iΑρχική σελίδα

iΑφιερώμαται

iΑrtως Radio

iExodως3

 

 

 

 

 

Αφιερώματα

 

 
Αφιερώματα
Ζapink: Έλληνες Σκιτσογράφοι

ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ
Από το animation στα Logi...κόμιξ!

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: SOLOUP

...Αν στην Ελλάδα δεν υπάρχει παραγωγή πήγαινε έξω από την Ελλάδα που υπάρχει. Και έχει αποδειχτεί ότι γίνεται, είναι εφικτό και με το animation και με το κόμικ. Τώρα πια, κάποιος δουλεύει στον πλανήτη ¶ρη και με το internet τα στέλνει στον παραγωγό του στο Δία...

«Σκιτσάρει από πολύ μικρός και θέλει να σπουδάσει 'κινούμενο σχέδιο' στη Γαλλία. Για κακή του τύχη σπουδάζει... Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης».Αυτά σημειώνει το 1983 στον «Ανθρωπάκο», ένα αλμπουμάκι με στριπάκια και κείμενα του Τάσου Αποστολίδη, ο φέρελπις νεαρός σκιτσογράφος του. Σκιτσάκια απλά, τρεμουλιαστά που φέρνουν λίγο στη λιτή γραμμή του Κώστα Μητρόπουλου. Το όνομα αυτού, Αλέκος Παπαδάτος. Σας θυμίζει τίποτα; Κι όμως, που να πάει το μυαλό σας. Είναι ο ίδιος άνθρωπος σε διαφορετικό χωροχρόνο. Ο Αλέκος Παπαδάτος που, και σπούδασε τα .Οικονομικά του και πήγε στη Γαλλία και καταπιάστηκε εν τέλει με το πολυπόθητο. «κινούμενο». Και όχι μόνο εξάντλησε τις πιθανότητες του πρώτου βιογραφικού, αλλά είναι και αυτός που με το βάρος και την εμπειρία τόσων χρόνων σκληρής δουλειάς, υπογράφει το εξαιρετικό σχέδιο του Logicomix. Ένα βιβλίο κόμικς (για την ακρίβεια graphic novel) που έχει βρει πρωτόγνωρη αποδοχή για τα ελληνικά δεδομένα και είναι ήδη σε εξέλιξη η ευοίωνη διανομή του στο εξωτερικό. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.



Ο Παπαδάτος είναι ακόμα ένα γνήσιο τέκνο της Θεσσαλονίκης. Μιας πόλης που γεννοβολάει ασύστολα πάσης φύσεως ταλέντα και λίγο πριν τον... γάμο και τα γεννητούρια, τα ξελογιάζει η γριά η Αθήνα. Του Αλέκου του άρεσε να σκιτσάρει από παιδί. Και το σκίτσο, αν και χωρίς περγαμηνές, δεν ήταν άγνωστο στο σπίτι. Η μητέρα του είχε έμφυτο ταλέντο στο σχέδιο. Με ότι καταπιανόταν, ακόμα και με τα πιο ευτελή .στυλό, μπορούσε να σου κάνει εξαιρετικά σχέδια και πορτρέτα. Ο πατέρας του πάλι τρέλαινε τον μπόμπιρα με τα «σκιτσάκια που κινούνται» στις άκρες των τετραδίων του. Πρωτόλεια flip book που ήταν αρκετά για να του βάλουν στη φαντασία του τον «Ιο» του animation. Το 1978 περνάει στο ΟΠΕ, το Οικονομικό τμήμα του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου και ξεκινάει -την όχι και τόσο ευφάνταστη- υποχρέωση των σπουδών. Παράλληλα μπλέκει μελωδικά με τις πενιές του Αγάθωνα και άλλων ρεμπετοσυμμοριτών της άλλοτε φτωχομάνας, κι έτσι παραλίγο ο σκιτσογράφος μας να γινόταν. μπουζουκτσής. Ευτυχώς (για μας) δεν έγινε. Του έμεινε όμως το μπουζούκι να του κάνει συντροφιά και ξέδομα μέχρι σήμερα.



Το 1983 τελειώνει τις σπουδές του στη Θεσσαλονίκη. Είναι και η χρονιά που βγαίνει και ο «Ανθρωπάκος» από τις εκδόσεις Gutenberg. Κατεβαίνει ένα ταξιδάκι στην Αθήνα όπου πάει και βρίσκει, τον ...γερόλυκο των Ελλήνων κινουμενάδων, Ιορδάνη Ανανιάδη στη φωλιά του. Εκεί βλέπει για πρώτη φορά ένα πραγματικό εργαστήριο κινουμένων σχεδίων. Τα επιμέρους στάδια της παραγωγής, το επίπονο της δουλειάς και όλα αυτά που τον περιμένουν, αλλά δεν κάθεται στην Αθήνα. Ψήνει τους γονείς του για ένα μεταπτυχιακό στη Γαλλία με την (καθόλου) κρυφή ελπίδα να βρει και κάποια σχολή για animation. Μαθαίνει εσπευσμένα τα πρώτα του γαλλικά και φεύγει στο Παρίσι. Δίνει εξετάσεις για μεταπτυχιακές σπουδές με θέμα το μάρκετινγκ στη Σορβόννη, και τις περνάει ο μπαγάσας. Κάνοντας λοιπόν το DEA του, δίνει και κάτι εξετάσεις στη σχολή (κάτι σαν ΤΕΙ για animation) CFT Gobelins. Ενώ ουσιαστικά περνάει, κόβεται άνωθεν με τη λογική ότι στη σχολή περνούν περισσότεροι αλλοδαποί παρά Γάλλοι. Για καλή του τύχη όμως γνωρίζει έναν καθηγητή σχεδίου της σχολής, τον Stephane Bernasconi, ο οποίος έχει κι ένα εργαστήριο για διαφημιστικά, σποτάκια με κινούμενα και τέτοια, και τον παίρνει στη δουλειά. Εκεί προμηθεύεται και τα περισσότερα συγγράμματα της σχολής και μαθαίνει επί δυόμισι χρόνια αυτά που θέλει, απ' το .παράθυρο. Μαθαίνει όμως την ίδια τη δουλειά στην πράξη και με την προτροπή του Stephane, αρχίζει να σκαρώνει το 1986, το πρώτο του κινούμενο. Το «Τζιτζίκι και Μυρμήγκι». Γυρίζει το '87 στην Ελλάδα για φανταρικό και μετά την θητεία, το '89 τελειώνει το «Τζιτζίκι». Το στέλνει μάλιστα και στο φεστιβάλ της Δράμας και παίρνει και βραβείο! Επιστρέφοντας εκ νέου στη Γαλλία και με κλειδί τον Τζίτζικα, βρίσκει δουλειά σε διάφορες εταιρίες παραγωγής animation. Αρχικά ως animator και στη συνέχεια ως animation supervisor και animator director στη σειρά «Babar» για το Canal Plus. Εκεί γνωρίζει και την σύντροφό του (και συνδημιουργό στα υπέροχα χρώματα του Logicomix) Annie Di Donna.



Το 1991 αποφασίζουν με την Annie και έρχονται στην Αθήνα όπου δημιουργούν ένα στούντιο κινουμένων σχεδίων, τη «Spicy Toons». Το στούντιο πηγαίνει εξαιρετικά καλά φτάνοντας ακόμα και τα 30 άτομα. Ο Αλέκος εκτός των άλλων διδάσκει κινούμενα και παραγωγή και αναλαμβάνουν σειρές για την ελληνική και ευρωπαϊκή παραγωγή (layouts, cd roms, 2D και 3D animation, πιλοτικά για εταιρίες, όπως επίσης επιβλέπει και τμήματα κάποιων διεθνών παραγωγών σε Βουλγαρία και Κωνσταντινούπολη).
Οι εξαντλητικοί ρυθμοί και οι υποχρεώσεις των συμβολαίων, τους αναγκάζουν το 1997 να πάρουν τη μεγάλη (οικογενειακή) απόφαση να κατεβάσουν λίγο ρυθμούς. Κλείνουν τη Spicy και δουλεύουν οι δυο τους δικές τους παραγωγές, κόμικς για διαφήμιση (για παράδειγμα 3 άλμπουμ κόμικς με τον τίτλο «Εγναντεύοντας» για την «Εγνατία τράπεζα») και κάποια αντίστοιχα κινούμενα (κάποιοι σίγουρα θα έχετε δει πριν από κάποια ταινία, τα κινούμενα σηματάκια της εταιρίας διανομής «Προοπτική»). Για ένα διάστημα μάλιστα, έτυχε να δουλεύουμε παράλληλα με εικονογραφήσεις στο «Βήμα» της Κυριακής.
Το 2003 και σε μια εκ νέου κρίσιμη συγκυρία, έπεσε το τηλέφωνο του Απόστολου Δοξιάδη και με παρέα τον Αλέκο, την Annie αλλά και τον Χρίστο Παπαδημητρίου ξεκίνησαν την πεντάχρονη περιπέτεια της «Αναζήτησης» (κατά κόσμον «Logicomix») με το πρόσφατο αίσιο αποτέλεσμα και την αποκάλυψη της σχεδιαστικής δύναμης του Παπαδάτου.



Ο Αλέκος σε μια συνέντευξή του στην «Καθημερινή» (12/10/08), αναφέρει ως επιρροές του τα αμερικάνικα κόμικς του '50 αλλά και τον Ούγκο Πράτ και Γάλλους κομίστες του '80 και '90 όπως ο Κριστόφ Μπλάν. Ψημένος τόσα χρόνια στο animation, δεν έχει (μέχρι τώρα τουλάχιστον και πέρα από το Logicomix) κάποιο σταθερό στιλ σχεδίασης. Οι απαιτήσεις των διαφορετικών παραγωγών όμως τον έκαναν από την άλλη ιδιαίτερα ευέλικτο στην εναλλαγή αισθητικών λύσεων. Έτσι τα «κινούμενα» προίκισαν τον Παπαδάτο με μια σχεδιαστική πληρότητα και με μια παλέτα διαφορετικών επιλογών, σχεδίου και ντεκουπάζ, τα αξιοθαύμαστα αποτελέσματα της οποίας ξεδιπλώνονται στις 300 σάμθινγκ σελίδες του πολυσυζητημένου graphic novel. Και μάλιστα σε άρτια συνεργασία τόσο με το σενάριο του Δοξιάδη και του Παπαδημητρίου, όσο και με τα υπέροχα (άξια επιμέρους μελέτης) χρώματα της συντρόφου του Annie.



Ας δώσουμε όμως τον λόγο στην ίδιο τον δημιουργό:

Αλέκο, πότε ένοιωσες για πρώτη φορά τον εαυτό σου να θέλει να σκιτσάρει;
Στην οικογένεια σχεδίαζαν όλοι αλλά πέρασε απαρατήρητο. Μικρός ήμουν μοναχικός και ντροπαλός. Η κλισέ κατάσταση. Το σχέδιο ήτανε τρόπος να φτιάχνω κόσμους. Γέμιζα τετράδια με ιστορίες δράσης, μάχες κλπ. Το πρώτο σχέδιο το έκανα τεσσάρων και ήτανε ένα ποντίκι που μιλάει στο τηλέφωνο. Ήταν ένα ...οκτώ. Το πάνω μέρος το κεφάλι και το κάτω το σώμα. Με αυτιά, χέρια και πόδια και ακουστικό. Με το σχέδιο έβγαζα το θυμό μου, τη χαρά μου, τη στεναχώρια, όλα. Αλλά ποτέ δεν έγινε όσο ήμουν μικρός θέμα του «τι θα κάνουμε με αυτόν εδώ που σχεδιάζει συνέχεια σαν αυτιστικός». Ήταν ένα ξέδομα και τέλος.

Συνήθως συναντάμε σκιτσογράφους που έχουν για πρώτες, παιδικές ή εφηβικές, επιρροές την γελοιογραφία και τα κόμικς. Εσύ πως και επικεντρώθηκες από την αρχή στο κινούμενο σχέδιο; Τι ήταν αυτό που σου .κίνησε το ενδιαφέρον;
Με εντυπωσίαζαν οι ταινίες με τα κινούμενα σχέδια. Έβλεπα ότι κάπως γινότανε και τα σχέδια κινιόντουσαν από μόνα τους. Αλλά τα έβλεπα και σαν ήρωες. Ταυτιζόμουνα. Μια μέρα ο πατέρας μου για να με διασκεδάσει σχεδίασε στο περιθώριο της σελίδας ενός βιβλίου δύο ανθρωπάκια που ένας έδινε μια μπουνιά στον άλλο, ο οποίος έπεφτε κάτω ζαλισμένος. Έκανε τα σχέδια ένα ένα, σελίδα σελίδα, σχεδιάζοντας την κίνησή τους. Το λεγόμενο flip book. Μετά με ένα φφρρρρρρτ ξετύλιξε το βιβλίο και είδα ένα κινούμενο σχέδιο. Δεν ήξερε ότι κάνοντας αυτό είχε ήδη βάλει έναν ιό. Από εκείνη τη στιγμή το σχέδιο για μένα ήταν κίνηση. Γέμισα αμέτρητα βιβλία δικά μου και των συμμαθητών μου με τέτοια. Ποδόσφαιρο, χορευτικά, τέρατα που τρώγανε το ένα το άλλο, αγώνες στίβου, ζευγάρια, σκυλιά, ιπτάμενοι δίσκοι, μεταμορφώσεις ενός αντικείμενου σε άλλο, όλα είναι. οκ, θέμα για ένα flip book. Τελικά σπούδασα οικονομικά.

Από τον πρωτόλειο «Ανθρωπάκο» του 1983 μέχρι τα διαφημιστικά κόμικς για την «Εγνατία τράπεζα» και τώρα το εξαιρετικό σχέδιο του Logicomix βλέπουμε μια ποικιλία χαρακτήρων στο σχεδιαστικό σου στιλ. Είναι κι αυτό μια επιρροή από το animation;
Οι περισσότεροι animators δεν αναπτύσσουν δικό τους γραφικό στυλ. Αν εξαιρέσεις αυτούς που δουλεύανε Ντίσνεϋ, που ήταν υποχρεωμένοι να αναπαράγουν διαρκώς την ίδια διάλεκτο, οι animators αλλάζανε στυλ γραφικό σε κάθε νέα ταινία. Αν ένας animator επιμένει σε ένα γραφικό στυλ απλά είναι ακατάλληλος. Μου έτυχε μια φορά που δούλευα μαθητευόμενος στο Παρίσι να πρέπει να σχεδιάσω για διαφημιστικό σποτ φιγούρες από σχέδια μόδας, με ξηρά παστέλ, πολύ αφαιρετικό σχέδιο, κάτι γυναικείες φιγούρες λεπτές και χαριτωμένες, που περιστρέφονταν περπατώντας και ο άνεμος έκανε τα φουλάρια και τις μακριές τους φούστες να κυματίζουν. Ο designer που είχε κάνει την αφίσα είχε κάνει ένα μόνο έγχρωμο σχέδιο. Όχι μόνο έπρεπε να μελετήσω το γραφικό στυλ, αλλά έπρεπε και να το προεκτείνω επινοώντας στιγμές από την κίνηση της γυναικείας φιγούρας που έπρεπε να περπατάει και να κινείται όπως τα μοντέλα, σαν πραγματική γυναίκα, με χάρη, να βλέπει κάποιος τον αέρα που περνάει μέσα από αυτό το ύφασμα που φοράει και το κάνει να κυματίζει. Έπρεπε μάλιστα χωρίς ήχο να λειτουργεί. Να πείθει το θεατή ότι αυτές είναι πραγματικές γυναίκες που περπατάνε και να σε γοητεύει αυτό, να σε βάζει στο trip να βλέπεις σχέδια και πραγματικές γυναίκες την ίδια στιγμή. Πρέπει να ξεχάσεις τον εαυτό σου και τους αυτοματισμούς σου αφού πρέπει ο θεατής να δει ένα ζωντανό πράγμα. Το γραφικό στυλ του καθένα δεν έχει ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Στην περίπτωση του Logicomix το γραφικό στυλ επινοήθηκε για αυτή την ιστορία και για το φορμά του graphic novel. Δεν είχα σχεδιάσει ποτέ έτσι. Δεν ξέρω αν θα συνεχίσω με αυτό το γραφικό στυλ. Το θέμα ήταν να βρεθεί η χρυσή τομή ανάμεσα στην καρτουνίστικη καρικατούρα και στο ρεαλιστικό, όπως το λέμε επιπόλαια οι σκιτσογράφοι. Βέβαια, ποτέ δε γλυτώνεις από τον εαυτό σου, δεν μπορείς να τα κάνεις όλα, είσαι μέσα σε μια γκάμα δυνατοτήτων. Αλλά προσπαθείς να σχεδιάσεις πχ. τον Ράσελ με ένα τρόπο που να ταιριάζει και σε σένα και στην ιστορία και στο ύφος του σεναρίου και να αποδώσεις όλη αυτήν ψυχή και τα αισθήματα που μεταδίδει η ιστορία στον αναγνώστη όσο πιο καλά μπορείς.

Σε καιρούς πάντα δύσκολους για την ελληνική πραγματικότητα, αποφασίσατε με την Annie το 1991 να τα «μαζέψετε» και να έρθετε στην Ελλάδα, για να φτιάξετε εδώ την «SPICY TOONS». Πως πήρατε μια τόσο δύσκολη απόφαση και τι συναντήσατε εδώ;
Υπήρχε αυτό, το ότι στην Ελλάδα όλα γίνονται. Και με κάποιο τρόπο βγήκε σωστό. Γνώρισα νέους σκιτσογράφους που διψούσαν για κινούμενο σχέδιο και είχανε ταλέντο. Και ήταν πολλοί! Το στούντιο δούλεψε πολύ εντατικά, κάναμε πολλά σεμινάρια και εκπαίδευση σε νέους και με πολλούς από αυτούς συνεργαστήκαμε στη συνέχεια σε πολύ απαιτητικές ευρωπαϊκές δουλειές, σε τηλεόραση και σε μεγάλου μήκος ταινίες. Ήταν εποχή με πολλή αδρεναλίνη και με μια μανία να κάνουμε όλο και καλύτερα και πιο διασκεδαστικά πράγματα. Δεν σταματήσαμε να έχουμε προτάσεις από το εξωτερικό. Δεν προλαβαίναμε να κάνουμε κάτι δικό μας, ο ρυθμός ήτανε πολύ πυκνός. Δουλεύαμε καλοκαίρια χωρίς διακοπές, άπειρα σαββατοκύριακα κολυμπώντας στα σχέδια. Όλο σε κάτι καινούργιο. Και τα περισσότερα βγαίνανε ουάου. Μαγειρεύαμε στο στούντιο και τρώγαμε όλοι μαζί, είχαμε φτάσει να γίνουμε καμιά τριανταριά. Είχαμε και Ισπανούς και Γάλλους και ¶γγλους που είχαν έρθει να δουλέψουν μαζί μας. ¶ξιζε τον κόπο ως ένα σημείο. Πολλοί σκιτσογράφοι εκεί μέσα αποκτήσανε επίγνωση του τι είναι να σχεδιάζεις. Ο Μανώλης Χρυσουλάκης, ο Νίκος Κούτσης, ο Νίκος Πετροπουλέας είναι από αυτούς που βγάλανε φτερά μέσα από αυτή την εμπειρία.

Με ένα επιτυχημένο εργαστήριο και με τόσες συνεργασίες και αναγνώριση στο εξωτερικό, πως αποφασίσατε να σταματήσετε το animation ως κύρια ασχολία;
Δεν έκοψα με το animation. Αλλά έμπλεξα υπερβολικά με την παραγωγή κάποια στιγμή και έπηξα. Είναι νερό που τρέχει μέσα από τα δάχτυλα και χάνεται. Δεν κρατάς τίποτε. Το κόμικ γίνεται με λίγους. Λες με αυτό καλά τις ιστορίες. Όσο μπορώ θα το κάνω. ¶σε που μόνο χάρη στο κόμικ θα σχεδιάζουμε, γιατί το κινούμενο δεν είναι πια σχέδιο. Το 3D τα κάνει όλα στο animation.

Έχοντας ζήσει επαγγελματικά στην Γαλλία και αλλού, πως βλέπεις σήμερα τα κινούμενα στην Ελλάδα;
Έχουμε πολλά υπέρ. Χρειαζόμαστε την Ευρώπη και την Ασία. Η επαφή μας με στούντιο του εξωτερικού και με παραγωγούς είναι καλός τρόπος να δοκιμάσουμε τα ταλέντα και τις ιστορίες μας. Το να μένεις κλεισμένος σε ένα δωμάτιο δημιουργώντας ένα μικρού μήκους χωρίς καμιά επαφή με τον κόσμο είναι μόνο μία φάση. Μετά πας για άλλα. Που είναι περισσότερα και καλύτερα.

Και τα κόμικς, μιας και μπήκες πλέον δυναμικά και στον χώρο αυτό;
Τα κόμικς στην Ελλάδα είναι όπως παντού. Ένα όχημα που κουβαλάει την εφηβεία που το κουβαλάει. Αλλά όταν μπαίνεις στην αγορά θέλει μια ιστορία να αξίζει τον κόπο. Αν είναι να σε διαβάσουν άνθρωποι άνω των 18. Δεν γίνεται να σχεδιάζεις σαν παλαβός για ώρες ατελείωτες αν δεν πιστεύεις την ιστορία. Τα χρήματα είναι πάντα λίγα, ζεις σχεδόν σπαρτιάτικα, υπάρχει πολλή απόρριψη κλπ. Αυτοί οι τύποι που δουλεύουνε στην DC και στη Marvel και όλοι αυτοί με τα Manga είναι παθιασμένοι και λυσσασμένοι. Ταυτισμένοι τελείως με αυτό που κάνουνε.
Μπαίνει εύκολα κανείς στη συζήτηση, ναι, αλλά στην Ελλάδα η αγορά είναι μικρή και το προϊόν είναι ακριβό να παραχθεί και άρα ποιος να επενδύσει και τέτοια. Αν στην Ελλάδα δεν υπάρχει παραγωγή πήγαινε έξω από την Ελλάδα που υπάρχει. Και έχει αποδειχτεί ότι γίνεται, είναι εφικτό και με το animation και με το κόμικ. Τώρα πια, κάποιος δουλεύει στον πλανήτη ¶ρη και με το internet τα στέλνει στον παραγωγό του στο Δία. Το έχω κάνει όταν δούλευα σε storyboards σε τηλεοπτικές σειρές για την Αγγλία, το Oscar's Orchestra, και με Βέλγους και με Γάλλους. Ο Νίκος ο Κούτσης δουλεύει τώρα με US, κάνει κόμικς με Αμερικάνο εκδότη, και πρέπει να πούμε ότι δεν είναι κολλημένος στο superhero σαν μοναδική εναλλακτική, αν και ερωτοτροπεί το πουλάκι μου.

Το Logicomix γνωρίζει ήδη μια ξεχωριστή επιτυχία στην Ελλάδα και ετοιμάζονται και οι εκδόσεις του στο εξωτερικό. Πως το εισπράττεις εσύ αυτό μετά από μια τόσο επίπονη, 5χρονη ομαδική εργασία;
Χαίρομαι που στην Ελλάδα πάει καλά το Logicomix. Διψάμε για καλό πράμα. Ο Herge τράβηξε το κοινό γιατί ήταν common sense και ειλικρινής. Και στην ιστορία και στο σχέδιο. Αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε. Ο αναγνώστης αναγνωρίζει και γουστάρει την ενέργεια και τον πόνο που έχεις βάλει σε κάθε σελίδα.

Πως ήταν η εμπειρία, για τις ανάγκες του συγκεκριμένου graphic novel να πρέπει να σκιτσάρεις τον εαυτό σου, την σύντροφό σου αλλά και όλους σου τους συνεργάτες;
Ήτανε λίγο κουφό, είναι αλήθεια. Αλλά η ιστορία γέννησε αυτή την απαίτηση. Και λες και γεννήθηκε κιόλας από αυτήν. Τον εαυτό μου δεν τον πολυπρόσεξα, είναι ένας τύπος με τετράγωνο σαγόνι, λακάκια, μάτια Κινέζου και αξύριστος και μερικές φορές γκάου, δεν τα πιάνει όλα. Έκοψα την κοιλιά που προδίδει πόσο βουλιμικός είμαι. Ο Απόστολος ήτανε ένας γρίφος. Αλλάζει φάτσες συνέχεια αλλά σου δίνει την εντύπωση ότι τα παίρνει μονίμως όλα στα σοβαρά σε στυλ Κλαρκ Γκέημπλ. Διαρκώς στο καθήκον. Το χιούμορ του δεν φάνηκε ιδιαίτερα στο κόμικ, ενώ ξεχειλίζει! Ο Χρίστος Παπαδημητρίου είναι γεια σας, την πρώτη φορά που τον είδα με σφράγισε. Δεν γίνεται να μην σχεδιάσεις καλά αυτόν τον τύπο, που συνδυάζει στο ίδιο πρόσωπο τον Δία και τον Πωλητή Γλυφιτζουριών στο Ισλαμαμπάντ, που ακούει ροκ στα ακουστικά του κινητού του. ¶σε που όταν πιάνανε με τον Απόστολο συζήτηση για μαθηματικά και computers ήτανε γεμάτος πάθος και απολύτως ακατανόητος (από μένα). Η Annie είναι όπως τη γνώρισα, με αυτή την κορδέλα και αυτό το ύφος, καλοσυνάτη αλλά και καυστική.

Και η πραγματική, καθημερινή συνεργασία σας με τον Απόστολο Δοξιάδη και τους άλλους συντελεστές; Βρεθήκατε κάποια στιγμή μεσοπέλαγα να μην ξέρετε που θα βρείτε στεριά ή ξέρα;
Η φιλία με τον Απόστολο Δοξιάδη και η εξέλιξη αυτής της συνεργασίας έχουν υλικό που μπορείς να κάνεις ακόμη ένα graphic novel μ' αυτό! Αλλά η ιστορία του Logicomix η ίδια είναι που σε γονατίζει, σε αφήνει μαρμαρωμένο με την αξία της! Και είναι επάξια γραμμένη. Τα πέντε χρόνια περάσανε από κύματα, αλλά δεν έφυγε ποτέ η αίσθηση ότι εδώ έχουμε πράμα που σπαρταράει. Η τιμιότητα και η μπέσα και το μεράκι μας κράτησαν κοντά και στα δύσκολα.



Στο βιβλίο βλέπουμε να επιλέγετε σχεδιαστικά, αν όχι μια «τουριστική», έστω μια «καθαρή» εικόνα της Αθήνας. Με την Ακρόπολη στο βάθος, ωραία πάρκα (φαντάζομαι το Φιλοπάππου ή και το Λυκαβηττό), όμορφα νεοκλασικά της Πλάκας κλπ. Με εξαίρεση και σε αντίθεση βέβαια, με την ευρύτερη περιοχή της Ομόνοιας. Πως καταλήξατε σε μία τέτοια εικόνα;

Μα έτσι είναι! Η Πλάκα είναι τουριστική. Η Ομόνοια με τα τζάνκια και τα κορίτσια του επαγγέλματος, με τους αλλοδαπούς και τα σκουπίδια δίνει το κοντράστ. Αν δεν κάνεις την Πλάκα τουριστική, η Ομόνοια δεν φαίνεται Ομόνοια. Η σκηνή της Ομόνοιας είναι ο Λαβύρινθος. Η Πλάκα είναι η έμπνευση και το χάδι του φωτός, η Ομόνοια είναι ο χώρος που αν κολλάς στους χάρτες χάθηκες.

Ανάμεσα στα καλά και τα εγκώμια που έχουν γραφτεί, υπάρχουν και κάποια σχόλια για την ύπαρξη του τελευταίου κεφαλαίου με την «Ορέστεια». Ποια ανάγκη σας ώθησε σε μια τέτοια «λύση»; Είχε σχεδιαστεί από την αρχή ή σας προέκυψε;
Είναι μια ερώτηση που ταιριάζει στον Απόστολο. Αυτός και ο Χρήστος Παπαδημητρίου θα το ανέλυαν με τον τρόπο τους. Από τη δική μου πλευρά, η Ορέστεια στο τέλος είναι ένα ελληνικό σχόλιο για την ύβρη που πράξανε οι δυτικοί πιστεύοντας ότι με τη λογική θα πιάσουν την απόλυτη αλήθεια. Αν δεν πάρεις θέση σε αυτό που εξιστορείς και που όντως έγινε, δεν μπορείς να κλείσεις το βιβλίο. Ο Απόστολος και ο Χρήστος παίρνουνε θέση με την Ορέστεια. Αλλιώτικα η υπόθεση λέει μόνο ότι μερικοί ψυχωτικοί μαθηματικοί είναι η αιτία να γεννηθεί το software. Η ύπαρξη των Ελλήνων του Logicomix δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το τέλος της Ορέστειας. Δεν είναι θέμα μαθηματικών. Τα μαθηματικά ήτανε το όχημα της κατάκτησης του Απόλυτου. Αυτό που διεκδίκησε και ο Σουρεαλισμός. Να πιάσεις όλα τα ψάρια του Σύμπαντος με ένα μόνο δίχτυ... Αλλά οι ποιητές έτσι κι αλλιώς το άπειρο το έχουνε ψωμοτύρι. Ε, όταν το κάνουνε μαθηματικοί είναι αλλιώς. Είναι επιστήμη, δεν είναι παίξε γέλασε. Δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία και προσωπική ερμηνεία των πραγμάτων. Αυτό κάνει την ιστορία να είναι τόσο τραγική.

Τι πιστεύεις για τις δυνατότητες επικοινωνίας κι έκφρασης ιδεών μέσα από τα κόμικς; Είναι επαρκές ως Μέσο ή είναι καταδικασμένο να εξαντλείται ας πούμε σε πιο «εφηβικές» -έστω κι αν είναι εντυπωσιακές λόγω εικόνας- αφηγήσεις όπως για παράδειγμα αυτές των υπερηρώων; Πως μπορεί να ισορροπεί σε αυτά ο Λόγος και η Εικόνα;
Λένε «ο εγκέφαλός μας αποδίδει μόνο το 10% των δυνατοτήτων του» και μπορεί να είναι αλήθεια. Το κόμικ, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά παγκόσμια, αποδίδει με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν εμμονές με τους υπερήρωες και τα παρεξηγημένα μάνγκα. Πολλοί νέοι δημιουργοί αδειάζουνε σαν ανατρεπόμενα μέσα στα κόμικς τους την αδρεναλίνη που τους περισσεύει και όταν κάπως ηρεμήσουν σε μια πιο μεγάλη ηλικία δεν βλέπουν πια τον λόγο να κάνουν κόμικς. Στην Ευρώπη και ιδίως στη Γαλλία, που το κόμικ είναι λίγο πάνω από το 30% της παραγωγής εντύπου, η έμφαση δίνεται πολύ συχνά στη μαστοριά και στην πρωτοτυπία της εικόνας. Ο πελάτης που θα πάρει ένα κόμικ από το ράφι του βιβλιοπωλείου θα δει τις εικόνες και αν του αρέσουν θα το αγοράσει. Όλα τα λεφτά είναι στο σκίτσο. Η ιστορία θα είναι σίγουρα γοητευτικά γραμμένη, όποια κι αν είναι, αλλά τελειώνοντας ένα τέτοιο κόμικ είναι σαν να σου μπήκε από το ένα αυτί και σου βγήκε από το άλλο. Στην Αμερική και στον Καναδά υπάρχουνε κόμικς που η ιστορία τους σε συγκλονίζει, και η εικόνα είναι παραπάνω από καλοφτιαγμένη. Αυτοί οι τύποι ελάχιστα κυκλοφορούνε στην αγορά, είναι μια μειονότητα. Η εικόνα στο κόμικ, όπως και στο σινεμά, παίρνει συχνά τη δόξα εις βάρος της ιστορίας. Δεν είναι μόνο εμπορικοί οι λόγοι.
Η αμεσότητα του σκίτσου τα καταβροχθίζει όλα πριν ακόμα σκεφτούμε καλά καλά τι θέλουμε να πούμε με την ιστορία μας. Θέλει φρένο εδώ. Αλλιώτικα νομίζουμε ότι τα σκίτσα είναι η ίδια η ιστορία. Η ιστορία είναι πιο σημαντική, το σκίτσο είναι το όχημά της. Αυτό φαίνεται και στα έργα του Alan Moore και στο δικό μας Logicomix και στις δουλειές τις θεωρητικές του Scott McCloud, που είναι κι αυτές με κόμικ. Ή η Satrapi και ο Joe Sacco. Οι δυνατότητες είναι άπειρες.

Πως βλέπεις τα πράγματα μετά το Logicomix; Τι θα ήταν αυτό που θα ήθελες πολύ να κάνεις από εδώ κι εμπρός;
Είμαι ακόμα σε κατάσταση αφασίας, πέντε μήνες από τη λήξη του project. Θέλω να κάνω εκατομμύρια πράγματα αλλά το σοκ ήτανε πολύ μεγαλύτερο από ότι νόμιζα. Σαν τυφλοπόντικας αισθάνομαι, που βγήκε στο φως ύστερα από πέντε χρόνια κάτω από τη γη. Η σαν τον Ραντανπλάν, που είπε κάτι έξυπνο τελικά, αλλά αυτό τον κούρασε τόσο πολύ που λιποθύμησε! Θα κάνω ένα δικό μου κόμικ που αρχίζει τώρα, αλλά είναι νωρίς για να μιλήσω, δεν το ρίχνω ακόμη στην ψησταριά.

Αλέκο σ' ευχαριστούμε πολύ για την κουβέντα μας και καλή σου επιτυχία σε ότι σχεδιάζεις για το μέλλον.
Ευχαριστώ κι εγώ...


 

 

 

 

 

Σκιτσογράφοι
Αρκάς
Ιορδάνης Ανανιάδης
Τάσος Αναστασίου
Αρχέλαος
Τάσος Αποστολίδης
Αντώνης Βαβαγιάννης
Σπύρος Βερύκιος
Δημήτης Βιτάλης
Θεοδόσης Βρανάς
Σπύρος Δερβενιώτης
Μιχάλης Διαλυνάς
Λάζαρος Ζήκος
Πέτρος Ζερβός
Μαρία Ζογλοπίτου
Χρήστος Ζωϊδης
Γιάννης Ιωάννου
Γιάννης Καλαϊτζής
Καρκ
Μιχάλης Κουντούρης
Νίκος Κούτσης
Γιάννης Κουτσούρης
Κυρ
Ηλίας Κυριαζής
Κων
Βασίλης Λώλος
Ηλίας Μακρής
Μποστ
Παναγιώτης Μαραγκός
Νίκος Μαρουλάκης
Γιώργος Μελισσαρόπουλος
Νίκος Μηλιώρης
Γιάννης Μητσομπόνος
Κώστας Μητρόπουλος
Γιώργος Μπότσος
Αλή Ντίνο 1
Αλή Ντίνο 2
΄Εφη Ξένου
Σπύρος Ορνεράκης
Ζήσης Παπαγεωργίου
Γιώργος Παπαδάκης
Αλέκος Παπαδάτος
Βαγγέλης Παυλίδης
Θανάσης Πέτρου
Ανδρέας Πετρουλάκης
Φώτης Πεχλιβανίδης
Βλαντιμίρ Ραντιμπράτοβιτς
Στάθης
Tasmar
Τέτη Σώτου
Ηλίας Ταμπακέας
Γιώργος Tραγάκης
Γιώργος Τσούκης
Δημήτρης Χαντζόπουλος
Βαγγέλης Χερουβείμ
Βασίλης Χριστοδούλου
Soloup
 
Ειδικά Αφιερώματα

Comicdom 

Δημήτρης Βανέλλης
Παυλίνα Καλλίδου
Koμικοϊστορίες
Γκιουνερί Ιτσογλου
Παραπέντε
Ομάδα "Υ"

Αστεινομία vs Haderer

 
Αrtως Radio
Το ραδιόφωνο του Ως3