|
Λόγια στο χαρτί |
 |
Αρχείο
1998-2009 [Δώδεκα χρόνια ο πολιτισμός ως έχει στο διαδίκτυο]
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΝΥΧΤΕΣ
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΜΑΝΙΝΑ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ

Μένω ακριβώς απέναντι από ένα χάι μπαρ-ρεστoράν στην Αθήνα και τις καλοκαιρινές νύχτες έχω συνηθίσει πια να κοιμάμαι μετά τις 3, όταν αρχίζει ν' αραιώνει ο κόσμος κι η βαβούρα του μαγαζιού. Καμιά φορά δεν δουλεύω τη νύχτα και αποφασίζω να πάω στο μπαρ με φίλους ή με τον φίλο μου κι όσο ετοιμάζομαι ακούω τη μουσική, τον κόσμο από κάτω να σαχλαμαρίζει, τα γέλια, κι αισθάνομαι κάτι σαν «χα!», ένα είδος ικανοποίησης που στο επόμενο μισάωρο θα είμαι εκεί. Εκεί, ανάμεσα σε καλοντυμένες κοπέλες και ξυρισμένα αγόρια, κυρίες με ξανθό μαλλί και κυρίους με καλοκαιρινά κοστούμια.
Αυτές είναι οι νύχτες του καλοκαιριού που δεν έχω κατάθλιψη.
Κατά κύριο λόγο έχω κατάθλιψη μετά τις 10 το βράδυ, επειδή ξέρω ότι ανοίγεται μπροστά μου άλλη μια νύχτα ξεραΐλας μπροστά στον κομπιούτορα ή -στην καλύτερη περίπτωση- στη γραφομηχανή. Σιχαίνομαι τον κέρσορα που αναβοσβήνει στην γαλάζια οθόνη, σιχαίνομαι που σβήνει η γαμημένη η οθόνη, όποτε πάω στην κουζίνα να βάλω νερό και μου τη σπάει που πέφτουν ψίχουλα από κουλουράκια στο πληκτρολόγιο. Δεν σιχαίνομαι το γράψιμο αφ' εαυτού -είναι η έξοδος κινδύνου στις μεγάλες καλοκαιρινές νύχτες κατάθλιψης- αλλά αντιπαθώ ή, μάλλον, μισώ την όλη διαδικασία.
Πράγμα που συμβαίνει ΚΑΙ τις χειμωνιάτικες νύχτες, μόνο που τις θερινές έχω το μπαρ απέναντι και μου το θυμίζει πιο έντονα, ότι υπάρχουν άνθρωποι που κάνουνε άλλες δουλειές, ημερήσιες, που βγάζουν πολλά λεφτά, που δεν βλέπουν τη νύχτα σαν αριθμό λέξεων ανά ώρα, που δεν κάνουν αυτά που κάνω εγώ.
Μια κοπέλα μού είπε πρόσφατα ότι το όνειρό της είναι να γίνει συγγραφέας και μου 'ρθε παράξενο, αφενός σαν να το 'λεγε σ' έναν άσχετο άνθρωπο μια και δεν με βλέπω ως συγγραφέα αλλά ως μανιοκαταθλιπτικό άτομο μ' ένα είδος πολυλογίας μυαλού ασταμάτητης, αφετέρου γιατί... τι όνειρο είναι αυτό τώρα; Νύχτες στον κομπιούτορα; Μπλε νύχτες με κοντράστ τη διασκέδαση των άλλων; Σα λαϊκή τραγουδίστρια που λέει άσματα πάνω απ' τα πιάτα των θαμώνων; Νύχτες καλοκαιριών που η εξέλιξη μιας ιστορίας ή ενός κομματιού δεν είναι αυτή που θέλεις, και δεν ξέρεις πώς την θέλεις, αλλά βλέπεις την αναπηρία της και παθαίνεις κολούμπρες απανωτές μέχρι ν' αδειάσει το μπαρ;
Δεν ξέρω, εμένα το όνειρό μου ήταν να γίνω γυμνάστρια. Ειλικρινά. Και τώρα αυτό το όνειρο έχω. Να δούλευα σαν άνθρωπος, ώρες γυμναστηρίου (όχι πρωινές, εντάξει, μην υπερβάλλουμε) κι έπειτα να έκανα ντους το βράδυ, να 'βαζα τα ωραία μου ρούχα για να βγω έξω. Χωρίς λέξεις και χωρίς σκέψεις. Χωρίς την απίστευτη στεναχώρια των λέξεων που ποτέ δεν λένε καθ' ολοκληρίαν αυτό που... αυτό που ΥΠΑΡΧΕΙ ή αυτό που δεν υπάρχει, αλλά θα 'θελες πολύ να υπήρχε, χωρίς το βάρος της προηγούμενης ζωής σου που δεν ελαφραίνει ποτέ, χωρίς τα ίχνη άλλων πόλεων, ερώτων, εργασιών, κομματιών, ιστοριών και σχέσεων και αισθημάτων που κρέμονται πάνω σου και σε ζεσταίνουν, αδερφέ μου, αφόρητα τις καλοκαιρινές νύχτες.
Απ' την άλλη μ' αρέσουν οι καλοκαιρινές νύχτες. Θα μπορούσα, αν δεν δούλευα νύχτες, να 'βγαινα κάθε βράδυ έξω με καλοκαιρινά φορεματάκια και τιράντες και ψηλοτάκουνα πέδιλα, να 'πινα μπίρες ή γελοία ποτά, όπως strawberry daiquiri (ξέρει κανείς πώς προφέρεται;) και να συζητούσα με κόσμο: κάτι στο οποίο δεν έχω κανένα ταλέντο. Όταν συζητάω με κόσμο, κοιτάζω αλλού και αφαιρούμαι και κωλώνω να πω την αλήθεια και βαριέμαι, εντέλει, και προτιμώ την ατέλειωτη μοναξιά της καλοκαιρινής νύχτας μπροστά στην καταραμένη οθόνη του παπάρα κομπιούτορα.
Ζηλεύω τους ανθρώπους που γράφουνε 'οκτώ με τέσσερις' την ημέρα ή 'τρεις με δώδεκα' το απόγευμα ή οποιαδήποτε κανονική ώρα, όπως ζηλεύω και κάτι μαλάκες που έχουν λεφτά απ' τη μάνα τους, αλλά γίνονται συγγραφείς, δημοσιογράφοι, γραφιάδες, αντί να βγαίνουν έξω στα μπαρ και να κωλοβαράνε, όπως θα 'κανα εγώ, αν ήμουν στη θέση τους, που δεν είμαι...

|