Oι άνθρωποι που ήθελαν
να αλλάξουν τον κόσμο
Μάνος Χατζιδάκις
Μελίνα Μερκούρη
Μάνος Λοϊζος
Μίκης Θεοδωράκης
Νίκος Καββαδίας
Γιάννης Ρίτσος
Γιώργος Σεφέρης
Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τσε Γκεβάρα
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Νίκος Μπελογιάννης
Άγγελος Σικελιανός
Άρης Βελουχιώτης
Πάμπλο Νερούδα
Ανδρέας Εμπειρίκος
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Παύλος Σιδηρόπουλος
Χάρολντ Πίντερ

Μανώλης Αναγνωστάκης

Βλαντίμιρ Λένιν
Μαρία Δημητριάδη

Οδυσσέας Ελύτης

Κώστας Βάρναλης
Κάρολος Κουν
Κώστας Καρυωτάκης
Βασίλης Τσιτσάνης
Νίκος Παπάζογλου
Τζον Λένον
Πάτι Σμιθ
Γεώργιος Καραϊσκάκης
Νίκος Καζαντζάκης
Νίκος Ξυλούρης
Μάνος Ξυδούς
Στρατής Τσίρκας
Φερνάντο Πεσσόα
Νικόλας Άσιμος
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Κατερίνα Γώγου


Ειδικά αφιερώματα
Λίνα Νικολακοπούλου
Σταμάτης Κραουνάκης
Κική Δημουλά
Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Διονύσης Τσακνής
Νίκος Εγγονόπουλος
Δημήτρης Χορν
Κωνσταντίνος Καβάφης
Θόδωρος Αγγελόπουλος
Θάνος Μικρούτσικος
Αλέξης Μινωτής
Μίμης Πλέσσας
Χάρις Αλεξίου
Δήμητρα Γαλάνη
Θανάσης Βέγγος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Σταύρος Ξαρχάκος
Νίκος Γκάτσος
Μάρκος Βαμβακάρης
Γιάννης Τσαρούχης
Κατίνα Παξινού
Μιχάλης Καραγάτσης
Διονύσης Σαββόπουλος
Ελένη Καραϊνδρου
Άντριου Λόιντ Γουέμπερ
Πέδρο Αλμοδόβαρ
Άγαμοι Θύται
Σπείρα Σπείρα
Αγκάθα Κρίστι
Σαλβαντόρ Νταλί
Τζον Μάλκοβιτς
Αντζελίνα Τζολί
Νίνο Ρότα

Aφιέρωμα: Μετάδοση
200 θεατρικών παραστάσεων
από το Ελληνικό και Ξένο Δραματολόγιο




 

 
Αφιερώματα  

Οι άνθρωποι που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο!

Pablo Neruda
- Ιούλιος 2004
(Τελευταία ενημέρωση 12/02/14)

Αφιέρωμα Βιογραφικό Video

ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ
ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΝΙΚΟΣ ΒΙΔΑΛΗΣ
ΚΕΙΜΕΝΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ, ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, ΖΩΗ ΠΟΛΙΤΗ

...Κάποιος μ' ακούει και δεν το ξέρουν, όμως εκείνοι,
που γι' αυτούς τραγουδάω και που το ξέρουν
συνεχίζουν να γεννιούνται και να γεμίζουν τον κόσμο...

Ο Μεφταλί Ρικάρντο Ρέγιες (το πραγματικό όνομά του), γεννήθηκε στο Παράλ, στις 12/6/1904. Δίχρονος, με τον σιδηροδρομικό πατέρα του, εγκαθίσταται στο χωριό Τεμούκο, το οποίο λάτρευε. Ταξιδεύοντας με τον πατέρα του, «δένεται» άλυτα για όλη του τη ζωή με το σκληρό βιοποριστικό αγώνα του χιλιάνικου λαού. Παιδί, ακόμα, διαβάζει φημισμένους Λατινοαμερικανούς και Ευρωπαίους συγγραφείς. Στο Γυμνάσιο, η καθηγήτριά του Γκαμπριέλα Μιστράλ (η πρώτη Λατινοαμερικάνα που πήρε Νόμπελ Λογοτεχνίας) τον μυεί στην κλασική ρωσική λογοτεχνία. Γυμνασιόπαιδο, ακόμα, δημοσιεύει ποιήματά του σε εφημερίδες και περιοδικά, με διάφορα ψευδώνυμα, ώσπου το 1920 επιλέγει το Νερούδα. Μετά το Γυμνάσιο σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγο και μετέχει στους φοιτητικούς αγώνες. Αφήνει το Πανεπιστήμιο για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Το 1923 δημοσιεύει το πρώτο του ποιητικό βιβλίο «Ηλιοβασιλέματα». Σύντομα καταξιώνεται ως σπουδαίος ποιητής.

Το 1927 αρχίζει η διπλωματική του καριέρα. Διορίζεται πρόξενος της Χιλής στην Απω Ανατολή, στην Αργεντινή και το 1934 στην Ισπανία, όπου μάχεται κατά του φρανκικού φασισμού - φονιά στο πλευρό του ισπανικού λαού και του μέγιστου ποιητή της Ισπανίας και πολυαγαπημένου του φίλου, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Λόγω της αντιφασιστικής δράσης του, η Χιλή τον καταργεί από πρέσβη. Πάει στο Παρίσι, απ' όπου βοηθά τον ισπανικό λαό. Με τον ομότεχνο, φίλο και ομοϊδεάτη του Λουί Αραγκόν, προετοιμάζει το Παγκόσμιο Συνέδριο Αντιφασιστών Συγγραφέων. Το 1937 επιστρέφει στη Χιλή. Ο λαός συναρπάζεται με την ποίηση του Νερούδα, ο οποίος μιλά παντού κατά του φασισμού. Το 1938, η πρώτη κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου της Χιλής τον στέλνει πρέσβη στο Παρίσι και αργότερα στο Μεξικό.
Το βραβείο του λαού. «Στα τέλη του 1943 ξαναγύρισα στο Σαντιάγο. Εγκαταστάθηκα στο σπίτι που απόκτησα με το σύστημα των δόσεων. Η χώρα μου δεν είχε αλλάξει: Τρομερή φτώχεια στις περιοχές των μεταλλείων και η κομψή κοινωνία που γέμιζε το Κάντρι Κλαμπ. Επρεπε ν' αποφασίσω. Η απόφασή μου μού στοίχισε καταδιώξεις και στιγμές εκρηκτικές», γράφει ο Νερούδα στη δεύτερη σελίδα των απομνημονευμάτων του. Στις 15/7/1945 προσχώρησε - και τυπικά - στο ΚΚ Χιλής, του οποίου εκλέγεται γερουσιαστής το 1947, ξέροντας καλά τι τον ...περίμενε.

«Ητανε της τύχης μου να υποφέρω όσα υπόφερα και της τύχης μου να αγωνιστώ όπως αγωνίστηκα, να αγαπήσω και να τραγουδήσω όπως τραγούδησα. Γνώρισα σε διάφορα σημεία της Γης το θρίαμβο και την ήττα, έχω ζωντανή στη μνήμη μου τη γεύση του ψωμιού, αλλά και τη γεύση του αίματος. Τι περισσότερο μπορεί να θέλει ένας ποιητής; Η ζωή μου στάθηκε η ίδια η ποίησή μου και η ποίησή μου υπήρξε το στήριγμα όλων των αγώνων μου. Αν και πολλά βραβεία μού δόθηκαν (σ.σ.. μεταξύ των οποίων το "Λένιν" - 1952 και το Νόμπελ - 1971), κανένα δεν μπορεί να παραβληθεί με το τελευταίο βραβείο. Να είμαι ο ποιητής του λαού μου. Το μεγάλο, το μοναδικό μου βραβείο είναι αυτό κι όχι τα βιβλία μου που μεταφράστηκαν σ' όλες τις γλώσσες του κόσμου, ούτε τα βιβλία που γράφτηκαν για να αναλύσουν τα λόγια μου».

Ο γερουσιαστής Νερούδα, επειδή καταγγέλλει την προδοσία του λαού από τον εκλεγμένο με τις ψήφους του ΚΚΧ, Πρόεδρο Γκονσάλες Βιδέλα, διώκεται. Με εντολή του παράνομου πλέον ΚΚΧ, βγαίνει στην παρανομία, με το ψευδώνυμο Λεγκαρέτα. Μετά πολλών βασάνων, διαβαίνοντας βουνοκορφές των Ανδεων, περνά στην Αργεντινή. Με το διαβατήριο του φημισμένου Αργεντινού μυθιστοριογράφου Μιγκέλ Ανχελ Αστούριας, φθάνει στο Παρίσι. Οι παλιοί του φίλοι, Πικάσο, Πολ Ελυάρ, Λουί Αραγκόν φροντίζουν να του δοθεί πολιτικό άσυλο και γαλλικό διαβατήριο. Ο γαλλικός Τύπος γράφει ότι ο διωκόμενος Νερούδα βρίσκεται στο Παρίσι. Η χιλιανή κυβέρνηση σκυλιάζει και ισχυρίζεται ότι στο Παρίσι βρίσκεται ένας «σωσίας» του Νερούδα και ότι «ο αληθινός Νερούδα βρίσκεται στη Χιλή και η Αστυνομία επί τα ίχνη του. Η σύλληψή του είναι ζήτημα λίγων ωρών». Στο Παρίσι είναι και διάσημοι Ρώσοι φίλοι του (Ερεμπουργκ, Τιχόνοφ, Κορνέιτσουκ, Σιμόνοφ). Η διεθνής προοδευτική γνώμη μαθαίνει την περιπέτεια του Νερούδα. Στη συνέχεια, ο πρέσβης της Χιλής στο Παρίσι ζητά την απέλαση του ποιητή, αλλά ο αρχηγός της Γαλλικής Αστυνομίας (και αναγνώστης της ποίησης του Νερούδα) απορρίπτει το αίτημα και δίνει διαβατήριο στον Νερούδα.

Το 1949 είναι σύνεδρος στο Διεθνές Συνέδριο Ειρήνης, στο Παρίσι. Αυτή τη χρονιά, λήγει και η πολιτική εξορία του. Μόλις επιστρέφει στη Χιλή (1952), παντρεύεται την Ματίλντε, το μεγάλο έρωτα της ζωής του και προσκαλείται ξανά στην ΕΣΣΔ για τις εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια από το θάνατο του Πούσκιν. «Αγάπησα με την πρώτη ματιά τη σοβιετική γη και κατάλαβα ότι απ' αυτήν, όχι μόνον προέκυπτε ένα ηθικό μάθημα για όλες τις γωνιές της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και θα προέκυπτε το μεγάλο πέταγμα». Στην ΕΣΣΔ γνώρισε σπουδαίους Σοβιετικούς δημιουργούς και έγινε φίλος με τον κορυφαίο Τούρκο ποιητή Ναζίμ Χικμέτ, ο οποίος του «διηγήθηκε τα βάσανα του λαού του», όπως διηγείται.
Το 1950, στο Παρίσι, ο πρόεδρος του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ειρήνης, Ζολιό Κιουρί, του ανέθεσε μια αποστολή στην Ινδία. Να συναντηθεί με τον αντίπαλο της ειρήνης Παντίτ Νεχρού και να δώσει μια επιστολή του Κιουρί, και με τον Ινδό πυρηνικό φυσικό Μπαέρα και άλλους διανοούμενους. Το 1951 είναι η χρονιά της πρώτης επίσημης πρόσκλησής του από τη ΛΔ Κίνας, της απονομής του Βραβείου «Λένιν» για την Ειρήνη.
Στα χρόνια της εξορίας, ο Νερούδα, μαζί με την Ματίλντε Ουρούτια, ταξίδεψε σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, όπου όμως δεν ήταν ευπρόσδεκτος. Η χώρα που αγάπησε πολύ ήταν η Ιταλία. Το επίσημο κράτος και οι αρχές της, υποκύπτοντας στις πιέσεις της Χιλής, δεν τον δέχονταν πουθενά. Ηταν όμως λατρευτός - όπως και η ποίησή του - στο λαό της, στις οργανώσεις του, στους διανοουμένους του και στους δημάρχους του. Ο εξόριστος αποδιωχνόταν από τους Καραμπινιέρους και αποθεωνόταν από το λαό, σ' όποια πόλη πήγαινε, ενώ πολλοί δήμοι (λ.χ. Φλωρεντίας, Μιλάνου, Γένοβας) τον ανακήρυσσαν επίτιμο δημότη τους. Ο λαός της Ρώμης, μετά από σύγκρουσή του με τη Χωροφυλακή, κατάφερε να του επιτραπεί να μείνει στην Ιταλία. Ενας ιστοριογράφος - φυσικός τού παραχωρεί ένα εξοχικό σπίτι στο πανέμορφο χωριουδάκι Ανακάπρι, όπου ο Νερούδα και η Ματίλντε έζησαν ονειρεμένα (θυμίζουμε τη σχετική υπέροχη ιταλική ταινία «Il postino», «Ο ταχυδρόμος»). Εκεί ο ποιητής, μεταξύ άλλων, έγραψε το έργο «Οι στίχοι του καπετάνιου» (δημοσιεύτηκε ανώνυμα στη Νάπολη το 1952).
Διάσημος ο Νερούδα, από το 1952 έως το 1957, ζει ήρεμα και δημιουργικά στην πατρίδα του. Δημοσίευσε το βιβλίο «Τα σταφύλια και ο άνεμος» και έγραψε τις «Στοιχειώδεις Ωδές», «Νέες Στοιχειώδεις Ωδές», «Ωδές, τρίτο βιβλίο». Οργάνωσε, στο Σαντιάγο Συνέδριο με θέμα «Η κουλτούρα της αμερικανικής ηπείρου» και ταξίδεψε σε πολλές χώρες. Τον Απρίλη του 1957, άρρωστος, πηγαίνοντας μέσω Μπουένος Αϊρες στην Κεϋλάνη για ένα Συνέδριο Ειρήνης, συλλαμβάνεται από την Αστυνομία του διαδόχου του Περόν, πλην ...«δημοκράτη» δικτάτορα Αραμπούρου. Χάρη στην αλληλεγγύη των Αργεντινών και Χιλιανών συγγραφέων, ο ποιητής αποφυλακίζεται και πάει στο συνέδριο. Τα χρόνια που ακολούθησαν ξαναταξίδεψε σε σοσιαλιστικές χώρες, δυτικές και λατινοαμερικάνικες. Στη σοσιαλιστική Κούβα, έγινε φίλος με τους ηγέτες της επανάστασής της Φιντέλ Κάστρο και Τσε Γκεβάρα, στους οποίους αφιερώνει πολλές σελίδες των απομνημονευμάτων του.
Στη δεκαετία του 1960, το ΚΚΧ απονέμει στον Νερούδα το μετάλλιο «Ρεκαμπάρεν» (η ανώτατη κομματική διάκριση στη μνήμη του πρωτοπόρου «οδηγητή» της εργατικής τάξης της Χιλής). Στα 1970, ένα πρωί, διηγείται ο ποιητής, πήγαν στο σπίτι του στην Ισλα Νέγκρα «ο γενικός γραμματέας του κόμματός μου και άλλοι σύντροφοι. Ερχονταν να μου προσφέρουν την υποψηφιότητα για την Προεδρία της Δημοκρατίας, για λογαριασμό του κόμματός μας, υποψηφιότητα που θα πρότειναν στα έξι - εφτά κόμματα της "Λαϊκής Ενότητας"». Ο Νερούδα δέχτηκε, υπό τον όρο, όπως συμφώνησαν, να παραιτηθεί αν βρεθεί άλλος υποψήφιος. Με την υποψηφιότητά του, «άρπαξε φωτιά» η ψυχή του χιλιάνικου λαού. Χιλιάδες λαού τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν.



«Σε μιαν ευτυχή στιγμή έφθασε η είδηση: Ο Αλιέντε βέβαιος υποψήφιος της "Λαϊκής Ενότητας"». Ο Νερούδα παραιτείται, μιλά σε προεκλογική συγκέντρωση και ζητά από το λαό να ψηφίσει τον Αλιέντε. Η «Λαϊκή Ενότητα» νικά και στέλνει (Μάρτη του 1971) τον ποιητή ως πρέσβη στο Παρίσι. Η διεθνής κοινή γνώμη, με την ποίηση και τη διπλωματική δράση του Νερούδα, μαθαίνει και εκτιμά τα λαϊκά οράματα και προγράμματα της ειρηνικής χιλιανής επανάστασης. Αλλά και οι έξωθεν και έσωθεν αντίπαλοί της οργανώνουν τη δόλια αντεπίθεσή τους. Οι ΗΠΑ (διάβαζε Νίξον, ΙΤΤ, «Coca Kola», κλπ.) μεθοδεύουν την αρπαγή - κατάσχεση του κρατικοποιημένου από τον Αλιέντε χαλκού της Χιλής. Οι λιμενεργάτες της Γαλλίας και της Ολλανδίας, συμπαραστεκόμενοι στο χιλιάνικο λαό, δεν ξεφορτώνουν στα λιμάνια των χωρών τους τον παράνομα κατασχεμένο χαλκό. Η αμερικανοκίνητη αντίδραση λυσσομανά στη Χιλή. Δολοφονεί τον δημοκράτη αρχηγό του χιλιάνικου Στρατού, Σνάιδερ. Το στρατοδικείο καταδικάζει το φονιά σε τριάντα χρόνια φυλακή, αλλά ο αντιδραστικός Αρειος Πάγος μειώνει την ποινή σε δύο χρόνια!
Η χιλιανή επανάσταση ζητά από τον ποιητή της να γυρίσει από το Παρίσι, για να βοηθήσει στις εκλογές της 4ης Μάρτη 1973. Αρρωστος, ήδη, από λευχαιμία, Γενάρη του 1973, ο Νερούδα επιστρέφει κι αρχίζει τον αγώνα κατά των εχθρών της λαϊκής κυβέρνησης. Γενάρη γράφει το έργο «Παρακίνηση σε νιξοκτονία και εγκώμιο στη χιλιανή επανάσταση» (κυκλοφόρησε το 1973, σε μετάφραση Δανάης Στρατη). Εργο, άκρως επίκαιρο, σήμερα. Αξίζει να παραθέσουμε ελάχιστα, έστω, αποσπάσματά του: Αρχίζοντας το ποίημά του, ο Νερούδα «καλεί» τον μεγάλο Αμερικάνο ποιητή Γουόλτ Γουίτμαν να τον βοηθήσει: «να σκοτώσουμε απ' τη ρίζα, στίχο το στίχο/ τον Νίξον, τον αιμόχαρο πρόεδρο», γιατί «Πάνω στη γη δεν υπάρχει ευτυχισμένος άνθρωπος,/ κανένας δε δουλεύει καλά στον πλανήτη/ όσο η μύτη του ανασαίνει στην Ουάσινγκτον». Ο Νερούδα ποιητικά κηρύττει την έναρξη της «δίκης» του Νίξον: «Δε θα 'ναι για εκδίκηση ο χαμός του/ μα για ό,τι τραγουδάω και πιστεύω:/ στόχος μου η ειρήνη κι η ελπίδα./(...) Για χίλιους λόγους αγαπάω την ειρήνη:/ ένας, γιατί ο ύμνος της δουλειάς/ δένει με το ηλιόχρωμα του λεμονιού./ Αλλος γιατί τα λαϊκά προγράμματα / θα φτιάξουνε τρακτέρ και κερασιές:/ όλα τα καταφέρνουνε οι έρωτες κι η αγάπη/ του λαού, μέσα στην πάλη του/. (...) Καλούνται όλοι οι άντρες να τον σβήσουνε/ τον ματωμένο απατεώνα Αρχηγό,/ που διάταξε λαοί ολόκληροι να πάψουνε να ζουν,/(...) Κλητεύω το φονιά και τον υποχρεώνω/ να δικαστεί απ' τους φτωχούς ανθρώπους/ (...) Η φτωχιά πατρίδα μου, αδιάλλαχτη/ μέσα από λεηλασίες και σκουριές/ περίμενε του ξυπνημού την ώρα. Και καθείς/ καταλαβαίνει πως ο Σαλβαδόρ Αλιέντε/ απ' τα βορειοαμερικάνικα χαυλιόδοντα/ γλίτωσε το χαλκό μια και καλή/ κυρίαρχο χαρίζοντάς τον πάλι στη Χιλή./(...)
Εγώ θα μείνω με τους εργάτες να τραγουδήσω/(...) για των ψαράδων τον ωκεανό,/ για το ψωμί των παιδικών μας αηδονιών,/ και για την αγροτιά και για τ' αλεύρι μας,/ τη θάλασσα, το ρόδο και το στάχυ,/ τους σπουδαστές, τους ναύτες, τους φαντάρους,/ για όλους τους λαούς σ' όλους τους τόπους,/ για τη λυτρωτική τη θέληση/ των πορφυρών λαβάρων της αυγής./ Πάλεψε πλάι μου, κι εγώ θα σου χαρίσω τα όπλα όλα της ποίησής μου», καλούσε το λαό του ο ποιητής.
Ο λαός πάλεψε ενάντια στη σατανική «Ντόνια Κατσαρολίνα Λαγανίν», την πλουτοκρατία, που, για να μη χάσει την εξουσία της, δολοφόνησε το στρατηγό του λαού και μαζί με τη μικροαστή παραδουλεύτρα της βγήκε στους δρόμους με κατσαρολικά, συκοφαντώντας «τους αλήτες τους κομμουνιστάδες» και ξανάβγαλε, θριαμβευτικά, Πρόεδρό του τον Αλιέντε. Και τότε, «πίσω απ' την ΙΤΤ», με επικεφαλής τον Πινοσέτ, φύτρωσαν «νέοι κατεργαραίοι και φονιάδες/ κι άλλοι πατσάδες της ολιγαρχίας», επιτυγχάνοντας στις 11/9/1973 να ξαναβρεθεί «χωρίς ψωμί και φως/ η λαβωμένη πατρίδα κι ο Λαός» του Νερούδα.

 




Pablo Neruda *
Ο «γενικός» ποιητής

Από τη Σώτη Τριανταφύλλου

Αν και η «στρατευμένη τέχνη» περιέχει τα υλικά της αυτοκαταστροφής της, το γεγονός της ταξικής και πολιτικής της εξωστρέφειας δεν αρκεί για να κριθεί: υπάρχουν «στρατευμένοι» συγγραφείς, καλλιτέχνες, και ποιητές που ξεχάστηκαν, ενώ το έργο άλλων αντέχει στο πέρασμα του χρόνου.

Στη ζώνη του Λυκόφωτος
Και παρά την αρχική αμηχανία που προκαλεί η απερίφραστη αγωνιστική στάση (για παράδειγμα, η αντισημιτική και αντιδημοκρατική στην περίπτωση των μυθιστορημάτων του Φερντινάν Σελίν η κομμουνιστική στην περίπτωση των τοιχογραφιών του Ντιέγκο Ριβέρα), τα καλλιτεχνικά έργα δεν αξιολογούνται με πολιτικά κριτήρια. Ετσι, μερικοί από τους «μεγάλους» καλλιτέχνες και ποιητές του εικοστού αιώνα ο Ελυάρ, ο Λόρκα, ο Πικάσο εξακολουθούν να ασκούν επιρροή, ενώ άλλοι ο Λουί Αραγκόν, ο Ελία Ερενμπουργκ, ο Γεβγκένι Γεφτουσένκο έχουν μάλλον απομυθοποιηθεί. Η πολιτική-προπαγανδιστική τέχνη είναι εύθραυστη κι αυτό παρότι η πολιτική βρίσκεται πάντα ανάμεσα στις γραμμές: χωρίς η ποίηση του Τ.Σ. Ελιοτ να είναι «πολιτική» με τον τρόπο που είναι «πολιτική» εκείνη του Μαγιακόβσκι αποκαλύπτει τις κοινωνικές και θρησκευτικές ιδέες του ποιητή το ίδιο ισχύει για τον Εζρα Πάουντ, για τον Ρομπέρ Ντεσνός (του οποίου το ποιητικό έργο θεωρείται «ερωτικό» και «σουρεαλιστικό»), για τον Ρενέ Σαρ, για τη Μαρίνα Τσβετάεβα. Η σειρά των ποιητών με εμφανείς, ή λιγότερο εμφανείς, πολιτικές θέσεις, δεν έχει τέλος και απ αυτήν δεν μπορεί να λείπει ο Πάμπλο Νερούδα, ένας από τους «μεγαλύτερους» μοντέρνους ποιητές, μεγάλος όχι επειδή έζησε και έγραψε επαναστατική ποίηση, αλλά επειδή η ποίησή του και η ζωή του μαρτυρούν τη δυνατότητα του ανθρώπινου μεγαλείου.
Ο Πάμπλο Νερούδα (αληθινό όνομα: Ρικάρντο Ελιέθερ Νεφταλί Ρέγιες Μπαζοάλτο) γεννήθηκε το 1904 στην πόλη Παράλ, στην κεντρική Χιλή. Ο πατέρας του Χοσέ ντελ Κάρμεν Ρέγιες Μοράλες ήταν υπάλληλος των σιδηροδρόμων, η μητέρα του που πέθανε δύο μήνες μετά τη γέννησή του δασκάλα: ο Ρικάρντο (τον φώναζαν «Νεφταλί» από το μεσαίο όνομα της μητέρας του) μεγάλωσε στην πόλη Τεμούκο μαζί με δύο ετεροθαλή αδέρφια και μαζί με βιβλία (Τολστόι, Ντοστογέφσκι, Τσέχοφ, Αρθουρ Κόναν Ντόιλ, Κάφκα). Αν και ο πατέρας του τον αποθάρρυνε, σε ηλικία μόλις δεκατριών ετών ο Νεφταλί δημοσίευσε το πρώτο του κείμενο.




Από το 1920 υιοθέτησε το ψευδώνυμο Πάμπλο Νερούδα (από το επώνυμο μιας βιολονίστριας), την επόμενη χρονιά εγκαταστάθηκε στο Σαντιάγο, το 1923 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Λυκόφωτο» και στη συνέχεια, τα «Είκοσι ποιήματα αγάπης και ένα τραγούδι απόγνωσης» (Εγκαταλελειμμένος σαν νάνος την αυγή / με την τρεμουλιαστή σκιά μονάχα στην παλάμη μου...) όπου δημιούργησε έναν ολόκληρο ποιητικό κόσμο στον οποίον διαφαινόταν η επίδραση του Ρίλκε, του Ταγκόρ και του Μποντλέρ. Η επιτυχία δεν άργησε από νωρίς, ο Νερούδα τα είχε όλα. Όλα εκτός από χρήματα. Για τα χρήματα, το 1927, δέχτηκε τη θέση του πρόξενου της Χιλής στη Ραγκούν, στην αποικιοκρατούμενη Βιρμανία στη συνέχεια, εργάστηκε στην Κεϋλάνη, στην Ιάβα (όπου γνώρισε και παντρεύτηκε την πρώτη του γυναίκα) και στη Σιγκαπούρη. Στη διάρκεια αυτής της «ασιατικής απομόνωσης», διάβαζε και έγραφε με φρενήρεις ρυθμούς όσο για τον ασιατικό μυστικισμό, που σαγήνευσε τον Οκτάβιο Πας, ο Νερούδα τον θεώρησε «απάνθρωπο»: στην Άπω Ανατολή ένιωσε το χρόνο να χάνεται αυτή η αίσθηση της απώλειας τον ακολούθησε και μετά την επιστροφή του στο Σαντιάγο το 1932: Ολόγυρά μου η νύχτα απλώνεται / η μέρα, ο μήνας, ο χρόνος / σαν σακιά βρεγμένες καμπάνες / έμφοβα στόματα εύθρυπτου αλατιού. Από το 34 μέχρι το 37 υπηρέτησε σε διπλωματικές θέσεις στο Μπουένος Αϊρες, τη Βαρκελώνη και τη Μαδρίτη: καταφανώς επρόκειτο για άνθρωπο που, χωρίς να προβαίνει σε χονδροειδείς συμβιβασμούς, αποκτούσε εύκολα διασυνδέσεις ήδη από την εφηβική του ηλικία είχε εξασφαλίσει την εύνοια της ποιήτριας Γκαμπριέλα Μιστράλ (βραβείο Νομπέλ 1945) και φιλίες: με τον Ισπανό ποιητή Ραφαέλ Αλμπέτι, τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, τον Σεζάρ Βαλέχο. Εξάλλου, στη Μαδρίτη, λίγο πριν από τον εμφύλιο πόλεμο, γνώρισε την Ντέλια ντελ Καρίρ που έγινε η δεύτερη γυναίκα του. Ο Νερούδα ωρίμασε ως ποιητής μέσα στον ισπανόφωνο κόσμο, μεταξύ μιας γυναίκας από την Αργεντινή (της ντελ Καρίρ), ενός Περουβιανού κομμουνιστή (του Βαλέχο) και ενός πολέμου στον οποίον, με έναυσμα τη δολοφονία του Λόρκα, δεν άργησε να πάρει θέση. Ο Νερούδα «ασπάστηκε» τον κομμουνισμό όπως ασπάζεται κανείς μια θρησκεία: με αφοσίωση αμαρτάνοντας ζητώντας συγχώρεση ξανά και ξανά. Και μολονότι είδε τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο με μανιχαϊστικό τρόπο, εκφράζοντας συζητήσιμα πατριωτικά αισθήματα (όπως στη συλλογή «Η Ισπανία στην καρδιά»), μολονότι σε όλη του τη ζωή ερωτοτροπούσε με την εξουσία (το 1938, προτού ηττηθεί ο Δημοκρατικός Στρατός, διορίστηκε σε διπλωματικό πόστο στο Παρίσι) και μολονότι απέφυγε επανειλημμένα να υποστηρίξει τους σοβιετικούς αντιφρονούντες όπως τον Πάστερνακ και τον Μπρόντσκι, θα ήταν άδικο να χαρακτηριστεί ένας ακόμα σταλινικός χωρίς δημοκρατικό ήθος, τυφλωμένος από το σκοταδιστικό δόγμα του καθαγιασμού των μέσων για χάρη κάποιου αορίστως ενάρετου στόχου.


Canto General

Είναι αλήθεια ότι ευνόησε τη μετανάστευση κομμουνιστών προσφύγων από τη φρανκική Ισπανία στη Χιλή, χωρίς να δείξει το ίδιο ενδιαφέρον για τους μη-κομμουνιστές, καθώς και ότι δεν αποδέχτηκε ποτέ το απλό γεγονός ότι ο φίλος του Βιτόριο Βιντάλι ήταν φονιάς εκτελεστικό όργανο του Στάλιν. Ο Νερούδα ήταν ένας κομμουνιστής ποιητής: Θα με ρωτήσετε: Πού είναι λοιπόν τα κυκλάμινα / και η μεταφυσική με τα πέταλα της παπαρούνας / κι η βροχή που κροταλίζει ξανά και ξανά τις λέξεις της / γεμίζοντάς τες με πουλιά και τρύπες; ...Θα με ρωτήσετε γιατί η ποίησή του δεν μιλάει για όνειρα και φύλλα και για τα ηφαίστεια της γενέθλιας γης του.../ Ελάτε να δείτε το αίμα στους δρόμους. / Ελάτε να δείτε / το αίμα στους δρόμους. / Δείτε λοιπόν το αίμα στους δρόμους! όμως, άλλα τα μάτια του λαγού (Νερούδα) κι άλλα της κουκουβάγιας (Λουί Αραγκόν, Καρλ Ρακόζι). Όπως προαναφέρθηκε, δυστυχώς για την ανθρωπότητα, μερικοί από τους πιο χαρισματικούς ποιητές, συγγραφείς και καλλιτέχνες όπως άλλωστε και μερικοί από τους χειρότερους γραφιάδες και μπογιατζήδες είχαν σκοτεινά σημεία στη συμπεριφορά τους ως πολίτες δεν ήταν λίγοι όσοι παραδόθηκαν σε αμφίσημες ιδεολογίες. Αν ο Νερούδα γλίτωσε μια τέτοια κατηγορία ήταν επειδή η ποίησή του έμοιαζε να περισσεύει από παντού και να δεσπόζει όπως ένα γιγάντιο μνημείο που αψηφά το ανθρώπινο μέγεθος. Πράγματι, το 1943, ενώ ο πόλεμος μαινόταν, επισκέφτηκε την προκολομβιανή «χαμένη πόλη» των Ίνκας στο Περού, τη γνωστή ως Machu Picchu, που αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης του «Canto General». Το «Γενικό τραγούδι» είναι το μεγαλύτερο σε έκταση και βάθος πολιτικό (πατριωτικό) ποίημα στην ιστορία της λογοτεχνίας.


Στην αρχή του πολέμου ο Νερούδα έμαθε το θάνατο της οκτάχρονης κόρης του (από τον πρώτο του γάμο) ο οποίος τον συγκλόνισε καθώς και την απόπειρα δολοφονίας του Τρότσκι, η οποία δεν τον συγκλόνισε. Εξάλλου, ένας από τους συνωμότες γύρω από αυτή την αποτυχημένη δολοφονία (η οποία πέτυχε τον Αύγουστο του 40) ήταν ο Μεξικανός ζωγράφος Δαδίβ Αλφάρο Σικουέιρος, τον οποίον ο Νερούδα βοήθησε να βρει άσυλο στη Χιλή.
Τα γεγονότα του πολέμου τού ενέπνευσαν το «Τραγούδι στο Στάλινγκραντ» (1942) και το «Καινούργιο τραγούδι αγάπης στο Στάλινγκραντ» (1943) που συνετέλεσαν στο να του απονεμηθεί το βραβείο Στάλιν το 1953. Για τον σημερινό πολίτη το να μπαίνεις στον κόπο να κουβαληθείς στη Βαρσοβία για να παραλάβεις ενδόξως το βραβείο Στάλιν (ή, αργότερα, το βραβείο Λένιν) ισοδυναμεί, περίπου, με εξευτελισμό: παρ όλ' αυτά, ούτε ο Νερούδα ούτε όσοι το αποδέχτηκαν πριν απ αυτόν (ο Ζολιό και η Μαρί Κιουρί, ο Σοστακόβιτς, ο Πολ Ρόμπσον) και μετά (ο Μπρεχτ, ο Κώστας Βάρναλης, ο Γ. Ε. Ντυμπουά, ο Γιάννης Ρίτσος) αισθάνθηκαν την ανάγκη να απολογηθούν. Άλλοι καιροί, άλλα ήθη. Ο Νερούδα είχε μάλιστα την ιδέα να γράψει ωδή στον Στάλιν, όπως νωρίτερα είχε γράψει ωδή στον Φουλγκένθιο Μπατίστα και όπως αργότερα θα έγραφε στον Φιδέλ Κάστρο.
Η εμμονή αυτή προκάλεσε ρήξη με τον Οκτάβιο Πας, ο οποίος δήλωσε: «Διαβάζοντας τον Νερούδα και άλλους σταλινικούς ανατριχιάζω... όπως μπροστά σε μερικές σελίδες από την Κόλαση του Δάντη...», ενώ συγχρόνως τον αναγνώριζε ως τον μεγαλύτερο ποιητή «της γενιάς του», ο οποίος, ευτυχώς για όλους, παραδέχτηκε οψίμως ότι είχε συμβάλει στην προσωπολατρία του Στάλιν διότι ένιωθε «ευγνωμοσύνη για το ρόλο του στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο».


Πράσινο μελάνι

Το 1945 ο Νερούδα εξελέγη γερουσιαστής του Χιλιανού κομμουνιστικού κόμματος και έκτοτε κατάφερε να χωρέσει μέσα στη ζωή του έναν σταθερά γραφειοκρατικό ρόλο μαζί με τη δράση τού αληθινού αγωνιστή, του επαγγελματία ποιητή του ενός άνδρα που ζει με ένταση και πάθος τη ζωή του άνδρα.
Στο Μπουένος Αϊρες έμεινε κάτω από την προστασία του Μιγκέλ Ανχελ Αστούριας (βραβείο Νομπέλ 1967: ο θρίαμβος της ισπανόφωνης λογοτεχνίας), που του «δάνεισε» το διαβατήριό του με το οποίο βρέθηκε στο Παρίσι, αυτή τη φορά κάτω από την προστασία του Πικάσο. Ο Νερούδα τόσο εξαιτίας των πολιτικών αναταράξεων όσο και εξαιτίας της ίδιας του της ποιητικής φύσης υπήρξε ανήσυχος κοσμογυριστής: ως εξόριστος, ως φυγάς, ως ταξιδιώτης, ως ένα είδος joker που εμφανίζεται όπου δεν τον περιμένουν, πήρε διαστάσεις μύθου. Όχι χωρίς αιτία: μέσα στο στρόβιλο των γεγονότων, κάθε καινούργια του ποιητική συλλογή έμοιαζε να υπερφαλαγγίζει την προηγούμενη κάθε επιρροή (του Γουίτμαν, του Ρουμπέν Νταρίο, των σουρεαλιστών) ξεθώριαζε μπροστά στους δικούς του στίχους: Ήμουν φυγάς των δικαστών / και στην κρυστάλλινη ώρα, μες στη γρηγοράδα / μοναχικών αστεριών / διέσχισα πόλεις, δάση / αγρούς / λιμάνια...
Σε ταξίδι του στο Μεξικό, ο Νερούδα ολοκλήρωσε το «Canto General» κάτω από μυθιστορηματικές συνθήκες: όταν απέδρασε από τη Χιλή (πάνω σε άλογο) είχε πάρει μαζί του το χειρόγραφο, αφήνοντας ένα αντίτυπο στα στελέχη του Χιλιανού κομμουνιστικού κόμματος το Χιλιανό Κ.Κ. εξέδωσε εκνόμως πέντε χιλιάδες αντίτυπα του «Canto General» που, μετά τη μελοποίησή του από τον Μίκη Θεοδωράκη, έγινε, κατά κάποιον τρόπο, ο καινούργιος ύμνος της Τρίτης Διεθνούς το «γενικό τραγούδι» του ισπανόφωνου κόσμου και του πλανήτη ολόκληρου.
Το 1956 είχε ήδη πίσω του ένα ογκώδες έργο που είχε συμπληρωθεί προσφάτως από το «Το αμπέλι και ο άνεμος» το οποίο έγραψε στο Κάπρι από τις «Στοιχειώδεις ωδές», τις «Καινούργιες στοιχειώδεις ωδές», καθώς και τον τρίτο τόμο των ωδών. Το όνομα και το έργο του αποτελούσαν μια συνισταμένη της ποίησης, και καθώς συνέχιζε να εκφράζει αμετανόητα τις πολιτικές του θέσεις (επισκέφτηκε την Κούβα και υποστήριξε τον Κάστρο την εποχή της κρίσης στον Κόλπο των Χοίρων) έγινε στόχος των αντιπάλων του (της CIA, μεταξύ άλλων), αυτή τη φορά όχι με βίαια μέσα αλλά με την παλιά, δοκιμασμένη μέθοδο της λάσπης. Το 1964, ενώ έμοιαζε ότι το Νομπέλ τού ανήκε, το βραβείο απονεμήθηκε στον Σαρτρ (που δεν το δέχτηκε): ο Νερούδα είχε αποκτήσει τη φήμη του παλαιο-κομμουνιστή με παρωπίδες. Παρ όλ αυτά, το 1961, στην Αργεντινή, το βιβλίο του «Είκοσι ερωτικά ποιήματα» πούλησε ένα εκατομμύριο αντίτυπα η δημιουργία και η επιτυχία δεν επιβραδύνθηκαν ποτέ: το 1966, με επέμβαση του Αρθουρ Μίλερ, απέκτησε βίζα για τις Ηνωμένες Πολιτείες όπου έκτοτε δεν έπαυε να επιστρέφει για πολλούς, η παρουσία του στη Νέα Υόρκη σήμαινε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. (Όχι για όλους: η κουβανική ηγεσία πήρε βαριά το ότι ο Νερούδα έγινε αποδεκτός από τους «Γιάνκηδες».)
Πέθανε δώδεκα μέρες μετά τη δολοφονία του Αλιέντε: από καρκίνο του προστάτη κι από απελπισία. Τα σπίτια του στο Βαλπαραϊσο και στο Σαντιάγο λεηλατήθηκαν έγιναν γυαλιά-καρφιά. Στη Χιλή η ποίησή του ήταν παράνομη μέχρι το 1990. Αν ξαναζήσω, έγραφε με πράσινο μελάνι («το χρώμα της ελπίδας») στα «Χέρια της μέρας», θα ζήσω με τον ίδιο τρόπο.
* (Εφημερίδα Ημερησία 18/8/2007)

 




Η νύχτα στο νησί

Η νύχτα στο νησί
(απόσπασμα)

Όλη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου
κοντά στη θάλασσα, στο νησί.
Ήσουν άγρια και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή
και στον ύπνο
ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.
Ίσως πολύ αργά
ενώθηκαν τα όνειρά μας,
στα ψηλά ή στα βαθιά,
στα ψηλά σαν κλαδιά που κουνάει ο ίδιος άνεμος,
στα χαμηλά σαν κόκκινες ρίζες που αγγίζονται.
Ίσως το όνειρό σου
χωρίστηκε από το δικό μου
και στη σκοτεινή θάλασσα
με έψαχνε
όπως πρώτα
υπήρχες όταν δεν ακόμα,
όταν χωρίς να σε διακρίνω
έπλεα στο πλάι σου,
και τα μάτια σου έψαχναν
αυτό που τώρα
- ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό -
σου δίνω με γεμάτα χέρια,
γιατί εσύ είσαι το κύπελλο
που περίμενε τα δώρα της ζωής μου.



 




Αφιέρωμα Βιογραφικό Video

Βιογραφικό

ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ
(1904 - 1973)

Ο Πάμπλο Νερούδα θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ου αιώνα. Ο Νερούδα γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1904 στην πόλη Παράλ της Χιλής. Σε μικρή ηλικία έμεινε ορφανός από μητέρα. Το πραγματικό του όνομα ήταν Νεφτάλι Ρικάρντο Ρέγες Μπασοάλτο. Σε ηλικία 16 χρόνων αποφάσισε να αλλάξει το όνομα του σε Πάμπλο Νερούδα για να τιμήσει την μνήμη του Τσεχοσλοβάκου ποιητή Ζαν Νερούδα. Το 1971 κέρδισε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ο έρωτας είναι το κεντρικό θέμα πολλών έργων του, για αυτό και το όνομά του έγινε συνώνυμο με την ρομαντική ποίηση. Συγγραφέας, διπλωμάτης, πολιτικός, η ακτινοβολία του Πάμπλο Νερούδα έφθασε σε όλο τον κόσμο.
Από το ποιητικό του έργο ξεχωρίζουν οι εξής τίτλοι: «Crepusculario», «Veinte poemas de amor y una canciσn desesperada», «Residencia en la tierra», «Tercera residencia», «Canto general», «Los versos del capitαn», «Odas elementales», «Extravagario», «Memorial de Isla Negra» και «Confieso que he vivido».
Ο Νερούδα έγραψε επίσης, ωδές για πιο απλά και στοιχειώδη πράγματα της καθημερινής ζωής. Ο γνωστός Έλληνας συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε ένα από τα πιο γνωστά ποιήματα του Νερούδα, το «Κάντο Χενεράλ».
Ο πιο γνωστός συγγραφέας της Κολομβίας, Γκάμπριελ Γκαρθία Μαρκέζ, χαρακτηρίζει τον Νερούδα ως τον «μεγαλύτερο ποιητή του 20ου αιώνα». Ο Νερούδα καθιερώθηκε από τα πρώτα κιόλας έργα του. Η συλλογή του, τα «20 ερωτικά τραγούδια και ένα τραγούδι της απόγνωσης», πουλήθηκε σε εκατομμύρια αντίτυπα.
Παρόλα αυτά, η ποίησή του δεν περιορίζεται μόνο στο θέμα της αγάπης. Όταν βρέθηκε στη Βιρμανία, έγραψε το Κατοικία στη Γη (Residence on Earth), για τον χρόνο, τη μεταφυσική, καθώς και για τη σημασία της ανθρώπινης ύπαρξης. Όπως συνέβη σε πολλούς πνευματικούς ανθρώπους, ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος είχε μεγάλη επίδραση στην ποίησή του.
Το 1943 επέστρεψε στη Χιλή, αλλά τέσσερα χρόνια αργότερα έγινε στόχος του καθεστώτος του προέδρου Κονζάλεζ Βιντέλα, επειδή είχε διαμαρτυρηθεί για τον τρόπο αντιμετώπισης των ανθρακωρύχων που απεργούσαν.Το 1949 κατάφερε να φύγει από τη Χιλή και κατευθύνθηκε- εξόριστος πλέον- προς την Ευρώπη. Ανάμεσα στα μέρη που έζησε ήταν και το νησί Κάπρι της νότιας Ιταλίας. Στη ζωή του στο Κάπρι στηρίζεται η ταινία «Ο ταχυδρόμος».
Ο Νερούδα προσχώρησε στο κόμμα του Σαλβαδόρ Αλιέντε και τον στήριξε στον προεκλογικό του αγώνα.
Πέθανε το 1973 λίγες μέρες μετά το πραξικόπημα του στρατηγού Πινοσέτ που ανέτρεψε την κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αγιέντε.
Η κηδεία του ήταν η πρώτη εκδήλωση λαϊκής αντίθεσης στο στρατιωτικό καθεστώς που απαγόρευσε τα έργα του ποιητή. Η απαγόρευση ίσχυε ως το 1990.

 




Αφιέρωμα Βιογραφικό Video

Video



Pablo Neruda


Pablo Neruda - Me gustas cuando callas


Pablo Neruda - 20 poemas de amor y una cancion desesperada

 

 

 

 

 











 
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα