Αρχικήισελίδα

Αφιερώματα

Ταιγεγονότα

Artως Radio

Exodως3

 

 

 

 

 

Αφιερώματα

 

 
Αφιερώματα
Ζapink: Έλληνες Σκιτσογράφοι

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΝΕΛΛΗΣ
Τα «μπαλονάκια» των κόμικς

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: SOLOUP

«...Μ' αρέσει πολύ να βλέπω ιστορίες μου να παίρνουν σάρκα και οστά με ολότελα διαφορετικούς τρόπους, από καρικατούρα μέχρι απόλυτα ρεαλιστικό, από ασπρόμαυρο ή με περιορισμένη γκάμα χρωμάτων μέχρι χρήση πλουσιότατων χρωμάτων που 'βγάζουν μάτι...»

Τι νομίζατε; Και σεναριογράφους έχουμε. Δεν είναι μόνο οι σκιτσογράφοι, «δημιουργοί». Είναι και αυτοί που, όταν υπάρχουν, γράφουν και φαντάζονται καρεδάκια, δίνουν λόγο στις φιγούρες και αφηγούνται ιστορίες σε κόμικς χωρίς να σκιτσάρουν. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν κι αρκετοί. Για κάμποσα χρόνια μάλιστα, υπήρχαν μόνο .δύο! Ο πρωτομάστορας Τάσος Αποστολίδης και ο Δημήτρης Βανέλλης. Στην αφεντομουτσουνάρα του δεύτερου, όπως καταλάβατε, θ' αναφερθούμε σε τούτο εδώ το αφιέρωμα.
Τον Δημήτρη τον έχω στο μυαλό μου περίπου από το 1990, όταν άρχιζαν τα προσωπικά μονοπάτια του καθενός σ' αυτόν τον χώρο, να συναντιούνται στους δρόμους των κόμικς. Στη Βαβέλ και σε διάφορες εκθέσεις. Τον θυμάμαι ως συνεταιράκι του Σπύρου Δερβενιώτη όπου έσκαγαν μύτη παντού μαζί, αχώριστοι, σαν τον Μπόλεκ και Λόλεκ. Φυσικό άλλωστε, αφού εκείνα τα χρόνια, μαζί με έναν ακόμα ...Λόλεκ, τον Δημήτρη Καλαϊτζή, σκάρωναν τις ιστορίες του «Φανούρη Άπλα». Ο «Φανούρης» ήταν ουσιαστικά και η πρώτη μεγάλη δουλειά του Βανέλλη. Μέσα από αυτήν γνωρίσαμε ότι υπάρχει και έτερος του είδους της. συγγραφής κόμικς στην Ελλάδα, μετά τον μεγάλο Σαλονικιό και τη δική του σύμπραξη στις «κωμωδίες του Αριστοφάνη».

Ο Δημήτρης, Ερεσότης και Λέσβιος, ήρθε για να ζήσει στην Αθήνα στην εφηβεία του. Σπούδασε αρχικά, μεταξύ 1980 και 1984, στο Οικονομικό της Νομικής και μετά -για να βρούμε και καμιά σωστή δουλειά- Βιβλιοθηκονομία στο ΤΕΙ Αθηνών. Με το που τελείωσε το 1989, δούλεψε για δυο περίπου χρόνια στη βιβλιοθήκη του «Ιδρύματος Μεσογειακών Μελετών» και στη συνέχεια, στην Βιβλιοθήκη της «Καλών Τεχνών», στο Πολυτεχνείο, όπου κι εργάζεται μέχρι σήμερα.
Γύρω στα 1985 και μέσω του κολλητού του, Σόλη Μπαρκή, (σήμερα μουσικό αλλά εκείνα τα χρόνια τον ξέραμε περισσότερο με την «ιδιότητα» του σκιτσογράφου), έρχεται σε μια πρώτη επαφή με τα κόμικς της Βαβέλ. Ως αναγνώστης ακόμα γιατί δεν φανταζόταν ούτε ο ίδιος τι τον περίμενε στη συνέχεια.
Από το 1987 μέχρι και το 1989 τον βρίσκουμε να γράφει σε ένα -θρυλικό πλέον- περιοδικό για τον κινηματογράφο (άλλη μεγάλη αγάπη του Δημήτρη), το «CINE 7». Γράφει χιουμοριστικά κείμενα πάνω σε ταινίες της εποχής. Παραδόξως, από τις σελίδες του «CINE 7» παρέλασαν με τα σκιτσάκια τους και πάρα πολλοί μετέπειτα γνωστοί δημιουργοί κόμικς όπως ο Τραγάκης, ο Βερύκιος και ο Δερβενιώτης. Εκεί έγινε άλλωστε και η επαφή, το «συνοικέσιο», για τη μετέπειτα φιλία και συνεργασία του Δημήτρη με τον Σπύρο.

Και η συνεργασία ξεκινά. Πέφτουν λοιπόν οι ιδέες, παίρνουν μορφή τα σκαριφήματα και στήνεται όπως είπαμε και παραπάνω ο «Φανούρης Άπλας». Μεταξύ 1991 και 1994 κυκλοφόρησαν συνολικά 4 άλμπουμ από τη «Μαμούθ κόμικς».
Ο Δημήτρης πλέον «την κατέχει τη τέχνη» και αρχίζει σιγά σιγά να φτιάχνει σενάρια και γι' άλλους δημιουργούς που συνεργάζονται με τη Βαβέλ. Για τον φίλο του Σόλη, αλλά και για νεότερους σκιτσογράφους όπως ο Ανδρέας Ζαφειράτος και η Μαρία Ζογλοπίτου. Στην πορεία βρίσκεται και με τον, πολυτεχνίτη και γεννήτορα άπειρων ιδεών, Ηλία Ταμπακέα. Σκαρώνουν μαζί κάποιες εικαστικές, και ολίγον τι διαδραστικές, εγκαταστάσεις στο φεστιβάλ της Βαβέλ. Συγκεκριμένα στο 4ο φεστιβάλ το 1999 με τον «Τριτοπλανιτικό Πολιτισμό» και στο 5ο φεστιβάλ το 2000, συμμετέχοντας μαζί με αρκετούς τότε μαθητές του Ηλία, στην Ομάδα «ΜΜ» με τον «Παράδεισο και την Κόλαση στα κόμικς». Συνεργασία που αργότερα συνεχίστηκε με αυτό το σχήμα τόσο σε μια έκθεση στο Πάρκο Ελευθερίας όσο και στην γκαλερί «Αστρολάβος».
Παράλληλα με τα σεναριάκια κόμικς, από το 1996 μέχρι και το 2004 συνεργάζεται σταθερά με το περιοδικό «Σινεμά». Με μια ακόμα εικονογραφική συνέργεια του Σπύρου Δερβενιώτη, κυρίως με χιουμοριστικά κείμενα ή και κόμικς, σε μορφή παρωδίας γνωστών ταινιών.
Από το 2000 δουλειές του βρίσκουμε σταθερά και στο περιοδικό «9» της Ελευθεροτυπίας. Και μιλάω για «δουλειές», γιατί συνεργάζεται τόσο με κείμενα στη μόνιμη στήλη του «η επέτειος της εβδομάδας», όσο και με σποραδικά αφιερώματα (όπως για τα περιοδικά «Σκαθάρι» και«Τρύπα»), με κάποια διηγήματα ΕΦ , αλλά και με σενάρια σε κόμικς νέων δημιουργών. Πολύ όμορφα «παντρέματα» με τόσο διαφορετικά στιλιζαρίσματα όπως αυτά του Γιώργου Δημητρίου, του Ηλία Κυριαζή, του Κων και του Θανάση Πέτρου. Μια τον Θανάση μάλιστα, η συνεργασία γίνεται ολοένα και πιο συχνή. Αυτόν τον καιρό έχουν βάλει κάτω και τον Βουτυρά κι απ' ότι φαίνεται, ετοιμάζουν κάτι πολύ ιδιαίτερο. Μια σειρά ιστοριών βασισμένη σε δικά του αφηγήματα.

Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων, έχουν κυκλοφορήσει και αρκετά βιβλία του Βανέλλη. Ξεκινώντας το 1995 από το «Νυχτερίδες και κουμπαράχνες γλυκιά μου» με ανέκδοτα έμμετρα και εικονογραφημένα (επίσης από τον Σπύρο) των εκδόσεων Δίαυλος και συνεχίζοντας σε πιο συστηματικές δουλειές: τη «Μουσική στο κεφάλι μου» (Δίαυλος 1996), το «Ασμόλ» (Δίαυλος, 1998), το «Καλοκαίρι μου έξω από τον Θόλο» (Μέδουσα 2006) και το «Έξω από τη γκρίζα χώρα» (Ελληνικά Γράμματα, 2006). Το οποίο μάλιστα βραβεύτηκε την ίδια χρονιά με το πρώτο βραβείο εφηβικού βιβλίου, από τον «Κύκλο Παιδικού κι Εφηβικού Βιβλίου».
Κείμενά του έχουν παρουσιαστεί στο Φεστιβάλ ΕΦ της Σύρου (2005 - 2009), στο περιοδικό «Φανταστικά Χρονικά-ΑΛΕΦ» Επίσης, κάποια σκόρπια άρθρα του για το σενάριο και τα κόμικς, έχουν δημοσιευτεί στην «Καθημερινή», στο «Νέο Επίπεδο» και στην «Αυγή».
Ας δούμε όμως τι λέει και ο Βανέλλης για τα σεναριάκια του και τα κόμικς...

Δημήτρη, πως και ασχολήθηκες με τα σενάρια για κόμικς; Ποια ήταν η πρώτη σου επαφή με το είδος;
Κόμικς διάβαζα από μικρός, όπως οι περισσότεροι φαντάζομαι. Από Μίκυ Μάους και Ζαγκόρ (το θυμάστε αυτό;) μέχρι Αστερίξ και Λούκι Λουκ όταν μεγάλωσα κάπως. Ήμουν μάλιστα φανατικός των δύο τελευταίων. Στη συνέχεια υπήρξε ένα κενό. Αγόραζα μερικές Βαβέλ, σποραδικά όμως και δίχως να ασχολούμαι και πολύ. Από εκεί πάντως έμαθα κι εγώ, όπως οι περισσότεροι στην Ελλάδα, ότι υπάρχει και ενήλικο κόμικς.
Σε πιο ουσιαστική επαφή ήρθα με τον χώρο χάρη στον πολύ καλό φίλο (μέχρι σήμερα) Σόλη Μπαρκή, πρώην δημιουργό κόμικς και νυν εξαιρετικό μουσικό. Αυτός άρχισε να δημοσιεύει ιστορίες στη Βαβέλ γύρω στο 1985, εγώ αγόραζα πάντα τα τεύχη όπου συμμετείχε και σιγά-σιγά κόλλησα.

Στην Ελλάδα είναι σπανιότατο είδος ο «σεναριογράφος για κόμικς». Ειδικά πριν κάποια χρόνια, ήσασταν ουσιαστικά μόνο δύο: Ο πρωτεργάτης του είδους Τάσος Αποστολίδης κι εσύ. Πως το εξηγείς εσύ αυτό;
Το είχαμε συζητήσει και με τον Τάσο αυτό και μάλλον δεν βγάλαμε άκρη. Σήμερα πάντως νομίζω ότι βασικός λόγος είναι η γενική απαξίωση των κόμικς στην Ελλάδα -τουλάχιστον παλιότερα, γιατί τώρα τα πράγματα έχουν βελτιωθεί πολύ. Τότε, ελάχιστοι θεωρούσαν ότι τα κόμικς είναι τέχνη. Όταν λοιπόν κάποιος έγραφε, το τελευταίο πράγμα που σκεφτόταν να γράψει ήταν σενάρια για κόμικς. Ουσιαστικά δεν ήξεραν ότι υπάρχει η ιδιότητα του σεναριογράφου κόμικς. Πιθανότατα οι περισσότεροι αγνοούσαν ότι συχνά τα κόμικς γίνονται από δύο ανθρώπους κι όχι από έναν.

Μπορεί οι περισσότεροι Έλληνες δημιουργοί να συνηθίζουν να στήνουν τα σενάρια μόνοι τους, παρ' όλα αυτά, πολλοί ήταν εκείνοι με τους οποίους συνεργάστηκες. Και ο καθένας με διαφορετικό στιλ και προσωπικότητα. Από τον Σόλη και τη Ζογλοπίτου μέχρι τον Ζαφειράτο και τον Πέτρου. Για πες μας γι' αυτή σου την εμπειρία;
Εξακολουθώ μέχρι σήμερα να συνεργάζομαι με νέους, οι οποίοι πιθανόν να έχουν πολύ διαφορετικό στιλ από όσους έχω δουλέψει μέχρι τώρα. Μπορεί να συνεργαστώ με οποιονδήποτε, παλιότερο ή νεότερο, αν νομίζω ότι του ταιριάζει η ιστορία που έγραψα -και αν προφανώς αρέσει και στον ίδιο αυτή η ιστορία. Σίγουρα πάντως εξακολουθώ να απολαμβάνω την εμπειρία αυτή. Εννοώ ότι μ' αρέσει πολύ να βλέπω ιστορίες μου να παίρνουν σάρκα και οστά με ολότελα διαφορετικούς τρόπους, από καρικατούρα μέχρι απόλυτα ρεαλιστικό, από ασπρόμαυρο ή με περιορισμένη γκάμα χρωμάτων μέχρι χρήση πλουσιότατων χρωμάτων που «βγάζουν μάτι». Το πώς κάθε φορά θα γίνει εικόνα αυτό που σκέφτηκα, αποτελεί μια καλοδεχούμενη έκπληξη και για μένα.

Τι μπορεί να είναι αυτό, το ερέθισμα ή κάποια βαθύτερη εμμονή σου, που σου γεννάει την ιδέα για ένα σενάριο;
Και τα δύο. Υπάρχουν φορές που κάποιο εξωτερικό ερέθισμα με επηρεάζει και με «τσιγκλάει» να φτιάξω κάτι. Θυμάμαι, ας πούμε, ότι όταν οι Αμερικάνοι εισέβαλαν στο Ιράκ, είχα οργιστεί και ενοχληθεί τόσο πολύ, που μου βγήκε άμεσα σχεδόν μια σχετική μικρή ιστορία, που σχεδιάστηκε από τον Θανάση τον Πέτρου και δημοσιεύτηκε στο 9. Πιο συχνά όμως εμπλέκεται αυτό που αποκαλείς «εμμονές», οι οποίες σίγουρα υπάρχουν. Ή, ακόμα συχνότερα, μου βγαίνει μια ιστορία έτσι, στα καλά καθούμενα. Δεν ξέρω αν πίσω απ' αυτή τη διαδικασία βρίσκονται κρυμμένες εμμονές. Πιθανόν, αλλά συχνά ούτε κι εγώ το αντιλαμβάνομαι αυτό. Μια καλή ψυχανάλυση ίσως δείξει...

Και όταν το δουλεύεις, σκέφτεσαι για παράδειγμα το ύφος κάποιου συγκεκριμένου σκιτσογράφου; Ή μετά το δίνεις σε κάποιον που πιστεύεις ότι του ταιριάζει καλύτερα;
Όχι. Συνήθως φτιάχνω ένα σενάριο, μια ιστορία, και στη συνέχεια σκέφτομαι σε ποιον από τους Έλληνες δημιουργούς (απ' αυτούς που δεν δουλεύουν αποκλειστικά με δικά τους σενάρια) ταιριάζει. Αν είναι κωμικό, μπορεί να σκεφτώ, για παράδειγμα, τον Δερβενιώτη, με τον οποίο έχω συνεργαστεί επανειλημμένα, αν είναι ρεαλιστικό τον Πέτρου, αν είναι καθαρή ΕΦ τον Γιώργο τον Δημητρίου κ.λπ. Γνωρίζω πολύ καλά τους περισσότερους, τόσο τη δουλειά τους όσο και τους ίδιους προσωπικά, και με πολλούς απ' αυτούς είμαστε φίλοι. Η ελληνική σκηνή, βλέπεις, είναι μάλλον μικρή και γνωριζόμαστε μεταξύ μας.
Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις, όπου κάποιος σκιτσογράφος έχει μια γενική ιδέα και μου ζητά αρχικά μια ιστορία, η οποία γίνεται σενάριο στη συνέχεια. Έχει συμβεί μερικές φορές.

Αν κι έχεις ιδιαίτερη ροπή προς την ΕΦ, η πραγματικότητα, η καθημερινότητα, πως σε επηρεάζει;
Τώρα η ερώτηση αυτή σηκώνει πάρα πολλή συζήτηση. Θα μπορούσε όλη η συνέντευξη να περιστρέφεται γύρω απ' αυτό. Πριν όμως θα σου θυμίσω ότι συχνά γράφω και κωμικά σενάρια, όπως τα άλμπουμ του «Φανούρη Άπλα» με τον Δερβενιώτη και τον Δημήτρη Καλαϊτζή. Απαντώντας όμως στην ερώτησή σου, που είναι πολύ σωστή, θα προσπαθήσω να είμαι όσο πιο σύντομος μπορώ: Για μένα η επιστημονική φαντασία, και γενικότερα η φανταστική λογοτεχνία της οποίας ένα μέρος είναι η ΕΦ, δεν είναι παρά ένα «όχημα». Μια φόρμα δηλαδή, ένας τρόπος τον οποίον επιλέγεις για να πεις κάτι. Και μέσα απ' αυτή τη φόρμα, απ' αυτόν τον τρόπο, μπορείς να πεις οτιδήποτε θέλεις. Δεν έχει την παραμικρή σημασία το αν η ιστορία διαδραματίζεται σ' έναν άλλο πλανήτη ή σε ένα φανταστικό κόσμο ή στο μακρινό μέλλον. Μπορεί κάλλιστα να είναι βαθύτατα πολιτική ή ερωτική ή ψυχολογική ή πορνογραφική ή να θίγει σημερινά κοινωνικά προβλήματα ή να είναι μια απλή περιπέτεια χωρίς άλλο «βάθος» ή, τέλος πάντων, να είναι οτιδήποτε μπορεί κανείς να φανταστεί. Οπότε, ναι, η καθημερινότητα, τα σύγχρονα προβλήματα, σαφώς με επηρεάζουν, όσο επηρεάζουν οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα φανταστικής ή μη λογοτεχνίας. Απλώς μου αρέσει να αφηγούμαι μέσα σε ένα φανταστικό πλαίσιο, είναι κάτι που με τραβούσε από μικρό. Η βασική πηγή έμπνευσης παραμένει η σύγχρονη ζωή και τα ανθρώπινα προβλήματα ή ό, τι με απασχολεί ψυχολογικά.
Το να γράφεις φανταστική λογοτεχνία επειδή έτσι σου αρέσει, είναι σα να λες ότι μου αρέσει το αυτοκίνητό μου να είναι κόκκινο. Αυτό δεν δίνει καμιά απολύτως πληροφορία για την ποιότητα του αυτοκινήτου, για το αν είναι καινούριο ή παλιό, Ρολς Ρόις ή Ζάσταβα, γρήγορο ή αργό. Απλώς τυχαίνει να σ' αρέσει το κόκκινο χρώμα. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.

Είσαι, απ' όσο σε γνωρίζω, και φανατικός κινηματογραφόφιλος. Υπάρχουν ταινίες ή κάποιοι συγκεκριμένοι δημιουργοί που σε επηρεάζουν;
Ναι, αγαπώ πολύ το σινεμά, διατηρώ μάλιστα κι ένα κινηματογραφικό μπλογκ εδώ και χρόνια. Πολλοί είναι οι δημιουργοί που αγαπώ. Ο Μπουνιουέλ, ας πούμε, ο Φελίνι, ο Γκίλιαμ ή οι Κοέν είναι μερικοί που μου έρχονται πρόχειρα στο νου. Η «Βιριδιάνα» και «Ο Εξολοθρευτής Άγγελος», το «Blade Runner», «Ο Τρίτος Άνθρωπος», το «Play Time» ή το «Week End» είναι ελάχιστες μόνο από τις δεκάδες αγαπημένες μου ταινίες. Όσο για επιρροές... δεν ξέρω. Σίγουρα πάντως με έχει επηρεάσει το σουρεαλιστικό χιούμορ των Monty Python, που δεν μοιάζει με κανένα άλλο.

Από τα κομικσοσενάρια, πως πέρασες στα βιβλία; Τα βλέπεις ως κάτι συγγενικό ή κάτι εντελώς διαφορετικό με άλλες δυνατότητες κι ελευθερίες;
Ειλικρινά μου βγήκε έτσι, από μόνο του. Κάποια στιγμή άρχισα να γράφω και πεζογραφία. Τώρα αν είναι σχετικό... δεν ξέρω. Υπάρχουν βέβαια ομοιότητες, γράψιμο είναι, αλλά και μεγάλες διαφορές. Στα σενάρια κόμικς σκέφτεσαι υποχρεωτικά με εικόνες. Θέλω να πω πως ό,τι γράφεις πρέπει να μετατρέπεται σε εικόνα. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να γράψεις κάτι αφηρημένο κι αυτό να γίνει κόμικς. Στη λογοτεχνία δεν υπάρχει τέτοιος περιορισμός. Στα κόμικς πρέπει να υπάρχει μεγάλη οικονομία λόγου, κοινώς, για να το πω πρακτικά, να χωράνε αυτά που γράφεις στα μπαλονάκια. Δεν μπορείς να κάνεις εκτεταμένες περιγραφές, ας πούμε. Από τη μία δεν χωράνε, από την άλλη δεν χρειάζονται, αφού περιγράφει η ίδια η εικόνα. Πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικό είδος γραφής. Και σίγουρα, αν κάποιος είναι καλός σε ένα από τα δύο, δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι θα είναι καλός και στο άλλο.

Πως βλέπεις την εξέλιξη που έχουν τα κόμικς στην Ελλάδα σήμερα;
Θετική. Υπάρχει παραγωγή, εκδόσεις, όχι μόνο «επίσημες», αλλά και πληθώρα φανζίν, πολλοί νέοι δημιουργοί... Πέρα από το τι απ' αυτά μας αρέσει και τι όχι, όλη αυτή η «έκρηξη» μόνο θετική μπορεί να είναι. Αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς τη μιζέρια των 90ς, που δυστυχώς ακολούθησε την πρώτη έκρηξη των ενήλικων κόμικς στην Ελλάδα στη δεκαετία του 80.

Και αντίστοιχα οι Έλληνες σεναριογράφοι; Πως βλέπεις νέα δημιουργικά «ζευγάρια» όπου συμμετέχουν κειμενογράφοι όπως για παράδειγμα ο Ντίλιος, ο Βαβαγιάννης, ο Κούστας και κάποιοι ακόμα;
Επιτέλους, δεν νοιώθω μοναξιά! Κι όχι μόνο αυτό, αλλά οι περιπτώσεις που ανέφερες, όπως και μερικές άλλες, μ' αρέσουν πολύ. Είμαι φαν του παρανοϊκού χιούμορ του Βαβαγιάννη, ενώ Ντίλιος και Κούστας εκτός από καλοί σεναριογράφοι είναι και εξαιρετικοί συγγραφείς.

Με τον Θανάση Πέτρου έχετε βάλει κάτω τον Βουτυρά και τον δουλεύετε, απ' ότι καταλαβαίνω, με ιδιαίτερη όρεξη. Μίλησέ μας γι' αυτή την αναζήτησή σου μέσα σε ένα ήδη υπάρχον λογοτεχνικό κείμενο; Τι είναι αυτό που σε κεντρίζει στην επιλογή κάποιων ιστοριών;
Τον Βουτυρά τον γνώρισα (εκτός από κάποια κειμενάκια σε σχολικά αναγνωστικά) από τον Βάσια τον Τσοκόπουλο, που είναι μάλλον ο σημαντικότερος «Βουτυρολόγος». Ήταν μάλιστα δική του ιδέα να μεταφερθούν σε κόμικς διηγήματά του. Μου έδωσε λοιπόν πέντε χοντρούς τόμους με τα άπαντά του, που επιμελείται ο ίδιος (και οι οποίοι δεν είναι ούτε οι μισοί απ' όσους θα βγουν συνολικά). Και έκπληκτος διαπίστωσα ότι ο άνθρωπος αυτός, που πέθανε το 1958, έχει γράψει απίστευτα πράγματα, για τα δεδομένα της τότε ελληνικής λογοτεχνίας τουλάχιστον. Πολλά διηγήματά του κινούνται στο χώρο του φανταστικού, μερικά μάλιστα και της ΕΦ, πράγμα σχεδόν ανύπαρκτο τότε στη χώρα μας. Βασικό χαρακτηριστικό του έργου του είναι ότι οι περισσότεροι ήρωές του είναι περιθωριακοί, μοναχικοί, μισότρελοι, αλκοολικοί, ταβερνόβιοι ή καφενόβιοι. χαρακτήρες που πολύ λίγο άγγιζε η τότε ελληνική λογοτεχνία. Και γράφει με εικόνες, κοινώς πολλά από τα διηγήματά του μπορούν να γίνουν κόμικς. «Εδώ έχει ψωμί», είπα, και έπεσα με τα μούτρα να εντοπίσω ποιες από τις εκατοντάδες μικρές ιστορίες του έχουν περισσότερο σεναριακό ενδιαφέρον. Είναι βέβαια άνισος συγγραφέας, πράγμα λογικό αφού έχει γράψει τόσο πολλά. Κι αυτό είναι το δύσκολο για μένα. Να εντοπίσω τις περιπτώσεις που μπορούν να γίνουν εικόνες με ενδιαφέρον.
Από την αρχή, όταν έγραψα το πρώτο σεναριάκι που βασιζόταν σε διήγημα του Βουτυρά, το «Παραρλάμα», σκέφτηκα τον Θανάση. Ένοιωθα ότι οι εικόνες τού ταίριαζαν, ότι τού πήγαινε. Εκείνος συμφώνησε αμέσως και, όταν διάβασε, ενδιαφέρθηκε κι αυτός για τον συγγραφέα. Και νομίζω ότι μέχρι σήμερα, που έχουμε φτιάξει ήδη 6 ιστορίες, έχω δικαιωθεί στην επιλογή αυτή. Θα συνεχίσουμε να «ψάχνουμε» τον Βουτυρά και στο μέλλον θα προσπαθήσουμε να βγάλουμε κι ένα άλμπουμ αποκλειστικά με ιστορίες του.

Στο άμεσο μέλλον τι έχεις στα σκαριά; Υπάρχει και κάτι ακόμα πιο πέρα που σε «τυραννάει» και που θα ήθελες κάποια στιγμή να το πραγματοποιήσεις;
Στο άμεσο μέλλον θα συνεχιστούν οι ιστορίες που βασίζονται στο Βουτυρά. Στη συνέχεια υπάρχει κάτι που βασίζεται και πάλι σε κάποιον συγγραφέα, ξένο αυτή τη φορά, όχι όμως διασκευή έργων του. Κάτι εντελώς διαφορετικό, με έναν νέο σκιτσογράφο, τον Χρίστο Καρακίτσο. Όσο για το τι θα ήθελα να πραγματοποιήσω κάποτε. Ξέρω κι εγώ; Να πάρω το Νόμπελ πριν τα 83 μου, για να μπορώ να κάνω κάτι με τα λεφτά δηλαδή. Α, και να γυρίσω τον κόσμο. Με σακίδιο, ακόμα καλύτερα.

Δημήτρη, σ' ευχαριστούμε πολύ...


 

 

Σκιτσογράφοι
Αρκάς
Ιορδάνης Ανανιάδης
Τάσος Αναστασίου
Αρχέλαος
Τάσος Αποστολίδης
Αντώνης Βαβαγιάννης
Σπύρος Βερύκιος
Δημήτης Βιτάλης
Θεοδόσης Βρανάς
Σπύρος Δερβενιώτης
Μιχάλης Διαλυνάς
Λάζαρος Ζήκος
Πέτρος Ζερβός
Μαρία Ζογλοπίτου
Χρήστος Ζωϊδης
Γιάννης Ιωάννου
Γιάννης Καλαϊτζής
Καρκ
Μιχάλης Κουντούρης
Νίκος Κούτσης
Γιάννης Κουτσούρης
Κυρ
Ηλίας Κυριαζής
Κων
Βασίλης Λώλος
Ηλίας Μακρής
Μποστ
Παναγιώτης Μαραγκός
Νίκος Μαρουλάκης
Γιώργος Μελισσαρόπουλος
Νίκος Μηλιώρης
Γιάννης Μητσομπόνος
Κώστας Μητρόπουλος
Γιώργος Μπότσος
Αλή Ντίνο 1
Αλή Ντίνο 2
΄Εφη Ξένου
Σπύρος Ορνεράκης
Ζήσης Παπαγεωργίου
Γιώργος Παπαδάκης
Αλέκος Παπαδάτος
Βαγγέλης Παυλίδης
Θανάσης Πέτρου
Ανδρέας Πετρουλάκης
Φώτης Πεχλιβανίδης
Βλαντιμίρ Ραντιμπράτοβιτς
Στάθης
Tasmar
Τέτη Σώτου
Ηλίας Ταμπακέας
Γιώργος Tραγάκης
Γιώργος Τσούκης
Δημήτρης Χαντζόπουλος
Βαγγέλης Χερουβείμ
Βασίλης Χριστοδούλου
Soloup
 
Ειδικά Αφιερώματα

Comicdom 

Δημήτρης Βανέλλης
Παυλίνα Καλλίδου
Koμικοϊστορίες
Γκιουνερί Ιτσογλου
Παραπέντε
Ομάδα "Υ"

Αστεινομία vs Haderer

 
Αrtως Radio
Το ραδιόφωνο του Ως3