Αρχικήισελίδα

Αφιερώματα

Ταιγεγονότα

Artως Radio

Exodως3

 

 

 

 

 

Αφιερώματα

 

 
Αφιερώματα
Ζapink: Έλληνες Σκιτσογράφοι

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ
ΙΧΝΟΓΡΑΦΙΕΣ ΜΙΑ ΖΩΗ!

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: SOLOUP

...Είναι θεραπεία για μένα. Όταν κάτσω να κάνω ένα σκίτσο, θα βλέπω ιστορίες, παραμύθια, ενώ θα δουλεύω. Και, ίσως, είναι και ο τρόπος, που μου έδωσε η «μαμά φύση», για να έχω και μια ισορροπία στη ζωή μου...

ΕΡΩΤΗΣΗ: Είναι ιδιότροπο;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Μάλιστα.
ΤΙ ΠΡΟΤΕΡΗΜΑΤΑ ΒΛΕΠΕΤΕ ΣΕ ΑΥΤΟ;: Ευγενή αισθήματα.
ΙΧΝΟΓΡΑΦΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΑ;: Ναι, του αρέσει πολύ η ιχνογραφία.
ΔΙΑΒΛΕΠΕΤΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑΝ ΚΛΗΣΙΝ ΚΑΙ ΠΟΥ;: Εις τα τεχνικά, ιδίως την ιχνογραφίαν.

Ε! Με τέτοιο «Δελτίον Ατομικότητος» του 1951- 1952, του μαθητού της Γ' Τάξεως Δημοτικού, Βαγγέλη Παυλίδη, τι συνέχεια περιμένατε να έχει; Έτσι είναι. Ο Βαγγέλης «ιχνογραφεί». Ιχνογραφεί ακατάπαυστα, μια ολόκληρη ζωή, μετατρέποντας με τα μαρκαδοράκια και τους ραπιδογράφους του, ένα σωρό πεζές κι εφήμερες αφορμές, σε ευφάνταστα καλοσχεδιασμένα σκίτσα. Με χιούμορ, λακωνικότητα και με ιδιαίτερη δηκτικότητα.
Ο Παυλίδης -Ροδίτης γέννημα θρέμμα- έδειξε όπως διαβάσατε στο «δελτίον», από νωρίς το ταλέντο του. Ή ακόμα καλύτερα, την εμμονή του στον τρόπο να βλέπει και να σχολιάζει τα πράγματα.



Το 1963, σαλπάρει για την Αθήνα, όπου μέχρι και το 1966, σπουδάζει γραφικές τέχνες στη σχολή Δοξιάδη. Με συμμαθητές, δημιουργούς όπως τον (μετέπειτα φίλο του) Ορνεράκη και δασκάλους τους Τάσσο, Βασιλείου, Κανέλλη και τόσους άλλους μεγάλους εικαστικούς, που δίδασκαν τότε στη σχολή. Από το 1965, ξεκινάει να δουλεύει στη διαφήμιση. Αυτό, μέχρι και το 1971, δηλαδή, γιατί μετά, καταμεσής στη Χούντα και με αφορμή την αποστροφή του γι' αυτήν, αρχίζει να ξετυλίγει το ταλέντο του στη γελοιογραφία. Αρχικά, στην αθλητική εφημερίδα «Ομάδα» και στη συνέχεια, με κάλεσμα και προτροπή από τον ίδιο το Λαμπράκη, στο «Βήμα». Μια συνεργασία, όπου με κάποια διαλείμματα, συνεχίζεται μέχρι σήμερα, άκρως δημιουργικά.



Και αυτά τα ...διαλείμματα, δεν ήταν καθόλου διακοπή της αξιόλογης πορείας του στη γελοιογραφία, αλλά η συνέχειά της στις εφημερίδες. «Ελευθεροτυπία» (από το 1981 μέχρι και το 1987) και «24 Ώρες» (το 1988). Τότε, μετά τη σύντομη και περιπετειώδη (λόγω Κοσκωτά) διάρκεια ζωής της εφημερίδας, επιστρέφει οριστικά στο «Βήμα». Παράλληλα, για μια περίοδο μεταξύ 1973 και 1975, δίνει σκίτσα του στον «Ταχυδρόμο», ενώ για κάποια διαστήματα και στις εφημερίδες «Θεσσαλονίκη» και «Εξόρμηση».



Από το 1983, ταυτόχρονα με την πολιτική γελοιογραφία, αρχίζει να ασχολείται και με την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων. Έχει προηγηθεί, βέβαια, από το 1978 και η μακρόχρονη συνεργασία του με το εξαιρετικό παιδικό περιοδικό «Ρόδι». Το 1987, παρεούλα με τον γιο του Σάββα, γράφει και εικονογραφεί το πρώτο του βιβλίο, «Ιστορίες του Φάρου», ενώ ακολούθησαν πλήθος άλλα, με σκίτσα του, σε κείμενα της Λοίζου, της Βαρελά του Τριβιζά, του Κοντολέοντα και άλλων. Προσωπικά του βιβλία με γελοιογραφίες, έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα τέσσερα: Το «7 χρόνια ναυτία» (με γελοιογραφίες από την Χούντα) και το «Όλα Δεξιά» (σκίτσα από το «Βήμα» και τον «Ταχυδρόμο» από τις εκδόσεις «Ερμής», το «Γελοιογραφίες;» από τις εκδόσεις «Καστανιώτης» και το «Εθνική Πινακοθήκη» (σκίτσα με καρικατούρες κυρίως πολιτικών) από τον «Κάκτο».



Το 1999, δημοσιεύει και το βιβλίο: «Ρόδος, 1309-1522, μια Ιστορία», με κείμενα για την μεσαιωνική, ιπποτική Ρόδο, παντρεμένα με πολύ όμορφες εικονογραφήσεις. Συνδυασμό σκίτσων και κολάζ, με γκραβούρες και εικόνες εποχής. Βιβλίο, που τιμήθηκε το 2002 από το CICOP, το διεθνές κέντρο για τη διάσωση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Μέχρι σήμερα, συμμετείχε σε πολλές εκθέσεις και διαγωνισμούς γελοιογραφίας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με πλήθος διακρίσεων στην Τουρκία, την πρώην Γιουγκοσλαβία, τη Γερμανία, τη Βουλγαρία, τις Κάτω Χώρες και τη Λιθουανία. Το 1976, μάλιστα, σε έρευνα του Οίκου του Χιούμορ και της Σάτιρας, του Gabrovo, αναδείχτηκε ανάμεσα στους 100 καλύτερους σύγχρονους σκιτσογράφους. Έργα του, εκτίθενται στο Σπίτι του Χιούμορ στο Gabrovo, στην Πινακοθήκη Samlung Karicaturen στο Basel της Ελβετίας, στο μουσείο Wilhelm Busch του Ανόβερου και σε ιδιωτικές συλλογές. Έχει εκθέσει ατομικά στο Όσλο (1978) στο Πνευματικό κέντρο «Ώρα» στην Αθήνα (1987), στο Μουσείο των Ιπποτών του Αγ. Ιωάννη στο Λονδίνο (1999) και στην Rosas της Ισπανίας (2000). Και φυσικά, ο Βαγγέλης, είναι η ψυχή της έκθεσης γελοιογραφίας της Ρόδου. Μέχρι σήμερα, με την ουσιαστική και καταλυτική του εμπλοκή, έχουν οργανωθεί τρεις εκθέσεις: το2001, το 2003 και το 2006.



Αυτά και τόσα άλλα! Τι άλλο να πεις για τον «ιχνογράφο» πιτσιρικά Βαγγέλη, που γεμίζει κάθε χαρτί που πέφτει μπροστά του και μας χαρίζει τόσα χρόνια αυτά, τα καλοδουλεμένα σκίτσα. Μια σχεδιαστική γραφή, που, απ' όσο γνωρίζω, δεν υπάρχει μέχρι σήμερα παράλληλη στην ελληνική γελοιογραφία. Ένα στυλ, έξω και πέρα από τα ρεύματα και τις συγγένειες άλλων Ελλήνων γελοιογράφων. Λεπτές, επικαλυπτόμενες γραμμές φωτοσκίασης, που προσδίδουν στα σχέδια του Παυλίδη, μια εικονογραφική ...βαρύτητα γκραβούρας ή ακόμα και χαρακτικού.

Ας ακούσουμε, όμως, καλύτερα, τον ίδιο τον δημιουργό, να μιλήσει για την δουλειά του...

Αγαπητέ Βαγγέλη, πως ξεκίνησες με τη γελοιογραφία;
Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, ξεκίνησα από μια αθλητική εφημερίδα, την «Ομάδα». Τους είχα στείλει θυμάμαι δυο σκίτσα, τον Puskas και τον Αντωνιάδη. Την άλλη μέρα, πάνω- πάνω στην Ομάδα, βλέπω. «του νέου μας συνεργάτη, Βαγγέλη Παυλίδη». Ποιος «νέος συνεργάτης»; Εγώ ιδέα δεν είχα. Μετά, με πήραν τηλέφωνο και μου λένε «θες να συνεργαστούμε»; Άρχισα λοιπόν να τους στέλνω σκίτσα με το κομμάτι.

Αυτό πότε έγινε; Το '71;
Ναι. Στο μήνα επάνω, με παίρνουν τηλέφωνο από το Βήμα, λέει. «έλα που σε θέλει ο Λαμπράκης». Μου στέλνουν κι ένα εισιτήριο αεροπορικό, περνάω διάφορους γραμματείς και Φαρισαίους και βγαίνω μπροστά του. Μου λέει, παρακολουθώ αυτά που κάνεις. Θα ήθελες να συνεργαστείς με το Βήμα; Αν ήθελα; Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα, ότι εσύ είσαι στη Ρόδο και θα πρέπει να έρθεις στην Αθήνα. Εκεί, βέβαια, είπα το μεγάλο «όχι». Δεν έρχομαι στην Αθήνα. Με κοίταξε καλά -καλά και μου λέει. ..εντάξει. Και αυτό ήτανε. Από τότε, λοιπόν, εγώ, με αυτό το εντάξει του Λαμπράκη, είμαι στη Ρόδο. Ήταν πια σα δεδομένο ότι εγώ κατοικοεδρεύω στη Ρόδο. Και τελείωσε.

Στην Ελευθεροτυπία πότε δούλεψες;
Δε θυμάμαι ακριβώς ημερομηνίες. Ήτανε από το '81 νομίζω μέχρι το '87. Κάπως έτσι. Μετά, πήγα στις «24 Ώρες» του Κοσκωτά. Με το που ξέσπασε το σκάνδαλο, επέστρεψα στο Βήμα. Και από τότε είμαι εκεί.

Άλλες συνεργασίες;
Έκανα για πολύ καιρό στο «Ρόδι», μέχρι και που αυτό έκλεισε. Μετά, συνέχισα. Έχω κάνει πολλές εικονογραφήσεις σε βιβλία. Έχω της Βαρελά, του Τριβιζά, έχω κάνει διάφορα. Συγκεκριμένα του Τριβιζά πρέπει να έχω κάνει 3 βιβλία, νομίζω. Του Μάνου του Κοντολέοντα έχω εικονογραφήσει 2-3, αλλά, το πρώτο παιδικό βιβλίο που εικονογράφησα, ήταν δικό μου. Ήταν ιστορίες που λέγαμε με το γιο μου, όταν ο ήταν 2-3 χρονών.

Αυτό πότε έγινε;
Γύρω στο '86- '87. Είχε βγει από τον «Κάκτο» και λεγότανε «Ιστορίες του Φάρου». Γιατί, έχουμε ένα φάρο που είναι μεσαιωνικό φρούριο στη Ρόδο, εκεί, στην είσοδο του λιμανιού, κι εκεί, πηγαίναμε με τον πιτσιρικά και κάναμε διάφορα κόλπα μέσα στα ερείπια και γραφτήκανε έτσι, διάφορες ιστορίες.

Και το βιβλίο για τη Ρόδο;
Μα βέβαια, το δικό μου βιβλίο... Αυτό βγήκε το '99, αλλά έχει επανεκδοθεί. Τώρα, βρίσκεται στην τρίτη έκδοση το Ελληνικό. Κι έχει μεταφραστεί στα Αγγλικά (στη δεύτερη έκδοση), στα Γερμανικά και στα Ιταλικά.
Το διασκέδασα πάρα πολύ, γιατί είναι για έναν τόπο που αγαπώ, για μια περίοδο που με ενδιαφέρει και με συγκινεί. Όταν ζει κάποιος, βέβαια, στη Ρόδο, δεν μπορεί να αποφύγει την επίδραση από τα κάστρα και τον Μεσαίωνα. Και βέβαια, η έρευνα, γιατί η ιστορία, είναι απολύτως σωστή. Έχω από πίσω μια βιβλιογραφία... Αλλά, για μένα, αυτή η έρευνα και αυτό το να ζωγραφίζω αυτά τα διάφορα που μου αρέσουν, ήταν ένα ταξίδι πολύ μεγάλο. Έκανα 10 χρόνια να το τελειώσω, περισσότερο, γιατί δεν ήθελα να το τελειώσω.

Η έκθεση της Ρόδου πως ξεκίνησε;
Δικιά μου ιδέα ήταν. Εγώ την έστησα, αλλά, τώρα, έχουμε πρόβλημα. Γιατί, χάθηκε το ενδιαφέρον, από αυτούς που τη στηρίζανε οικονομικά. Ο δήμος και η Νομαρχία.
Το 2001, έγινε η πρώτη. Την ιδέα την είχα βάλει, υπόψη νομαρχών και δημάρχων, από πάρα πολλά χρόνια πριν, αλλά έμεινε πάνω στα γραφεία. Μέχρι που βρέθηκε κάποιος δήμαρχος, ο οποίος ενδιαφέρθηκε και είπε, τι είναι αυτό το πράγμα, έλα να το κάνουμε.
Έτσι, ξεκίνησε με πολλές δυσκολίες. Η πρώτη δυσκολία, είναι να βρεις ποιους θα καλέσεις. Διευθύνσεις, τηλέφωνα όλα αυτά. Εκεί, χρησιμοποίησα και την προσωπική μου γνωριμία. Έγραψα γράμματα προσωπικά: «...συνάδελφε... ξέρω 'γω, ξεκινάμε αυτό το πράγμα στην ρόδο... βοήθησε... κλπ.»
Βέβαια, αν δεν έχεις την εμπειρία σε αυτό το πράγμα, υπάρχει ένα μεγάλο οργανωτικό πρόβλημα.
Το άλλο, είναι, πως... ακόμα και αν καλέσεις κόσμο, αν γίνεται κάτι πρώτη φορά, οι άλλοι είναι καχύποπτοι. Βέβαια, τελικά το καταφέραμε. Την τρίτη χρονιά, είχαμε πάνω από 600 συμμετοχές. Τα άτομα. Τα σκίτσα ήταν φυσικά πολύ παραπάνω. Καλής ποιότητας, μπορώ να πω.

Και που κόλλησε τελικά;
Οι μεγάλοι, δίνουν υποσχέσεις και δεν τις κρατούνε... Ήμουν εγώ, εντελώς εθελοντικά, ο οποίος έτρεχα πάνω κάτω σαν τον λωλό. Ξέρεις, δεν μπορείς να συνεχίζεις επ' άπειρον, εθελοντικά.
Είχαν υποσχεθεί ότι αυτό το πράγμα, έπρεπε να γίνει ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Να έχει ένα διοικητικό συμβούλιο, να έχει ένα γραφείο, ένα τηλέφωνο, έναν υπολογιστή, να μπορεί να κάνει τη δουλειά του. Να γίνει ανεξάρτητο. Δεν έγινε αυτό και από το να ανεβοκατεβαίνω σκάλες και να χτυπάω πόρτες και να παρακαλάω, δεν το ξανακάνω.

Τώρα υπάρχει ενδιαφέρον;
Τώρα, ναι! Υπάρχει. Υπάρχει ένας καινούργιος δήμαρχος. Πριν κανένα μήνα, έδωσα μια συνέντευξη, σε ένα τοπικό περιοδικό και τους τα έψαλα. Και πετυχαίνω κατά τύχη τον δήμαρχο στο δρόμο και μου λέει: «Διάβασα αυτά τα πράγματα, εγώ, λέει, δεν είχα ιδέα· ενδιαφέρομαι, να τα κουβεντιάσουμε». Τώρα, που θα γυρίσω πίσω, θα δούμε τι θα γίνει. Αλλά, αυτό που πρέπει να γίνει, είναι να εξασφαλιστεί αυτή η συνέχεια.

Πώς ξεκίνησες να κάνεις σκίτσα. Υπήρχαν κάποια ερεθίσματα;
Από πιτσιρικάς ζωγράφιζα. Άμα διαβάσεις τον έλεγχό μου της Τρίτης δημοτικού, γράφει η δασκάλα μέσα, ότι δεν κάνει άλλη δουλειά, από το να ζωγραφίζει. Πάντα έκανα αυτό το πράγμα και γι' αυτό οι σπουδές που έκανα μετά, ήταν σχετικές.
Τώρα, βέβαια, το πολιτικό το σκίτσο, ήρθε σαν αποτέλεσμα της χούντας. Η ανάγκη να πεις κάτι. Και αυτός ήταν ο τρόπος, που μπορούσα να πω εγώ. Αλλιώς, μέχρι τότε, δεν είχα σκεφτεί. Παρ' ό,τι έκανα διάφορα δικά μου πράγματα, σχεδίαζα διάφορα, αλλά εντάξει. Και γι' αυτό, ξεκίνησα μέσα στη Χούντα.

Κάποιες επιρροές που πιστεύεις ότι είχες;
Από Έλληνες, όχι. Είχα, όμως, την τύχη, εκεί...τέλη του '50 αρχές του '60, τότε που ήμουν 18-20 χρονών, να έχω στα χέρια μου το περιοδικό MAD. Αυτό, με έχει επηρεάσει πάρα πολύ.

Το βρίσκατε στη Ρόδο;
Ναι, γιατί στη Ρόδο είχαμε Αμερικάνους, κάτι σαν στρατιωτική βάση. Μένανε εκεί μόνιμα με τις οικογένειές τους. Με αυτούς είχα επαφές, και μπορούσα και το είχα σε τακτική βάση. Ο Don Martin, ας πούμε, και ο Mort Drucker, με επηρέασαν πάρα πολύ. Βέβαια, εγώ, είχα αυτό το «ψειρίστικο» πράγμα (με τις γραμμές). Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Ίσως, επηρεασμένος, όταν, ας πούμε πιτσιρικάς, διαβάζαμε κάτι βιβλία, όπως του Ιουλίου Βέρν, που είχαν τις original τις εικονογραφήσεις του 1800 τόσο, σαν γκραβούρες. Και τότε, σαν παιδάκια, διαβάζαμε αυτά. Ίσως, λοιπόν, από εκεί. Το θέμα είναι, ότι θεωρείτο παλιομοδίτικο ή έτσι νόμιζα εγώ, δεν τολμούσα να τα δείξω παραέξω. Το έκανα για μένα, μέχρι που έπεσε στα χέρια ο Levine. Μεγάλος και τρανός ο Levine, σε όλο τον κόσμο και σκέφτηκα ότι για να το κάνει αυτός, μου έδωσε το θάρρος να μπορέσω δημόσια να δείξω αυτήν τη δουλειά.

Ναι, γιατί η δουλειά σου παραπέμπει πράγματι σε κάτι τέτοιο, σε γκραβούρες ας πούμε.
Ναι, γιατί, ακριβώς, επειδή είναι θέμα προσωπικό του καθενός, εγώ το διασκεδάζω.
Είναι θεραπεία για μένα. Όταν κάτσω να κάνω ένα σκίτσο, όχι βέβαια αυτά που κάνω για την εφημερίδα, γιατί αυτά πρέπει να βγουν γρήγορα, αλλά όταν κάτσω να δουλεύω, ας πούμε το βιβλίο της Ρόδου, θα βλέπω ιστορίες, παραμύθια, ενώ θα δουλεύω. Και, ίσως, είναι και ο τρόπος που μου έδωσε η μαμά φύση για να έχω και μια ισορροπία στη ζωή μου, γιατί είμαι ακατάστατος στη ζωή μου γενικά, στο δωμάτιό μου κλπ. Αλλά, αυτό που θέλει απόλυτη πειθαρχία, που πρέπει να κάτσεις να το σκεφτείς, να το μελετήσεις, νομίζω, ότι το έκανε η μαμά φύση, για να καλμάρω λίγο.

Την ελληνική γελοιογραφία πώς τη βίωσες; Μέσα από εσένα, τους συναδέλφους σου.
Εμείς, στην Ελλάδα είμαστε, θα έλεγα, μοναδικοί. Δεν υπάρχει πουθενά αλλού, τόσοι πολλοί γελοιογράφοι ανά εφημερίδα. Εμείς, εδώ, βλέπεις ότι έχουμε και δυο και τρεις και τέσσερις γελοιογράφους ανά εφημερίδα. Ενώ, σε πολλές Ευρωπαϊκές, έχουν έναν·.κι αν έχουν κι αυτόν. Που σημαίνει ότι, η γελοιογραφία έχει πέραση στο κοινό. Αλλιώς, δε θα μας είχανε. Αλλά, το βλέπεις κιόλας, όταν έχουμε ευκαιρία να βρεθούμε με το κοινό, όπως σε εκθέσεις, το κοινό είναι ιδιαίτερα εκδηλωτικό. Νομίζω, ότι από αυτή την άποψη, είμαστε τυχεροί. Και ότι μπορούμε να βγάζουμε και το ψωμί μας από αυτή τη δουλειά. Έξω, σε πολλές περιπτώσεις, οι σκιτσογράφοι χρειάζεται να κάνουν διαφορετικές δουλειές για να ζουν.

Μέσα στο χρόνο έχεις δει διαφορές;
Ναι, ήταν διαφορετικά. Ο Λόγος ήταν διαφορετικός. Και το σχέδιο έχει αλλάξει, ακολουθεί τις μόδες. Άλλο το σχέδιο του Δημητριάδη, ας πούμε, που είναι, βέβαια, πάρα πολύ ωραίο, αλλά άμα το δεις θα πεις α! αυτό είναι του 1930. Αλλά, κυρίως, ο Λόγος. Πώς έχει αλλάξει ο λόγος, ας πούμε, στη Βουλή; Κάποτε, στη βουλή, είχαμε ρήτορες. Λουλούδια, φιοριτούρες, λογοπαίγνια.
Αυτό, έχει τελειώσει τώρα. Τώρα είναι μπαμ, μπαμ, μπαμ, μπαμ! Μα, αυτός είναι και ο λόγος στις εφημερίδες τώρα. Ακολουθεί το ίδιο πράγμα. Αυτό ακολουθεί και η γελοιογραφία. Είναι πιο μπαμ μπαμ. παρά, ξέρω 'γω. Το καλό είναι, ότι βλέπεις πως βγαίνουν νέα παιδιά. Έχουμε ταλέντα και φαίνεται ότι τους δίνονται οι ευκαιρίες. Παρ' ότι είναι δύσκολο το επάγγελμα, είναι κλειστό όπως ξέρεις. Αν δεν πεθάνει κάποιος, ας πούμε, δεν παίρνει τη θέση μας άλλος (γέλια). Είναι καλό, όμως, που βγαίνουν νέα φυντάνια κι εγώ χαίρομαι πάρα πολύ που βλέπω τους πιο μικρούς.

Η σχέση σου με το computer;
Ουουου, πολύ καλή. Εγώ, εξακολουθώ, βέβαια, ό,τι είναι στην εφημερίδα, να το κάνω με το χέρι. Δουλεύω πάρα πολύ με computer, αυτό όμως που προσπαθώ να κάνω, επειδή έχω καθιερωθεί με ένα συγκεκριμένο στυλ, δε θέλω να το χαλάσω. Όχι γιατί έχω καθιερωθεί μόνο, αλλά γιατί, βέβαια, και μου αρέσει. Προσπαθώ, πως μπορώ να συνδυάσω αυτό που κάνω με το χέρι, με τις δυνατότητες του computer. Εκείνο που κάνω, είναι να πειραματίζομαι πάνω σε αυτό, να το σκανάρω, μετά να το χρωματίσω, να το ψάξω από εδώ, από εκεί. Κι έχω κάνει μια σειρά ολόκληρη από σκίτσα, γενικά, τα οποία είναι αποτέλεσμα αυτού του συνδυασμού. Σε αντίθεση, θα έλεγα με διάφορους συναδέλφους μας ή καλλιτέχνες, γενικά, που «φοβούνται» τον υπολογιστή. Εγώ δεν τον φοβάμαι.

Από τη γενιά σου είσαι ίσως ο μοναδικός που έχει τόσο καλή σχέση.
«Θα σε φάει» λέει η μηχανή. .Εμένα θα με φάει η μηχανή; Θα τη φάω εγώ την μηχανή. Και σε άλλες τέχνες, εικαστικές δηλαδή, θα μας κάνει λέει το μηχάνημα ό,τι θέλει αυτό; Ό,τι θέλει; Περάστε παρακαλώ, όποιος μπορεί. Δε σε κάνει καλλιτέχνη ο υπολογιστής. Δεν έχω εγώ τέτοιες αναστολές.

Και λόγω Ρόδου, φαντάζομαι πως θα σε βοήθησε πολύ. Ένα παράθυρο σε όλον τον κόσμο.
Α, καλά! Δεν είναι μόνο λόγω Ρόδου. Αλλά, εκεί που μένω εγώ, πάνω στα όρη στα βουνά, όπου ο πιο κοντινός μου γείτονας είναι δυόμισι χιλιόμετρα παρακάτω και γύρω γύρω, έχω κατσίκια. Και η σύνδεσή μου με το internet είναι δορυφορική. Έχω πιάτο. Το θέμα είναι, ότι εκεί πια, διαβάζω τις εφημερίδες από το ίντερνετ...Και τις κρατάω και σε αρχείο σε CD. Με έχει σώσει εμένα αυτό. Και έχω τις ειδήσεις που χρειάζομαι. Και στέλνω και τα σκίτσα. Ξέρες τα πρώτα χρόνια από τη Ρόδο, ήταν περιπέτεια.

Αλήθεια, πώς έστελνες παλιότερα τα σκίτσα;
Τα έστελνα με την Ολυμπιακή, με φορτωτική. Τα έκανα ρολό, πήγαινα στα καταστήματα υφασμάτων που πετάνε εκεί κάτι ρολά που τυλίγουν τα υφάσματα. Τα έκοβα εγώ κομματάκια κι έβαζα μέσα τα σκίτσα και τα έστελνα.
Και... καταλαβαίνεις τώρα, Ολυμπιακή. Τα έστελναν καμία φορά Κομοτηνή, διάφορα τέτοια κόλπα. Ή αν δεν πετούσαν τα αεροπλάνα, αν είχαν απεργία ή αν ο καιρός. Πήγαινα τότε στο λιμάνι, να βρω κανένα φίλο, να πηγαίνει με το καράβι στην Αθήνα, να βρω κανένα νταλικέρη που κουβαλούσε ζαρζαβατικά στου Ρέντη, να του λέω, πάρ' το σε παρακαλώ μαζί σου. Να πάρω μετά τηλέφωνο την εφημερίδα, να πω πηγαίνετε στο κατάστημα .ξέρω 'γω 136, στου Ρέντη. Να τρέχει το παιδί με το μηχανάκι, να πάρει το σκίτσο. Τέτοια κόλπα. Έστελνα, αργότερα και με κούριερ, αλλά ήταν πανάκριβο. Μέχρι που ήρθε το φαξ. Το οποίο ήταν μια λύση αλλά είχε κακή ποιότητα. Ειδικά με το σκίτσο, τις λεπτομέρειες που έκανα. Μέχρι που σκέφτηκα ν' αλλάξω σκίτσο, να απλοποιήσω τη γραμμή μου, για να μπορεί να πηγαίνει πιο καλά με το φαξ. Ώσπου ήρθε το e-mail, απ' το 1995 περίπου και αυτό μου έσωσε τη ζωή. Αλλά, τα παλιά τα χρόνια ήταν, άσε.

Ολόκληρη περιπέτεια. Και είσαι ουσιαστικά ο πρώτος σκιτσογράφος που έστελνε σκίτσα από αλλού. Ο δεύτερος είναι ο Δημήτρης ο Χαντζόπουλος.
Ναι. Κοίταξε, απ' ότι βλέπω σιγά σιγά γίνεται αποδεκτό. Και δεν τους πολυστριμώχνουνε τους συναδέλφους, να πηγαίνουνε στην εφημερίδα να είναι εκεί.
Αυτό, το να είσαι μακριά από τη εφημερίδα, έχει και τα καλά του έχει και τα κακά του. Από τη μια δεν έχεις κανέναν πάνω από το κεφάλι σου. Το κακό είναι, ότι πρέπει να βγάλεις μόνος σου συμπέρασμα. Γιατί, όταν είσαι στην εφημερίδα, οι ιδέες πετάνε στον αέρα. Ο ένας θα σου πει κάτι, κάτι θ' ακούσεις, ο συνάδελφος θα σου πει ένα καλαμπούρι, το πιάνεις. Όταν, όμως, είσαι μοναχός σου, πρέπει να καθίσεις να διαβάσεις, να σκεφτείς. Και αυτό που με έχει κάνει εμένα πολλές φορές να λέω ότι θα τα παρατήσω, είναι που βασίζομαι πάνω στην τηλεόραση. Όπως την έχουνε κάνει, οι ειδήσεις είναι δράμα. Βασανιστήριο. Γιατί, είμαι υποχρεωμένος να την έχω ανοιχτή όλη μέρα. Είναι η πιο άμεση πηγή ειδήσεων και είσαι υποχρεωμένος ν' ακούσεις όλα τα σκ. για να ακούσεις κάτι τόσο δα, που μπορεί να είναι σημαντικό και να σε ενδιαφέρει. Ευτυχώς, βέβαια, υπάρχει και το ραδιόφωνο. Είναι λίγο καλύτερο.

Πόσες ώρες δουλεύεις κάθε μέρα;
Εγώ, δουλεύω 24 ώρες το 24ωρο. Ό,τι κάνω, δεν έχω ωράριο. Αγαπάω αυτό που κάνω. Άλλος, πάει ψάρεμα, άλλος κόβει λουλούδια... Έτσι κι εγώ. Περνάω την ώρα μου. Το μόνο που κάνω, το βράδυ πηγαίνω στην ταβέρνα. Γνωρίζω όλες τις ταβέρνες, σε μια ακτίνα 25 χιλιομέτρων απ' το χωριό που μένω. Στο χωρίο, έχουμε τρεις. 60 κατοίκους και 3 ταβέρνες. Η μια είναι του Παπά. Καλό είναι μετά από αυτά που ακούς στην τηλεόραση, να μιλήσεις για πιο απλά πράγματα, για πατάτες, για τα καρπούζια, για το δάκο. διάφορες τέτοιες συζητήσεις. Κάθομαι καμιά φορά, σχεδιάζω στην ταβέρνα, περνάει η ώρα. Όταν θα σταματήσω τη δουλειά μου κατά τις 8 η ώρα, να βγω κατά τις 9, να γυρίσω ό,τι ώρα, ανάλογα με την παρέα και το πρωί στις 8, πάλι στο πόδι. Πρώτα τα email,
μετά οι εφημερίδες. Κι έτσι ξεκινάει η μέρα.

Βαγγέλη, ...κύριε Παυλίδη, σας ευχαριστούμε πολύ για την κουβέντα που είχαμε.
Ευχαριστώ κι εγώ...


 

 

 

 

 

Σκιτσογράφοι
Αρκάς
Ιορδάνης Ανανιάδης
Τάσος Αναστασίου
Αρχέλαος
Τάσος Αποστολίδης
Αντώνης Βαβαγιάννης
Σπύρος Βερύκιος
Δημήτης Βιτάλης
Θεοδόσης Βρανάς
Σπύρος Δερβενιώτης
Μιχάλης Διαλυνάς
Λάζαρος Ζήκος
Πέτρος Ζερβός
Μαρία Ζογλοπίτου
Χρήστος Ζωϊδης
Γιάννης Ιωάννου
Γιάννης Καλαϊτζής
Καρκ
Μιχάλης Κουντούρης
Νίκος Κούτσης
Γιάννης Κουτσούρης
Κυρ
Ηλίας Κυριαζής
Κων
Βασίλης Λώλος
Ηλίας Μακρής
Μποστ
Παναγιώτης Μαραγκός
Νίκος Μαρουλάκης
Γιώργος Μελισσαρόπουλος
Νίκος Μηλιώρης
Γιάννης Μητσομπόνος
Κώστας Μητρόπουλος
Γιώργος Μπότσος
Αλή Ντίνο 1
Αλή Ντίνο 2
΄Εφη Ξένου
Σπύρος Ορνεράκης
Ζήσης Παπαγεωργίου
Γιώργος Παπαδάκης
Αλέκος Παπαδάτος
Βαγγέλης Παυλίδης
Θανάσης Πέτρου
Ανδρέας Πετρουλάκης
Φώτης Πεχλιβανίδης
Βλαντιμίρ Ραντιμπράτοβιτς
Στάθης
Tasmar
Τέτη Σώτου
Ηλίας Ταμπακέας
Γιώργος Tραγάκης
Γιώργος Τσούκης
Δημήτρης Χαντζόπουλος
Βαγγέλης Χερουβείμ
Βασίλης Χριστοδούλου
Soloup
 
Ειδικά Αφιερώματα

Comicdom 

Δημήτρης Βανέλλης
Παυλίνα Καλλίδου
Koμικοϊστορίες
Γκιουνερί Ιτσογλου
Παραπέντε
Ομάδα "Υ"

Αστεινομία vs Haderer

 
Αrtως Radio
Το ραδιόφωνο του Ως3