Κροπότκιν και του Μπακούνιν. Από τους Αργεντινούς συγγραφείς αντιπροσωπεύονταν ο Χοσέ Ερνάντες, ο Σαρμέντο και άλλοι. Ένα μέρος από τα βιβλία ήταν στα γαλλικά. Η Σέλια ήξερε τα γαλλικά, μάθαινε και τον Τετέ τη γλώσσα αυτή». Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, το διάβασμα έγινε βίωμα στον Ερνέστο από τα μικρά του χρόνια. Διάβαζε όλους τους μεγάλους συγγραφείς και ποιητές, ενώ απ' ό,τι φαίνεται η πρώτη του επαφή με το Μαρξισμό - δεδομένου ότι τα βιβλία υπήρχαν - έγινε μάλλον στη βιβλιοθήκη του πατρικού του σπιτιού κι όχι αργότερα. Η ποίηση ήταν η μεγάλη αγάπη του νεαρού Ερνέστο. Αγαπούσε επίσης τη ζωγραφική, αλλά εκεί που δεν μπορούσε να αντιληφθεί τίποτα ήταν ό,τι αφορούσε τη μουσική. Δεν μπορούσε να διακρίνει τους διαφορετικούς ρυθμούς, δεν είχε καθόλου μουσικό αυτί και ως εκ τούτου δεν είχε καμιά ικανότητα στο χορό, παρά το γεγονός ότι οι Αργεντινοί θεωρούν τον εαυτό τους καλό χορευτή, ακόμη κι αν δε χορεύουν καλά.
Παράλληλα με το διάβασμα ο Ερνέστο είχε αναπτύξει και μια δεύτερη ...εμμονή. Θέλοντας να καταπολεμήσει την αρρώστια του ή τουλάχιστον να πάει κόντρα σε όσα αυτή του υπαγόρευε να κάνει, δοκίμαζε τις αντοχές της αναπνοής του παίρνοντας μέρος σε αθλητικές δραστηριότητες που απαιτούσαν κάτι τέτοιο. Έπαιζε πινγκ πονγκ, ποδόσφαιρο, ράγκμπι, αγαπούσε την ιππασία, το γκολφ, την ανεμοπορία, αλλά το πάθος των παιδικών και εφηβικών του χρόνων ήταν το ποδήλατο.



Όταν τελείωσε το Λύκειο, το 1946, ο δεκαοχτάχρονος Ερνέστο αποφάσισε να σπουδάσει Εφαρμοσμένη Μηχανική. Έτσι εγκαταστάθηκε στο Μπουένος Άιρες στο σπίτι της θείας του και της γιαγιάς τους, της μητέρας του πατέρα του, με την οποία ήταν συναισθηματικά δεμένος από μικρός, και γράφτηκε στη σχετική σχολή του πανεπιστημίου. Στη συνέχεια όμως ήρθε στη ζωή του κάτι πολύ έντονο και σημαντικό που τον έκανε να αλλάξει σχέδια. Η γιαγιά του παθαίνει εγκεφαλική αιμορραγία και στη συνέχεια ημιπληγία. Κάθεται δίπλα της, της κρατάει συντροφιά και τη φροντίζει για 17 ημέρες έως το θάνατό της. Μετά από αυτό το γεγονός, που φαίνεται ότι τον συγκλόνισε βαθιά, πιθανόν επηρεασμένος και από τη δική του χρόνια ασθένεια, αλλά και από τη μαστεκτομή που έκανε η μητέρα του ύστερα από διάγνωση καρκίνου, αποφασίζει να γίνει γιατρός και στις αρχές του 1947 γράφεται στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου.
Το τελευταίο μάθημα στην Ιατρική ο Ερνέστο το έδωσε τον Απρίλιο του 1953, αλλά στο διάστημα που ήταν φοιτητής κάθε άλλο παρά έζησε μακριά από την περιπέτεια. Το Γενάρη του 1950 ξεκίνησε με μια μηχανή - κάτι σαν μοτοποδήλατο - που σχεδόν την είχε φτιάξει ο ίδιος για να γνωρίσει το βορρά της Αργεντινής και στις 29 Δεκεμβρίου του 1951, μαζί με τον φίλο του Αλμπέρτο Γρανάδο καβάλησαν μία μηχανή «Νόρτον» των 500 κυβικών κι άρχισαν μια νέα περιπέτεια με σκοπό να γνωρίσουν τη Λατινική Αμερική10. Επισκέφθηκαν τη Χιλή, το Περού, τη Βενεζουέλα, τη Βολιβία, τον Ισημερινό, τον Παναμά. Όσο βρίσκονταν στο Περού οι δύο φίλοι εργάστηκαν σε λεπροκομείο προσφέροντας υπηρεσίες στους ασθενείς. Ο Αλμπέρτο θυμάται11: «Προσπαθήσαμε να εφαρμόσουμε την ψυχοθεραπεία και ψυχαγωγούσαμε τους λεπρούς. Οργανώσαμε από τους αρρώστους ποδοσφαιρική ομάδα, κάναμε αθλητικούς αγώνες, πηγαίναμε μαζί τους να κυνηγήσουμε πιθήκους, συζητούσαμε με αυτούς τα πιο διαφορετικά θέματα. Η προσοχή μας και η συντροφική συμπεριφορά μας απέναντι σε αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα ανέβασε τη δραστηριότητά τους. Οι άρρωστοι συνδέθηκαν αμέσως με μας».
Το κοινό ταξίδι των δύο φίλων ολοκληρώθηκε στο Καράκας της Βενεζουέλας. Ο Αλμπέρτο βρήκε εκεί δουλειά ως γιατρός και ο Ερνέστο με τη βοήθεια ενός συγγενή του επέστρεψε στο Μπουένος Άιρες μέσω Μαϊάμι τον Αύγουστο του 1952. Το επόμενο ταξίδι του θα είναι προς την Επανάσταση.



Ταξίδι προς την Επανάσταση
Μετά την αποφοίτηση του από την Ιατρική, στις 7 Ιουλίου του 1953, ο Ερνέστο ξεκίνησε ένα νέο ταξίδι στη Λατινική Αμερική, αυτή τη φορά με τρένο, έχοντας μαζί του τον Κάρλος Φερέρ, με το παρατσούκλι Καλίκα, συγγενή της οικογένειας Γκεβάρα, που δεν έχει τελειώσει ακόμη τις σπουδές του στην Ιατρική. Θα επισκεφθεί τη Βολιβία, του Περού, το Εκουαδόρ, την Κολομβία, τον Παναμά, την Κόστα Ρίκα, το Σαλβαδόρ και τελικά θα καταλήξει στη Γουατεμάλα. Σ' αυτή του τη διαδρομή θα γνωρίσει την ταραγμένη Λατινική Αμερική των κοινωνικών αγώνων, των επαναστατικών εξεγέρσεων και των πραξικοπημάτων. Στη Βολιβία, για παράδειγμα, από τον Απρίλη του 1952 είχε ξεσπάσει η 179η λαϊκή εξέγερση στη σειρά, στην οποία συμμετείχαν οι χωρικοί και οι μεταλλωρύχοι. Η εξέγερση αυτή έφερε στην προεδρία της χώρας τον Πας Εστενσόρο, ηγέτη του «Εθνικού Επαναστατικού Κινήματος», αλλά και μια σειρά από προοδευτικές ανακατατάξεις που προμήνυαν κάτι θετικό. Η κυβέρνηση εθνικοποίησε τα ορυχεία κασσίτερου, είχε αρχίσει να εφαρμόζει την αγροτική μεταρρύθμιση, οργάνωνε ένα είδος λαϊκής πολιτοφυλακής από μεταλλωρύχους και αγρότες.
Την περίοδο αυτή ο Ερνέστο είναι μόνο ένας απλός παρατηρητής των γεγονότων. Ότι βλέπει κι ό,τι αντιλαμβάνεται εγγράφεται στη συνείδησή του, που δεν έχει κάνει ακόμη την αποφασιστική στροφή. Πάντως, στο διάστημα της δεύτερης αυτής πορείας του στη Λατινική Αμερική, στην Κούβα θα συμβεί ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός που στην εξέλιξή του θα του σφραγίσει τη ζωή. Στις 26 Ιουλίου του 1953 ο Φιντέλ Κάστρο θα ηγηθεί επίθεσης στο Στρατόπεδο της Μονκάδα. Η επιχείρηση απέτυχε και οι περισσότεροι από τους 50 συλληφθέντες μαχητές θα δολοφονηθούν από τα στρατεύματα του δικτάτορα Μπατίστα. Ο Κάστρο και άλλοι επιζώντες σύντροφοί του θα συλληφθούν λίγο αργότερα και θα φυλακιστούν. Στις 6 Οκτωβρίου του ιδίου έτους απολογούμενος στο δικαστήριο της χούντας ο Φιντέλ θα δηλώσει ανάμεσα σε άλλα: «Όσο για μένα, ξέρω πως η φυλακή θάναι σκληρή όσο δεν ήταν ποτέ για κανένα, πως θα βρω μπροστά μου απειλές, παγίδες και άτιμες βιαιότητες. Μα δεν τις φοβούμαι, όπως δεν τρέμω τη μανία του άθλιου τυράννου που πήρε τη ζωή εβδομήντα αδελφών μου. Καταδικάστε με, δεν πειράζει, η ιστορία θα με δικαιώσει». Εκείνες τις μέρες ο Ερνέστο βρισκόταν στο Εκουαδόρ και από εκεί αποφάσισε με τους φίλους του, που είχε γνωρίσει στη διάρκεια του ταξιδιού του, να τραβήξει προς τη Γουατεμάλα. Χωρίς να το γνωρίζει η ζωή τον έσπρωχνε στο δρόμο προς την Κούβα.
Στη Γουατεμάλα ο Ερνέστο έφτασε το Δεκέμβρη του 1953. Πρόεδρος της χώρας, εκεί, από το φθινόπωρο του 1950, είχε εκλεγεί ο Χακόμπο Αρμπένς με την υποστήριξη και του νεαρού Κόμματος Εργασίας της Γουατεμάλας (Κομμουνιστικό Κόμμα). Η κυβέρνηση Αρμπένς ήταν μια αστική κυβέρνηση, που όμως είχε ένα γενικότερο προοδευτικό προσανατολισμό. Συγκεκριμένα, είχε προασπίσει σε έναν ορισμένο βαθμό τα εθνικά συμφέροντα της χώρας έναντι των ΗΠΑ, είχε προωθήσει την αγροτική μεταρρύθμιση με την απαλλοτρίωση μέρους της τσιφλικάδικης γης, είχε δώσει αυξήσεις στους μισθούς των εργατών, περιφρουρούσε τις δημοκρατικές ελευθερίες. Η πολιτική της αυτή είχε προκαλέσει την οργή των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες είχαν αποφασίσει την ανατροπή του Αρμπένς και για το λόγο αυτό έστειλαν στη Γουατεμάλα, ως πρεσβευτή, έναν πολύ γνωστό διπλωμάτη και δολιοφθορέα στην ελληνική κοινωνία, τον Τζον Πιουριφόι. Καθήκον του Πιουριφόι ήταν να οργανώσει πραξικόπημα για την απομάκρυνση του Αρμπένς.
Στη Γουατεμάλα ο Ερνέστο γνώρισε την πρώτη του σύζυγο, την Περουβιανή πολιτική εξόριστο Ιλντα Γκαδέα Ακόστα, που φοιτούσε οικονομικά και ήταν οργανωμένη στη νεολαία του αριστερού πολιτικού κινήματος APRA (Alianza Popular Revolucionaria Americana - Λαϊκή Επαναστατική Αμερικανική Συμμαχία). Οι δύο νέοι θα έρθουν κοντά ο ένας με τον άλλον και θα κάνουν παρέα ανταλλάσσοντας βιβλία και προβληματισμούς. Η στροφή του Ερνέστο προς τα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα είναι πλέον εμφανής και από τη σχέση του με την Ιλντα θα κάνει μεγάλα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτή του, όμως, η στροφή είχε μάλλον συντελεστεί πολύ νωρίτερα. Η Ιλντα αφηγείται: «Ο Δόκτορας Ερνέστο Γκουεβάρα με κατέπληξε από τις πρώτες κιόλας συζητήσεις με το μυαλό του, τη σοβαρότητα, τις αντιλήψεις και τη γνώση του Μαρξισμού».
Στη Γουατεμάλα ο Ερνέστο θα γνωρίσει επίσης μια ομάδα Κουβανούς εξόριστους, συνεργάτες του Φιντέλ Κάστρο, όπως τους Αντόνιο Λοπές Φερνάντες (τον αποκαλούμενο Νίκο) και Μάριο Νταλμάου Λοπές, με τους οποίους αργότερα θα είναι συνεπιβάτης στη θρυλική «Γκράνμα». Απ' αυτούς μαθαίνει για τη δικτατορία του Μπατίστα, για τον Φιντέλ και τα κατορθώματα των επαναστατών στο νησί. Χωρίς πάλι να το γνωρίζει έχει ήδη κάνει τα πρώτα του βήματα προς την Κούβα. Όμως ταυτόχρονα ήρθαν και οι αναταραχές στη χώρα, με σκοπό την ανατροπή της κυβέρνησης Αρμπένς. Η πρώτη απόπειρα, που έγινε στις 17 Ιούνη του 1954, αντιμετωπίστηκε με επιτυχία, αλλά δέκα ημέρες αργότερα, ύστερα από τελεσίγραφο ανώτατων αξιωματούχων του στρατού, ο Αρμπένς παραιτήθηκε, παρέδωσε την εξουσία στον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων Ντιάς και στη συνέχεια διέφυγε στο Εξωτερικό. Τις ημέρες της κρίσης, ο Ερνέστο ζητά να πολεμήσει στο πλευρό των δυνάμεων που υποστηρίζουν τον πρόεδρο Αρμπένς, αλλά κανείς δεν του δίνει σημασία. Ταυτόχρονα, προσφέρει τις υπηρεσίες του στις αριστερές οργανώσεις της χώρας που μάχονται τους πραξικοπηματίες και τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Έτσι, ύστερα από την επικράτηση των πραξικοπηματιών, κατέφυγε προσωρινά στην πρεσβεία της Αργεντινής, όπου είχαν καταφύγει και άλλοι Αργεντινοί, Κουβανοί και Γουατεμαλέζοι (αριστεροί, δημοκρατικοί και κομμουνιστές) και στη συνέχεια - το Σεπτέμβρη του 1954 - τράβηξε για το Μεξικό.
Στο Μεξικό, θα κάνει διάφορες δουλειές για να επιβιώσει, έως ότου το 1955 καταφέρει να πιάσει δουλειά ως γιατρός, στην αίθουσα αλλεργικών παθήσεων του Γενικού Νοσοκομείου της Πόλης του Μεξικού. Η παραμονή του όμως σ' αυτή τη χώρα θα σημαδευτεί από τρία σημαντικά γεγονότα. Το καλοκαίρι του '55 παντρεύτηκε την Ιλντα και το Φλεβάρη του 1956 γεννήθηκε η κόρη τους Ιλντίτα. Το τρίτο γεγονός που τον σφράγισε ολοκληρωτικά ήταν η σύνδεσή του με το κουβανέζικο επαναστατικό κίνημα και η συνάντησή του με τον Φιντέλ Κάστρο.

Ο Ερνέστο γίνεται Τσε
Οι Αργεντινοί έχουν το επιφώνημα «Che», το οποίο βάζουν μπροστά από τις φράσεις όταν απευθύνονται στους άλλους, που σημαίνει «Ε, συ!». Παρά τα πολλά του ταξίδια στη Λατινική Αμερική, ο Ερνέστο δεν κατάφερε ποτέ να απαλλαγεί από αυτή τη συνήθεια να απευθύνεται στους άλλους με το «Che», αν και γνώριζε ότι για ορισμένους Λατινοαμερικανούς ένας τέτοιος τρόπος ομιλίας φαινόταν αστείος. Στο Μεξικό, ερχόμενος σε επαφή με τους Κουβανούς εξόριστους και προσχωρώντας στην ομάδα του Φιντέλ Κάστρο, η συνήθειά του αυτή όχι μόνο δεν πέρασε απαρατήρητη, αλλά αποτέλεσε και την αιτία για να του κολλήσουν το παρατσούκλι ΤΣΕ. Ο Φιντέλ πιστοποιεί ο ίδιος αυτήν την ιστορία που έμελλε να δώσει στην ανθρωπότητα ένα από τα πιο αγαπητά - ταυτισμένα με την Επανάσταση - ονόματα. «Καθώς οι Αργεντινοί- λέει - φωνάζουν τους άλλους "Τσε", οι Κουβανοί άρχισαν να τον φωνάζουν "Τσε" κι έτσι έγινε γνωστός».
Πριν συναντηθεί με τον Φιντέλ, ο Τσε γνώρισε πρώτα τον αδελφό του Ραούλ Κάστρο. Ο Ραούλ ήταν ένας από τους πρώτους που εγκατέλειψαν την Κούβα και πήγαν στο Μεξικό, μετά το κίνημα στη Μονκάδα. «Τον κατηγορούσαν - θυμάται ο Φιντέλ - ήδη ότι έβαζε βόμβες κι εγώ ο ίδιος του λέω: "Πρέπει να φύγεις"». Τον Τσε τον έφερε σε επαφή με τον Ραούλ ο Κουβανός φίλος του από την περίοδο της Γουατεμάλας, Αντόνιο Λοπές Φερνάντες, ύστερα από μια συνάντηση που είχαν οι δύο τους στο νοσοκομείο που δούλευε ο Τσε ως γιατρός. Η συνάντηση Τσε - Ραούλ έγινε λίγες ημέρες αργότερα και ο Ραούλ Κάστρο ενημερώνει τον νέο του φίλο λεπτομερειακά για το αντιδικτατορικό κίνημα στην Κούβα, για την επιχείρηση στη Μονκάδα, για τον Φιντέλ και τη στάση του στο Δικαστήριο με την περίφημη φράση «Η ιστορία θα με δικαιώσει», αλλά και για τη σταθερή απόφαση των Κουβανών συντρόφων του να συνεχίσουν τον αγώνα. Ο Ραούλ έκανε θετική εντύπωση στον Τσε, αλλά κι εκείνος είδε στο πρόσωπο του Αργεντινού γιατρού έναν πολύ χρήσιμο άνθρωπο για τα σχέδια των Κουβανών επαναστατών.
Η συνάντηση του Τσε με τον Φιντέλ έγινε στις 9 Ιουλίου του 1955, στο σπίτι της Μαρίας Αντόνια Σάντσες Γκονζάλες, μιας Κουβανής που είχε παντρευτεί Μεξικανό. Ο Φιντέλ θυμάται γι' αυτή τη συνάντηση19: «Δεδομένου ότι είχε κάνει ταξίδια, είχε δει τα γεγονότα της Γουατεμάλας, είχε γίνει μάρτυρας της αμερικάνικης επέμβασης, ξέρει ότι έχουμε επιτεθεί σ' ένα φρούριο, ξέρει ότι υπάρχει εκείνο το πρόγραμμα του "Η ιστορία θα με δικαιώσει", ξέρει πώς σκεφτόμαστε, έστω κι αν δεν κάναμε εκείνο το βράδυ μεγάλη επίδειξη της έκτασης των ιδεών μας, γιατί δεν είχε νόημα να το κάνουμε... Πήγαμε εκεί και συζητήσαμε μαζί του κι αυτός εκεί επιτόπου ενώνεται μαζί μας... Έχοντας όλη αυτή την εμπειρία, μ' εκείνη την επαναστατική διάθεση, μ' εκείνο το αγωνιστικό πνεύμα, με τη βαθιά του περιφρόνηση για τον ιμπεριαλισμό, ξέροντας αυτό που κάναμε κι αυτό που σχεδιάζουμε να κάνουμε και ποιες είναι οι ιδέες μας, είναι απολύτως σύμφωνος. Ήξερε επίσης ότι το κίνημά μας είχε μικροαστούς και απ' όλα. Έβλεπε μια εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση, μια αντιιμπεριαλιστική επανάσταση, δεν έβλεπε ακόμα σοσιαλιστική επανάσταση, αλλά ήταν ευτυχής και προσχωρεί γρήγορα, στρατολογείται αμέσως. Ένα πράγμα μόνο μου λέει: "Φιντέλ, ένα πράγμα θα σου πω: Εγώ το μόνο που θέλω είναι όταν θριαμβεύσει η Επανάσταση στην Κούβα, να μη μου απαγορεύσετε για κρατικούς λόγους να πάω στην Αργεντινή να κάνω την επανάσταση"».
Ο Τσε μπαίνει αμέσως στις κουβανικές ομάδες και ακολουθεί όλο το πρόγραμμα στρατιωτικής τους επέμβασης: Τα θεωρητικά μαθήματα τακτικής, τις ασκήσεις σκοποβολής, τις εκπαιδευτικές ασκήσεις στον άτακτο - αντάρτικο πόλεμο και ό,τι άλλο χρειαζόταν ώστε όλοι αυτοί οι άνδρες να επιστρέψουν έτοιμοι στην Κούβα για να αρχίσουν τον επαναστατικό αγώνα. Ταυτόχρονα είναι και ο γιατρός των ανταρτών. Έτσι όταν η ομάδα - ύστερα από πολλές περιπέτειες, που δεν είναι του παρόντος να αναφερθούν - είναι έτοιμη για το ταξίδι προς την Κούβα, αυτός είναι επικεφαλής του Υγειονομικού με το βαθμό του υπολοχαγού.


Από την οδύσσεια της «Γκράνμα» ως τη νίκη της Επανάστασης
Ήταν 2 Δεκέμβρη του 1956 όταν η Επανάσταση άρχισε την περιπέτειά της στην Κούβα. Το μικρό πλοίο «Γκράνμα», που έχει ξεκινήσει από το Μεξικό, έπειτα από ένα δραματικό ταξίδι, έφτασε στην παραλία του Νίκβερο, ενός μικρού χωριού στην πλαγιά της Σιέρα Μαέστρα, έχοντας ως στόχο να αποβιβαστούν με ασφάλεια οι 82 επαναστάτες που μετέφερε.
«Για να φτάσουμε στην Κούβα - γράφει ο Τσε Γκεβάρα - χρειαστήκαμε επτά ημέρες διασχίζοντας τον κόλπο του Μεξικού και την Καραϊβική Θάλασσα με ένα σκάφος σε κακή κατάσταση, χωρίς τρόφιμα, ενώ όλοι υποφέραμε από ναυτία. Δεν ξέραμε τίποτα από ναυσιπλοΐα και, επιπλέον, όταν φεύγαμε από το λιμάνι του Τουξπάν, φυσούσε τόσο δυνατός βοριάς ώστε όλοι οι πλόες είχαν απαγορευτεί. Όλα αυτά φυσικά είχαν αφήσει τα σημάδια τους στην ομάδα μας, την οποία αποτελούσαν άνδρες που δεν είχαν πολεμήσει ποτέ».
Για την επιτυχία της απόβασης είχε σχεδιαστεί δυο μέρες πριν, στις 30 Νοεμβρίου, να εκδηλωθεί στο Σαντιάγο εξέγερση για αντιπερισπασμό. Όμως η εξέγερση απέτυχε και το καθεστώς του δικτάτορα Μπατίστα βρισκόταν σε επιφυλακή. Έτσι όταν επιχειρήθηκε η απόβαση των επαναστατών, ο εχθρός ήταν εκεί. Δόθηκαν μάχες. Η αεροπορία και τα στρατεύματα του καθεστώτος θέριζαν ό,τι έβρισκαν στο δρόμο τους και τελικά μόνο 22 από τους 82 επαναστάτες που αποβιβάστηκαν βρέθηκαν ζωντανοί. Απ' αυτούς, μάλιστα, οι 10 πιάστηκαν αιχμάλωτοι και μόνο μια ομάδα από 12 άτομα κατάφερε να διαφύγει και να ανέβει στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα απ' όπου και οργάνωσε μία από τις κορυφαίες επαναστάσεις του 20ού αιώνα μέσα στην αυλή των Ηνωμένων Πολιτειών. Ανάμεσά τους ο Φιντέλ Κάστρο, ο αδελφός του Ραούλ, ο Καμίλο Σιενφουέγκος και φυσικά ο Αργεντινός γιατρός Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.
Η Επανάσταση δεν είχε εύκολο δρόμο, ο αντίπαλος ήταν ισχυρός, αλλά το έδαφος για να εξαπλωθεί και να νικήσει ήταν γόνιμο μέσα στη συνείδηση του λαού της Κούβας. Έτσι φτάσαμε στις 31 Δεκεμβρίου του 1958 όταν ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του κουβανέζικου στρατού ενημέρωσε τον δικτάτορα Μπατίστα ότι δεν υπάρχει καμία ελπίδα να εμποδιστεί η προέλαση των επαναστατών προς την Αβάνα. Η πληροφόρηση ήταν απολύτως ακριβής. Φάλαγγες ανταρτών, με επικεφαλής των Φιντέλ Κάστρο, τις τελευταίες μέρες του Δεκέμβρη κύκλωναν το Σαντιάγκο. Αντάρτικες δυνάμεις υπό τον Ραούλ Κάστρο ήλεγχαν την επαρχία του Οριέντε, ενώ οι δυνάμεις του Κομαντάντε Τσε Γκουεβάρα και του Καμίλο Σιενφουέγκος πολεμούσαν στα περίχωρα της Σάντα Κλάρα, λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την κουβανική πρωτεύουσα. Επιπλέον, σε όλο το νησί γίνονταν σαμποτάζ κατά του καθεστώτος, επιθέσεις σε στρατιωτικούς στόχους και κάθε λογής άλλες ενέργειες με τις οποίες ο λαός εξέφραζε την ταύτισή του με την Επανάσταση.
Ο δικτάτορας ήταν αρκετά ευφυής για να καταλάβει πως τα λόγια του στρατηγού του δεν μπορούσαν να σημαίνουν τίποτε άλλο από το ότι είχε έρθει το τέλος. Έτσι έδωσε διαταγή να ετοιμαστούν οι βαλίτσες του. Χρήματα δε θα μετέφερε σ' αυτές γιατί τα είχε στείλει εδώ και καιρό στην Ελβετία. Πήρε μόνο κάτι ψιλοπράγματα, όπως το τηλέφωνο που είχε από καθαρό χρυσάφι και το ασημένιο ουροδοχείο του - δώρα Αμερικανών επιχειρηματιών που στις μέρες του είχαν κάνει χρυσές δουλειές στο νησί ληστεύοντας τον κουβανέζικο λαό. Μαζί με τον Μπατίστα αποφάσισαν να φύγουν και τα τσιράκια του: Στρατηγοί, υπάλληλοι των μυστικών υπηρεσιών, υπουργοί, συνολικά 124 άτομα.
Την 1η Γενάρη του 1959 η επανάσταση είχε ουσιαστικά νικήσει. Ο Μπατίστα είχε εγκαταλείψει τη χώρα, φεύγοντας κρυφά για τον Άγιο Δομίνικο και η Σάντα Κλάρα όπου - όπως πολύ σωστά γράφει ο R. Rojo25- δόθηκε η αποφασιστική μάχη έπεσε στα χέρια των επαναστατών. Την επομένη, με ηγέτη τον Τσε, οι αντάρτες μπήκαν θριαμβευτικά στην Αβάνα, καταλαμβάνοντας το κάστρο Καμπάνια και σε λίγες μέρες, έφτασε στην πρωτεύουσα ο ηγέτης της επανάστασης Φιντέλ Κάστρο, όπου και ανέλαβε πρωθυπουργός της πρώτης επαναστατικής κυβέρνησης.
«Η πολιτική κυριαρχία που είναι το πρώτο βήμα - έγραφε αργότερα ο Τσε Γκεβάρα κατακτήθηκε την ημέρα που η λαϊκή δύναμη θριάμβευσε, την ημέρα που η επανάσταση νίκησε, την 1η του Γενάρη του 1959... Αυτή η 1η του Γενάρη που τόσα στοίχισε στο λαό της Κούβας, συνοψίζει τους αγώνες πολλών κουβανέζικων γενεών, μετά τη διαμόρφωση του Έθνους, για την κυριαρχία, την πατρίδα, την ελευθερία και την καθολική, οικονομική και πολιτική ανεξαρτησία της Κούβας. Δεν πρέπει πλέον να περιορίζουμε τη σημασία αυτής της ημερομηνίας σε ένα αιματηρό επεισόδιο, θεαματικό, ούτε καν αποφασιστικό, αλλά σε μια μόνη στιγμή στην ιστορία της Κούβας, γιατί η 1η του Γενάρη είναι η μέρα του θανάτου του δεσποτικού καθεστώτος του Φουλγκένσιο Μπατίστα καθώς επίσης και η ημερομηνία που γεννήθηκε η πραγματική ελευθερία, πολιτικά ελεύθερη και κυρίαρχη και που υιοθετεί σαν ανώτατο νόμο της την ανθρώπινη αξιοπρέπεια».
Ο Τσε υπηρέτησε την κουβανέζικη επανάσταση με όλες του τις δυνάμεις. Ως επικεφαλής για την εκβιομηχάνιση της χώρας, ως επικεφαλής της αγροτικής μεταρρύθμισης και αργότερα της Κουβανικής Εθνικής Τράπεζας, ως εκπρόσωπος της Κούβας σε διεθνείς διπλωματικές και πολιτικές αποστολές, ως στρατιωτικός ηγέτης την εποχή της Κρίσης των Πυραύλων και της αμερικανικής εισβολής στον Κόλπο των Χοίρων, ως πολιτικό στέλεχος που κατέβαινε στις λαϊκές μάζες για να τις οργανώσει και να τις εμψυχώσει, ακόμη και ως απλός εργαζόμενος που δε δίσταζε να δώσει πρώτος το παράδειγμα της απλής καθημερινής εθελοντικής δουλειάς, ο Τσε υπήρξε υπόδειγμα επαναστάτη. Όμως ο κομμουνιστής - διεθνιστής, ο επαναστάτης Ερνέστο Τσε Γκεβάρα δεν είχε σύνορα και περιορισμούς. Ήταν εκεί που χτυπούσε η καρδιά κάθε αδικημένου. Βρισκόταν στην πρώτη γραμμή όλων εκείνων, σε όποια γωνιά της Γης κι αν βρισκόταν, που σήκωναν κεφάλι ενάντια στον ιμπεριαλισμό.




Ταξίδι προς την αιωνιότητα
Στο μήνυμά του προς την «Τριηπειρωτική», δηλαδή της «Οργάνωσης Αλληλεγγύης με τους λαούς της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής», που δημοσιεύτηκε τον Απρίλη του 1967, ο Τσε δίνει μέσα σε λίγες γραμμές με απόλυτη σαφήνεια το πολιτικό στίγμα του εκείνης της εποχής: «Όλη μας η δράση είναι μια πολεμική κραυγή ενάντια στον ιμπεριαλισμό και ένα σάλπισμα για την ενότητα των λαών ενάντια στο μεγάλο εχθρό του ανθρώπινου γένους: τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Οπουδήποτε κι αν μας αιφνιδιάσει ο θάνατος τον καλωσορίζουμε, αρκεί αυτή η πολεμική κραυγή να βρει άξιο αποδέκτη και άλλο χέρι να απλωθεί να αδράξει το όπλο μας και άλλοι άνθρωποι να έρθουν να συνοδέψουν τα μοιρολόγια με τις ριπές των αυτομάτων και με νέες κραυγές πολέμου και νίκης».
Τον Απρίλη του 1965 ο Τσε έφυγε από την Κούβα για να ηγηθεί μιας αποστολής ανταρτών που σκοπό είχε την υποστήριξη της επαναστατικής πάλης στο Κονγκό. Στην Κούβα θα ξαναεπιστρέψει το Δεκέμβρη του 1965 και θα αρχίσει την προετοιμασία για τη μετάβασή του στη Βολιβία, ώστε να ηγηθεί αντάρτικου κινήματος.
Το εγχείρημα αυτό αποσκοπούσε να φουντώσει το επαναστατικό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική ή τουλάχιστον σε μια σειρά σημαντικές χώρες. Από την Άνοιξη του 1964 στη Λατινική Αμερική σημειώνονταν αξιοσημείωτες εξελίξεις. Στη Βραζιλία, στην εξουσία βρισκόταν η κυβέρνηση του προέδρου Γκουλάρτ που τασσόταν όλο και πιο αποφασιστικά κατά του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ, ενώ δυνάμωνε συνεχώς το φιλοκουβανικό κίνημα. Στη Βενεζουέλα, στην Κολομβία και το Περού δρούσαν ενεργά αντάρτικα κινήματα. Στην Αργεντινή έκανε επίσης τα πρώτα δειλά βήματα το αντάρτικο τμήμα του Χόρχε Ρικάρντο Μασέτι. Ο Τσε ήλπιζε ότι ο Μασέτι θα μπορούσε να εδραιωθεί στο στρατηγικό τρίγωνο στα σύνορα με τη Χιλή, τη Βολιβία και την Παραγουάη. Στη Βολιβία μάλιστα Πρόεδρος της χώρας ήταν ο Πας Εστενσόρο, ο οποίος είχε προωθήσει ορισμένες προοδευτικές αλλαγές, ενώ στη χώρα υπήρξε λαϊκή πολιτοφυλακή και οι εργάτες στα μεταλλωρυχεία ήταν οπλισμένοι.
Σε μια εκ των υστέρων αποτίμηση του εγχειρήματος του Τσε στη Βολιβία, ο Φιντέλ Κάστρο αφήνει σαφώς να εννοηθεί ότι ο υποκειμενικός παράγοντας ήταν αυτός που δεν είχε μελετηθεί σωστά τότε. «Υπάρχουν παράγοντες - λέει- υποκειμενικής φύσης που μπορούν ν' αλλάξουν την ιστορία. Μερικές φορές υπάρχουν αντικειμενικές συνθήκες για τις επαναστατικές αλλαγές και δεν υφίστανται οι υποκειμενικές συνθήκες. Οι υποκειμενικοί παράγοντες ήταν αυτοί που πραγματικά εμπόδισαν εκείνη την εποχή να εξαπλωθεί η επανάσταση... Οι αντικειμενικές συνθήκες στην υπόλοιπη Λατινική Αμερική ήταν περισσότερες από της Κούβας».
Από τη φάρμα «Καλαμίνα» που αποτέλεσε τη βάση των ανταρτών - άλλωστε γι' αυτό το σκοπό αγοράστηκε - ξεκίνησε ένας ένοπλος αγώνας που έμεινε ανεξίτηλος στις καρδιές και στο μυαλό των ανθρώπων. Η πρώτη μάχη της αντάρτικης ομάδας δόθηκε στο Νιανκαουάσου στις 23 Μάρτη του 1967 και η τελευταία στις 8 Οκτώβρη του ιδίου έτους στη χαράδρα του Γιούρο, όπου ο Τσε με πληγωμένο το ένα πόδι, με το όπλο του κατεστραμμένο και μ' ένα πιστόλι χωρίς σφαίρες, πέφτει στα χέρια του εχθρού. Μια μέρα αργότερα θα δολοφονηθεί με απαίτηση των Αμερικανών. Για το ρόλο των τελευταίων πρέπει να σημειωθεί ότι ήταν κάτι περισσότερο από ενεργός, ώστε να καταπνιγεί το αντάρτικο του Τσε. Η Βολιβία είχε γεμίσει από Αμερικανούς στρατιωτικούς συμβούλους, στρατιωτικές ομάδες και πράκτορες της CIA, ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζαν και διάφοροι στρατολογημένοι Κουβανοί αντεπαναστάτες.
Οι δολοφόνοι θα κόψουν τα χέρια του Τσε για να πιστοποιήσουν με ακρίβεια την ταυτότητά του, ενώ το πτώμα του το έθαψαν σε τόπο μυστικό, θέλοντας να αποφύγουν αυτό που θεωρούσαν βέβαιο: Να γίνει ο τάφος του τόπος προσκυνήματος και σύμβολο της επανάστασης είτε στη Βολιβία είτε αλλού. Όπως συμβαίνει με όλους τους επαναστάτες ο θάνατός τους δεν είναι αρκετός για να διώξει το φόβο των εχθρών των λαών.
Είκοσι οκτώ χρόνια μετά το θάνατο του Τσε, ένας από τους νεκροθάφτες του, ο τότε λοχαγός Βάργκας Σαλίνας αποφάσισε να υποδείξει το μυστικό τάφο του μεγάλου επαναστάτη. Λέει, λοιπόν πως η ταφή έγινε στις 11 Οκτώβρη του 1967 στο πλάι του αεροδρομίου Βαγεγκράντε. Μαζί με τον Τσε τάφηκαν και ορισμένοι σύντροφοί του. Θα περάσουν δύο χρόνια εκσκαφών και αναζητήσεων και στις 28 Ιούνη του 1997, στα περίχωρα του αεροδρομίου, σε μια ανασκαφή που οι τεχνικοί την ονόμαζαν «ζώνη 7, μέτρο 21» ανακαλύφθηκε μια ομάδα λειψάνων σε κοινό τάφο. Το δεύτερο από αυτά είχε κομμένα χέρια. Από την εξέταση που έγινε στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε ότι επρόκειτο για το Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Στα μέσα Ιούλη τα λείψανα μεταφέρθηκαν στην Κούβα και σήμερα βρίσκονται σε Μαυσωλείο στην πόλη της Σάντα Κλάρα.
Οι εργάτες, οι φτωχοί αγρότες, οι νεολαίοι, οι αγωνιζόμενοι λαοί ποτέ δεν είχαν χάσει τον Τσε όσο κι αν οι εχθροί τους επιχείρησαν να τον εξαφανίσουν. Δεν υπήρξε - όπως και δεν πρόκειται να υπάρξει - αγωνία ή ελπίδα τους, ήττα ή νίκη τους, αγώνας και πάλη για ένα απλό αίτημα, για μια καλύτερη ζωή ή για μια δικαιότερη κοινωνία που ο Κομαντάντε να μην είναι παρών.

«Έχω γεννηθεί στην Αργεντινή, αυτό δεν είναι μυστικό για κανένα. Είμαι Κουβανός και μαζί Αργεντινός, και αν οι λαμπρότατες περιοχές της Λατινικής Αμερικής δε θίγονται, αισθάνομαι τόσο Λατινοαμερικανός πατριώτης, απ' οποιαδήποτε χώρα της Λατινικής Αμερικής, όσο και ο πιο πατριώτης της κάθε μιας. Θα είμαι έτοιμος στην κατάλληλη στιγμή να δώσω τη ζωή μου για την απελευθέρωση μιας λατινοαμερικανικής χώρας δίχως να γυρέψω τίποτε από κανένα, δίχως τίποτε ν' απαιτήσω, δίχως κανέναν να εκμεταλλευτώ».


Αφιέρωμα Εμείς οι Γκεβαριστές O λόγος του Τσε Γκεβάρα
Γράμμα στον Φιντέλ O φωτογράφος Τσε Γκεβάρα Χρονολόγιο
Βιβλιογραφία Βιογραφικό Video

Εμείς οι Γκεβαριστές
Του Στέργιου Κατσαρού




Τραγούδι: Hasta siempre Comandante - Carlos Puebla, 1965 (Cuba)
Ακούστε...
Διάρκεια: 03:49 - (895KB)


Πολλοί αγωνιστές της Αριστεράς θαύμαζαν στη δεκαετία του '60 και του '70 την προσωπικότητα του Γκεβάρα, ελάχιστοι όμως επιχείρησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Στέργιος Κατσαρός, που έφτασε μέχρι την Κούβα, μόνος του, για να ανακαλύψει τα χνάρια του κομαντάντε, και επέστρεψε στην Ελλάδα της χούντας για να στήσει το δικό του αντάρτικο, πριν καταλήξει στη φυλακή, με καταδίκη σε ισόβια.
Στις αρχές της δεκαετίας του '60 η Κούβα και οι ηγέτες της, Κάστρο και Γκεβάρα, ασκούσαν ιδιαίτερη έλξη στο ελληνικό αριστερό κίνημα. Ο Στέργιος Κατσαρός ανήκε τότε στην ΕΔΑ, και μαζί με άλλα στελέχη της Αριστεράς έζησε έντονα την περίοδο των -Ιουλιανών-, και τότε για πρώτη φορά αναρωτήθηκε για τις μεθόδους πάλης και για τη δυνατότητα απάντησης στο κρατικό μονοπώλιο της βίας.
«Η Κούβα ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία σε όλους μας. Ήταν η μητρόπολη της παγκόσμιας επανάστασης. Ο Κάστρο και ο Γκεβάρα ήταν γνωστοί στο ελληνικό κίνημα. Αλλά η αναζήτησή μας αρχίζει από τη στιγμή του θανάτου του Σωτήρη Πέτρουλα. Τότε φάνηκε η αναποτελεσματικότητα των μεθόδων της παραδοσιακής Αριστεράς. Για πρώτη φορά είπαμε ότι δεν πρέπει να έχουμε μόνο μάρτυρες που να προκαλούν τον οίκτο, αλλά και αγωνιστές που να γεννούν τον τρόμο στους αντιπάλους μας. Το θράσος του Γκεβάρα μας ενέπνευσε. Ψάχνοντας να βρούμε εναλλακτικές τακτικές, διαπιστώσαμε ότι οι μέθοδοι του Μάο ή του Γκιαπ ήταν ξένες προς την ελληνική πραγματικότητα. Απαιτούσαν μεγάλες εκτάσεις και πολυάριθμη αγροτική τάξη. Οι -εστίες-, ο -φοκίσμο- του Γκεβάρα ταίριαζαν περισσότερο. Αρχίσαμε να μελετούμε τα κείμενά του, στην αρχή από τα αγγλικά.»
«Η ομοιότητα της δικής μας περίπτωσης με όσα γράφει ο Τσε δεν είναι μοναδική. Και στην Κατοχή κάπως έτσι ξεκίνησαν ορισμένες -περίεργες- ομάδες από 12-13 άτομα στη δυτική Φθιώτιδα, ανάλογα φαινόμενα έχουμε και στη Γαλλία. Μόνο όμως ο Γκεβάρα συστηματοποίησε και περιέγραψε τη μέθοδο του -εστιασμού-. Μετά την έκρηξη του '65 ακολουθεί μια ύφεση στο ελληνικό μαζικό κίνημα. Πολυδιάσπαση (μαοϊκές, τροτσκιστικές οργανώσεις, οι Φίλοι Νέων Χωρών, το Κοινόβιο του Γουλιέλμου) και ιδεολογική σύγχυση. Ήταν αδιανόητο να συγκροτηθεί ένας επαναστατικός πυρήνας με ξεκάθαρη πολιτική άποψη και τακτική. Άρα τι έμενε; Έμεναν όσοι πίστευαν στην αναγκαιότητα της ένοπλης πάλης.»
«Μετά τα Ιουλιανά συγκροτήθηκε μια αρκετά συμπαγής γκεβαρική ομάδα μέσα στη Νεολαία της ΕΔΑ, 50-60 άτομα, που κάναμε συστηματική προπαγάνδα αυτών των απόψεων, με πολυγραφημένα φυλλάδια. Στο μυαλό μας είχαμε τότε ότι επίκειται ένοπλη ρήξη. Και προετοιμαζόμαστε καταγράφοντας τα σημεία απ' όπου θα μπορούσαμε να προμηθευθούμε όπλα, π.χ. από τα ΤΕΑ.»
Υπήρχαν ήδη από το 1966 επαφές με τις ευρωπαϊκές ομάδες που τροφοδοτούσαν τη διεθνή ταξιαρχία -Βενσερέμος- στην Κούβα. Είχαν σκέψεις να στείλουν Έλληνες μπριγκαντίστες, αλλά τους πρόλαβε η δικτατορία. Με την επικράτηση της χούντας οι γκεβαρικές ιδέες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Όμως η ανάπτυξη των οργανώσεων δεν είναι άμεση. «Ο πρώτος λόγος είναι ότι η νεολαία εκείνης της εποχής είχε μεγαλώσει σε συνθήκες νομιμότητας, ανόδου του κινήματος και γενικότερης αισιοδοξίας. Η αποδιοργάνωση μετά τη λήξη των Ιουλιανών επηρέασε αποφασιστικά. Βρισκόμαστε σε μια φάση αποστράτευσης. Ένας δεύτερος λόγος ήταν η γρήγορη σύλληψη και η δίκη των Δ.Ε.Α. (Δημοκρατικών Επιτροπών Αντίστασης). Και τρίτο, η δική μας ευθύνη, όσων δηλαδή ανήκαμε στην πιο ακραία γκεβαρική τάση, που προσπαθήσαμε να εκβιάσουμε τα πράγματα, με αποτέλεσμα να αντιδράσουν άλλοι που δεν συμφωνούσαν.»
Πώς αντιμετωπίζονταν εκείνη την εποχή οι πράξεις ένοπλης αντίστασης; «Υπάρχει καταρχάς μια σημαντική διαφορά των οργανώσεων ένοπλης πάλης από τις τρομοκρατικές οργανώσεις. Σε μια δικτατορία ο αντίπαλός σου στηρίζεται στα όπλα. Για να υπάρχει αντιστοιχία των μέσων πρέπει κι εσύ να χρησιμοποιείς τα όπλα. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία, όσο κι αν είναι δικτατορία λίγων, στηρίζεται στις συνειδήσεις αυτών που ψηφίζουν. Αλλά στην ελληνική κοινωνία μετά τον εμφύλιο δεν χρησιμοποίησε βία ενάντια στην εξουσία ούτε το ποινικό αδίκημα ούτε η πολιτική πράξη αντίστασης. Αν κάποιος τολμούσε να χρησιμοποιήσει βία ενάντια σε ένα χωροφύλακα δεν γινόταν αποδεκτός. Αυτό έσπασε με την πράξη του Κοεμτζή.»
Μας διηγείται ο συνομιλητής μας την απόπειρα που είχε ετοιμάσει εναντίον του Τζεβελέκου, υπουργού Δημόσιας Τάξης της χούντας. Δεν είχαν προηγηθεί άλλες πράξεις βίας εις βάρος υπουργών, και η φρουρά τους ήταν υποτυπώδης. «Τη στήσαμε στην Πανόρμου με δυο μασούρια δυναμίτη σε σωλήνα μαντεμένιο που τον είχαμε χαράξει με κόφτη, σαν χειροβομβίδες μιλς. Όμως αν τον χτυπούσαμε, θα σκοτωνόταν η συνοδεία του, 3-4 χωροφύλακες. Υπήρξε λοιπόν δισταγμός, παρότι ήταν εύκολος στόχος. Ο επαναστάτης για να φτάσει να χτυπήσει έναν άνθρωπο πρέπει να χάσει ο ίδιος ένα μέρος απ' την ανθρωπιά του. Αλλά τότε δεν υπήρχε συνέχεια. Από νομοταγείς πολίτες μιας -αντιδραστικής έστω- κοινοβουλευτικής δημοκρατίας κληθήκαμε από τη μια στιγμή στην άλλη να μεταβληθούμε σε εκτελεστές». Η εκπαίδευση της ομάδας του Κατσαρού κατά τη διάρκεια της δικτατορίας γινόταν στην Τήνο, κοντά σε νταμάρια, με μαθήματα σκοποβολής. «Σε κυκλικούς στόχους ακίνητους είχαμε μια σημαντική ευθυβολία. Όταν όμως σχεδίασε κάποιος έναν μπάτσο σε χαρτί και τον σημαδέψαμε, ούτε μια σφαίρα δεν βρήκε το στόχο». Μια άλλη πράξη που είχε σχεδιάσει η ομάδα ήταν η εκτέλεση χαφιέδων, σύμφωνα με το παράδειγμα των Ιρλανδών. «Εύκολοι στόχοι. Και όλος ο κόσμος θα έλεγε μπράβο. Όμως ούτε κι αυτός πραγματοποιήθηκε. Ακόμα τρέμαν τα χέρια μας.»
Την επαύριο της 21ης Απριλίου υπάρχουν σκέψεις στην γκεβαρική ομάδα να μετασχηματιστεί σε οργάνωση με το όνομα Επαναστατική Δράση και σήμα το αστέρι του Τσε, αλλά δεν ολοκληρώνονται. Ο Στέργιος Κατσαρός είναι από την πρώτη στιγμή καταζητούμενος. Το κόστος της συντήρησής του στην παρανομία είναι ιδιαίτερα υψηλό. Επιλέγεται ως καταλληλότερος να επισκεφθεί την Κούβα. Πρώτος σταθμός του ταξιδιού του είναι το Παρίσι, όπου παίρνει συστατικές επιστολές και διευθύνσεις. Υποχρεώνεται να μπαρκάρει σε ένα εμπορικό που ταξίδευε προς Λατινική Αμερική. Το θάνατο του Γκεβάρα τον πληροφορείται στα παράλια του Ειρηνικού, καθ' οδόν για Περού. «Ξέραμε ότι ο Τσε λείπει από την Κούβα. Πιστεύαμε ότι είναι κάπου στην Αφρική. Όταν μου το 'παν στο καράβι, προσπάθησα να μάθω απ' το ραδιόφωνο. Το πίστεψα μόνο όταν είδα το Time στη Λα Πας». Για καλή του τύχη, το ναυάγησαν το καράβι κοντά στο Γκουαντανάμο για να πάρουν την ασφάλεια. Αδύνατον να πάει βέβαια εκεί το Lloyd's! Ο Κατσαρός γίνεται λοιπόν ο πρώτος Έλληνας που θα επισκεφθεί τη μητρόπολη της επανάστασης.
«Τα αισθήματά μου είναι και σήμερα ξεκάθαρα απέναντι στην Κούβα. Αν έχω μια πατρίδα, αυτή είναι η Κούβα. Όταν πήγα δεν είχε ακόμα σβήσει η πρώτη φλόγα της επανάστασης. Η εικόνα του Τσε ήταν παντού. Αυτό που με ξένισε στην αρχή ήταν η απέχθεια προς τους ξένους που εκφράστηκε από τον εκπρόσωπο του κόμματος που πρωτοσυνάντησα μετά το ναυάγιο. Όταν πήγα στην Αβάνα διαπίστωσα τη διαφορά των οπαδών του Γκεβάρα που υποστήριζαν την άνευ όρων εξαγωγή της επανάστασης στις άλλες χώρες, αλλά βρίσκονταν σε δυσμένεια. Οι σοβιετόφιλοι, οι οποίοι συγκέντρωναν στα χέρια τους όλη την πραγματική εξουσία (αστυνομία, διοίκηση) αντιδρούσαν και επιδίωκαν την υιοθέτηση όλων των σοβιετικών προτύπων, στην παραγωγή αλλά και στις κοινωνικές σχέσεις: υλικά κίνητρα, σταχανοφισμός, οικογένεια. Όμως αυτή η τάση δεν μπορούσε να βάλει ευθέως κατά του Τσε. Όσο για τον Κάστρο, αυτός βρισκόταν κάπου στη μέση, σε κατάσταση Βοναπάρτη. Το όπλο του ήταν η μαζική εισαγωγή της νεολαίας και της γυναίκας στην πολιτική.»
Άλλος Έλληνας δεν υπήρχε τότε στην Κούβα. Οι πρώτες επαφές του Στέργιου Κατσαρού έγιναν μέσω της ταξιαρχίας -Βενσερέμος- στον κύκλο των αυτοεξόριστων απ' όλο τον κόσμο, των διωκόμενων αεροπειρατών που είχαν καταφύγει εκεί. Λόγος για βοήθεια προς την Ελλάδα δεν μπορούσε να γίνει. «Η Ελλάδα δεν ήταν Κονγκό. Αν χρειαζόταν βοήθεια, θα έπρεπε να τη ζητήσει από τη Ευρώπη». Μέσω Παρισιού ο Κατσαρός επιστρέφει στην Ελλάδα το Μάη του '68. Είχε επισημοποιηθεί η διάσπαση του ΚΚΕ. «Η ομάδα μου στην Ελλάδα συνέχιζε τη δράση με προκηρύξεις μέσω διάφορων οργανώσεων. Διάφοροι σύντροφοι θεωρητικά προετοίμαζαν κάποιες ομάδες με υλικά και όπλα. Πρακτικά δεν γινόταν τίποτα. Οπότε προσπαθώ να κάνω ένα μικρό πραξικόπημα μέσα στην οργάνωση, να τους φέρω σε τετελεσμένα γεγονότα. Μου είχαν δώσει τρεις οργανώσεις να συντονίζω, τη Λαϊκή Πάλη -αυτή που με πιάσανε- μια ομάδα μαθητών του Μωραϊτη και μια ομάδα εργατών στο Θησείο. Αυτές οι ομάδες είχαν δεχθεί να γίνουν οι εστίες της ένοπλης αντίστασης. Η ευθύνη η δική μου ήταν ότι έβλεπα πως τα παιδιά αυτά δεν ήταν ώριμα να προσχωρήσουν σε οργάνωση ένοπλης βίας. Εγώ όμως το τραβούσα.» Η εκπαίδευση γινόταν εν θερμώ. Πέρα από την απόπειρα κατά του Τζεβελέκου, ο Κατσαρός επέλεξε να ανατινάξουν τον Τρούμαν την 29η Αυγούστου, επέτειο της -συντριβής του συμμοριτισμού-, όταν το άγαλμα ήταν γεμάτο επισήμους και αστυνομία. Μοιραία στάθηκε η απόπειρα ανατίναξης του στρατιωτικού περίπτερου στην Έκθεση Θεσσαλονίκης τη μέρα που θα μιλούσε ο Παπαδόπουλος. Η ασφάλεια Θεσσαλονίκης τον συνέλαβε με τις μπόμπες συναρμολογημένες. Ακολούθησε η δίκη, η καταδίκη σε ισόβια, η φυλακή.
«Αν σκεφτόμουν λογικά, θα ανέβαλα την απόπειρα, τη στιγμή που ήταν μαζεμένο όλο το παρακρατικό σκυλολόι στη Θεσσαλονίκη. Πίστευα όμως -κι αυτό είναι ένα στοιχείο του βολονταρισμού του Τσε- ότι ένα άτομο μπορεί να υποκαταστήσει σημαντικές υλικές δυνάμεις. Ήταν μια υπερεκτίμηση. Θα 'πρεπε να παντρευτεί ο γκεβαρισμός με τον Χο, ο οποίος λέει ότι πρέπει να αρχίζεις από μικρές μάχες για σίγουρες νίκες». Μήπως αυτή η εμμονή του σε εντυπωσιακές ενέργειες οφειλόταν και στην προσπάθειά του να ξεχωρίσει από τις απλές κροτίδες άλλων οργανώσεων; «Δεν μας αφορούσε η τακτική της Δημοκρατικής Άμυνας και του Σημίτη. Ένα χαρακτηριστικό του γκεβαρισμού είναι ότι χτυπάμε πάντα στρατιωτικούς στόχους, δηλαδή ένοπλες εστίες της αντίδρασης».
Αποφυλακίζεται το '73 με τη γενική αμνηστία του Παπαδόπουλου. Είναι η περίοδος ανάπτυξης του μαζικού φοιτητικού κινήματος. Ο Γκεβάρα είναι ήδη μύθος. Για τον συνομιλητή μας η επικαιρότητα του -φοκίσμο- παραμένει. «Στο Πολυτεχνείο ζήσαμε μια πραγματική εξέγερση. Από την άλλη πλευρά το επαναστατικό υποκείμενο λείπει εντελώς. Δεν υπήρχε καμιά τακτική να προστατευθούμε από τα τανκς. Και όμως, μέσα στην πόλη τα τανκς είναι ανίσχυρα. Ακινητοποιούνται εύκολα. Είναι ένα ερώτημα άξιο διερεύνησης, για ποιο λόγο δεν βρέθηκε ούτε ένα χέρι τότε να σηκώσει κάποιο όπλο. Υπήρχαν και τεχνικά μέσα και δυναμίτες κι απ' όλα». Πώς δεν συνέπεσε αυτή η αυθόρμητη εξέγερση ούτε με μια έτοιμη ένοπλη οργάνωση; «Πιστεύω ότι η γενική αμνηστία ήταν πολύ έξυπνη κίνηση. Όλοι ξαφνιάστηκαν, γιατί νόμιζαν ότι θα εξαιρεθούμε εμείς, ο Καράγιωργας, ο Παναγούλης, και μερικοί άλλοι. Βγάζοντάς μας ο Παπαδόπουλος ποντάριζε στην αναποτελεσματικότητα που είχε μέχρι τότε επιδείξει η ένοπλη δράση. Έδειχνε ότι δεν έχει τίποτα να φοβάται». Εκείνη την εποχή παιζόταν από τον Γιώργο Κωνσταντίνου ο -Μανωλάκης ο βομβιστής-. «Αυτό κατάφερε ο Παπαδόπουλος. Να μεταμορφώσει τον αντάρτη πόλης σε γραφικό Μανωλάκη».
«Πιστεύω και σήμερα στην αξία της γκεβαρικής θεωρίας του -εστιασμού-. Αλλά μετά το Πολυτεχνείο ξεστράτισαν πολύ τα πράγματα. Φαίνεται ότι τα σπέρματα είχαν μπει. Οι οργανώσεις και οι τάσεις για ένοπλη πάλη αρχίζουν και παίρνουν το δρόμο για την τρομοκρατία. Οι παλιοί οπαδοί του γκεβαρισμού αποσύρονται, αποστασιοποιούνται και πια σαν άρνηση της προηγούμενης δράσης έχουμε την εμφάνιση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο που και η «17 Νοέμβρη» προβάλλει τη φωτογραφία του Τσε. Είναι μια παραμόρφωση της αντιστασιακής πάλης».
«Η επικαιρότητα του -εστιασμού- παραμένει όσο υπάρχουν οι εξαθλιωμένες μάζες από τη μια και η οργανωμένη δύναμη του κεφάλαιου από την άλλη. Πιστεύω ότι οι συγκρούσεις θα συνεχιστούν, αλλά υπάρχει αδυναμία σχηματισμού ενός παραδοσιακού επαναστατικού κόμματος. Δεν μπορούμε σήμερα να φανταστούμε την κόκκινη στρατιά που θα κατεβαίνει το μεγάλο ποτάμι. Όποιος θέλει να αντιδράσει, μπορεί να το κάνει μόνο με τη μορφή μικρών σχηματισμών, χωρίς να δίνει σημασία αν είχε δίκιο ο Τρότσκι ή ο Μάο. Όσο κι αν το σχήμα αυτό φαίνεται λίγο πρώιμο ή καθυστερημένο για την Ευρώπη και την Ελλάδα, δεν συμβαίνει το ίδιο για την Τουρκία, τις αραβικές χώρες, τον Τρίτο Κόσμο».

Σ.τ.Ε. (Η εμπειρία του Στέργιου Κατσαρού καταγράφηκε στο βιβλίο του «Εγώ ο προβοκάτορας, ο τρομοκράτης», Εκδόσεις Μαύρη Λίστα, 1999).

 

 



Αφιέρωμα Εμείς οι Γκεβαριστές O λόγος του Τσε Γκεβάρα
Γράμμα στον Φιντέλ O φωτογράφος Τσε Γκεβάρα Χρονολόγιο
Βιβλιογραφία Βιογραφικό Video

O πρωτομαγιάτικος λόγος του Τσε Γκεβάρα



Σύντροφοι,
Συναντιόμαστε άλλη μια φορά, την παραμονή της Διεθνούς Εργατικής Γιορτής για να τιμήσουμε τους συντρόφους εκείνους που ξεχώρισαν με τις προσπάθειές τους στις παραγωγικές υπηρεσίες της χώρας μας, στις υπηρεσίες του ευγενούς σκοπού της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, σαν πρωτοπόροι εργάτες σε κάθε μια απ' τις επιχειρήσεις στις οποίες μοιράζεται το υπουργείο μας.
Τους δώδεκα προηγούμενους μήνες, είχαμε περιοδικές συζητήσεις με τους συντρόφους εκείνους που, μήνα με το μήνα με την αφοσίωσή τους στην εργασία, ξεχώρισαν ανάμεσα στους εργάτες των επιχειρήσεών μας.
Έχουμε επαναλάβει ξανά και ξανά ότι, στην περίπτωση των πρωτοπόρων εργατών, η υπερβολική μετριοφροσύνη δεν είναι αρετή αλλά μειονέκτημα, ότι ο πρωτοπόρος εργάτης πρέπει με να δίνει παράδειγμα, πρέπει να το κάνει κατανοητό, να μεταδώσει τον ενθουσιασμό του, και να δει ότι η δική του ατομική προσπάθεια μετατράπηκε σε μια προσπάθεια συλλογική όλων των εργατών και των εργοστασίων της χώρας, ότι οι δυνάμεις των εργοστασίων πρώτης γραμμής, όλων των κέντρων παραγωγής, ότι μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα της δουλειάς και τη συνείδηση των ανθρώπων, για να κατακτηθεί η υλική επάρκεια που χρειάζεται για το χτίσιμο του σοσιαλισμού και τη δημιουργία ισχυρής συνείδησης στους απογόνους του, πράγμα που χρειάζεται για τη διατήρηση του σοσιαλισμού.
Ολόκληρο το χρόνο αυτά τα δύο έργα εκπληρώθηκαν. Όχι τέλεια, όχι χωρίς σοβαρές παραλείψεις, όχι χωρίς λάθη, καυγάδες, βήματα προς τα πίσω, αλλά με πολύ ενθουσιασμό και πλήρη αφοσίωση στο έργο μας, καταφέραμε το 1962 να δημιουργήσουμε μια ισχυρή κοινωνική βάση.
Συνεισφέραμε και εμείς στην ανάπτυξη της επαναστατικής συνείδησης ολόκληρου του κόσμου όταν, μπροστά στην αμερικάνικη πυρηνική απειλή, ο λαός μας ξεσηκώθηκε και έδωσε μια απάντηση που αναμφίβολα θα μείνει στην ιστορία. Ήταν παράδειγμα του πώς μια επανάσταση μπορεί να αντιμετωπίσει μεγάλο κίνδυνο, ακόμα και τον κίνδυνο της πυρηνικής καταστροφής - μια απειλή άγνωστη σε άλλες κοινωνίες στην παγκόσμια ιστορία-, και πώς με επαναστατική συνείδηση, θέληση για τη νίκη και τη συμπαράσταση ολόκληρου του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και όλων των ελευθέρων ανθρώπων τους κόσμου, ένας μικρός λαός, που ζει δίπλα στην πιο μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη της γης, μπορεί να θριαμβεύσει, να διατηρήσει την αυτονομία του και, το πιο σημαντικό, να συνεχίσει το χτίσιμο της κοινωνίας του.
Το κύριο έργο που μας ανατέθηκε, σύντροφοι, σ' αυτό που θα ονομαζόταν οχυρώματα της οικονομίας, είναι ατέρμονη κατασκευή, άσχετα με τις δυσκολίες και τους κινδύνους που πρέπει να ξεπεραστούν. Και ανταποκρινόμαστε σ' αυτό το έργο.
Κάθε χρόνο τα καταφέρνουμε και καλύτερα. Κάθε χρόνο μαθαίνουμε από τα λάθη μας και τις εμπειρίες των άλλων. Δημιουργούμε τη βάση για μια ισχυρή, αυτόνομη και αυτοδύναμη οικονομία που θα στηρίζεσαι στη γεωργία, που με τη σειρά της θα στηρίζεται στο γόνιμο έδαφος, το ευνοϊκό κλίμα και τη μικρή πληθυσμιακή πυκνότητα. Αλλά ο αναλφαβητισμός δε σημαίνει έλλειψη πολιτισμού καθώς η ανάγνωση και η γραφή είναι μοναχά το πρώτο βήμα του πολιτισμού.
Οι καινούργιες διαδικασίες προχωρούν με γιγάντια βήματα. Πολύ γρήγορα το να είσαι τεχνικός σ' αυτή τη χώρα θα προϋποθέτει τη γνώση δύο ή περισσότερων ξένων γλωσσών. Ο τεχνικός πρέπει να είναι ικανός να η ανάγνωση βιβλία στο αντικείμενο σε ξένες γλώσσες. Πρέπει να μάθει να διαβάζει γιατί οι καπιταλιστές έχουν προχωρήσει πολύ στον τεχνολογικό τομέα και πρέπει να μάθουμε να εκμεταλλευόμαστε τις γνώσεις τους.
Η αύξηση των προσόντων είναι βασική αποστολή για την κυβέρνηση και όλους τους ανθρώπους και δεν πρέπει να παραμεληθεί. Άντρες και γυναίκες, όταν θα είναι κουρασμένοι μετά απ' τη δουλειά, πρέπει να κάνουν το απαραίτητο διάβασμα και να συνεχίσουν έτσι να αυξάνουν τις γνώσεις τους.
Δεν είναι σημαντικό το ότι σε λίγες βδομάδες ή μήνες η απόσταση που καλύφθηκε φαίνεται μικρή. Αυτό είναι έργο χρόνων και ένα έργο δεν πρέπει ποτέ να τελειώνει. Το έργο αυτό είναι υπερβολικά δύσκολο για τον πρωτάρη, για τον εργάτη κάποιας ηλικίας που δεν έχει μάθει γραφή και ανάγνωση. Αλλά στο βαθμό που θα αποκτείται γνώση, θα ανάγεται η επιμόρφωση σε επαναστατικό καθήκον, κάτι λιγότερο ή περισσότερο επίπονο θα γίνει γι αυτό, και τελικά θα γίνει ανάγκη όλων. Τότε θα σταματήσει η προσπάθεια αυτή.
Σ' αυτό το σκοπό έχουν γίνει φοβερές προσπάθειες αλλά έχει καταναλωθεί και θα συνεχίσει να καταναλώνεται και ένα μεγάλο ποσό κοινωνικών αγαθών.
Πιστεύουμε ότι η μόρφωση και η δημόσια υγεία είναι υπηρεσίες που στις οποίες ποτέ δεν μπορούμε να πούμε ότι ξοδεύουμε αρκετά για το λαό μας. Και όσο περισσότερα δίνουμε, τόσο καλύτερα θα είναι για όλους. Και έτσι θα συνεχίσουμε να δίνουμε όσο το δυνατόν περισσότερα.
Αλλά να θυμάστε, οι καθηγητές που διδάσκουν τους μαθητές-εργάτες κρατιούνται εκτός παραγωγής και καταναλώνουν, συνεπώς, κρατικά χρήματα που πρέπει να ανταποδοθούν στην κοινωνία εις διπλούν.
Πρέπει να απασχοληθούμε με άλλο ένα σημαντικό πρόβλημα, τη νέα μισθολογική κλίμακα και τις νόρμες εργασίας, δύο στενά συνδεδεμένα θέματα που συζητούμε πάνω από ένα χρόνο. Θυμάμαι ότι πέρσι την παραμονή της Πρωτομαγιάς σ αυτή την αίθουσα είχα ζητήσει συγγνώμη που δεν είχα τελειώσει με αυτό το πρόβλημα. Φέτος ξαναζητώ συγγνώμη, αλλά το θέμα της νέας μισθολογικής κλίμακας και των νορμών εργασίας έχει προχωρήσει πολύ. Και τον επόμενο μήνα θα αρχίσουν δοκιμασίες σε διάφορες βιομηχανίες, όχι μόνο στο υπουργείο μας, αλλά σε όλους τους κλάδους της οικονομίας. Τότε, θα έχουμε τελειοποιήσει το σύστημα δίνοντας ένα μισθό σε όλη τη χώρα και πιο δίκαια αποζημίωση. Αλλά πρέπει να υπάρξει αυστηρότητα σε κάτι που δεν έχει ξεκαθαριστεί ακόμη. Το νέο μισθολογικό σύστημα, με τις τρέχουσες νόρμες εργασίας, δεν σημαίνει μισθολογική αύξηση. Κάθε άλλο.
Εξηγήσαμε ότι ο πρώτος κλάδος στον οποίο εφαρμόστηκε αυτό, ο μεταλλευτικός -και μόνο σε μερικά ορυχεία - εξαιτίας της σχετικά χαμηλής πληρωμής, οι νέες νόρμες εργασίας και το νέο μισθολογικό σύστημα σήμαιναν μεγάλες μισθολογικές αυξήσεις για τους συντρόφους εκεί. Αλλά δε θα είναι το ίδιο σε όλους τους κλάδους.
Είναι κάποιοι εργάτες που προς το παρόν πληρώνονται ανάλογα με τον μέσο όρο, και άλλοι εργάτες που παίρνουν περισσότερα απ' το μέσο όρο.
Ξεκαθαρίσαμε επίσης ότι όλοι εκείνοι οι εργάτες των οποίων η αμοιβή είναι μεγαλύτερη απ' όση καθορίζει το νέο μισθολογικό σύστημα θα συνεχίσουν να παίρνουν κανονικό μισθό, αλλά χωρισμένο σε δύο μέρη: ένα που ανταποκρίνεται στην πραγματική του εργασία και ένα επίδομα έτσι ώστε να μην διαταραχθούν τα οικονομικά των συντρόφων εκείνων που έπαιρναν υψηλότερο μισθό τόσα χρόνια και κάτω από διαφορετικές συνθήκες, την περίοδο ανάπτυξης του καπιταλισμού με τις άναρχες παραγωγικές σχέσεις.
Ωστόσο, όλοι όσοι μπαίνουν στην παραγωγή θα πληρώνονται σύμφωνα με το νέο μισθολογικό σύστημα, και ένα απ' τα κύρια σημεία απ' τα οποία θα εξαρτάται η μισθολογική αύξηση θα είναι οι ικανότητες του εργάτη. Αυτό σημαίνει ότι οι εργάτες που ικανοποιητικά εκπληρώνουν τα στάνταρ της ποσότητας και της ποιότητας για ορισμένο χρόνο, αλλά που δεν μπορούν να ανέβουν αυτόματα στη βαθμολογική κλίμακα γιατί ανήκουν σε διαφορετική μισθολογική τάξη, θα έχουν τη δυνατότητα να ανεβάσουν το μισθό τους. Έτσι, οι ατομικές ικανότητες θα λαμβάνονται υπ' όψιν στον υπολογισμό του μισθού. Όλα αυτά ας τα εξηγήσει ο Υπουργός Εργασίας. Θα υπάρξουν συζητήσεις και μια ολόκληρη διαδικασία αποσαφήνισης, αφού είναι ένα τόσο δύσκολο έργο στο οποίο στηρίζεται ολόκληρη η εθνική οικονομία.
Σε μερικές περιπτώσεις, θα σημαίνει αύξηση για να διορθώσει μερικές πολύ χαμηλές αμοιβές. Σε άλλες, οι αμοιβές θα παραμείνουν σταθερές, ανάλογα με τα μέτρα που θα υιοθετηθούν απ' τις μελέτες. Σε άλλες περιπτώσεις, θα μειωθούν οι μισθοί, αλλά αυτοί οι σύντροφοι θα έχουν μοιρασμένο μισθό και έτσι δε θα πληγεί το εισόδημά τους.
Απλά, ένα μέρος του μισθού του, του ανήκει, ας πούμε, για ιστορικούς λόγους. Όταν αυτός ο εργάτης φύγει απ' τη δουλειά του, ο μισθός γι αυτό το πόστο γίνεται κανονικός, ο σταθερός κανονικός μισθός, και δεν είναι πια ο πραγματικός μισθός που έπαιρνε ο υποθετικός αυτός εργάτης.
Για να τελειώσω αυτό το λόγο - λίγο μεγάλος, λίγο βαρετός - θέλω να σας υπενθυμίσω, σύντροφοι, την ευθύνη που όλοι ανεξαιρέτως έχουμε. Σήμερα βρισκόμαστε εδώ για να τιμήσουμε τους καλύτερούς μας εργάτες, τους εργάτες πρώτης γραμμής. Και τιμούμε επίσης τις εργατικές αντιπροσωπείες που ήρθαν να μας επισκεφτούν απ' όλο τον κόσμο
Είμαστε μια βιτρίνα, ένας καθρέφτης στον οποίο οι Αμερικάνοι μπορούν να δουν, και πρέπει να δουλεύουν για να αυξάνουμε τις ικανότητές μας κάθε μέρα σε βάρος των αδυναμιών μας. Δεν πρέπει να εφαρμόσουμε την τακτική του κρυψίματος των αδυναμιών μας. Κάτι τέτοιο δε θα ήταν ούτε τίμιο ούτε επαναστατικό. Θα διδαχθούν απ' τα λάθη μας, απ' τις παραλείψεις μας, οι σύντροφοι της Αμερικής αλλά και της Ασίας, και της Αφρικής, και όλων των χωρών που σήμερα πολεμούν για ανεξαρτησία. Δεν πρέπει να διστάζουμε να δείχνουμε κάποιο από τα λάθη του παρελθόντος, κάτι κακό στο παρελθόν που δεν μπορέσαμε να διορθώσουμε, ούτε ένα λάθος της σοσιαλιστικής παρουσίας μας.
Πρέπει να είμαστε ανοιχτοί, αυτό είναι το υψηλό καθήκον μας. Και καθένας από μας είναι υπεύθυνος απέναντι στους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο γι αυτά που κάνε ή θα κάνει Κουβανέζικη επανάσταση.
Ο δρόμος μας δεν είναι εύκολος, αλλά γεμάτος κινδύνους και εμπόδια. Ο ιμπεριαλισμός κρύβεται σε κάθε γωνιά του δρόμου, ελπίζοντας σε ένα στραβοπάτημά μας, έτοιμος να μας επιτεθεί. Οι αντιδραστικοί όλης της Αμερικής περιμένουν ν' ακούσουν με χαρά την επίσημη αναγνώριση των λαθών μας.
Βασικά, προσπαθούν να δείξουν στην Αμερική και σ' ολόκληρο τον κόσμο ότι αν ένα μικρό κράτος σαν εμάς, χωρίς βιομηχανία, χωρίς τεχνολογική ανάπτυξη προσπαθήσει να κάνει επανάσταση, θα αποτύχει. Και χρησιμοποιούν πλάγιες μεθόδους και σαμποτέρ για να σταματήσουν την ανάπτυξή μας.
Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας ούτε μια στιγμή αδυναμίας. Όχι τώρα που είμαστε κάτω απ' τα βλέμματα των προσκεκλημένων μας, ούτε ποτέ. Ολόκληρη η Αμερική παρατηρεί κάθε λεπτό της ζωής στη χώρα μας και βλέπουν σ' εμάς μια ελπίδα σωτηρίας, μια ελπίδα ν' απελευθερωθούν απ' τα δεσμά τους.
Ας τους δείξουμε τις αλήθειες του δρόμου που πήραμε, σύντροφοι! Ας τους δείξουμε ότι όχι μόνο είμαστε ικανοί όχι μόνο να αντιμετωπίσουμε σχεδόν άοπλοι, τις πάνοπλες δυνάμεις της ολιγαρχίας. Όχι μόνο μπορούμε και εξοπλίζουμε το λαϊκό στρατό παίρνοντας όπλα απ' τον εχθρό, αντιμετωπίζοντάς τους στο πεδίο της μάχης, αλλά και διαμορφώνουμε τις συνειδήσεις των λαών της Αμερικής μετατρέποντάς τους σε πολεμιστές εναντίον της δικτατορίας! Ας δείξουμε ότι δεν είμαστε μόνο ικανοί να κάνουμε τους ανθρώπους μας ένα, να βγάλουμε την πολεμική μας κραυγή, την προκλητική μας κραυγή. Ας τους δείξουμε, σύντροφοι, ότι μπορούμε να νικήσουμε σ' αυτό τον μακρύ και δύσκολο αγώνα στον οποίο υποχρεωνόμαστε χτίζοντας το σοσιαλισμό δίπλα σε μια καπιταλιστική υπερδύναμη.
Σε όλους τους κινδύνους, τις απειλές, τους εμπορικούς αποκλεισμούς, τα σαμποτάζ και τους διχασμούς, σε όλες τις δυνάμεις που προσπαθούν να μας εμποδίσουν, πρέπει να δείξουμε την ικανότητα του λαού μας να γράφει ιστορία. Πρέπει να όλοι ενωμένοι, ίσως όχι περισσότερο από σήμερα, να βαδίσουμε με τα μάτια στραμμένα στο μέλλον, με τα πόδια στο έδαφος, προσέχοντας κάθε μας βήμα και βεβαιώνοντας ότι κανένα βήμα μας δε θα παραδώσει ούτε πόντο απ' αυτά που κερδίσαμε, απ' αυτά που χτίσαμε, απ' αυτό που είναι δικό μας: το σοσιαλισμό!
Πατρίδα ή θάνατος! Θα νικήσουμε!

 




Αφιέρωμα Εμείς οι Γκεβαριστές O λόγος του Τσε Γκεβάρα
Γράμμα στον Φιντέλ O φωτογράφος Τσε Γκεβάρα Χρονολόγιο
Βιβλιογραφία Βιογραφικό Video

Γράμμα στον Φιντέλ



Φιντέλ,
Αυτή την ώρα θυμάμαι πολλά πράγματα, τότε που σ΄ αντάμωσα στης Μαρία Αντόνια, τότε που μου πρότεινες να έρθω, θυμάμαι όλη την ένταση της προετοιμασίας.
Μια μέρα ήρθαν να ρωτήσουν ποιος έπρεπε να ειδοποιηθεί σε περίπτωση θανάτου και η υπαρκτή δυνατότητα του πράγματος μας είχε εντυπωσιάσει. Μετά το μάθαμε ότι ήταν αλήθεια, ότι σε μια επανάσταση (αν είναι αληθινή) ΄η είσαι νικητής ΄η πεθαίνεις. Πολλοί έπεσαν στο δρόμο της νίκης.
Σήμερα, όλα έχουν ένα τόνο λιγότερο δραματικό, γιατί είμαστε πιο ώριμοι, γιατί το γεγονός επαναλαμβάνεται. Νιώθω ότι έχω εκπληρώσει το μερτικό απ΄  το χρέος μου που μ΄  έδενε με την κουβανέζικη επανάσταση σ΄  αυτό το έδαφος και σ΄  αφήνω, εσένα, τους συντρόφους, το λαό σου που τώρα πια είναι και δικός μου.
Παραιτούμαι κατά τους τύπους από τα καθήκοντα μου στην καθοδήγηση του κόμματος απ΄  τη θέση μου σαν υπουργού, απ΄  το βαθμό του ταγματάρχη, από τη νομική μου θέση σαν Κουβανέζου. Καμία νομική σχέση δεν με δένει με την Κούβα, αλλά μόνο δεσμοί άλλης φύσης που τα αξιώματα δεν μπορούν να τους σπάσουν.
Κάνοντας το ισοζύγιο της ζωής μου, πιστεύω ότι δούλεψα με αρκετή τιμιότητα και αφοσίωση για να εδραιωθεί η νίκη της επανάστασης. Το μόνο μου κάπως σοβαρό λάθος ήταν που δεν είχα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε σένα από τις πρώτες στιγμές στη Σιέρα Μαέστρα και δεν είχα καταλάβει γρήγορα τις αρετές σου του ηγέτη και του επαναστάτη.
Από τότε έζησα υπέροχες μέρες κι  ένιωσα την περηφάνια πλάι σου να ανήκω στο λαό μας στις φωτεινές και θλιβερές μέρες της κρίσης στην Καραϊβική. Σπάνια πολιτικός μπόρεσε να λάμψει πιο πολύ εκείνες τις μέρες. Είμαι περήφανος που σ΄ ακολούθησα χωρίς δισταγμούς, που ταυτίστηκα με τον τρόπο που σκέφτεσαι, που βλέπεις και που κρίνεις τους κίνδυνους και τις αρχές μας.
Άλλες «Σιέρρας» του κόσμου απαιτούν τη συμβολή των ταπεινών μου προσπαθειών. Εγώ μπορώ να κάνω ότι εσένα δεν σου είναι δυνατό απ΄τις ευθύνες που έχεις  όντας επικεφαλής της Κούβας, και ήρθε η ώρα να χωρίσουμε. Πρέπει να ξέρεις ότι το κάνω με ένα ανακάτωμα χαράς και θλίψης. Εδώ αφήνω το πιο γνήσιο μέρος των ελπίδων μου σαν δημιουργού κι ότι έχω πιο αγαπημένο μέσα στους ανθρώπους που αγαπώ, και αφήνω ένα λαό που με δέχτηκε σαν παιδί του. Αυτό θα εξακολουθεί να αποτελεί ένα μέρος της ψυχής μου. Θα πάρω μαζί μου στα καινούργια πεδία των μαχών την πίστη που μου ενέπνευσες, το επαναστατικό πνεύμα του λαού μου, τη συναίσθηση ότι εκτελώ το πιο ιερό καθήκον: να αγωνίζομαι ενάντια στον ιμπεριαλισμό όπου κι αν βρίσκεται. Τούτο με παρηγορεί και μαλακώνει εκατό φορές τον οποιονδήποτε σπαραγμό.
Επαναλαμβάνω ότι απαλλάσσω την Κούβα από κάθε ευθύνη εκτός από εκείνη που απορρέει από το παράδειγμα της. Ότι αν έρθει για μένα η αποφασιστική ώρα κάτω από άλλους ουρανούς, η τελευταία μου σκέψη θα είναι γι΄  αυτό το λαό και ξεχωριστά για μένα. Ότι σ΄  ευγνωμονώ για τη διδαχή σου και το παράδειγμα σου και θα προσπαθήσω να μείνω πιστός σ΄  αυτά ίσαμε τις τελευταίες συνέπειες των πράξεων μου. Ότι είχα ταυτισθεί πάντα με την εξωτερική πολιτική της Επανάστασης μας και θα εξακολουθώ να το κάνω πάντα. Ότι παντού όπου κι αν βρεθώ θα Νιώθω την ευθύνη ότι είμαι ένας Κουβανέζος επαναστάτης και σαν τέτοιος θα ενεργώ πάντα. Ότι δεν αφήνω κανένα υλικό αγαθό στα παιδιά μου και στη γυναίκα μου και δεν παραπονιέμαι καθόλου γι΄  αυτό. Με ευχαριστεί που έγινε έτσι. Ότι δεν ζήτω τίποτα γι΄  αυτά, γιατί το κράτος θα τους δώσει ότι τους χρειάζεται για να ζήσουν και να μορφωθούν.
Θα είχα πολλά πράγματα να πω, σε σένα και στο λαό μας, μα νιώθω ότι τα λόγια δεν είναι απαραίτητα, ότι δεν μπορούν να εκφράσουν αυτό που θα ήθελα και δεν υπάρχει λόγος να μουτζουρώσω κι άλλο χαρτί.
Ως τη νίκη πάντοτε: Πατρίδα ή Θάνατος!
Σε ασπάζομαι με όλη την επαναστατική μου φλόγα...




 

 




Αφιέρωμα Εμείς οι Γκεβαριστές O λόγος του Τσε Γκεβάρα
Γράμμα στον Φιντέλ O φωτογράφος Τσε Γκεβάρα Χρονολόγιο
Βιβλιογραφία Βιογραφικό Video

Τσε ο φωτογράφος

ΕΚΘΕΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ
Από το CECHE ( Κέντρο Μελετών Τσε Γκεβάρα), Αβάνα Κούβα


«Υπήρξα πρώτα φωτογράφος και μετά κομαντάντε...»
ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ (1928-1967)



Ο Μύθος,  ο Comandante, ο Επαναστάτη, ...αλλά και ένας Φωτογράφος!
Ο Τσε Γκεβάρα ήταν παθιασμένος με τη φωτογραφία και σε αυτό το ασυνήθιστο κομμάτι της ζωής του είναι αφιερωμένη η έξοχη έκθεση με τίτλο «Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Ο Φωτογράφος».Στα βιογραφικά του σημειώματα αυτή του η πλευρά εμφανίζεται σπάνια, παρόλο που αποτέλεσε μόνιμη ασχολία ως τις τελευταίες στιγμές του. Σε κάποια φάση της ζωής άλλωστε ήταν το βασικό του επάγγελμα. κυρίως στο Μεξικό, καλύπτοντας για λογαριασμό Αργεντίνικου πρακτορείου τους Παναμερικανικούς Αγώνες του 1955. Η φωτογραφία ήταν σημαντικό κομμάτι της ζωής του. Ακόμη και στο αντάρτικο, δίπλα στο όπλο του υπήρχε πάντα μια φωτογραφική μηχανή. «Οι φωτογραφίες του ακολουθούν με ιδανικό τρόπο την καθημερινότητα, μαζί με τα ιδανικά του αποτελούν μια αδιαχώριστη ενότητα»,αναφέρει ο γιος του Camilo. Παρατηρώντας  τις φωτογραφίες του κανείς διαισθάνεται την αρμονία πνεύματος και ψυχής, την ευστοχία της στιγμής. Οι φωτογραφίες του δεν είναι τουριστικές. Είναι ιστορικές και επαναστατικές. Αυτή το κομμάτι της ζωής του Τσε Γκεβάρα δεν έχει γίνει μέχρι τώρα γνωστή στο ευρύ κοινό ούτε καν σε όσους ασχολήθηκαν με τις άλλες τους πλευρές, του επαναστάτη, του υπουργού, του πατέρα.

 

Μία έκθεση αποκαλύπτει το φωτογραφικό ταλέντο του Τσε!
Το CECHE (Κέντρο Μελετών Τσε Γκεβάρα) εδρεύει στην Αβάνα, στο σπίτι που έμενε ο ίδιος. Το  διευθύνει η σύζυγος του Aleida March Guevara με την συμμετοχή των παιδιών τους.  Ο στόχος του κέντρου αυτού είναι να συλλέξει, να οργανώσει και να δημοσιεύσει όλο το υλικό που σχετίζεται με το έργο και τη ζωή  του Τσε Γκεβάρα. Το αρχείο  του κέντρου αποτελείται από χειρόγραφα, αυθεντικά κείμενα, φωτογραφίες, την προσωπική του βιβλιοθήκη, άλλα βιβλία  που μελετούσε καθώς και πολλές σημειώσεις του. Επίσης περιλαμβάνει προσωπικά του αντικείμενα.
Στον κατάλογο της έκθεσης υπογραμμίζεται: «αν θυμηθούμε εκείνες τις εικόνες, θα αντιληφθούμε ότι σε πολλές περιπτώσεις  είχε πάνω του την φωτογραφική μηχανή για την ύπαρξη της οποίας δεν έχει γίνει αναφορά μέχρι τώρα. Ήταν πολιτικός,  ήταν γιατρός, ήταν όμως και ένας έμπειρος φωτογράφος ο οποίος χρησιμοποιούσε την εικόνα ως  κριτική προέκταση της μνήμης.». Η συλλογή φωτογραφιών παρέμεινε ανέκδοτη στο Κέντρο Μελετών Τσε Γκεβάρα Αβάνα μέχρι και τον Απρίλη του 2001 που παρουσιάστηκε στην Βαλένσια (Ισπανία) και τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς στην Αβάνα στο Μόρο Καμπάνια. Στις αρχές του 2002 παρουσιάστηκε η έκθεση και στο Μεξικό και τώρα στο Μοντεβιδέο και από εδώ θα μεταφερθεί στην Γαλλία και σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και της Ασίας. Η έκθεση περιέχει φωτογραφίες από το δεύτερο ταξίδι του στη Λατινική Αμερική, ξεκινώντας από το 1953 και φτάνοντας στην τελευταία του γνωστή φωτογραφία στην Τανζανία, πριν αναχωρήσει για το Κονγκό, περίοδος που περιγράφεται με το έργο « Η Χρονιά που Βρισκόμασταν στο Πουθενά» με το οποίο κλείνει η έκθεση. Περιλαμβάνονται φωτογραφίες από το ταξίδι του στην Κούβα της Επανάστασης, στο Κάιρο, στη Δαμασκό, στην Ταϊλάνδη, στη Βιρμανία, στις Ινδίες, στο Πακιστάν, στην Κεϋλάνη, στο  Χονγκ Κονγκ, στην Ιαπωνία, στο Μαρόκο και στο Τολέδο. Οι φωτογραφίες περιλαμβάνουν αρχαιολογικούς χώρους, εργοστάσια, πόλεις, πορτρέτα, προσωπογραφίες. Η έκθεση χωρίζεται σε τρεις ενότητες: φωτογραφίες εποχής που εμφάνισε ο ίδιος ο Τσε, σύγχρονες  κόπιες βάση αρνητικού ή θετικού και σύγχρονες κόπιες βάσει  έγχρωμων διαφανειών. Ο Τσε ήταν γνώστης της φωτογραφικής τεχνικής και του άρεσε να τραβά  τόσο ασπρόμαυρες  όσο και  έγχρωμες.


Εραστής της Αρχαιολογίας, είχε την δυνατότητα να καταγράψει αναρίθμητα σχετικά στιγμιότυπα μερικά από τις οποίες εμφανίζονται στην έκθεση, εστιάζοντας ιδιαίτερα πολιτισμό των Αζτέκων του Μεξικού. Το 1963 επιστρέφει στη Σιέρα Μαέστρα, στα παλιά πεδία των μαχών όπου έπεσαν ηρωικά οι σύντροφοι του κατά την περίοδο του Μπατίστα τους οποίους και τιμά με τις φωτογραφίες του. Η σύζυγός του Αλέιδα Μαρτς θα είναι αυτή διευθύνει το Κέντρο Μελετών Τσε Γκεβάρα στην Αβάνα, ο γιος του ο Καμίλο και ο Ισπανός  Βίσεντ Μονσό αποτελούν την ομάδα πού μπόρεσε να βγάλει στο φως το φωτογραφικό έργο του Τσε.

Εκτός από τις φωτογραφίες η έκθεση περιλαμβάνει τις φωτογραφικές μηχανές του,  μια Plaubel Makina και μια Thagee, φιλμ Kodak, ταυτότητες και προσωπικά αντικείμενα. Δεν είναι μια έκθεση η οποία επικεντρώνεται στην καλλιτεχνική ή στην τεχνική διάσταση του έργου του, είναι μια μαρτυρία, ένα βίωμα ενός ευαίσθητου, ταλαντούχου, στρατευμένου, αφοσιωμένου ανθρώπου, που αγαπά την ζωή και τον συνάνθρωπό του.  Η έκθεση προσεγγίζει τον τρόπο με τον οποίο ο Τσε αντιλαμβάνεται τον κόσμο, την άμεση οπτική επαφή του με μια άγνωστη πραγματικότητα. Η εικόνα των πραγμάτων αποτελεί βασικό κομμάτι της επικοινωνίας και της απόδοσης της πραγματικότητας. Ο Τσε αυτό, το γνώριζε πολύ καλά και η εφευρετικότητα του στη συγκυρία της κατάλληλης στιγμής μας κληροδοτεί με μια πανέμορφη και ξεχωριστή συλλογή φωτογραφιών.  Αυτή η έκθεση το αποδίδει με τον κατάλληλο τίτλο: «Τσε: Ο Φωτογράφος».


Για μας ο Τσε είναι κάτι παραπάνω.
Είναι ένα παράδειγμα προς μίμηση που συνεχίζει να μας εκπλήσσει και στον 21ο αιώνα.

΄Εθεση Πολιτικής Αφίσας

500 Αφίσες από όλο το κόσμο για τον Τσε Γκεβάρα
300 Αφίσες αλληλεγγύης της Οspaaal
163 Εξώφυλλα του περιοδικού Τricontinental
(18 Μαΐου 2007 - Στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών)


Το 2007 δίκαια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ΕΤΟΣ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ. Τον Οκτώβρη του 2007 συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από τη στιγμή που ο Τσε άφησε την τελευταία του πνοή στα βουνά του Βαλλεγκράντε, δολοφονημένος από τους εντολοδόχους της CIA και των ΗΠΑ. Λίγους μήνες πριν, το Μάιο του 1967, στην Πρώτη Τριηπειρωτική Συνδιάσκεψη στην Αβάνα, διαβάστηκε μπροστά σε ένα εμβρόντητο κοινό το μήνυμα του Τσε στους Λαούς του Κόσμου.
Τα συγκλονιστικά λόγια του μηνύματος έδωσαν και δίνουν ακόμη παράδειγμα υψηλής έκφρασης διεθνισμού και αυτοθυσίας.
40 χρόνια μετά, η έκκληση του Τσε για διεθνιστική πάλη και αλληλεγγύη σε όλους τους καταπιεζόμενους Λαούς του κόσμου μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ.
40 χρόνια μετά, τα λόγια του ηχούν ακόμη εφιαλτικά στους δήμιούς του, καθώς φυλάσσονται στην καρδιά του κάθε αγωνιστή, σε κάθε μεριά της γης.
Η OSPAAAL(Οργάνωση για την Αλληλεγγύη των Λαών της Αφρικής-Ασίας-Λατινικής Αμερικής) το Μάιο του 1967 δημοσίευε σε ειδικό ένθετο το μήνυμα του μέσω του Tricontinental ενώ ο ίδιος ήταν ήδη ηγέτης του Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού της Βολιβίας. Η δημοσίευση αυτή αποτέλεσε και το έναυσμα για την κυκλοφορία του ιστορικού αυτού περιοδικού, που αποτελεί το θεωρητικό όργανο της OSPAAAL και κλείνει και αυτό φέτος τα 40 του χρόνια.
Το μήνυμα αυτό αποτέλεσε οδηγό για τους επαναστάτες του τότε και μια γενική νόρμα που θα ακολουθούσαν έκτοτε οι ηγέτες των Απελευθερωτικών Κινημάτων του Τρίτου Κόσμου. Υπήρξε όμως και η πολιτική διαθήκη ενός ανθρώπου που στιγμάτισε με το αίμα του και το παράδειγμά του το απόσταγμα των ιδεών. Ενός ανθρώπου που δεν λυπήθηκε καμία προσπάθεια που θα μπορούσε να ενώσει τους επαναστάτες που μάχονταν για την ελευθερία των λαών τους, έστω κι αν ακολουθούσαν διαφορετικούς δρόμους.


Στο μήνυμα του ο Τσε κάνοντας μια συνολική θεώρηση των προβλημάτων που ταλάνιζαν τις συγκεκριμένες χώρες του Τρίτου Κόσμου προτείνει συγκεκριμένες λύσεις για τη συνέχιση του αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και μια συντονισμένη μάχη σε διεθνές επίπεδο. Για την Αφρική υπογραμμίζει ότι «αποτελεί στα σχέδια βόρειο-αμερικανικού ιμπεριαλισμού, το μακροπρόθεσμο ρεζερβουάρ του...» μια φράση που σήμερα ακόμη διατηρεί τη δυναμική της αφού βλέπουμε ότι η «Αυτοκρατορία» έχει συνειδητοποιήσει τη σπουδαιότητά της και τα τελευταία χρόνια σχεδιάζουν αποστολές στα εδάφη της Μαύρης Ηπείρου και ανανεώνουν τις προηγούμενες αποστολές τους και τη διείσδυσή τους σε αυτή. Για την Ασία πάλι επεσήμαινε ότι «υπάρχουν ειδικές πολιτικές συνθήκες» που της αποδίδουν «χαρακτηριστικά κεφαλαιώδους σημασίας». Η ήττα των Αμερικανών στο Βιετνάμ επιβεβαίωσε τις εκτιμήσεις του. Οι επεκτατικές επιδιώξεις τους πληθαίνουν και οι πολυεθνικές επιχειρήσεις έχουν αναλάβει να επεκτείνουν τον -πολιτισμό τους- και να επιβληθούν σε λαούς που φέρουν ένα πολιτισμό χιλιετηρίδων και αρνιούνται να απεμπολήσουν τις ιστορικές, εθνικές τους παραδόσεις. Όμως είναι στη Λατινική Αμερική που το μήνυμα του Τσε αποκτά σήμερα τις πραγματικές του διαστάσεις γιατί «οι κυβερνήσεις μαριονέτες ή στην καλύτερη των περιπτώσεων αδύναμες και δειλές, δε μπορούν να αντισταθούν στις διαταγές του αφέντη-γιάνκη». Πάνω από την ήπειρο αυτή πλανιέται ακόμη το φάντασμα των στρατιωτικών επεμβάσεων που διέκρινε τότε ο Τσε κι έλεγε με την «προειδοποίηση ότι τα στρατεύματα των γιάνκηδων είναι διατεθειμένα να επέμβουν σε οποιοδήποτε σημείο της Λατινικής Αμερικής όπου η επιβαλλόμενη τάξη τείνει να αλλοιωθεί, θέτοντας σε κίνδυνο τα συμφέροντά τους.» Το ίδιο επίκαιρο είναι το μήνυμα του αν κοιτάξει κάποιος την κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Μια περιοχή εκρηκτική όπου ο ιμπεριαλισμός κάνει σήμερα την μεγάλη του επίθεση. Το έγκλημα στο Ιράκ, η ατιμώρητη επίθεση εναντίον του Λιβάνου, η γενοκτονία του Ισραήλ στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη.
Ο Τσε στο μήνυμά του δεν είχε παραλείψει να αναφερθεί και στην Ευρώπη: «Το χρέος για απελευθέρωση αναμένεται ακόμα σε χώρες της Γηραιάς Ηπείρου, επαρκώς ανεπτυγμένες για να νιώσουν όλες τις αντιξοότητες του καπιταλισμού, αδύναμες όμως να ακολουθήσουν τον ιμπεριαλιστικό δρόμο. Εκεί οι αντιξοότητες θα αποκτήσουν τα επόμενα χρόνια εκρηκτικό χαρακτήρα, όμως τα προβλήματα τους και κατά συνέπεια η λύση τους θα είναι διαφορετικά από εκείνα των δικών μας εξαρτημένων και οικονομικά καθυστερημένων χωρών». Για να κατανοήσουμε τα λόγια του ας θυμηθούμε το τι συνέβη μετά την Επανάσταση στην Πορτογαλία, στην διαλυμένη πλέον Γιουγκοσλαβία ή τα επίπεδα κοινωνικών εντάσεων στις αναπτυγμένες χώρες.
Το κάλεσμα του Τσε να φτιάξουμε δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ ερμηνεύεται σήμερα στο ακριβές μέτρο των ιστορικών συνθηκών, αξιολογείται η συνεισφορά των πολιτικών επαναστατικών δυνάμεων, αναγνωρίζεται ο ρόλος των Λαϊκών κοινωνικών κινημάτων για δικαιοσύνη και οικοδόμηση σταθερής βάσης αλληλεγγύης, αγώνων και αντίστασης για την οριστική απελευθέρωση των χωρών και των λαών του κόσμου.


Η οργάνωση OSPAAAL ίσως να μην είναι ευρύτερα γνωστή στη χώρα μας. Ωστόσο η πολυετής δράση της από την ίδρυση της το 1967 στην πρώτη Τριηπειρωτική Συνδιάσκεψη στην Αβάνα έχει τον αντίκτυπο της σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο λεγόμενος 'Τρίτος Κόσμος' αναγνωρίζει την OSPAAAL ως τον κύριο εκφραστή του που μάχεται για τα προβλήματα που βασανίζουν τις χώρες αυτές, τη φτώχεια και την τρομερή καταπίεση και ανισότητα στην οποία υπόκεινται χρόνια τώρα. Πέρα από τις όποιες δραστηριότητες της, συνέδρια που οργανώνει, εκδηλώσεις αλληλεγγύης, εκδίδει εδώ και 40 χρόνια, το περιοδικό TRICONTINENTAL σε 3 γλώσσες (Ισπανικά- Αγγλικά- Γαλλικά), που φιλοξενεί στις σελίδες του τις εξελίξεις στις χώρες αυτές, καταγγέλει την καταδυνάστευση και ανήλεη εκμετάλλευση τους από Αμερική και υπόλοιπες μεγάλες Δυνάμεις, ενισχύει τον αγώνα τους για ανεξαρτησία.
Η οργάνωση OSPAAAL όμως έχει παράγει και ένα πλούσιο καλλιτεχνικό έργο. Οι πιο σημαντικοί καλλιτέχνες αυτών των χωρών αντέδρασαν στην ανισότητα, την αδικία και τη δυστυχία αυτών των Λαών και δημιούργησαν ένα εικαστικό έργο υψηλής αισθητικής αξίας. Αυτό το έργο παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό. Πρόκειται για μια έκθεση που περιλαμβάνει περίπου 300 αφίσες φιλοτεχνημένες από 55 κορυφαίους Κουβανούς καλλιτέχνες που αναφέρονται στους αγώνες 39 χωρών και από τις 3 ηπείρους. Παράλληλα θα εκτεθούν και όλα τα εξώφυλλα από τα 161 τεύχη του ιστορικού περιοδικού Tricontinental από την πρώτη ημέρα της έκδοσης του το 1967 έως και σήμερα. Από μια τέτοια έκθεση δε θα μπορούσαν να λείψουν και οι αφίσες που παγκοσμίου φήμης καλλιτέχνες από 40 χώρες έχουν σχεδιάσει για τον Τσε. Εκτίθενται συνολικά 500 αφίσες καλλιτεχνών που εμπνεύστηκαν από τη ζωή του, τον αγώνα του και τα ιδανικά του. Μια τέτοια έκθεση με ένα σύνολο χιλίων περίπου εκθεμάτων παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό και θα αποτελέσει ένα αδιαμφισβήτητο πολιτιστικό και πολιτικό γεγονός για τη χώρα μας.
Η έκθεση διοργανώθηκε από την OSPAAAL, την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, το περιοδικό Tricontinental και τη New Star και είναι υπό την Αιγίδα της Πρεσβείας της Δημοκρατίας της Κούβας στην Ελλάδα και του Υπουργείου Πολιτισμού της Κούβας.

 




Αφιέρωμα Εμείς οι Γκεβαριστές O λόγος του Τσε Γκεβάρα
Γράμμα στον Φιντέλ O φωτογράφος Τσε Γκεβάρα Χρονολόγιο
Βιβλιογραφία Βιογραφικό Video

Χρονολόγιο



Η διαδρομή του μύθου

1928: Γέννηση του Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα, πρώτου παιδιού του μηχανικού Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς και της Σέλια ντε λα Σέρνα (14/6). Ακολουθούν, μέχρι το 1934, άλλα τρία παιδιά. 
1947: Γράφεται στην ιατρική σχολή του Μπουένος Αϊρες.
1948: Περνά τις διακοπές του δουλεύοντας στο λεπροκομείο του Σαν Φρανσίσκο ντε Σανάρ, στα ορεινά της Κόρδοβα.
1951-52: Επτάμηνη περιπλάνηση με μοτοσικλέτα και ωτοστόπ στη Λατινική Αμερική (Αργεντινή, Χιλή, Βολιβία, Περού, Κολομβία, Βενεζουέλα) μαζί με το φίλο του Αλμπέρτο Γκρανάδο (29/12-26/7). Επιστροφή στο Μπουένος Αϊρες αεροπορικά, μέσω Μαϊάμι (Σεπτ).
1953: Πτυχιούχος της ιατρικής (12/6). Δεύτερο μεγάλο ταξίδι στη Λατ. Αμερική (7/7): Βολιβία, Περού, Ισημερινός, Παναμάς, Κοσταρίκα, Ονδούρα και Σαλβαδόρ. Άφιξη στη Γουατεμάλα (24/12).
1954: Απορρίπτει πρόταση για ένταξή του στο "Γουατεμαλέζικο Κόμμα Εργασίας" (ΚΚ) σαν προϋπόθεση για εργασιακή του `τακτοποίηση' (Φεβρ). Εισβολή μισθοφόρων της CΙΑ ανατρέπει την προοδευτική κυβέρνηση του Χάκομπο Αρμπενς (27/6). Συμμετοχή του Γκεβάρα στην ένοπλη πολιτοφυλακή της κομμουνιστικής νεολαίας, που επιχειρεί να αντισταθεί στους εισβολείς. Καταζητούμενος από την αστυνομία του νέου καθεστώτος, ζητά άσυλο στην πρεσβεία της Αργεντινής (τέλη Ιουλίου) και φεύγει στο Μεξικό (Σεπτ). Η CIA ανοίγει ατομικό φάκελό του (φθιν).
1955: Διάφορες δουλειές στην Πόλη του Μεξικού: πλανόδιος φωτογράφος, νυχτοφύλακας, φωτορεπόρτερ, βοηθός σε νοσοκομείο. Γνωριμία με τον εξόριστο Φιντέλ Κάστρο και τους συντρόφους του, που του δίνουν το προσωνύμιο "Τσε" (9/7). Γάμος του με την 30χρονη περουβιανή Ιλντα Γκαντέα Ακόστα, με την οποία συνδέεται από τη Γουατεμάλα (18/8). Ταξίδι στο Τσιάπας και το Γιουκατάν (Νοεμβ).
1956: Γεννιέται η κόρη του Ιλντίτα (15/2). Προετοιμασία για ανταρτοπόλεμο στην Κούβα με το "Κίνημα της 26ης Ιουλίου" (Μ26J) του Κάστρο. Σύλληψη του Τσε από τη μεξικανική αστυνομία (24/6), απόλυσή του ύστερα από κράτηση 57 ημερών (10/8). Απόβαση 82 μαχητών, μεταξύ των οποίων οι Γκεβάρα και Κάστρο, στην Κούβα με τη θαλαμηγό "Γκράνμα" (2/12). Αποδεκατισμός τους από το στρατό του Μπατίστα, τραυματισμός του Τσε (5/12). Είκοσι δύο επιζήσαντες καταφεύγουν στη Σιέρα Μαέστρα.
1957: Πρώτες μικρές νίκες των ανταρτών (Γεν). Ο Τσε προβιβάζεται σε κομαντάντε κι αναλαμβάνει τη διοίκηση της δεύτερης επαναστατικής φάλαγγας (22/7).
1958: Οι αντάρτες περνούν στην επίθεση (Ιούλ). Η φάλαγγα του Τσε διασχίζει την ανατολική Κούβα και καταφεύγει στα βουνά του Εσκαμπρέ, στο κέντρο του νησιού (Σεπτ-Οκτ). Τελική νίκη των επαναστατών στη μάχη της Σάντα Κλάρα (28-31/12).
1959: Φυγή του Μπατίστα (1/1), είσοδος της φάλαγγας του Τσε στην Αβάνα (2/1). Ο Γκεβάρα αναλαμβάνει διοικητής της στρατιωτικής ακαδημίας (13/1), αποκτά την κουβανική υπηκοότητα (9/2) και οργανώνει τις δίκες των βασανιστών του παλιού καθεστώτος. Πρώτο του άρθρο για τον ανταρτοπόλεμο, στην εφημερίδα Revoluciόn (19/2). Διαζύγιο (22/5) και δεύτερος γάμος του με την Αλέιδα Μάρτς, στέλεχος του Μ26J στη Σάντα Κλάρα την εποχή του αντάρτικου (2/6). Πρώτη διεθνής περιοδεία του σε Αίγυπτο, Σουδάν, Ινδία, Ινδονησία, Γιουγκοσλαβία και Κεϋλάνη, για τη δημιουργία δεσμών ανάμεσα στην Κούβα και το Μπλοκ των Αδεσμεύτων (12/6-8/9). Αναλαμβάνει διευθυντής του Εθνικού Ινστιτούτου Αγροτικής Μεταρρύθμισης (7/10) και, παράλληλα, πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας (26/11).
1960: Έκδοση του βιβλίου του "Ο Ανταρτοπόλεμος" (Απρ). Εθνικοποίηση των αμερικανικών εταιρειών στην Κούβα (6/8). Δεύτερη περιοδεία του Τσε σε Τσεχοσλοβακία, ΕΣΣΔ, Κίνα, Β. Κορέα και Αν. Γερμανία (22/10-23/12). Γέννηση του δεύτερου παιδιού του, της Αλέιδα (24/11).
1961: Αναλαμβάνει υπουργός Βιομηχανίας της Κούβας (23/2). Απόβαση μισθοφόρων της CIA στον Κόλπο των Χοίρων, αποκρούεται από τους Κουβανούς (17/4). Ομιλία του Τσε στην οικονομική διάσκεψη του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών, στην Πούντα ντελ Εστε της Ουρουγουάης: απόρριψη της `Συμμαχίας για την Πρόοδο' που εισηγούνται οι ΗΠΑ για τη Λατινική Αμερική (8/8). Επισκέψεις-αστραπή στην Αργεντινή και τη Βραζιλία (19-20/8).
1962: Εκδίωξη της Κούβας από τον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών (31/1) κι επιβολή πλήρους εμπορικού αποκλεισμού εις βάρος της από τις ΗΠΑ (3/2). "Δεύτερη διακήρυξη της Αβάνας", υπέρ του επαναστατικού αγώνα σε παναμερικανική κλίμακα (4/2). Γέννηση του Καμίλο, τρίτου παιδιού του Γκεβάρα (20/5). Νέα επίσκεψη του Τσε στην ΕΣΣΔ, υπογραφή συμφωνίας για οικονομική συνεργασία (27/8-7/9). Κρίση των πυραύλων (22-28/10), οργή των Κουβανών για το "ξεπούλημά" τους απ' τον Χρουστσόφ.
1963: Σύλληψη της μητέρας του Τσε στην Αργεντινή, κατά την επιστροφή της από ένα ταξίδι στην Κούβα, και φυλάκισή της (Απρ). Γέννηση της Σέλια, τέταρτου παιδιού του Τσε (14/6). Ταξίδι στην Τσεχοσλοβακία και την Αλγερία (Ιουν). Κυκλοφορεί το κείμενό του "Ο ανταρτοπόλεμος: μια μέθοδος", στο οποίο υποστηρίζει την αναγκαιότητα της ένοπλης πάλης σε πανηπειρωτική κλίμακα (Σεπτ). Νέος, ριζοσπαστικότερος νόμος για την αγροτική μεταρρύθμιση (4/10).
1964: Εκπροσωπεί την Κούβα στην παγκόσμια διάσκεψη για το εμπόριο και την ανάπτυξη, στη Γενεύη (25/3). Πανωλεθρία της απόπειρας για δημιουργία αντάρτικης εστίας στην Αργεντινή από το `δεύτερο κομαντάτε' -και φίλο του Γκεβάρα- Χόρχε Μασέτι (18/4). Τρίτη και τελευταία επίσκεψη του Τσε στη Μόσχα, όπου έχει συγκροτηθεί ένα εχθρικό γι' αυτόν λόμπι από τα λατινοαμερικανικά ΚΚ που αντιτίθενται στην ένοπλη πάλη (4-19/11). Σε ομιλία του στο Σαντιάγο της Κούβας, καταγγέλλει την `ηττοπάθεια' των ΚΚ της Λατ. Αμερικής (30/11). Επίσκεψη στη Ν. Υόρκη ( 4-13/12) και ομιλία του στη ΓΣ του ΟΗΕ υπέρ των απελευθερωτικών κινημάτων του Τρίτου Κόσμου (11/12). Αμέσως μετά, ξεκινά μια τρίμηνη περιοδεία στην Αφρική (Αλγερία, Μαλί, Κονγκό-Μπραζαβίλ, Γουϊνέα, Γκάνα, Δαχομέη, Αίγυπτος, Τανζανία) και την Κίνα, που θα διαρκέσει μέχρι το Μάρτιο του 1965.
1965: Γέννηση του 5ου και τελευταίου παιδιού του, του Ερνέστο (24/2). Τελευταία δημόσια ομιλία του στο Αλγέρι, στο 2ο Οικονομικό Σεμινάριο Αφροασιατικής Αλληλεγγύης: κάλεσμα για ενιαίο αντιιμπεριαλιστικό αγώνα σε παγκόσμια κλίμακα, σκληρή κριτική στις άνισες ανταλλαγές μεταξύ του "σοσιαλιστικού μπλόκ" και του Τρίτου Κόσμου (25/2). Επιστροφή στην Κούβα, τελευταία δημόσια εμφάνισή του στο αεροδρόμιο της Αβάνας (15/3). Επιστολή παραίτησής του από όλα τα επίσημα αξιώματα και την κουβανική υπηκοότητα. Μυστική αναχώρησή του για την Αφρική (1/4). Άφιξη στο Νταρ-Ες- Σαλάμ της Τανζανίας (19/4). Συμμετοχή του Τσε και 150 περίπου κουβανών εθελοντών στο επαναστατικό κίνημα του Κονγκό-Ζαϊρ (Μάιος-Νοέμβριος). Αποχώρηση από το Κονγκό, μετά την ήττα των επαναστατικών δυνάμεων (23/11).
1966: Παραμονή ινκόγκνιτο στο Νταρ-Ες-Σαλάμ. Συγγραφή μιας φιλοσοφικής πραγματείας και μιας οξείας κριτικής του σοβιετικού Εγχειριδίου Πολιτικής Οικονομίας, που μένει αδημοσίευτη μέχρι σήμερα (Γεν. - Μαρτ.). Ταξίδι στην Πράγα, όπου παραμένει επίσης ινκόγκνιτο, προετοιμάζοντας την επικείμενη επιχείρησή του στη Λατ. Αμερική. Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες για παραμονή του για ένα διάστημα στην Ανατ. Γερμανία (Μαρτ. - Ιουλ.). Επιλογή της Βολιβίας, ως προνομιακού πεδίου δημιουργίας αντάρτικης εστίας με προοπτική ανταρτοπόλεμο σε παναμερικανική κλίμακα, ύστερα από εισήγηση του Κάστρο (Ιουν.). Επιστροφή στην Κούβα ινκόγκνιτο (21/7) και προετοιμασίες. Άφιξη στη Λα Πας με το ψευδώνυμο Αδόλφο Μένα Γκονσάλες (3/11), εγκατάσταση στην αντάρτικη βάση του Νακαχουασού. Ρήξη με το γενικό γραμματέα του ΚΚ Βολιβίας, Μάριο Μόνχε, για το ζήτημα της καθοδήγησης του ένοπλου αγώνα (31/12).
1967: Καταγγελία του αντάρτικου από το ΚΚΒ και διαγραφή των μελών της νεολαίας του που ακολούθησαν τον Γκεβάρα (8-10/1). Ανακάλυψη της παρουσίας των ανταρτών από το στρατό (11/3) και κατάληψη της βάσης του Νακαχουασού (17/3). Πρώτη επιθετική ενέργεια του Εθνικοαπελευθερωτικού Στρατού (ELN) του Τσε (23/3). Δημοσιεύεται το μήνυμα του Τσε προς την Τριηπειρωτική: `Εμπρός για 2,3, πολλά Βιετνάμ' (16/4). Σύλληψη του γάλλου συγγραφέα Ρεζί Ντεμπρέ κι επιβεβαίωση της παρουσίας του Τσε στη Βολιβία (20/4). Τραυματισμός και σύλληψη του Γκεβάρα σε συμπλοκή με το στρατό στο φαράγγι του Γιούρο (8/10). Εκτέλεσή του την επομένη, με διαταγή της βολιβιανής χούντας.

 




Αφιέρωμα Εμείς οι Γκεβαριστές O λόγος του Τσε Γκεβάρα
Γράμμα στον Φιντέλ O φωτογράφος Τσε Γκεβάρα Χρονολόγιο
Βιβλιογραφία Βιογραφικό Video

Βιβλιογραφία

Ο Τσε από τον Γκεβάρα
Τσε Ερνέστο Γκεβάρα
Εκδόσεις Τόπος

Το λεύκωμα Ο Τσε από τον Γκεβάρα περιλαμβάνει ανέκδοτα προσωπικά κείμενα του Τσε Γκεβάρα και φωτογραφίες που προέρχονται από το ιδιωτικό αρχείο της οικογένειάς του. Παρουσιάζει το ανθρώπινο πρόσωπο του θρυλικού επαναστάτη, όπως το είδε, το έζησε και το διατήρησε στη μνήμη της η οικογένειά του. Στις σελίδες αυτές, μέσα από τα κείμενα και αμέτρητες προσωπικές φωτογραφίες αποκαλύπτεται ένας πολύ ιδιαίτερος, πολύ παθιασμένος, πολύ ειρωνικός, πολύ σκωπτικός και ιδιοφυής άνθρωπος: είναι ο αληθινός Γκεβάρα που έγινε ο επαναστάτης Τσε.
Το λεύκωμα Ο Τσε από τον Γκεβάρα περιλαμβάνει:

-Δύο αδημοσίευτα διηγήματα και αδημοσίευτα ποιήματα του Τσε
-Τα πρώτα του ημερολόγια
-Αδημοσίευτες επιστολές στους στενούς φίλους και την οικογένειά του
-Επιστολές σε συντρόφους του και σε διάφορες ιστορικές προσωπικότητες
-Αδημοσίευτες λογοτεχνικές κριτικές του
-Σημειώματά του στον Τύπο με αναλύσεις διεθνών γεγονότων
Πολλές από τις φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο λεύκωμα Ο Τσε από τον Γκεβάρα δημοσιεύονται για πρώτη φορά. Οι περισσότερες από αυτές είναι τραβηγμένες από τον ίδιο τον Τσε, ο οποίος είχε μανία με τη φωτογραφία, και άλλες είναι βγαλμένες από τα φωτογραφικά άλμπουμ της οικογένειας. Φυσικά, ο τόμος περιλαμβάνει και μερικές από τις πιο εμβληματικές φωτογραφίες του. Με ένα απλό ξεφύλλισμα ο αναγνώστης βλέπει να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του ένα μαυρόασπρο φιλμ με πρωταγωνιστή τον πιο αναγνωρίσιμο επαναστάτη του εικοστού αιώνα.

Πράγματι, στο πολύτιμο αυτό αρχειακό υλικό στηρίχτηκε και ο γνωστός σκηνοθέτης Στίβεν Σόντερμπεργκ για να γυρίσει την πολυσυζητημένη ταινία με τίτλο Τσε.  Πρόκειται για την κινηματογραφική βιογραφία του Γκεβάρα που παρουσιάζει το ανθρώπινο πρόσωπο του θρυλικού επαναστάτη. Η ταινία αυτή, συνολικής διάρκειας 4,5 ωρών, προβλήθηκε στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών, εντυπωσίασε κοινό και κριτικούς και χάρισε στον πρωταγωνιστή Μπενίτσιο Ντελ Τόρο το βραβείο Καλύτερου Ανδρικού Ρόλου.

Τσε Γκεβαρα εικόνες μιας ζωής-μικρό δεμένο
Σάντσες Ματίλδε
Εκδόσεις Μεταίχμιο


Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα ανήκει μόνο στον εαυτό του. Τέσσερις περίπου δεκαετίες μετά την εκτέλεση του σε βουνό της Βολιβίας, ο Τσε μοιάζει να μας στέλνει ένα τελευταίο συνωμοτικό κλείσιμο του ματιού που παρακινεί σε εξέγερση. Ο πιο διάσημος αντάρτης του 20ού αιώνα προβάλλει τη δική του μεγάλη πορεία αντικομφορμισμού στις νέες γενιές. Πέρα από τις πράξεις πολιτικής αναταραχής, με μεγάλη επιρροή στη δεκαετία του '60, σήμερα είναι κυρίως η φυσιογνωμία του -αυτή η οικεία και ταυτόχρονα άγνωστη εικόνα- που προβάλλει ένα συναίσθημα κόντρα στο σύστημα και ένα πρότυπο αδιάφθορης συμπεριφοράς απέναντι στην εξουσία. Το βιβλίο αυτό, στο οποίο περιλαμβάνονται τετρακόσιες φωτογραφίες καθώς και οι αντίστοιχες λεζάντες τους, αποτελεί ένα συναρπαστικό οδοιπορικό όπου, εν είδει σεναρίου, εικόνες και σχόλια, φωνές και οράματα συνδυάζονται και αναμειγνύονται. Μέσα από 400 περίπου φωτογραφίες του Che παρακολουθούμε τη ζωή του μεγαλύτερου επαναστάτη του 20ού αιώνα από τα παιδικά του χρόνια μέσα στην οικογένεια μέχρι την πολιτική δραστηριοποίηση, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και το τέλος του.

 

Επιλογή:
Φροϊλάν Γκονσάλες, Άδις Κουπούλ (μφ. Δέσποινα Μάρκου), CIA κατά Τσε, Σύγχρονη Εποχή, 1997
Ζαν Κορμιέ, Ίλδα Γκεβάρα Γκαδέα και Αλμπέρτο Γρανάδο Χιμένες, Τσε Γκεβάρα, Καστανιώτης 1995
Νταριέλ Αλαρκόν Ραμίρες, Οι επιζήσαντες σύντροφοι του Τσε, Καστανιώτης 1997
Νταριέλ Αλαρκόν Ραμίρες (μφ. Εύη Κεφαλά), Η ζωή και ο θάνατος της επανάστασης στην Κούβα. Αναμνήσεις ενός κουβανού στρατιώτη, εκδ. Επίκεντρο, 2002
Αλμπέρτο Γρανάδο (μφ. Μυρσίνη Γκανά), Ταξιδεύοντας με τον Che, Μεταίχμιο 2004
Πάκο Ιγνάσιο Ταΐμπο ΙΙ, Ερνέστο Γκεβάρα: Γνωστός και ως Τσε, Κέδρος 2005
Μάικ Γκονζάλες, Ο Τσε Γκεβάρα και η επανάσταση στην Κούβα, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο 2005
David Downing (μφ. Σοφία Σκουλικάρη), Τσε Γκεβάρα, εκδ. Σαββάλας 2003
Μάικλ Ράτνερ, Μάικλ Στίβεν Σμιθ (μφ. Μαριάννα Τζιαντζή), Ο Τσε Γκεβάρα και το FBI, εκδ. Μαύρη λίστα 1999
Κριστόφ Λοβινύ (μφ. Σοφία Σκουλικάρη), Τσε Γκεβάρα: Η φωτοβιογραφία, εκδ. Πατάκης 1998
Jon Lee Anderson, Che Guevara: A Revolutionary Life, New York: Grove Press, 1997.
Jorge G. Castaneda, Companero: The Life and Death of Che Guevara, Vintage 1998.
Ημερολόγια και κείμενα του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα
Ερνέστο Τσε Γκεβάρα (μφ. Χριστίνα Πάντζου), Κείμενα, Σύγχρονη Εποχή, 1997
Ερνέστο Τσε Γκεβάρα (μφ. Ευάγγελος Κεφαλλονίτης), Ημερολόγια μοτοσικλέτας, εκδ. Νέα Σύνορα, 2004
Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, Άπαντα, εκδ. Καρανάση, 1982
Ερνέστο Τσε Γκεβάρα (μφ. Ντίνα Σιδέρη), Λατινοαμερικάνα, εκδ. Λιβάνη, 1994
Ερνέστο Τσε Γκεβάρα (μφ. Κώστας Διαβολίτσης), Ο ανταρτοπόλεμος, εκδ. Άποψη 2005.

 




Αφιέρωμα Εμείς οι Γκεβαριστές O λόγος του Τσε Γκεβάρα
Γράμμα στον Φιντέλ O φωτογράφος Τσε Γκεβάρα Χρονολόγιο
Βιβλιογραφία Βιογραφικό Video

Βιογραφικό

Ο Ερνέστο Γκεβάρα γεννήθηκε στο Ροσάριο της Αργεντινής, γιος της Σέλια ντε λα Σέρνα και του Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς, το μεγαλύτερο από τα συνολικά πέντε παιδιά της οικογένειας. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό γέννησής του, γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1928. Κατά τον βιογράφο του, Τζον Λι Άντερσον, η πραγματική ημερομηνία γέννησής του τοποθετείται νωρίτερα, στις 14 Μαΐου του ίδιου έτους. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε μαρτυρία μίας αστρολόγου, στην οποία φέρεται να εξομολογήθηκε η μητέρα του πως ήταν ήδη τριών μηνών έγκυος όταν παντρεύτηκε τον Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς.
Η οικογένεια του ήταν μια από τις οικογένειες της αργεντινή ολιγαρχίας, με ισπανικές και ιρλανδικές καταβολές. Το οικογενειακό δέντρο των Λιντς περιλαμβάνει Ιρλανδούς μετανάστες, που έκαναν την εμφάνισή τους στην Αργεντινή από τις αρχές του18ου αιώνα. Η μητέρα του ήταν απόγονος του αξιωματούχου του Περού, Χοσέ ντε λα Σέρνα, ο οποίος ήταν βασκικής καταγωγής. O παππούς του, Χουάν Μαρτίν ντε λα Σέρνα, ήταν μέλος της Ριζοσπαστικής Πολιτικής Ένωσης (''Union Civic Radical''), του πρώτου κόμματος με ευρεία λαϊκή βάση στην Αργεντινή. Παρόλα αυτά οι γονείς του νεαρού Ερνέστο δεν απέφευγαν καθόλου την επαφή με ανθρώπους χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων. Πολλά μέλη της ολιγαρχίας θεωρούσαν προκλητικό αυτό τον τρόπο ζωής επειδή το ζεύγος Γκεβάρα έδειχνε φανερά ότι σεβόταν και δεχόταν προοδευτικές ιδέες. O πατέρας του χαρακτηρίζεται ως τυχοδιώκτης, που εγκατέλειψε τις αρχικές του σπουδές αρχιτεκτονικής, προκειμένου να δραστηριοποιηθεί στον επιχειρηματικό χώρο, ενώ η μητέρα του υπήρξε ένθερμη καθολική που αργότερα όμως μεταστράφηκε στο φιλελευθερισμό της αριστεράς.
Ο Ερνέστο ήταν μόλις δύο ετών όταν διαπιστώθηκε ότι πάσχει από άσθμα. Η ασθένεια αυτή τον συνόδεψε όλη του τη ζωή και συνέβαλε σημαντικά στην εξέλιξη της προσωπικότητάς του. Αντί να προφυλάσσεται, προσπαθούσε να σκληραγωγηθεί μέσω του αθλητισμού. Σε ηλικία εννέα ετών, παρουσίασε βαριά επιπλοκή στο άσθμα που τον ταλαιπωρούσε και διαπιστώθηκε «σπαστικός βήχας». Εξαιτίας της κατάστασης της υγείας του, δεν φοίτησε κανονικά στο σχολείο. Αρχικά, έμαθε να γράφει και να διαβάζει από την μητέρα του, ενώ αργότερα φοίτησε στο δημόσιο σχολείο ολοκληρώνοντας κανονικά μόνο τη δεύτερη και τρίτη τάξη, παρακολουθώντας τα μαθήματα των υπολοίπων όταν του επέτρεπε η υγεία του και μελετώντας κυρίως στο σπίτι.
Στην παιδική του παρέα υπήρχαν παιδιά από διάφορα κοινωνικά στρώματα της περιοχής. Ήδη τότε φανερώθηκε το χάρισμα και η κοινωνικότητα του Γκεβάρα, χαρίσματα τα οποία καλλιεργούσαν συνεχώς οι γονείς του. Ήταν πλέον καθημερινό το φαινόμενο να μπαινοβγαίνουν τα παιδιά της γειτονιάς και της περιοχής συνεχώς στο σπίτι των γονέων του. O Γκεβάρα ήταν παράλληλα σοβαρό και εσωστρεφές αγόρι, το οποίο από νωρίς άρχισε να ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνία. Κατά την περίοδο της εφηβείας του, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ποίηση και ειδικότερα για το έργο του Πάμπλο Νερούδα. Ένα βιβλίο με ποιήματα του Νερούδα βρέθηκε στον υπνόσακο του Γκεβάρα μετά τη σύλληψή του στη Βολιβία.
Κατά τον Τσε, το ''Κάντο Χενεράλ'' αποτελούσε το σπουδαιότερο έργο αμερικανικής ποίησης, ενώ συγχρόνως έγραφε και ο ίδιος ποιήματα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα εκτείνονταν από κλασικά έργα του Τζακ Λόντον ή του Ιούλιος Βερν Ιουλίου Βερν μέχρι πραγματείες του Σίγκμουντ Φρόυντ και του Μπέρτραντ Ράσελ. Σύμφωνα με τον πατέρα του, «όταν έγινε δώδεκα χρονών κατείχε μία παιδεία που αναλογούσε σε έναν νέο δεκαοκτώ ετών, ενώ η βιβλιοθήκη του ήταν γεμάτη από κάθε είδους βιβλία περιπέτειας και ταξιδιωτικά μυθιστορήματα». Σε μεγαλύτερη ηλικία, ανέπτυξε επίσης ενδιαφέρον για τη φωτογραφία. To 1942 εγγράφηκε στο δημόσιο λύκειο Ντέαν Φούνες της Κόρδοβα. Οι σχολικοί του βαθμοί υπήρξαν πολύ καλοί στη λογοτεχνία, την ιστορία και τη φιλοσοφία, αλλά και πολύ κακοί στην αγγλική γλώσσα, τα μαθηματικά και τη φυσική ιστορία. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε να συντάσσει ένα είδος φιλοσοφικού λεξικό|λεξικού, καταγράφοντας τα αναγνώσματά του ή κρατώντας σημειώσεις σχετικά με αυτά. Από τα συνολικά επτά τετράδια που συνιστούν το λεξικό του Γκεβάρα, ένα είναι χαμένο και τα υπόλοιπα παραμένουν αδημοσίευτα. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στο λύκειο, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στον τομέα της εφαρμοσμένης μηχανική|μηχανικής.
Γράφτηκε στη Σχολή Εφαρμοσμένης Μηχανικής του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες και για ένα διάστημα εργάστηκε στην κατασκευή δημοσίων έργων, κυρίως σε μικρές πόλεις. Η ασθένεια της γιαγιάς του, Άνας, η οποία είχε υποστεί εγκεφαλική αιμορραγία και κατόπιν ημιπληγία, τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την εργασία του προκειμένου να την φροντίσει κατά τις τελευταίες μέρες της ζωής της. Τόσο η δική της κατάσταση, που οδήγησε στο θάνατό της, όσο και η προσωπική του εμπειρία με το άσθμα τον επηρέασαν βαθιά, και πιθανώς συνέβαλαν στην απόφαση του να ασχοληθεί τελικά με την Iατρική.
Το 1948 γράφτηκε στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1953, χωρίς όμως να ακολουθήσει την κλινική πρακτική που απαιτείτο προκειμένου να είναι σε θέση να εξασκήσει το επάγγελμα του γιατρού. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, στα τέλη του 1950, εξασφάλισε άδεια ώστε να εργαστεί ως νοσοκόμος σε εμπορικά πλοία του αργεντινού στόλου. Τους επόμενους μήνες πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στην νότια και στην κεντρική Αμερική, στη διάρκεια των οποίων έζησε από κοντά της κοινωνικές συνθήκες στις λατινοαμερικανικές χώρες. Επηρεασμένος από τις εμπειρίες αυτές, άρχισε να ασχολείται όλο και περισσότερο με τα πολιτικά ζητήματα και τον Μαρξισμό.
Μετά την αποφοίτησή του από την ιατρική σχολή του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες, ο Γκεβάρα ταξίδεψε στη Γουατεμάλα, με ενδιάμεσους σταθμούς τη Βολιβία, το Περού, τον Παναμά, την Κόστα Ρίκα, τη Νικαράγουα και το Ελ Σαλβαδόρ. Εκεί γνώρισε την Περουβιανή οικονομολόγο Ίλδα Γκαδέα, η οποία εργαζόταν στην κρατική υπηρεσία του Ινστιτούτου Προώθησης της Παραγωγής. Η Γκαδέα ήταν εξόριστη εξαιτίας της συμμετοχής της στη Λαϊκή Επαναστατική Αμερικανική Συμμαχία (American Popular Revolutionary Alliance, APRA) του Περού, και διέθετε γνωριμίες με πολιτικά πρόσωπα. Με τη βοήθειά της, ο Γκεβάρα ήρθε σε επαφή με ένα ευρύ κύκλο εξόριστων και αριστερών διανοουμένων. Κατά το δεύτερο μήνα της παραμονής του στη χώρα, και ενώ η πολιτική της κατάσταση εντεινόταν λόγω των μεταρρυθμίσεων του φιλελεύθερου λαϊκού καθεστώτος του προέδρου Χάκομπο Άρμπενς (Jacobo Albenz Guzman), ο Γκεβάρα πραγματοποίησε τις πρώτες του επαφές με πολιτικούς της κυβέρνησης. Στις 15 Φεβρουαρίου του 1954 ανέφερε σε επιστολή του προς τη θεία του πως είχε λάβει οριστικά θέση υπέρ της κυβέρνησης της Γουατεμάλας, επιλέγοντας το κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα (Partido Guatemalteco de Trabajo) και σχετιζόμενος με άλλους αριστερούς διανοούμενους. Στα τέλη του ίδιου μήνα, κατέγραψε επίσης την πολύ κακή οικονομική του κατάσταση.
Για ένα σύντομο διάστημα, ο Γκεβάρα εγκατέλειψε τη Γουατεμάλα και μετέβη στο Ελ Σαλβαδόρ, προκειμένου να ανανεώσει τη βίζα παραμονής του. Λίγο μετά την επιστροφή του, επιχειρήθηκε από τη CIA ένοπλη δράση, με επικεφαλής το συνταγματάρχη Κάρλος Καστίγιο Άρμας, για την ανατροπή της κυβέρνησης του Άρμπενς και με αφορμή την άφιξη ενός πλοίου με όπλα από την Τσεχοσλοβακία[7][8]. Ο Γκεβάρα συμμετείχε στην ένοπλη πολιτοφυλακή της κομμουνιστικής νεολαίας που αντιστάθηκε, αλλά παρά τη διάθεσή του να αγωνιστεί στο μέτωπο, κατετάγη τελικά ως γιατρός. Στις 27 Ιουνίου, ο Άρμπενς ανακοίνωσε την παραίτησή του και αναζήτησε άσυλο στη μεξικανική πρεσβεία. Ο Γκεβάρα, επίσης καταζητούμενος του νέου καθεστώτος, αναζήτησε άσυλο στην πρεσβεία της Αργεντινής κατόπιν προτροπής του φίλου του, Σάντσες Τοράνσο. Οι πολιτικές εξελίξεις στη Γουατεμάλα σημάδεψαν βαθιά τον Γκεβάρα και η εμπειρία που αποκόμισε στη χώρα χαρακτηρίζεται ως σημείο πολιτικής καμπής για τον ίδιο.
Η επανάσταση στην Κούβα. Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1954, ο Γκεβάρα ταξίδεψε στο Μεξικό, που αποτελούσε κοινό προορισμό εξόριστων Λατινοαμερικανών, από χώρες όπως το Πουέρτο Ρίκο, το Περού, η Βενεζουέλα, η Γουατεμάλα και η Κούβα. Στην πόλη του Μεξικού, συνάντησε τον Κουβανό εξόριστο Νίκο Λόπες, γνώριμό του από την περίοδο της παραμονής του στη Γουατεμάλα, ενώ επανασυνδέθηκε και με την Ίλδα Γκαδέα. Προκειμένου να συντηρείται οικονομικά, εργάστηκε ως γιατρός και ως φωτογράφος, εν μέσω πολλαπλών επαγγελματικών κρίσεων και οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπισε κατά διαστήματα. Το καλοκαίρι του 1955, ήρθε σε επαφή με τον αδελφό του Φιντέλ Κάστρο, Ραούλ, από τον οποίο πληροφορήθηκε την επικείμενη άφιξη του Κάστρο στο Μεξικό. Στις αρχές Ιουλίου του 1955[9], o Γκεβάρα συνάντησε για πρώτη φορά τον Φιντέλ Κάστρο, o οποίος ήταν αρχηγός των "Moνκαντίστας", και είχε καταφύγει στο Μεξικό μετά την αποφυλάκισή του, αποτέλεσμα της χάρης που του δόθηκε από τον Μπατίστα. Την πρώτη συνεύρεσή τους ακολούθησαν πολυάριθμες συναντήσεις και συζητήσεις γύρω από την πολιτική κατάσταση στη Λατινική Αμερική και το ενδεχόμενο της οργάνωσης μίας επανάστασης ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα. Την ίδια περίπου περίοδο, η Γκαδέα του ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος και ο Γκεβάρα της πρότεινε γάμο, ο οποίος τελέστηκε τελικά στις 18 Αυγούστου 1955, στο ληξιαρχείο του μεξικανικού χωριού Τεποτσοτλάν.
Πεπεισμένος πως ο Κάστρο είχε τις προϋποθέσεις να αποτελέσει ένα χαρισματικό ηγέτη της κουβανικής επανάστασης, ο Γκεβάρα συμμετείχε στο κίνημα της 26ης Ιουλίου (ισπ. Movimiento 26 de Julio, M-26-7), με στόχο την ένοπλη δράση για την ανατροπή του κουβανικού καθεστώτος. Ο Γκεβάρα συμφώνησε να τους συνοδεύσει με την ιδιότητα του γιατρού, ωστόσο έλαβε κανονικά μέρος στην στρατιωτική εκπαίδευση των ανταρτών, το βασικό στάδιο της οποίας ξεκίνησε στις αρχές του 1956, υπό τις οδηγίες του Μεξικανού παλαιστή Αρσάνιο Βαγένας σε ζητήματα εκγύμνασης και αυτοάμυνας, καθώς και του πρώην συνταγματάρχη του Ισπανικού Δημοκρατικού Στρατού, Αλπέρτο Μπάγιο. Στα απομνημονεύματα του Μπάγιο, πληροφορούμαστε πως ο Γκεβάρα επέδειξε μεγάλη θέληση κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης, αποτελώντας τον καλύτερο μαθητή του. Την ίδια περίοδο, θεωρείται πιθανό πως απέκτησε το παρωνύμιο Τσε (Che), εξαιτίας της συχνής χρήσης της λέξης che (φίλος ή και επιφώνημα: Ε εσύ!) που έκανε ο ίδιος μιλώντας, έκφραση που αν και είχε εισαχθεί στη γλώσσα των Αργεντινών, φαινόταν αστεία στους Κουβανούς.
Στις 25 Νοεμβρίου του 1956, 82 επαναστάτες, μεταξύ αυτών και ο Τσε Γκεβάρα, ταξίδεψαν με το πλοιάριο Granma, από τον ποταμό Τούξπαν του Mεξικoύ με προορισμό την Κούβα, στην οποία έφθασαν τελικά στις 2 Δεκεμβρίου. Κατά την απόβασή τους, δέχθηκαν επίθεση από τα στρατεύματα του καθεστώτος, από την οποία επέζησαν 15-20 αντάρτες που κατάφεραν να ανασυνταχθούν και να καταφύγουν στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα. Με σημείο εκκίνησης την επίθεση αυτή, ο ρόλος του Τσε Γκεβάρα στον ανταρτοπόλεμο διαφοροποιήθηκε σταδιακά, αντιλαμβανόμενος o ίδιος όλο και λιγότερο ως μοναδικό καθήκον του την ιατρική συμπαράσταση, και λαμβάνοντας ενεργό μέρος στις ένοπλες δραστηριότητες τον επαναστατών. Η αποφασιστικότητά του και οι ικανότητες του, σύντομα οδήγησαν στην άνοδό του στην ιεραρχία του αντάρτικου σώματος, κερδίζοντας το σεβασμό των υπολοίπων ανταρτών, χωρίς να απουσιάζει και το αίσθημα του φόβου που προκαλούσε ενίοτε η σκληρότητά του, υπεύθυνος ο ίδιος για εκτελέσεις ανταρτών που λειτουργούσαν ως πληροφοριοδότες του κουβανικού καθεστώτος. Υπήρξε ο πρώτος αντάρτης, στον οποίο δόθηκε το αξίωμα του Κομαντάντε του Επαναστατικού Στρατού της Κούβας, στις 21 Ιουλίου 1957. Αν και μέχρι τότε αποτελούσε έναν απλό οπλίτη, χωρίς να έχει διακριθεί ιδιαιτέρως σε στρατιωτικό επίπεδο αλλά έχοντας επιδείξει γενναιότητα και αρχηγικές δεξιότητες, ο Κάστρο του εμπιστεύτηκε την ηγεσία της Δεύτερης Φάλαγγας του αντάρτικου στρατού (για λόγους παραλλαγής έφερε τον αριθμό 4), έχοντας έτσι μόνο τον Κομαντάντε εν Σέφε Φιντέλ Κάστρο ως ανώτερό του.
Η μεγαλύτερη ίσως στρατιωτική επιτυχία του Τσε Γκεβάρα υπήρξε η κατάκτηση της Σάντα Κλάρα στις 29 Δεκεμβρίου 1958, μία καθοριστική στιγμή στην ιστορία της κουβανικής επανάστασης. Είχαν προηγηθεί δύο χρόνια ανταρτοπολέμου στην Σιέρρα Μαέστρα εναντίον του πολύ μεγαλύτερου στρατού του Μπατίστα, o οποίος δεχόταν και την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών. Με την κατάκτηση της Σάντα Κλάρα, ο δρόμος για την πρωτεύουσα Αβάνα ήταν πλέον ελεύθερος και την 1η Ιανουαρίου του 1959, ο δικτάτορας Μπατίστα εγκατέλειψε την Κούβα, με προορισμό την Δομινικανή Δημοκρατία. Την μάχη στη Σάντα Κλάρα ακολούθησαν και άλλες σημαντικές πολεμικές συγκρούσεις, πριν την τελική επικράτηση των ανταρτών.
Μετά την επιτυχία του αντάρτικου στρατού και κατά τους πρώτους μήνες της κατάληψης της εξουσίας, ο Τσε Γκεβάρα τέθηκε διοικητής του φρουρίου Λα Καμπάνια, με αρμοδιότητα να εξετάζει τις εφέσεις των υποθέσεων των δύο Επαναστατικών Δικαστηρίων (Tribunales Revolucionarios, TR) που λειτουργούσαν δικάζοντας στρατιωτικούς και αστυνομικούς ή πολίτες. Στις 7 Φεβρουαρίου 1959, ψηφίστηκε ένα διάταγμα μέσω του οποίου αποκτούσαν την κουβανική υπηκοότητα όλοι οι αλλοδαποί διοικητές του αντάρτικου στρατού. Ο νόμος αυτός, επρόκειτο εμφανώς να εφαρμοστεί αποκλειστικά στην περίπτωση του Τσε Γκεβάρα, αποτελώντας ένα είδος φόρου τιμής και αναγνώρισης στο πρόσωπό του και τη συμβολή του στην κουβανική επανάσταση.
Μαζί με τους Φιντέλ Κάστρο, Ραούλ Κάστρο και Καμίλο Σιενφουέγος, αποτέλεσε μετά την επανάσταση σημαντικό μέλος της νέας κουβανικής κυβέρνησης, η οποία σύντομα ξεκίνησε να πραγματοποιεί ριζικές μεταρρυθμίσεις, καθιερώνοντας για παράδειγμα δωρεάν σύστημα υγείας, όπως και ένα εκπαιδευτικό σύστημα που εξασφάλιζε και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα (μέχρι τότε κυρίως αναλφάβητα) σχολική μόρφωση. Στην κυβέρνηση, ο Γκεβάρα υποστήριξε περισσότερο τις κομμουνιστικές ιδέες απ' όσο ο Φιντέλ Κάστρο. Αν και ήταν ένθερμος υποστηρικτής μίας ριζικής αγροτικής μεταρρύθμισης στη χώρα, χαρακτήρισε τον πρώτο σχετικό νόμο της κυβέρνησης ως μετριοπαθή, «που δεν αποτολμούσε να υπεισέλθει στα ουσιαστικότερα ζητήματα, όπως ήταν η κατάργηση της μεγάλης γαιοκτησίας». Στις 7 Οκτωβρίου, ο Κάστρο του ανέθεσε την αρχηγία του Τομέα Βιομηχανίας του Εθνικού Ινστιτούτου της Αγροτικής Μεταρρύθμισης (Insituto Nacional de la Reforma Agragia, INRA), ρόλος που προστέθηκε στα καθήκοντά του ως διοικητής της Λα Καμπάνια αλλά και αρχηγός του Τμήματος Εκπαίδευσης των Ενόπλων Δυνάμεων. Για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του έργου του, ο Γκεβάρα απευθύνθηκε στον οικονομολόγο Σαλβαδόρ Βιλασέκα, ξεκινώντας μαζί του μία σειρά από μαθήματα ανώτερων μαθηματικών.
Στην ακμή της πολιτικής του δραστηριότητας ως μέλος της κυβέρνησης, ο Τσε διορίστηκε διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας, στις 26 Νοεμβρίου 1959, διατηρώντας παράλληλα την ευθύνη για το τμήμα βιομηχανίας του INRA και την πολιτιστική επιμόρφωση του στρατού. Ανάμεσα στις πρώτες του ενέργειες, ήταν μία σειρά μέτρων με στόχο τον έλεγχο του αποθέματος συναλλάγματος, καθώς και η ρευστοποίηση των τραπεζών του καθεστώτος του Μπατίστα. Στα τέλη του έτους, και ενώ οι τράπεζες των Ηνωμένων Πολιτειών είχαν ήδη αναστείλει τις πιστώσεις των εισαγωγών, άρχισε να διερευνά, σε συνεργασία με τον Φιντέλ Κάστρο και άλλους κομμουνιστές ηγέτες, το ενδεχόμενο της σοβιετικής στήριξης. Το Φεβρουάριο του 1960, υποδέχθηκε τον Αναστάς Μικογιάν, μέλος του πολιτικού γραφείου του κομμουνιστικού κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και ένθερμο υποστηρικτή της προσέγγισης με την Κούβα, όπως άλλωστε ήταν αρχικά και ο ίδιος ο Τσε. Το επόμενο διάστημα, εντάθηκε η αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της κουβανικής κυβέρνησης, ενώ στις 13 Οκτωβρίου κηρύχθηκε εμπάργκο σε όλα τα εμπορεύματα με προορισμό την Κούβα, αποκλείοντας τη χώρα από κάθε οικονομική δραστηριότητα. Μία εβδομάδα αργότερα, ο Τσε Γκεβάρα σχολίασε τον αποκλεισμό, αναφερόμενος σε ελλείψεις που δεν θα ήταν δυνατό να καλυφθούν, αλλά και εκφράζοντας αισιοδοξία για την πορεία της κρατικοποιημένης πλέον βιομηχανίας. Παράλληλα, έκανε γνωστό πως δεν ήταν πλέον πρόεδρος της τράπεζας, αναλαμβάνοντας νέα καθήκοντα.
Στα τέλη Οκτωβρίου του 1960, συμμετείχε ως επικεφαλής μίας διπλωματικής αποστολής, με στόχο την εξασφάλιση της στήριξης του σοβιετικού μπλοκ, με τις κύριες διαπραγματεύσεις να πραγματοποιούνται στη Σοβιετική Ένωση. Συναντήθηκε με τον Χρουτσόφ στη Μόσχα ενώ αργότερα επισκέφτηκε το Πεκίνο όπου συνάντησε τον Μάο Τσετούνγκ και έγινε γενικά θερμά δεκτός. H περιοδεία του περιλάμβανε ακόμα την Κορέα και τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. H αποστολή εξασφάλισε τελικά ευνοϊκές συμφωνίες, για την εξαγωγή τεσσάρων εκατομμυρίων τόνων ζάχαρης, σε τιμή υψηλότερη από εκείνη της παγκόσμιας αγοράς, εξασφαλίζοντας παράλληλα τον εφοδιασμό της Κούβας με πετρέλαιο και αγορές βιομηχανικών μονάδων με ευέλικτες πιστώσεις. Στις 23 Φεβρουαρίου 1961 διορίστηκε υπουργός του νεοσύστατου Υπουργείου Βιομηχανίας της Κούβας, σκοπός του οποίου ήταν η οργάνωση των πολυάριθμων βιομηχανικών μονάδων που είχαν αποκτηθεί, καθώς και των κρατικοποιημένων επιχειρήσεων που υπάγονταν στο Τμήμα Βιομηχανίας του INRA.
Τον Απρίλιο του 1961, κατά τη διάρκεια της αμερικανικής εισβολής του Κόλπου των Χοίρων, ο Τσε Γκεβάρα τέθηκε επικεφαλής των κουβανικών στρατευμάτων που θα υπερασπίζονταν την επαρχία Πινάρ ντελ Ρίο, όπου σύμφωνα με ενδείξεις των μυστικών υπηρεσιών, αναμενόταν η πρώτη επίθεση. Χάρη στην αποτελεσματική αντίδραση της κουβανικής αεροπορίας και την αντίσταση της πολιτοφυλακής, η αμερικανική εισβολή απέτυχε, ενώ το στράτευμα του Γκεβάρα παρέμεινε σε αμυντική διάταξη και ανενεργό, καθώς η συγκέντρωση αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων κοντά στο Πινάρ ντελ Ρίο αποτέλεσε τελικά προσπάθεια αντιπερισπασμού.
Συνεχίζοντας το έργο του ως υπουργός βιομηχανίας, επεδίωξε να προωθήσει την ταχεία εκβιομηχάνιση της χώρας, πρόγραμμα που υπήρξε όμως πρόωρο, αντιμετωπίζοντας πολλές δυσκολίες στην εφαρμογή του και καταλήγοντας σε αποτυχία. Τον Αύγουστο του 1961 συμμετείχε στις συνεδριάσεις της ολομέλειας του Διαμερικανικού Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου, καταψηφίζοντας το δεκαετές σχέδιο του Τζον Φ. Κένεντι «Συμμαχία για την Πρόοδο» (Alliance for Progress), το οποίο χαρακτήριζε ως μία προσπάθεια αναχαίτισης των επαναστατικών κινημάτων στη Λατινική Αμερική και κατασκεύασμα κατά της Κούβας. Την ίδια περίπου περίοδο, διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην απόφαση εγκατάστασης σοβιετικών πυραύλων στο έδαφος της Κούβας, γεγονός που δεν πέρασε απαρατήρητο από τις μυστικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών, οδηγώντας τελικά στην Κρίση των πυραύλων, τον Οκτώβριο του 1962.
Σε ότι αφορά την οικονομική πολιτική, ο Τσε Γκεβάρα ήταν αντίθετος στην αντιγραφή του σοβιετικού οικονομικού μοντέλου της «οικονομικής αυτοδιαχείρισης», καθώς θεωρούσε πως οι ιδιαίτερες συνθήκες της Κούβας απαιτούσαν διαφορετικές πρακτικές και υπερασπιζόταν το συγκεντρωτισμό στον τομέα της βιομηχανίας.
Στις 11 Δεκεμβρίου του 1964 εκπροσώπησε την Κούβα στη Συνδιάσκεψη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Στην ομιλία του ξεχωρίζει η έντονη διαμαρτυρία του ενάντια στην πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών και τις λατινοαμερικανικές δικτατορίες, η συμπαράταξή του στο θέμα του πυρηνικού αφοπλισμού και το ειρηνευτικό σχέδιο που προτείνει για την Καραϊβική. Λίγες ημέρες αργότερα, ξεκίνησε μία τρίμηνη διεθνή περιοδεία, κατά την οποία επισκέφτηκε την Αλγερία, την Κίνα, τη Γκάνα, τη Γουινέα, το Μάλι, το Κονγκό, την Τανζανία, με μικρές στάσεις στο Παρίσι, την Ιρλανδία και την Πράγα. Στις 24 Φεβρουαρίου, έλαβε μέρος στη διάσκεψη του δεύτερου Οικονομικού Σεμιναρίου Αφροασιατικής Αλληλεγγύης, πραγματοποιώντας την τελευταία δημόσια παρουσία στο διεθνές προσκήνιο. Η ομιλία του προκάλεσε αρκετές εντάσεις στο σοβιετικό μπλοκ, δηλώνοντας πως οι σοσιαλιστικές χώρες όφειλαν να επωμιστούν το κόστος των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων, ενώ θεωρείται πιθανό πως προκάλεσε επίσης ρήξη στη σχέση του με τον Κάστρο, αν και δεν υπάρχει καμία σχετική αναφορά στα απομνημονεύματα του ίδιου του Γκεβάρα. Τον Μάρτιο του 1964, επέστρεψε στην Αβάνα.
Οι διαφορές του με τον Κάστρο σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της Κούβας με την Σοβιετική Ένωση ή την οικονομική πολιτική πιθανώς συνέβαλαν στην απόφαση του Τσε να εγκαταλείψει την Κούβα, σκοπεύοντας να μεταφέρει την επανάσταση σε όλον τον κόσμο. Την 1η Απριλίου συνέταξε το αποχαιρετιστήριο γράμμα του προς τον Φιντέλ Κάστρο.
Πρώτος σταθμός του Τσε Γκεβάρα, μετά τη φυγή του από την Κούβα υπήρξε το Κονγκό (σημερινή Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό), ενισχύοντας και βοηθώντας οργανωτικά τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό. Μαζί με τον δεύτερο στην ιεραρχία Βικτόρ Ντρέκε και δώδεκα ακόμα Κουβανούς πολεμιστές, έφθασε εκεί στις 24 Απριλίου του 1965, ενώ λίγο αργότερα ακολούθησαν και άλλοι Κουβανοί, συνθέτοντας συνολικά μία φάλαγγα με περισσότερα από εκατό μέλη. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Αλγερίας εκείνη την περίοδο και φίλο του, Αχμέντ Μπεν Μπέλα, «η κατάσταση που κυριαρχούσε στην Αφρική, η οποία φαινόταν να διαθέτει μεγάλη δυναμική για μία επανάσταση, οδήγησε τον Τσε στο συμπέρασμα πως η Αφρική αποτελούσε τον αδύναμο κρίκο του ιμπεριαλισμού. Ήταν λοιπόν στην Αφρική που αποφάσιζε να αφιερώσει τις προσπάθειές του». Η έλλειψη οργάνωσης και συνοχής των κονγκολέζικων δυνάμεων καταγράφεται στα ημερολόγια του Τσε Γκεβάρα ως ο κύριος λόγος της αποτυχίας της επανάστασης.
Στα τέλη του έτους, εγκατέλειψε το Κονγκό, μαζί με τους επιζώντες της κουβανικής ομάδας (έξι μέλη της είχαν πεθάνει σε μάχη) και πέρασε τους επόμενους έξι μήνες στο Νταρ ες Σαλάμ της Τανζανίας. Στο διάστημα αυτό, ολοκλήρωσε μία σειρά χειρόγραφων σημειώσεων σχετικά με την εμπειρία του στο Κονγκό, ενώ εργάστηκε επίσης πάνω σε δύο ακόμα βιβλία, φιλοσοφικών και οικονομικών σημειώσεων. Το Φεβρουάριο του 1966 ταξίδεψε μεταμφιεσμένος και με πλαστό διαβατήριο, με προορισμό την Πράγα. Εκεί άρχισε να επεξεργάζεται την ιδέα ενός νέου αντάρτικου στη Λατινική Αμερική, με αρχικό στόχο το Περού και αργότερα εστιάζοντας στη Βολιβία.
Μετά από μία σύντομη παραμονή στην Αβάνα, ο Γκεβάρα εγκαταστάθηκε στην Βολιβία και ειδικότερα στην ορεινή περιοχή Νιανκαουασού (Nancahuazu), όπου επρόκειτο να οργανωθεί ο πυρήνας του αντάρτικου στρατού, του οποίου τα μέλη είχαν εκπαιδευτεί νωρίτερα στην Κούβα. Ο Τσε κατέγραψε τα βιώματά του εκείνο το διάστημα, στον ελεύθερο χρόνο που διέθετε, κρατώντας τις σημειώσεις που αργότερα εκδόθηκαν σε βιβλίο. Οι συγκρούσεις με τον βολιβιανό στρατό ήταν τακτικές. O Τσε Γκεβάρα και οι αντάρτες του δεν κατάφεραν να προσελκύσουν τους φτωχούς Βολιβιανούς αγρότες και η προσπάθειά του να φέρει την επανάσταση και στην Βολιβία κατέληξε σε αποτυχία. Ένας σημαντικός λόγος για την αποτυχία αυτή ήταν το γεγονός ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βολιβίας δεν τον υποστήριξε στην προσπάθειά του. Επιπλέον, ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε και η ενίσχυση του βολιβιανού στρατού από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στις 8 Οκτωβρίου, η ομάδα των ανταρτών καθοδηγούμενη από τον Τσε Γκεβάρα, περικυκλώθηκε. Κατά τη διάρκεια της τελικής μάχης, στην περιοχή του φαραγγιού του Τσούρο, η ομάδα αναγκάστηκε να διασκορπιστεί και ο Γκεβάρα τραυματίστηκε στη δεξιά κνήμη, ενώ συγχρόνως το όπλο του αχρηστεύτηκε από έναν πυροβολισμό. Τελικά συνελήφθη και αργότερα μεταφέρθηκε στον πλησιέστερο οικισμό Λα Χιγκέρα. Την καταδίωξη του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία παρακολουθούσε επίσης η CIA, με επικεφαλής τον πράκτορα Φέλιξ Ροντρίγκεζ (Felix Rodriguez), ο οποίος μετέφερε την πληροφορία της σύλληψής του στο αρχηγείο της υπηρεσίας του και σύντομα μετέβη ο ίδιος στη Λα Χιγκέρα.
Μετά από μερικές ανακρίσεις στο σχολείο του χωριού, ο αιχμάλωτος Γκεβάρα δολοφονήθηκε, στις 9 Οκτωβρίου 1967, από τον υπαξιωματικό του βολιβιανού στρατού Μάριο Τεράν (Mario Teran). Ο συγκεκριμένος αρχικά δίστασε να εκτελέσει την εντολή για τη δολοφονία του αλλά τελικά πυροβόλησε τον αιχμάλωτο, ο οποίος φέρεται να του είπε «Ήρθατε να με σκοτώσετε. Ρίξε, δειλέ, έναν άντρα θα σκοτώσεις». Ο θάνατός του σημειώθηκε λίγο μετά τη 1.00 το μεσημέρι. Στην Κούβα, ο Φιντέλ Κάστρο κράτησε αρχικά επιφυλακτική στάση απέναντι στην είδηση του θανάτου του, ωστόσο στις 15 Οκτωβρίου, αποδέχτηκε το γεγονός, μετά από την εμφάνιση φωτογραφικών αποδείξεων.
Το πτώμα του Γκεβάρα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Σαν Χοσέ ντε Μάλτα όπου έγινε και νεκροψία, στο πρακτικό της οποίας καταγράφτηκαν συνολικά εννέα πληγές που είχαν προκληθεί από σφαίρες. Σύμφωνα με τη νεκροψία, ο θάνατός του προκλήθηκε από τα τραύματα που έφερε στο θώρακα και την αιμορραγία. Το πτώμα του έπρεπε για τους στρατιωτικούς να χαθεί δίχως κανένα ίχνος και θάφτηκε κρυφά κοντά στο αεροδρόμιο, 30 χλμ. από την Λα Χιγκέρα. Νωρίτερα, στο νοσοκομείο, είχαν κοπεί τα χέρια του, τα οποία διατηρήθηκαν σε φορμόλη προκειμένου να γίνει αργότερα η οριστική αναγνώρισή του. Το πτώμα του έμεινε στον μυστικό του τάφο μέχρι που ανακαλύφθηκε στις 12 Ιουλίου 1997 στο Βαγιεγκράντε της Βολιβίας. Αφού μεταφέρθηκε στην Κούβα, κηδεύτηκε στη Σάντα Κλάρα, την πόλη που ο ίδιος είχε κατακτήσει το 1958 ανοίγοντας το δρόμο για την τελική νίκη του Κάστρο.
Πηγή:wikipedia

 




Αφιέρωμα Εμείς οι Γκεβαριστές O λόγος του Τσε Γκεβάρα
Γράμμα στον Φιντέλ O φωτογράφος Τσε Γκεβάρα Χρονολόγιο
Βιβλιογραφία Βιογραφικό Video

Video



Ernesto Che Guevara 1


Ernesto Che Guevara 2


Hasta la victoria siempre 1


Hasta la victoria siempre 2


Commandante Lives


Speech at Santa Clara(1961)


Speech 1


Biographical Timeline Of Ernesto Che Guevara


Che guevara`s life part 1


Che guevara`s life part 2


Che guevara`s life part 3


Aniversario Che guevara



 


 

 











 
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα