iΑρχικήiσελίδα

iΤαυτότητα

iΠεριεχόμενα

iΑρχείο

iRadio Αrtως

iExodως3

 

 

 

 

 

 

 

 
Λόγια στο χαρτί

Η ΚΙΡΚΗ ΤΗΣ ΜΥΚΟΝΟΥ...

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΡΙΚΑ ΒΑΓΙΑΝΝΗ

Στις Κυκλάδες σπάνια θα βγάλει όστρια: κανέναν πουνέντε στις ανάποδές της, κανένα νοτιά μπάσταρδο και κυκλοθυμικό (που είναι και ο χειρότερος, γιατί όλη η μπόχα από τα σκουπίδια της χωματερής σκεπάζει με μια απίστευτη μυρωδιά ολόκληρη τη βόρεια-και ομορφότερη- πλευρά του νησιού). Βοριάς, σχεδόν πάντα, βοριάς μπουμπουνιστός, σκόνη και άμμος στα μάτια, στο παρεό, στο σπίτι, ακόμα και στο ψυγείο.
Γιατί στη Μύκονο; Γιατί επιμένω να περνάω τέσσερις μήνες από το χρόνο μου σ΄ ένα μέρος, για το οποίο οι καλόγουστοι φίλοι μου μορφάζουν από αηδία μόνο στο άκουσμά του; Γιατί πληρώνω χρήματα που δεν έχω, για να μετακινούμαι με την παρανοϊκά ακριβή και αναξιόπιστη Ολυμπιακή, χωρίς ποτέ να ξέρω πότε θα πετάξω, αν θα πετάξω ή αν κάποτε θα φτάσω; Γιατί θαλασσοδέρνομαι με απολύτως αναξιόπιστα ακτοπλοϊκά δρομολόγια, που στο πρώτο μποφόρ χαλάνε μεσοπέλαγα ή σε αφήνουν στην τύχη σου στο λιμάνι της Ερμούπολης; Γιατί επιμένω να τρώω παπαρδέλες σουπιάς με μεταλλαγμένους αστακούς, που μοιάζουν σαν να γεννήθηκαν πριν ένα τέταρτο σε δοκιμαστικό σωλήνα; Γιατί τον Αύγουστο με τσαλαπατάνε, με τσιμπολογάνε δεκάδες χιλιάδες Ιταλοί, ανάμεσα στον πρώτο και το δεύτερο εμετό τους, στα σοκάκια της Λάκκας; Γιατί ένα ποτό -συχνά αμφίβολης ποιότητας- στοιχίζει περισσότερο από δέκα μπρίκια ρακόμελo στη Φολέγανδρο; Γιατί τις νύχτες λικνίζομαι, χαμογελάω και συναναστρέφομαι ανθρώπινες ψυχές (αν αυτοί οι άνθρωποι έχουν ψυχές) που, υπό κανονικές συνθήκες, στην Αθήνα θα άλλαζα πεζοδρόμιο αν τους συναντούσα;
Γιατί δεν μετακομίζω στην εκπληκτικής ομορφιάς διπλανή Τήνο, με τα πενήντα χωριά και τις εξίσου όμορφες παραλίες; Γιατί το κάνω αυτό στον εαυτό μου; Όταν ήμουν δεκαοκτώ χρονών, η απάντηση ήταν απλή- η Μύκονος είχε δράση: Σουρταφέρτα, ντυσίματα, πάθη, καψούρες, απρόοπτα, γκομενιλίκια, ξενύχτια διαγαλαξιακά, έφευγα από το σπίτι με το μαγιό κι ένα πανί και γύριζα μετά από τέσσερις μέρες με δανεικά ρούχα και σημάδια από πτώσεις, χωρίς να θυμάμαι που είχαν γίνει.
Τίποτα δεν έχει αλλάξει, βεβαίως. Και τα σουρταφέρτα και τα ξενύχτια και τα απρόοπτα που σε περιμένουν σε κάθε γωνία νύχτα και μέρα. Εμείς αλλάξαμε. Η παρέα μας όλη. Ζούμε στη Μύκονο.εναντίον της Μυκόνου. Οι διακοπές μας είναι ένας συνεχής πόλεμος χαρακωμάτων. Ξυπνάμε νωρίς και πάμε για μπάνιο στις δέκα: οι πιο κοσμικές παραλίες είναι παρθένες, απάτητες, ολόδικές μας μέχρι τσιτσιδώματος. (Κανένας παραθεριστής στη Μύκονο δεν αντικρίζει αμμουδιά πριν τις δύο το μεσημέρι, δεν είναι κι εύκολο πράγμα να φτάσει στο κύμα με τρία μουκάλια Χοσέ Κουέρβο να σερφάρουν στο στομάχι του από τα χαράματα της προηγούμενης μέρας).
Τα μεσημέρια, που πλακώνουν τα ασκέρια, έχουμε ήδη αποσυρθεί στις αιώρες των σπιτιών ή έχουμε αμοληθεί για προμήθειες στα σούπερ μάρκετ, που εκείνες τις ώρες είναι άδεια αφού το μαζικό λεφούσι «λούεται» στα απανταχού «Πάρανταϊς». Οι «επώνυμοι» της παρέας, οι διάσημοι του κύκλου μας χαρακτηρίζονται από ένα κοινό: Είναι όλοι -άντρες και γυναίκες- μάγειρες, επιπέδου σεφ, ακόμα κι αν οι κανονικές τους δουλειές είναι εντελώς άσχετες. Κι όταν το πλήθος αναχωρεί, λες και έπεσε περονόσπορος από τις παραλίες, όταν όλοι αυτοί οι χιλιάδες άνθρωποι κατευθύνονται για να χωρέσουν (μιράκολο!) εν σώματι στα πεζούλια του Καπρίς, ξεκινάνε στα σπίτια τα μαγειρέματα: Τα ψάρια και οι αχινοί που μόλις πιάστηκαν για να ψηθούν στη θράκα της αμμουδιάς ή μπαίνουν μπρος οι εξωτικές γεύσεις που έχουν μελετηθεί, εκπονηθεί και μαριναριστεί από τους γκουρμέ αστέρες μας. Ανάβουν τα κατόλ, τα κεριά στα τραπεζομάντηλα, μπαίνουν τα κρασιά στις παγωνιέρες, όλα χύμα, από ντιζάϊν μην περιμένετε και πολλά, η Sade και η Billie κλαψουρίζουν στο γκέτο μπλάστερ και η ζωή είναι ωραία σαν διαφήμιση του Μπακάρντι. Η έξοδός μας περιορίζεται σε δύο -αλλά μόνο δύο- μυκονιάτικα στέκια, τα ένα είναι εστιατόριο, όπου με συντριβή παραδεχόμαστε ότι μαγειρεύουν καλύτερα από το σπίτι μας, και τα άλλο είναι το κλαμπ του «παππού μας». Βεβαίως, ο «παππούς» μας (έτσι λέμε χαϊδευτικά το φίλο μας, τον κλαμπάρχη) έλαχε στη ζωή του να γνωριστεί, απ΄ την καλή κι απ΄ την ανάποδη, με διάφορους σούπερ-ντούπερ υπερδιάσημους και να παίζει καρπαζιές με τις πιο γνωστές «κυλιόμενες πέτρες» του πλανήτη, έτσι και τσουλήσουν προς τα μέρη μας. Αλλά τι να κάνεις; Αγάπα τους φίλους σου με τα ελαττώματά τους.
Μια παραλία, δυο τρία σπίτια, το πολύ τριάντα σαράντα γνωστοί και φίλοι, κλειστή ζωή, και δυο μέρη για να βγεις το βράδυ. Τότε, γιατί δεν πάμε να κάνουμε το ίδιο, ας πούμε, στη Τζια ή στην Κύθνο, που θα μας έρθει και φτηνότερο και γνησιότερο;
Δεν ξέρω για τους άλλους: Η δική μου εξήγηση είναι η.προσμονή: Ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου λάχει στη Μύκονο, όσο «προφυλαγμένη» ζωή κι αν ζεις. Μπορεί να ξεκινήσεις πρωί, να πάρεις φρέσκα αυγά και λουλούδια και να καταλήξεις στο λιμάνι να παρηγορείς τη Τζίνα Ντέιβις, επειδή λυπάται τον πελεκάνο, που τον «κακοποιούν» περιφέροντάς τον σαν νούμερο. (Τι νούμερο!). Μπορεί να αποφεύγεις διακριτικά το μάλλον επίμονο φλερτ ενός παχουλού μουσάτου που σε ψιλοστριμώχνει ευγενικά στα «Άστρα» επιμένοντας ότι είναι σκηνοθέτης και αφήνοντας διάφορα υπονοούμενα για το πόσο γκράντε είναι και, αφού τον διαολοστείλεις -ευγενικά πάντα- να μάθεις την άλλη μέρα ότι έφτυσες.τον Όλιβερ Στόουν! Μπορεί να κάθεσαι στη παραλία και να ρεμβάζεις την απεραντοσύνη, και να περάσει ένα αγοράκι γνωστό σου από παλιά (ρε, πώς μεγάλωσες έτσι εσύ!) και να σε πάρει στο τζετ σκι του για βόλτα στο διπλανό κολπίσκο. Και το αγοράκι να είναι ο Σάκης Ρουβάς, που κι αυτός υπό κανονικές συνθήκες δεν σου λέει «καλημέρα», αλλά στην παραλία ισχύουν άλλοι νόμοι. Μπορεί και να μη συμβεί απολύτως τίποτα απ΄ όλα αυτά, αλλά είναι αυτό το καταραμένο, το «εν δυνάμει» της εκτροπής από τα συνήθη, που με κρατάει βιδωμένη σ΄ αυτό τα ξεβιδωμένο νησί.
Τις νύχτες στο Σώστη τις περνάμε στις μαξιλάρες, αραχτοί στη βεράντα: Η πόλη απέχει δέκα χιλιόμετρα (πού να τρέχεις) και είναι εντελώς κρυμμένη πίσω από ένα σκοτεινό βουνό: Τ' αστέρια πάνω από τα κεφάλια μας διαγράφουν μαγικές τροχιές, η θάλασσα παίζει τη μαύρη της μουσική, βλέπουμε με κεριά, είμαστε στην άκρη του κόσμου: Κι όμως, πίσω από το λόφο, αχνοφέγγει η Κίρκη με τη γαλατερή λάμψη, ένα παράλογο φως μακρινό, σταθερό, σαν να καίγεται κάτι πολύ δυνατά, αλλά πολύ μακριά: Είναι η λάμψη από τα φώτα της Χώρας που δεν σβήνουν ποτέ: Τα μπαρ, τα άφτερ, τα σουβλακερί, τα σκυλάδικα, τα ποτάδικα, οι πασαρέλες, τα βιζιτοχώρια, οι πουστερί, τα παράνομα φιλιά και τα -γενικώς και παντός είδους- παράνομα. Με τους πειρασμούς, τα αναπάντεχα, το μαγνήτη της εικοσιτετράωρης ασυδοσίας, που χρόνια τώρα, έχουμε κληροδοτήσει στους συνομήλικους της Μαρίας Ελένης Λυκουρέζου. (Και που κι εκείνη με τη σειρά της θα κληροδοτήσει στη γενιά της Σοφίας Καρβέλα): Να είσαι σαράντα και να ξέρεις πως μπορείς να γυρίσεις δυο δεκαετίες, μ΄ ένα βλέμμα συνεννόησης στον κολλητό σου: «Πάμε; Πάμε». Δυο γκαζιές, κι από το θερινό ΚΑΠΗ μπορείς να βρεθείς στην κόλαση των είκοσί σου χρόνων, και να σε υποδέχονται όλοι με πανηγυρικές ενδοφλέβιες τεκίλες σαν να μην έλειψες ποτέ, σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Δείξτε μου ένα άλλο νησί που να μου το κάνει αυτό, και θα σας δείξω την επόμενη πατρίδα των διακοπών



 
Αρχείο
Αφιερώματα
Λόγιαiστοiχαρτί
Έλληνες Σκιτσογράφοι
Έναiταξίδιiστοiχρόνο
Σπύρος Ορνεράκης
Συνεντεύξεις
Aποστολές
Τόποι & προορισμοί
Για συλλέκτες / Εξώφυλλα
Ότανiέρχονταιiοιiφίλοιiμας

Γιώργος Ανδρέου
Διογένης Δασκάλου
Μπάμπης Ξαρχάκος
Νοέλ Μπάξερ
Σωτήρης Τσιλίκας
Οδυσσέας Ιωάννου
Χρήστος Παπαμιχάλης
Διονύσης Τσακνής
Δημήτρης Σταρόβας
Κώστας Λειβαδάς
Γιώργος Αυγερόπουλος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Φίλιππος Πλιάτσικας
Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Στέλιος Μάινας
Ιεροκλής Μιχαηλίδης
Χρήστος Θηβαίος
Ρένια Λουϊζίδου
Ρίκα Βαγιάννη
Δήμητρα Γαλάνη
Γιώργος Δημητριάδης
Μάνος Ελευθερίου
Μίκης Θεοδωράκης
Σταύρος Κουγιουμτζής
Γιάννης Κούτρας
Αργύρης Μπακιρτζής
Μίλτος Πασχαλίδης
Μάνος Χατζιδάκις
Γεράσιμος Γεννατάς
Σωτήρης Κακίσης
Ρένος Χαραλαμπίδης
Λιζέτα Καλημέρη
Μαρία Χούκλη
Λουδοβίκος των Ανωγείων