Oι άνθρωποι που ήθελαν
να αλλάξουν τον κόσμο
Μάνος Χατζιδάκις
Μελίνα Μερκούρη
Μάνος Λοϊζος
Μίκης Θεοδωράκης
Νίκος Καββαδίας
Γιάννης Ρίτσος
Γιώργος Σεφέρης
Τσε Γκεβάρα
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Νίκος Μπελογιάννης
Άγγελος Σικελιανός
Άρης Βελουχιώτης
Πάμπλο Νερούδα
Ανδρέας Εμπειρίκος
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Παύλος Σιδηρόπουλος
Χάρολντ Πίντερ

Μανώλης Αναγνωστάκης

Βλαντίμιρ Λένιν
Μαρία Δημητριάδη

Οδυσσέας Ελύτης

Κώστας Βάρναλης
Κάρολος Κουν
Κώστας Καρυωτάκης
Βασίλης Τσιτσάνης
Νίκος Παπάζογλου
Τζον Λένον
Πάτι Σμιθ
Γεώργιος Καραϊσκάκης
Νίκος Καζαντζάκης
Νίκος Ξυλούρης
Μάνος Ξυδούς
Στρατής Τσίρκας
Φερνάντο Πεσσόα
Νικόλας Άσιμος
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Κατερίνα Γώγου


Ειδικά αφιερώματα
Λίνα Νικολακοπούλου
Σταμάτης Κραουνάκης
Κική Δημουλά
Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Διονύσης Τσακνής
Νίκος Εγγονόπουλος
Δημήτρης Χορν
Κωνσταντίνος Καβάφης
Θόδωρος Αγγελόπουλος
Θάνος Μικρούτσικος
Αλέξης Μινωτής
Μίμης Πλέσσας
Χάρις Αλεξίου
Δήμητρα Γαλάνη
Θανάσης Βέγγος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Σταύρος Ξαρχάκος
Νίκος Γκάτσος
Μάρκος Βαμβακάρης
Γιάννης Τσαρούχης
Κατίνα Παξινού
Μιχάλης Καραγάτσης
Διονύσης Σαββόπουλος
Ελένη Καραϊνδρου
Άντριου Λόιντ Γουέμπερ
Πέδρο Αλμοδόβαρ
Άγαμοι Θύται
Σπείρα Σπείρα
Αγκάθα Κρίστι
Σαλβαντόρ Νταλί
Τζον Μάλκοβιτς
Αντζελίνα Τζολί
Νίνο Ρότα




 

 
Αφιερώματα  

Οι άνθρωποι που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο!

Berthold Brecht
- Οκτώβριος 1998
(Τελευταία ενημέρωση 12/01/13)

Αφιέρωμα Βιογραφικό Video

ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

Επιμέλεια: Νατάσα Ξαρχάκου
Κείμενα: Νίκος Βιδάλης, Γιώργος Νικολαϊδης, Ζωή Πολίτη
Ηχητικά ντοκουμέντα: Κατίνα Παξινού (από το έργο του Μπρεχτ "Μάνα Κουράγιο") - Έλλη Λαμπέτη (από το έργο του Μπρεχτ "Ο Κύκλος με την κιμωλία")
Μουσική επιμέλεια: Άρης Δούκας



Τραγούδι: Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ - Θάνος Μικρούτσικος
Ακούστε...
Διάρκεια: 04:32 - (1.066KB)
Στίχοι: Μπέρτολτ Μπέχτ
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος - Πρώτη εκτέλεση: Θάνος Μικρούτσικος



Τι κι αν γεννήθηκε στη δύση του 19ου αιώνα. Τι κι αν δημιούργησε και πέθανε στον περασμένο, πλέον, 20ό αιώνα. Ο Μπρεχτ και το έργο του είναι του 21ου αιώνα. Και θα είναι εκείνης της εποχής, που η εργατική τάξη, όλοι οι εκμεταλλευόμενοι άνθρωποι και οι λαοί θα απελευθερωθούν από τον καπιταλιστικό «ζυγό». Τότε, που θα μπορούν πια με σιγουριά να πουν: «Τις δυσκολίες των βουνών τις ξεπεράσαμε/ Τώρα έχουμε ν' αντιμετωπίσουμε/ Τις δυσκολίες των πεδιάδων» και θα ξέρουν τι ταιριάζει για πάντα να γραφεί στην «ταφόπετρα» αυτού του επαναστάτη και αθάνατου δημιουργού: «Έκανε προτάσεις. Εμείς/ Τις δεχτήκαμε».

Με μια έκθεση 269 βιβλίων του Μπρεχτ και βιβλίων για τον Μπρεχτ, που προέρχονται από εκδοτικούς οίκους της Γερμανίας, της Ελβετίας και της Αυστρίας, τιμά το Ινστιτούτο Goethe της Αθήνας την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Η έκθεση θα ξεκινήσει το βράδυ της Τρίτης οπότε, κατά τη διάρκεια των εγκαινίων, θα μιλήσει ο συγγραφέας και μεταφραστής του μπρεχτικού έργου Πέτρος Μάρκαρης (στις 8 μ.μ.) και αμέσως μετά θα προβληθεί η ταινία «Η μάνα» του Μπρεχτ, μια μαγνητοσκοπημένη παράσταση της Schaubuhne από τη θεατρική περίοδο 1970-71, σε σκηνοθεσία Πέτερ Στάιν, με την Τερέζε Γκίζε στον ρόλο της Πελαγίας Βλάσοβα.
Στην περίοδο 1956-1962 έχουμε το πρώτο κύμα εισδοχής του Μπρεχτ στη χώρα ως ανταπόκριση των ελλήνων διανοουμένων στον μεγάλο γερμανό δραματουργό. Την περίοδο της χούντας, η έκδοση βιβλίων Μπρεχτ είναι πολιτική πράξη. Με τη μεταπολίτευση αρχίζει να φουντώνει το φαινόμενο της «μπρεχτομανίας», ενώ η κατάρρευση του τείχους, το 1989, σημαίνει την αρχή του τέλους της μαζικής υστερίας αλλά ενδεχομένως και την ώρα της νηφάλιας αποτίμησης.

Μάνα κουράγιο - Κατίνα Παξινού
Ηχητικό Ντοκουμέντο
«Το τραγούδι της Μάνας Κουράγιο» από το θεατρικό έργο του Bertol Brecht «Μάνα Κουράγιο» σε μουσική Paul Dessaw.
Πρόκειται για την τελευταία σκηνική δραματουργία της Κατίνας Παξινού.
Ακούστε...
Διάρκεια: 07:26 - (1.305KB)






Ο Κύκλος με την Κιμωλία - Έλλη Λαμπέτη
Ηχητικό Ντοκουμέντο
H Έλλη Λαμπέτη διαβάζει: Ο κύκλος με την κιμωλία
Ακούστε...
Διάρκεια: 16:34 - (2.904KB)



Λίγα λόγια για το έργο
Ο Κύκλος με την Κιμωλία είναι η ιστορία μιας φτωχής υπηρέτριας, της Γκρούσα, που εργάζεται στο αρχοντικό του πρίγκιπα Καζμπέκι και αναγκάζεται να σώσει το μικρό διάδοχο του θρόνου, που τον παρατάει η μητέρα του στη βιασύνη της να φύγει, για να γλιτώσει από τους επαναστάτες που σκότωσαν τον άντρα της.
Το έργο αφηγείται τη φυγή της Γκρούσα προς τα βουνά, για να σώσει τη ζωή του μικρού πρίγκιπα, που στην αρχή της είναι βάρος, αλλά σιγά σιγά μαθαίνει να τον αγαπάει σαν πραγματική μητέρα του.Ο κύκλος με την κιμωλία είναι παράλληλα η ιστορία ενός κλεφτοκοτά, του Αζντάκ, που έγινε δικαστής, επειδή στην επανάσταση έκρυψε στο σπίτι του τον Μεγάλο Δούκα και του έσωσε τη ζωή. Το έργο αφηγείται πώς ο Αζντάκ με τη βοήθεια του κύκλου με την κιμωλία έκρινε, αν ο μικρός πρίγκιπας ανήκε στην πραγματική του ή στη θετή του μητέρα, την Γκρούσα...



Η Αριστερά και η «Κιμωλία»
Ήταν τη χρονιά του θανάτου του που μεταφράστηκε για πρώτη φορά Μπρεχτ στα ελληνικά. Το 1956 εμφανίστηκε το θεατρικό του έργο «Ο κύκλος με την κιμωλία» σε μετάφραση Αστέρη Στάγκου, ενός ανθρώπου του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη, αφού έκανε επί σειρά ετών το ρεπορτάζ του υπουργείου Παιδείας στα «Νέα». Η μετάφραση του Στάγκου εμφανίστηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης» και αμέσως μετά κυκλοφόρησε και σε ανάτυπο. Σύμφωνα με το πλούσιο αρχείο του ερευνητή και βιβλιογράφου κ. Γιώργου Παναγιώτου, παράλληλα με την πρώτη μετάφραση θεατρικού έργου εμφανίστηκε και η πρώτη μετάφραση ποιήματος του Μπρεχτ στα ελληνικά, το 1956 από τον Νίκο Παππά, ο οποίος εξέδιδε τότε με τη σύζυγό του Ρίτα Μπούμη-Παππά την «Εφημερίδα των ποιητών», στο τεύχος Αυγούστου '56. Την ίδια χρονιά ο Κάρολος Κουν ανέβασε στο Θέατρο Τέχνης τον «Κύκλο με την κιμωλία» σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη, μια μετάφραση που δημοσιεύθηκε την επόμενη χρονιά στο «Θέατρο» του Θόδωρου Κρίτα. Υπήρχαν συνεπώς τον καιρό εκείνο στην Ελλάδα ευαίσθητοι δέκτες των μηνυμάτων του πρωτοπόρου ποιητή, δραματουργού και μεταρρυθμιστή του θεάτρου.
Πολύ νωρίς, συνεπώς, εντοπίζονται οι πρώτες μεταφράσεις και οι πρώτες παραστάσεις Μπρεχτ στην Ελλάδα, κυρίως αν σκεφθεί κανείς ότι στην εποχή του ο Μπρεχτ ήταν η «πέτρα του σκανδάλου» στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις, σύμβολο αντίδρασης σε κάθε είδους υπερεξουσία και ενσάρκωση ενός ανοιχτού, κριτικού, διαλεκτικού πνεύματος. Στα χρόνια μεταξύ 1956 και 1961 ο Μπρεχτ εκδίδεται σε βιβλία και ανεβαίνει σε θέατρα συνεχώς. Ο Κάρολος Κουν ανεβάζει τέσσερις χρονιές Μπρεχτ, σε μεταφράσεις Οδυσσέα Ελύτη, Κώστα Σταματίου και Μάριου Πλωρίτη.
Την ίδια περίοδο η «Επιθεώρηση Τέχνης» δημοσιεύει μεταφράσεις ποιημάτων του από τον Νικηφόρο Βρεττάκο. Το περιοδικό αυτό είναι το πρώτο στην Ελλάδα που παρουσιάζει αφιέρωμα στον Μπρεχτ, στο τεύχος Νοεμβρίου 1961, δίνοντας το μέτρο των ευαισθησιών της εποχής, της προοδευτικότητας των ανθρώπων της τέχνης και της πρόσληψης των σύγχρονων ρευμάτων στη χώρα μας.
Από την άλλη πλευρά, το μπρεχτικό θέατρο, με την κατάργηση των φραγμών του αστικού «θεάτρου της ψευδαίσθησης» και την «αποστασιοποίηση» που πρέσβευε, είχε δημιουργήσει διάφορες παρεξηγήσεις ως προς το τι ακριβώς είναι. Αυτές έβρισκαν έκφραση κυρίως στο περιοδικό «Θέατρο» του Κώστα Νίτσου όπου ο Δημήτρης Μυράτ είχε μεταφράσει με διαφορετικό τρόπο τους κανόνες του μπρεχτικού θεάτρου, δηλαδή το κείμενο με τις οδηγίες του Μπρεχτ «Μικρό όργανο για το θέατρο», απ' ό,τι νωρίτερα ο Γ.Π. Σαββίδης στην «Επιθεώρηση Τέχνης» και οι διχογνωμίες για το «αν προδόθηκε ή δεν προδόθηκε» το κείμενο είχαν προσλάβει, όπως φαίνεται στο αρχείο του κ. Παναγιώτου, τις διαστάσεις φιλολογικού καβγά.



Τραγούδι: Άννα μην κλαις - Γιάννης Κούτρας / Θάνος Μικρούτσικος
Ακούστε...
Διάρκεια: 04:02 - (942KB)
Στίχοι: Μπέρτολτ Μπέχτ
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος - Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Κούτρας



Ποιήματα και αιτήματα
Όταν έρχεται η δικτατορία στην Ελλάδα, παρατηρούνται φαινόμενα που δηλώνουν περισσότερα για τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες στη χώρα παρά για τον ίδιο τον Μπρεχτ. Οι παραστάσεις Μπρεχτ στο Θέατρο Τέχνης σταματούν, απαγορεύεται η κυκλοφορία του τεύχους του «Θεάτρου» του Κώστα Νίτσου με το αφιέρωμα Μπρεχτ που είχε δημοσιευθεί πριν από τη δικτατορία και το εξώφυλλό του σταμπάρεται με τη σφραγίδα της λογοκρισίας, αλλά τα ηνία παίρνουν οι εκδότες. Είναι εμφανές ότι την περίοδο της δικτατορίας η έκδοση ενός βιβλίου Μπρεχτ, ακόμη και των θεατρικών του, αποτελεί πολιτική πράξη, μια μορφή αντίδρασης στο κλίμα καταστολής. Από τα πρώτα χρόνια της χούντας, ο Φίλιππος Βλάχος, προτού ακόμη ιδρύσει τα «Κείμενα», εκδίδει από το παράνομο τυπογραφείο του Πατριωτικού Μετώπου το μονόπρακτο του Μπρεχτ «Τα ντουφέκια της κυρά Καράρ» με τον αρχικό του τίτλο «Στρατηγοί πάνω απ' το Μπιλμπάο» σε 200 αντίτυπα. Όπως θα δηλώσει ο ίδιος πολλά χρόνια αργότερα, σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό «Ιχνευτής» (τεύχος 3, Ιούλιος 1985), «[Πιστεύαμε] ότι οι προοδευτικές δυνάμεις έπρεπε να δώσουν το παρών σε όλους τους τομείς. (...) Το θέμα του έργου είναι αν μπορεί να μένει κανείς αμέτοχος όταν η χώρα του περνάει κρίσιμες στιγμές». Το δεύτερο βιβλίο που κυκλοφόρησαν τα «Κείμενα», τα «Ποιήματα» του Μπρεχτ σε μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη, κυκλοφορεί τον Φεβρουάριο του 1970 και πουλάει, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Βλάχου στην ίδια συνέντευξη, 3.000 αντίτυπα σε μία εβδομάδα! Τέτοια απήχηση ποιητικού βιβλίου δεν πρέπει να υπήρξε σε άλλη εποχή για κανέναν ποιητή.
Το ξέσπασμα αυτό συνεχίζεται με θεωρητικά κείμενα του Μπρεχτ, μαζί με τα θεατρικά και την ποίηση. Ορισμένοι από τους πιο μαχητικούς εκδότες, κάποιοι ενεργοί ακόμη σήμερα, ξεκινούν τα πρώτα τους βήματα μεσούσης της δικτατορίας με εκδόσεις Μπρεχτ. Ένα από τα πρώτα βιβλία των εκδόσεων «Κάλβος» ήταν το «Τρόμος και αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ» που εκδόθηκε σε μετάφραση Αγγέλας Βερυκοκάκη το 1970. Το 1971 οι εκδόσεις «Στοχαστής» παρουσιάζουν το πρώτο βιβλίο με πολιτικά κείμενα του Μπρεχτ, με τον απερίφραστο τίτλο «Πολιτικά κείμενα», σε μετάφραση Βασίλη Βεργωτή. Πώς δεν απαγορεύτηκε; Το βιβλίο αυτό, που έφερε στο οπισθόφυλλο τους στίχους του Μπρεχτ «Άκου λοιπόν/ είτε φταις/ είτε όχι/ σα δεν μπορείς να παλέψεις/ θα πεθάνεις», ήταν έτοιμο να πάει στη λογοκρισία, όταν η λογοκρισία καταργήθηκε στην Ελλάδα, όπως αναφέρει ο εκδότης και σήμερα του «Στοχαστή» κ. Λουκάς Αξελός. «Με το βιβλίο αυτό, σε συνδυασμό με τις εκδόσεις του Φίλιππου Βλάχου και μια σειρά θεατρικών εκδόσεων του "Πλανήτη", έχουμε την πρώτη μαζική εισδοχή του Μπρεχτ στην Ελλάδα. Ήμασταν το τρίπτυχο των εκδοτών που συστοιχήθηκαν με το πνεύμα του συγγραφέα». Ο «Πλανήτης», ένας εκδοτικός οίκος που δεν υπάρχει πια, ανήκε στον Κ. Παλαιολόγο, ο οποίος μετέφραζε ο ίδιος και εξέδιδε τα έργα του Μπρεχτ. Ασχέτως αν η γλώσσα των θεατρικών μεταφράσεων του Παλαιολόγου, που ήταν η «μαλλιαρή», μπορεί να δημιουργούσε κάποιες ενστάσεις, όπως θυμάται ο κ. Αξελός, απέπνεε τη φιλοσοφία ενός κόσμου, ότι «τον καιρό της καταπίεσης ζούσαν κι επαναστάτες».
Μόνο μέσα σε μία χρονιά, το 1970, σύμφωνα με τα στοιχεία του κ. Παναγιώτου, εκδίδονται μαζεμένα 12 βιβλία Μπρεχτ! Τον Οκτώβριο του 1971 ανεβάζει το «Μάνα Κουράγιο» η Κατίνα Παξινού και τον Φεβρουάριο του 1972 ανεβαίνει το «Ο άντρας είναι άντρας» από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης στη Θεσσαλονίκη. Εν τω μεταξύ ο Κώστας Νίτσος κυκλοφορεί νέο τεύχος του «Θεάτρου» με αφιέρωμα Μπρεχτ τον Μάιο-Ιούνιο του 1973. Εκδότες που ουδέποτε υπήρξαν πολιτικοποιημένοι, όπως ο Μπουκουμάνης, ο Μπαρμπουνάκης, ο Πάπυρος και άλλοι, περιλαμβάνουν τον Μπρεχτ στις εκδόσεις τους δημιουργώντας ένα κλίμα υπόγειας αντίδρασης στο κλίμα καταστολής.



Μεταπολιτευτικές μανίες
Με τη μεταπολίτευση, καθώς αλλάζει η ατμόσφαιρα και ο κόσμος απελευθερώνεται, ενσκήπτει στη χώρα μια «μπρεχτομανία» άνευ προηγουμένου. Οι εκδόσεις πληθύνονται, οι άνθρωποι που στρέφονται γύρω από τον Μπρεχτ είναι αμέτρητοι, οι επιλογές ανάμεσα σε μεταφράσεις του ίδιου έργου πολλές και άνισες: εκδίδεται ο «Κύκλος με την κιμωλία» σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη από την Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας το 1974, «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» σε απόδοση Μάριου Πλωρίτη στις εκδόσεις «Ιθάκη» το 1980 (είναι τα έργα που είχαν ανεβεί πριν από τη δικτατορία από τον Κουν), και συλλήβδην τα θεατρικά του Μπρεχτ από τις εκδόσεις «Δωδώνη», «Θεμέλιο», «Σύγχρονη Εποχή», «Νεφέλη» και άλλους εκδοτικούς οίκους. Το Θέατρο Τέχνης και ο Κάρολος Κουν ξαναπιάνουν το νήμα του Μπρεχτ την πρώτη κιόλας χρονιά μετά τη χούντα ανεβάζοντας το 1974-75 τον «Τρόμο και αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ», ενώ ο Κώστας Νίτσος κυκλοφορεί ξανά με αφιέρωμα Μπρεχτ το «Θέατρο» τον Σεπτέμβριο του 1976 χρησιμοποιώντας το παλιό εξώφυλλο με τη στάμπα της λογοκρισίας από τη χούντα.
Βρισκόμαστε πλέον στη χρυσή δεκαετία του Μπρεχτ στην Ελλάδα, στα χρόνια 1975-1985. Το 1976 ανεβαίνει η «Όπερα της πεντάρας» σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασσέν, σε διασκευή Ντασσέν και Παύλου Μάτεσι και μετάφραση Μάτεσι, με τη Μελίνα Μερκούρη να τραγουδά την μπαλάντα του Μακήθ με το μαχαίρι, την μπαλάντα των πειρατών, το τραγούδι της Μπάρμπαρα, το τάνγκο... Μετά το 1981, όταν γίνεται υπουργός Πολιτισμού η Μελίνα και ιδρύονται τα ΔΗΠΕΘΕ, ο Μπρεχτ παίζεται και διαβάζεται απ' άκρου εις άκρον της Ελλάδας. Το πράγμα εμπίπτει πλέον στη δικαιοδοσία των γελοιογράφων και, όπως θυμάται ο κ. Μάριος Πλωρίτης, το αστείο της εποχής είναι «κάθε πόλη και χωριό ανεβάζει Μπρεχτ». Τα άρθρα και τα αφιερώματα για τον Μπρεχτ διαδέχονται το ένα το άλλο σε περιοδικά και επαρχιακά έντυπα και συγκροτείται βαθμηδόν ένας όγκος βιβλιογραφίας για τον Μπρεχτ, ένα μέρος της οποίας, ήδη αποθαρρυντικό για να το πλησιάσει κανείς, βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Όπως αναφέρει ο καθηγητής Γερμανικής Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συντάκτης της πρώτης πλήρους, για την εποχή της, ελληνικής βιβλιογραφίας Μπρεχτ (εκδόσεις «Διαγώνιος» 1977) κ. Λάμπρος Μυγδάλης, από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της εκτεταμένης αυτής φιλολογίας είναι η πολεμική που άσκησε στον Μπρεχτ από το αντίπαλο ιδεολογικό στρατόπεδο ο Σόλων Μακρής αρθρογραφώντας επί σειρά ετών στη «Νέα Εστία».



Καθώς πλησιάζουμε προς το τέλος της δεκαετίας του '80, έρχεται και η ώρα του κορεσμού. Βέβαια συνεχίζονται τα τιμητικά αφιερώματα, όπως το αφιέρωμα του περιοδικού «Πολιτιστική» το 1987 ή του περιοδικού «Διαβάζω» το 1989. Το 1988-89 το Θέατρο Τέχνης με τον Γιώργο Λαζάνη ανεβάζει το «Άντρας για άντρα», ενώ ο Μπρεχτ εξακολουθεί να παίζεται σε θέατρα σε όλη την Ελλάδα. Μετά το 1989 ωστόσο, με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και την οικοδόμηση της νέας τάξης πραγμάτων, η ατμόσφαιρα αλλάζει. Η διαμάχη μεταξύ λογοτεχνίας και πολιτικής θεωρείται ξεπερασμένη και ανάμεσα στις άλλες πλάνες της Ιστορίας καταχωρίζεται και «η αντίληψη της λογοτεχνίας ως κοινωνικά χρήσιμης δραστηριότητας», όπως σημείωσε ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κ. Ρόμαν Χέρτζογκ μιλώντας στις 10 Φεβρουαρίου 1988 στην Ακαδημία των Τεχνών του Βερολίνου, με την ευκαιρία της επετείου Μπρεχτ. Αν εκδίδεται ακόμη ο Μπρεχτ στην Ελλάδα, αν παίζεται ακόμη στα θέατρα, αυτό γίνεται υπό εντελώς διαφορετικούς όρους απ' ό,τι στο παρελθόν.
Είναι ενδεικτικό ότι πριν από δύο χρόνια εκδόθηκαν οι «Ιστορίες του κυρίου Κόινερ» σε μετάφραση Γιώργου Βελουδή στη σειρά «Μικρά κλασικά» των εκδόσεων Πατάκη. Πέρυσι εκδόθηκαν «Η χαζή γυναίκα και άλλες ιστορίες» σε μετάφραση Νάντιας Βαλαβάνη στη σειρά «Μικρά τσέπης» των εκδόσεων Καστανιώτη. Ο Μπρεχτ πλέον πέρασε στις μικρές σειρές των μεγάλων εκδοτικών οίκων, ανάμεσα στους εκατοντάδες τίτλους κλασικών που εκδίδονται περισσότερο ως έκφραση ενός εκδοτικού πλουραλισμού (ή μιας αμηχανίας της εποχής μας, όπως εύστοχα παρατηρήθηκε) παρά ως δυναμική έκφραση διαλεκτικού πνεύματος και χιούμορ, όπως θα ήθελε ο ίδιος. Ίσως πρέπει να θυμηθούμε τη χαρακτηριστική φράση του: «Η αυλαία κλειστή κι όλα τα ερωτήματα ανοιχτά».

 





Ο αντιεξουσιαστής Μπρεχτ
...Μεγάλωσα σαν γιος καλοστεκούμενων / ανθρώπων. Οι γονείς μου μού φορούσαν / γιακά, μ' έμαθαν τις συνήθειες εκείνων / που έχουν υπηρέτες και με δίδαξαν / πώς να διατάζω. Αλλά, όταν μεγάλωσα / και είδα γύρω μου, οι άνθρωποι της / τάξης μου δεν μ' άρεσαν, το να διατάζω / δεν ήταν του γούστου μου, ούτε και το / να με υπηρετούν. Γι' αυτό εγκατέλειψα / την τάξη μου και συντρόφεψα με τους / μικρούς, φτωχούς ανθρώπους...


Η αντίσταση του Μπέρτολτ Μπρεχτ ενάντια στους ανθρώπους της τάξης του ξεκίνησε αρκετά νωρίς, όπως μπορούμε να καταλάβουμε και από αυτό το νεανικό ποίημά του. Δεκαέξι χρόνων ήταν ήδη γνωστός μέσα από τις φιλολογικές σελίδες αριστερών εντύπων και τις Κυριακές καθόταν τεμπέλικα και κορόιδευε τους αστούς που βολτάριζαν με τις ευυπόληπτες οικογένειές τους στο αριστοκρατικό Αουγκσμπουργκ. Στο κατοπινό έργο του όμως, ιδίως σε αυτό των τελευταίων χρόνων της ζωής του, η γενέθλια πόλη ζωντανεύει με τα πιο παράδοξα χρώματα: μορφές περιθωριακές που σέρνονται σε σκοτεινά δρομάκια και υγρά καταγώγια, παζάρια γεμάτα χωριάτες από τη γύρω περιοχή που ήρθαν να πουλήσουν την πραμάτεια τους, δαιδαλώδη κανάλια και δεξαμενές που αναδίδουν τη μυρωδιά της σήψης. Στο σχολείο ο ατίθασος νεαρός χλευάζει ανοιχτά τους καθηγητές του, γεγονός που συχνά τού κοστίζει ακριβά. Ωστόσο βρίσκει τρόπο με την πονηριά του να ξεπερνάει τα εμπόδια. Καθώς αποτυχαίνει στο τελικό διαγώνισμα από το οποίο εξαρτάται η προαγωγή του, ο Μπρεχτ καταφέρνει να βάλει στο χέρι το γραπτό και υπογραμμίζει με κόκκινο μελάνι μερικά ακόμη σημεία, έτσι που ο καθηγητής στον οποίο απευθύνεται για εξηγήσεις αναγκάζεται να παραδεχθεί το «λάθος» του και του βάζει προβιβάσιμο βαθμό.
Το 1917 εγγράφεται στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μονάχου, σε λίγους μήνες όμως επιστρατεύεται και αναλαμβάνει χρέη νοσοκόμου στο νοσοκομείο του Αουγκσμπουργκ. Εκεί θα βιώσει όλη την αγριότητα του πολέμου. Οι κραυγές απόγνωσης των τραυματισμένων, οι οιμωγές των ακρωτηριασμένων θα αφήσουν ανεξίτηλα σημάδια πάνω του και θα εδραιώσουν μέσα του μια αταλάντευτα ειρηνόφιλη συνείδηση. Πρώτος καρπός της η Μπαλάντα του νεκρού στρατιώτη, ένα σκοτεινό και αγριεμένο έργο που ο ίδιος συνήθιζε να τραγουδά σε ταβέρνες του Μονάχου μπροστά σε απομάχους, οι οποίοι παρεξηγώντας το μήνυμά του τον γιουχάιζαν και εκσφενδόνιζαν εναντίον του ποτήρια γεμάτα μπίρα!... Ηταν η εποχή που πηγαινοερχόταν μεταξύ Αουγκσμπουργκ και Μονάχου, όπου έμενε σε μια σοφίτα. Εκεί έγραψε το πρώτο του έργο, Σπάρτακος. Ησυχο, χλωμό, αδύνατο, σπυριάρη, κακοξυρισμένο και κακοντυμένο τον περιγράφουν όσοι τον ήξεραν τότε. Στα 1920 πεθαίνει η μητέρα του και μετακομίζει στο Μόναχο, όπου νοικιάζει ένα δωμάτιο για τον ίδιο και τη σύντροφό του Μαριάνε Τσοφ, την οποία παντρεύεται το 1922. Το ανέβασμα του έργου του Ταμπούρλα μέσα στη νύχτα στο θεατρικό φεστιβάλ της πόλης τού ανοίγει τον δρόμο προς την επιτυχία. Πηγαίνει στο Βερολίνο για να συζητήσει με εκδότες και θεατρικούς παράγοντες, περνάει όμως πολύ μίζερα και διατρέφεται με μπιζελόσουπα και ψωμάκια που του χορηγεί ένας φίλος. Στο Μόναχο, όπου αναγκάζεται να επιστρέψει, είναι διαρκώς περιτριγυρισμένος από πλήθος οπαδών. Ενας συνεργάτης του θυμάται: «Ο Μπρεχτ έκοβε βόλτες μέσα στο δωμάτιο, καπνίζοντας ηδονικά το πούρο του, άκουγε τα επιχειρήματα του ενός και τα αντίθετα επιχειρήματα του άλλου, κορόιδευε, ανοιγόκλεινε γρήγορα τα μάτια του και έμενε αμετακίνητος στη γραμμή του.

Ο Μπρεχτ έτεινε προς τα αριστερά, όπως πολλοί διανοούμενοι της εποχής του, χωρίς ωστόσο να ακολουθεί σαφή γραμμή. Τώρα όμως άρχισε να παρακολουθεί νυχτερινά μαθήματα και να σπουδάζει συστηματικά και προσηλωμένα τον μαρξισμό. Αργότερα έλεγε ότι οι σπουδές εκείνες του στοίχισαν δέκα χρόνια από τη ζωή του και 40.000 μάρκα. Ο,τι έγραψε εκείνα τα χρόνια δείχνουν πως βρισκόταν σε μεταβατική περίοδο. Στην περίφημη Οπερα της πεντάρας, για παράδειγμα, που τον έκανε γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο, κατακρίνει την αστική κοινωνία αλλά απέχει πολύ από τον καθαρό μαρξισμό μεταγενέστερων έργων του. Ωστόσο, εμπεδώνοντας αυτή την τεθλασμένη πορεία, στο επόμενο έργο του Χάπι Εντ, το οποίο υπογράφει με το ψευδώνυμο Ντόροθι Λέιν, η κοινωνική εξέγερση εξαφανίζεται ολότελα αφήνοντας τη θέση της στην καθαρή διασκέδαση του καμπαρέ. Στο Μαχαγκόνι που ακολουθεί, ο Μπρεχτ βαθαίνει τη μαρξιστική κατεύθυνση της κριτικής του, εκφράζοντας σε παραβολική μορφή την αρνητική ουτοπία της καπιταλιστικής κοινωνίας. Στην ομώνυμη πόλη το μεγαλύτερο έγκλημα είναι να μην έχεις λεφτά: «Γι' αυτό καταδικάζεσαι σε θάνατο, Πάουλ Ακερμαν. / Γιατί σου λείπουν τα λεφτά. / Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο έγκλημα / που μπορεί να γίνει πάνω στη γη».
Εχει παντρευτεί την ηθοποιό Ελένε Βάιγκελ και συνεχίζει να γράφει και να ανεβάζει έργα ακατάπαυστα: Μάνα, Αγία Ιωάννα των Σφαγείων, Απόφαση. Οι ναζιστές, οι οποίοι εν τω μεταξύ έχουν πάρει την εξουσία, καίνε τα βιβλία του στη Γερμανία, ενώ στο Παρίσι με τη σύμπραξη του Ζορζ Μπαλανσίν ανεβαίνουν τα Εφτά θανάσιμα αμαρτήματα με τη Λότε Λένια στον πρωταγωνιστικό ρόλο - ο ίδιος ο Μπρεχτ έχει κατορθώσει να διαφύγει με την οικογένειά του στην ήσυχη και ασφαλή Ζυρίχη. Στη γαλλική πρωτεύουσα ανεβαίνει και μία άλλη παράσταση-σταθμός: Τρόμος και αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ (1937). Ακολουθούν Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν, Η ζωή του Γαλιλαίου, Ο καυκασιανός κύκλος με την κιμωλία. Μετά τον πόλεμο γυρίζει στο Βερολίνο και εγκαθίσταται στον ανατολικό τομέα της πόλης. Εδώ θα εργαστεί και θα υπηρετήσει το θέατρο με όσα έχει θησαυρίσει σε όλα τα χρόνια της πλούσιας ζωής του. Συμπεριφερόταν σε όλους, είτε πρωταγωνιστές είτε νεοφώτιστους, με την ίδια προσεκτική ευγένεια, κρατώντας μια κάποια απόσταση. Τη γνώμη των άλλων, ακόμη και την πιο έντονη κριτική, την άκουγε σιωπηλός και προσεκτικός. Οταν η δουλειά πάνω σε ένα έργο τελείωνε, όταν όλες οι βελτιώσεις είχαν γίνει, έδειχνε απόλυτη αδιαφορία και έφευγε. Οπως διηγείται ένας φίλος του, τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν γεμάτα από προαισθήσεις θανάτου. Στις 15 Μαΐου 1955 ο Μπρεχτ έστειλε το παρακάτω γράμμα στη Γερμανική Ακαδημία Τεχνών: «Σε περίπτωση θανάτου μου δεν επιθυμώ να εκτεθεί πουθενά η σορός μου. Κατά την ταφή δεν πρέπει να γίνουν ομιλίες. Θα ήθελα να ταφώ στο νεκροταφείο δίπλα στο σπίτι μου, στη Σοσεστράσε». Δεκαπέντε μήνες αργότερα θα σβήσει από έμφραγμα του μυοκαρδίου στο Μιλάνο. Στις 17 Αυγούστου 1956 κηδεύεται στο νεκροταφείο Ντοροτέεν, στο Βερολίνο. Στο μνήμα του δεσπόζει ένας απέριττος βράχος με σκαλισμένο πάνω του μονάχα το όνομά του: Bertolt Brecht.

...Αν ο ηθοποιός δε θέλει να είναι παπαγάλος ή μαϊμού, πρέπει να κάνει κτήμα του τη γνώση της εποχής του πάνω στην κοινωνική ζωή, παίρνοντας μέρος στους ταξικούς αγώνες. Μπορεί αυτό να φανεί σε μερικούς σαν κατάπτωση, μιας και τοποθετούν την τέχνη, αφού προηγουμένως έχει τακτοποιηθεί η πληρωμή, στις πιο ψηλές σφαίρες. Οι περισσότερες, όμως, αποφασιστικές μάχες του ανθρώπινου γένους δίνονται πάνω στη γη, όχι στους αιθέρες και "έξω" στη ζωή, όχι μες στους εγκεφάλους. Κανείς δεν μπορεί να υψωθεί πάνω από τις αντιμαχόμενες τάξεις, γιατί κανείς δεν μπορεί να υψωθεί πάνω απ' τον άνθρωπο. Η κοινωνία δεν έχει κανένα κοινό μεγάφωνο, όσο είναι χωρισμένη σε τάξεις. Ετσι, όσοι λένε πως δεν ανακατεύονται στην πολιτική, σημαίνει πως ανήκουν στην άρχουσα τάξη...


 




Αφιέρωμα Βιογραφικό Video

Βιογραφικό

Ο Μπρεχτ γεννήθηκε το 1898 στο καθολικό Άουγκσμπουργκ από γονείς ευαγγελικούς. Άρχισε να γράφει από τα 14 του. Το 1917 εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου στη φιλοσοφική και μετά στην ιατρική, χωρίς να τελειώσει ποτέ. Τότε γνωρίζεται με την πρώτη του γυναίκα Πάουλα Μπανχόλτσερ. Ένα χρόνο αργότερα γράφει το ποίημα που τον έκανε γνωστό: Ο 'Θρύλος του Νεκρού Στρατιώτη'. Εξαιτίας αυτού του ποιήματος, που έγινε τραγούδι με τίτλο 'Η Μπαλάντα του Νεκρού Στρατιώτη', του στέρησαν την εποχή του ναζισμού την γερμανική ιθαγένεια.
Τα πρώτα έργα του Μπρεχτ 1918-19 είναι κυρίως αναρχο-εξπρεσιονιστικά δράματα όπως «Ο Βάαλ» και «Τύμπανα μες στη νύχτα». Την ίδια εποχή παίρνει μέρος στις εκδηλώσεις για την δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Κάρλ Λήμπκενχτ στο Βερολίνο. Μετέχει όμως σαν αδιάφορος παρατηρητής, όχι ως ένθερμος ιδεολόγος ή υποστηρικτής. Οκτώ χρόνια αργότερα θα μελετήσει εξονυχιστικά τον Μάρξ.
Από το 1920 ο Μπρεχτ ζει στο Βερολίνο. Το 1923 θα γνωρίσει και θα παντρευτεί, ήδη διαζευγμένος και πατέρας, την δεύτερη γυναίκα του ηθοποιό Μαριάνε Τσοφ. Την ίδια χρονιά θα συναντήσει την 17 Βιενέζα - εβραία Χελένε Βάιγκελ. Ο Μπρεχτ συνδέεται και με τη Βάιγκελ και από το 1924, με τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού, συζεί μαζί της. Την ίδια εποχή γνωρίζεται με την Ελίζαμπετ Χάουπτμαν, η οποία έκτοτε γίνεται μία από τις βασικές του συνεργάτριες και παντρεύεται έναν από τους επίσης πιστούς συνεργάτες τον Πάουλ Ντεσάου. Μετά το θάνατό του η Ελίζαμπετ Χάουπτμαν εξηγούσε πως δούλευαν στο Berliner Enseble εδιηγείτο πως επειδή ο Μπρεχτ πίστευε «ότι ένας άνδρας δεν μπορεί μόνος του σήμερα να τα βγάλει πέρα με πολύπλοκα καθήκοντα» συζητούσε μαζί τους όλα τα κομμάτια του εξονυχιστικά: «Ο Μπρέχτ χρειαζόταν πολύ χρόνο για να φτιάξει ένα θεατρικό κομμάτι. Έλεγχε πάντα τις προτάσεις του, αλλά και τις προτάσεις των άλλων. Πρώτα παρουσίαζε τις δικές του προτάσεις, ό,τι είχε γράψει ας πούμε το προηγούμενο βράδυ ή μια μέρα πριν και τα έθετε προς συζήτηση. Μπορούσαμε χωρίς πρόβλημα να του πούμε 'Μπρεχτ όχι έτσι' 'Μπρεχτ θα το άλλαζα' ή να κάνουμε μια δική μας πρόταση, την οποία αποδεχόταν ή απέρριπτε και την συζητούσαμε ώρες και ξανά απ' την αρχή. Ο Μπρεχτ ήταν εδώ primus inter pares».
Το 1929 ο Μπρεχτ παντρεύεται τη Χελένε Βάιγκελ. Η συνεργασία του Μπρεχτ μαζί της θεωρείται μια από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της δραματικής τέχνης. Η Βάιγκελ ενσάρκωνε στη σκηνή αυτό που ο Μπρεχτ πίστευε ως πρωτοπόρα μέθοδο: τη γυμνή αλήθεια, τη γνώση, την αποστασιοποίηση. Κόντρα στη μελοδραματική - συναισθηματική σκηνική παρουσία. Στόχος του Μπρεχτ ήταν πάντα το μυαλό, η σκέψη, η αμφιβολία και μέσω αυτών η διαπαιδαγώγηση των μαζών.
Το 1933, την επόμενη του εμπρησμού του Ράιχσταγκ, ο κομμουνιστής Μπρεχτ και η εβραία Βάιγκελ θα εγκαταλείψουν τη Γερμανία του Χίτλερ. Μετά από 8 χρόνια περιπλανήσεων ανά την Ευρώπη θα βρεθούν στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας, στις ΗΠΑ. Τα χρόνια της αυτοεξορίας τους 1933 -1948 ήταν τα πιο δημιουργικά. Τότε ο Μπρεχτ γράφει πάνω από 25 μεγάλα θεατρικά κομμάτια, ποιήματα, χορικά, κριτικές, τεχνοκριτικές. Τα γνωστότερα έργα του είναι το Μυθιστόρημα της Πεντάρας, τη Ζωή του Γαλιλαίου, Μάνα κουράγιο, Ο Καλός Πολίτης του Σετσουάν, Ο Αφέντης Πουντίλα και ο Δούλος Ματί. Είναι η εποχή που θα συναντηθεί με όλους τους Γερμανούς διανοούμενους που είχαν καταφύγει στις ΗΠΑ όπως τον Τόμας Μάν, τον Χέρμπερτ Μαρκούζε, τον Γκύντερ Άντερς, τον Έρνστ Μπλοχ, τον Τέοντορ Αντόρνο κ.α.
Ο Ελβετός συγγραφέας Μαξ Φρις, που είχε γνωρίσει τον Μπρεχτ εκείνη την εποχή (1947), είχε πει για τον Γερμανό δραματουργό ότι «έδινε την εντύπωση ενός άχρωμου άνθρωπου, ενός εργάτη, ενός μεταλλεργάτη, κι όμως ήταν πολύ αδύναμος για εργάτης, πολύ λεπτεπίλεπτος, πολύ ξύπνιος για αγρότης. Απομονωμένος και παρατηρητικός, σαν φυγάς, που άφησε πίσω του αμέτρητους σιδηροδρομικούς σταθμούς. Ήταν ντροπαλός για κοσμοπολίτης, πολύ έμπειρος για εγγράμματος. Ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα με περιορισμένη παραμονή παντού και πάντα, περαστικός από την εποχή μας, ένας άνθρωπος ονόματι Μπρεχτ, ανεπιτήδευτος, ένας ποιητής χωρίς αυτοεπαίνους...»
Το 1949, ένα χρόνο μετά την επιστροφή του στο ανατολικό Βερολίνο, στην τότε πρωτεύουσα της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ιδρύει μαζί με τη Χελένε Βάιγκελ το Berliner Enseble. Δύο χρόνια αργότερα δέχεται τις πρώτες οχληρές παρατηρήσεις της μυστικής υπηρεσίας του καθεστώτος Ούλμπριχτ. Παρ' όλα αυτά το 1954 τιμάται με το διεθνές βραβείο Στάλιν για την ειρήνη και την αλληλοκατανόηση των λαών. Στην τελετή απονομής του βραβείου ζητά να μεταφράσει τον λόγο του ο υπό διωγμόν συγγραφέας Μπόρις Μπάστερνακ. Η πρότασή του εγκρίνεται από τις σοβιετικές αρχές. Τον Ιούλιο του 1956 στέλνει ανοιχτή επιστολή στη βουλή της ΟΔΓ, όπου κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το ενδεχόμενο κλιμάκωσης του ψυχρού πολέμου. Ένα μήνα αργότερα πεθαίνει στο Βερολίνο.

 




Αφιέρωμα Βιογραφικό Video

Video


Mack the Knife Armstrong 1962


Gisela May sings Kurt Weill



Bertolt Brecht 1


Bertolt Brecht: Zulumler Yagmur Gibi Yagmaya Baslayinca


Kuhle Wampe Bertolt Brecht 1932


Όπερα Της Πεντάρας - Φινάλε


Bertolt Brecht - Die Einheitsfront


Nick Cave on September Songs


΄Ελλη Λαμπέτη - Ο κύκλος με την κιμωλία 1


΄Ελλη Λαμπέτη - Ο κύκλος με την κιμωλία 2





 














Αρχικήiσελίδα


 




 
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα