iΑρχικήiσελίδα

iΤαυτότητα

iΠεριεχόμενα

iΑρχείο

iRadio Αrtως

iExodως3

 

 

 

 

 

 

 

 
Λόγια στο χαρτί

PLAY

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΗΣ

Τα τραγούδια είναι ύπουλα. Δεν το θέλουν. Δεν το ξέρουν. Δεν το κάνουν εσκεμμένα. Αλλά είναι. Έρχονται και σε χτυπάνε στην πιο δύσκολη στιγμή σου. Είσαι ευάλωτος κι αυτά βρίσκουν χώρο να σε βασανίσουν. «...Θα 'μαι στο πλάι σου κι ας ματώσω.». Έχεις να διαχειριστείς το μέσα σου. Έχεις να βολέψεις τις αποφάσεις σου. Πας να βάλεις την ζωή σου στην τάξη που επέλεξες και πατάς το play ανυποψίαστος. Είναι το ίδιο τραγούδι που σιγοτραγούδαγες μέχρι χθες, μόνο που τώρα σημαίνει άλλα. «...δε χάθηκε κι ο κόσμος πια, το τζάμι αν ραγίσει, θέλω να 'ρθείς και να με βρεις να κάτσεις να τα πούμε, πως νιώθουμε παράφορα, πως ζούμε έτσι αδιάφορα, χωρίς αυτή τη σκοτεινιά, τα χρόνια μένουν άδεια...». Μπορούν να σε πονέσουν. Δε ζητούν και δεν παίρνουν καμιά ευθύνη. Σφυρίζουν αδιάφορα. Κάνουν ότι δεν ξέρουν πόσο σε σμπαράλιασαν. Ότι σε έκαναν κομμάτια πάλι. «...Και σε λυπούνται που δεν το έχεις νοιώσει , κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος. Και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση , πως η σιωπή σου ήταν χρόνια κρότος».
Τα τραγούδια είναι φίλοι. Δεν το θέλουν. Δεν το επιδιώκουν. Αλλά είναι. Είναι ζωή. Μπορεί η καινούρια σου ζωή. Μπορεί η ζωή που επέλεξες. Η παλιά, η ίδια, από άλλη οπτική γωνία. «Βήματα παντού, φτάνουνε εδώ, κι η ζωή μου βήματα...». Αυτό που ζεις, και δεν μπορείς να το χωρέσεις σε λέξεις γιατί δεν μπορείς να σταθείς απέναντί του, κάποιος το παίρνει και το κάνει μια φράση. Μια φράση που χωράει όλο το συναίσθημα. Και την ποιότητά του. «...ανάβαμε και σβήναμε και πάλι ξαναρχίζαμε και 'γίναν μια των δυο μας οι καρδιές, και το πρωί ξυπνήσαμε απ' τ' όνειρο που ζήσαμε, έτσι γλυκά όπως ξυπνούν οι εραστές». Κάνουν ό,τι κάνουν δεκαετίες τώρα. Παίρνουν τις στιγμές σου και τους φοράνε το ηχητικό τους background. Δε στις κλέβουν. Στις ομορφαίνουν. Όταν τις ανασύρεις, τραβάς από τη δισκοθήκη σου και τη μουσική τους επένδυση μαζί. Μπορεί ένα τραγούδι να χωρέσει εικόνες, μυρωδιές, αγκαλιές, ζωή. «...gives me hope when I can't believe, that for the first time...».
Παίζω με τραγούδια από πιτσιρίκι... 35 χρόνια μετά, κατάλαβα ότι κι αυτά παίζουν μαζί μου. Αν νομίζεις ότι τα χρησιμοποιείς, την έχεις πατήσει. Σε κάνουν ό,τι θέλουν. Απλά, περιμένουν την κατάλληλη στιγμή. Να παίξουν μαζί σου. Να σε τσακίσουν. Να σε στηρίξουν. Να σε κάνουν κομμάτια. Να...
Για όσες φορές πάτησα το play και υπήρξαν θύματα, θα μπορούσα να ζητήσω συγνώμη. Αλλά μάλλον το έκανα επίτηδες. Γιατί κι οι άνθρωποι είναι τόσο φίλοι, όσο και ύπουλοι. Και θα έκαναν, ό,τι και τα τραγούδια. Εν γνώσει τους όμως.


ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΗΣ


Το Σάββατο δεν κάναμε τίποτα. Ο μπαμπάς και η μαμά κάθονταν όλη την ημέρα στο σπίτι και έβλεπαν τηλεόραση. Η μαμά έκλαιγε. Ο μπαμπάς έβριζε. Έλεγε αυτές τις κουβέντες που εγώ δεν κάνει να λέω, αλλά οι μεγάλοι λέει μπορούν σε κάποιες περιπτώσεις. Η γιαγιά κάτι μουρμούραγε, αλλά δεν καταλάβαινα τι έλεγε. Τραγούδαγε σαν να έκλαιγε και αυτή. Στην τηλεόραση φώναζαν και έκαιγαν. Εμένα κάτι εδώ μέσα με πόναγε. Και ήταν σαν να θέλω να κλαίω κι εγώ. Στην τηλεόραση φώναζαν και έκαιγαν. Τα έκαιγαν όλα. Πήρα το ποτήρι που έπινα νερό και το έριξα στην τηλεόραση για να σβήσει η φωτιά. Ο μπαμπάς πήγε να φωνάξει. Η μαμά τον σταμάτησε και τώρα έκλαιγε περισσότερο. Δεν ξέρω γιατί. Αφού τα σκούπισα μετά τα νερά. Έπαιξα μετά λίγο και μετά πήγα για ύπνο. Στο δωμάτιο μου άκουγα την τηλεόραση που φώναζε. Δεν την έβλεπα να καίει και νόμιζα ότι την έσβησα την φωτιά.
Την Κυριακή το πρωί η μαμά μαγείρευε, η γιαγιά κάτι μουρμούραγε και ο μπαμπάς είχε μαζέψει κάτι παλιά ρούχα κι άλλα πράγματα και τα φόρτωνε στο αμάξι. Η τηλεόραση πάλι φώναζε και έκαιγε. Πάλι πρέπει να την βρέξω, σκέφτηκα, αλλά δεν πρόλαβα γιατί ο μπαμπάς με φώναξε έξω. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και πήγαμε κάπου που δεν ξέρω, αλλά όλοι έβγαζαν από το αυτοκίνητό τους πράγματα και μετά τα φόρτωναν σε μεγαλύτερα αυτοκίνητα. Εκεί πιο κάτω ένας κύριος με χαρτιά ρώτησε τον μπαμπά μου τι θα ψηφίσει. Ο μπαμπάς έβριζε. Έλεγε αυτές τις κουβέντες που εγώ δεν κάνει να λέω, αλλά οι μεγάλοι λέει μπορούν σε κάποιες περιπτώσεις. Μετά ο μπαμπάς έλεγε πράγματα που εγώ δεν καταλάβαινα. Το μόνο που κατάλαβα είναι ότι κάτι μεγάλοι είναι για κλάματα. Οι ίδιοι αυτοί οι μεγάλοι που μαύρισαν την Ελλάδα τώρα πρέπει να μαυρίσουν κι αυτοί. Να τους μαυρίσουμε είπε ο μπαμπάς. Δεν καταλαβαίνω πως, αλλά αφού το είπε ο μπαμπάς έχει δίκιο. Όταν πήγαμε σπίτι εγώ ζωγράφισα δύο μεγάλους μαύρους ανθρώπους. Ο μπαμπάς πήγε να γελάσει, αλλά μετά είπε στην μαμά πως και ακόμα κι ένα μικρό παιδί καταλαβαίνει και μετά νευρίασε που κάποιοι άλλοι δεν καταλαβαίνουν και έδειχνε την τηλεόραση. Σ' ένα μικρό παραθυράκι πάνω πάνω η τηλεόραση έκαιγε, αλλά όλα τ' άλλα ήταν χρωματιστά. Ένα μεγάλο μπλε σχήμα, ένα μεγάλο πράσινο σχήμα, ένα μικρό κόκκινο, ένα μικρό πορτοκαλί κι ένα άλλο μικρό κι ένα μεγάλο γκρι. Ο μπαμπάς έλεγε πως κάτι μπορεί να γίνει ακόμα. Και δεν έβριζε αλλά ήταν πολύ σκεφτικός. Μετά άλλαξε κανάλι. Η τηλεόραση φώναζε και έκαιγε. Ο μπαμπάς έβριζε. Έλεγε αυτές τις κουβέντες που εγώ δεν κάνει να λέω, αλλά οι μεγάλοι λέει μπορούν σε κάποιες περιπτώσεις. Η μαμά έκλαιγε. Είχαν σκοτωθεί πολλοί άνθρωποι. Η γιαγιά έλεγε ότι είναι σαν να έγινε πόλεμος. Εγώ πήγα να μαυρίσω κι άλλους μεγάλους ανθρώπους γιατί μόνο έτσι ήταν ο μπαμπάς μου χαρούμενος. Ο μπαμπάς με κοίταγε και με χάιδευε κι έλεγε συνέχεια, «το κέρατό μου, ακόμα κι ένα μικρό παιδί καταλαβαίνει».


ΤΟΤΕ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΑΝΟΙΞΗ...

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΗΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ: GIUSEPPE ARCIMBOLDO, SPRING, 1573

Λίγη από την χαμένη αθωότητα σου διεκδικεί αυτός ο μήνας. Από την πρώτη του μέρα κιόλας. Να ξαναφορέσεις στα μαλλιά το στεφάνι από μαργαρίτες και παπαρούνες κι εκείνα τα μωβ λουλούδια του αγρού που ποτέ δεν έμαθα το όνομά τους. Να φορέσεις κι εκείνο το χαμόγελο της παιδικής φωτογραφίας. Τότε που έφτιαχνες μνήμες, αλλά δεν το ήξερες. Και τώρα έρχονται και σε χτυπάνε πισώπλατα. Με την καλή έννοια. Ένα δαχτυλάκι που σε χτυπάει ρυθμικά στον ώμο για να μην ξεχνιέσαι. Να κρεμάσεις το στεφάνι στην είσοδο, να μείνει εκεί για να θυμίζει την πρώτη μέρα του Μαγιού και να καεί στην φωτιά του Αη Γιαννιού. Λίγη ακόμα από την χαμένη σου αθωότητα διεκδικεί αυτό ο μήνας. Στην δεύτερη Κυριακή του. Να ξυπνήσεις. Να σηκωθείς κρυφά για να μη σε πάρει χαμπάρι. Να πας στον κήπο, και στον διπλανό κήπο, και σε όλους τους κήπους της γειτονιάς και να φτιάξεις το μπουκέτο της χρονιάς για την μαμά. Η μοναδική ημέρα του χρόνου που καμιά γειτόνισσα δεν παραπονιόταν που κόβαμε τα λουλούδια από τους κήπους.
Η κρυφή συνομωσία των μαμάδων της γειτονιάς. Η μοναδική ημέρα που δεν υπολογίζαμε τα αγκάθια της τριανταφυλλιάς. Ματωμένα μπουκέτα. Ιδρωμένα μπουκέτα. Ευωδιαστά μπουκέτα. Τώρα ψάχνεις να βρεις ένα τριαντάφυλλο κι ένα γαρύφαλλο που να μυρίζουν τα παιδικά σου χρόνια. Η μνήμη της όσφρησης. Δεν γκρινιάζω που τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Δεν γκρινιάζω για τα προκάτ συναισθήματα. Στεναχωριέμαι που οι σημερινοί πιτσιρικάδες θα νομίζουν ότι τα τριαντάφυλλα δεν έχουν μυρωδιά. Στεναχωριέμαι που κανένας κουμπαράς δεν θα σπάσει για να γίνει έστω ένα προκάτ μπουκέτο. Στεναχωριέμαι που μυρωδιές και χρώματα ξεβάφουν για μια συνήθεια και μόνο. Η γιορτή της μαμάς είναι πια μια αφίσα στο francise ανθοπωλείο κι ένα λουλούδι πάνω αριστερά στο logo της τηλεοπτική μας οθόνης. Κι έτσι θα περάσουν τα χρόνια. Και δεν θα έχεις κανένα στεφανωμένο χαμόγελο, έστω σε jpg, καμιά μνήμη που να σε κάνει να νοσταλγείς τα χρόνια που πέρασαν. Και κάτι ακόμα. Ψάχνω απεγνωσμένα μια χελιδονοφωλιά. Ψάχνω να βρω ένα χελιδόνι που θα κάνει μια χαμηλή πτήση πάνω από τα κεφάλια μας και θα φέρει την άνοιξη.
Τότε θα κάνει πάλι άνοιξη. Όπως παλιά. Διαφορετικά θα περάσει κι αυτή έτσι. Όπως περνούν όλα έτσι. Παρεμπιπτόντως...


RADIOSEX

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΗΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ: VALERIO ADAMI, PENTESILEA,1993/94


Ακούω ραδιόφωνο και σκέφτομαι πως δεν έχω πια το δικαίωμα να είμαι ακροατής. Από την στιγμή που κάνω εκπομπή, κάποιος μου στερεί το δικαίωμα της ακρόασης. Γίνονται αίφνης όλα διαπλεκόμενα. Δεν μπορώ να μιλάω ανοιχτά για την play list του Δίεση. Μόνο στα μουλωχτά. Εγώ δουλεύω στον Μελωδία και ο Δίεση είναι «ανταγωνιστής». Αν πας να επιχειρηματολογήσεις για το αντίθετο σε κοιτούν με χαμόγελο. Μα δεν είναι ανταγωνιστής, είναι φορέας μιας κοινής αισθητικής. Μελωδία και Δίεση μαζί δεν κάνουν την ακροαματικότητα του Λάμψη. Είναι συναγωνιστής. Δεν είμαστε οι «καλοί» που θέλουμε να σκοτώσουμε τους «κακούς».
Στις παρέες μπορώ να εξηγώ πως play list σημαίνει ότι μπαίνεις στο studio και ο «Θεός» έχει διαλέξει τα τραγούδια για σένα. Αλλά όχι μόνο αυτό. Έχει διαλέξει και το που θα μιλήσεις, πόσο θα μιλήσεις και τι θα πεις. Κι αυτό όμως δεν γίνεται αντιληπτό. Αν τους πεις όμως, πως είναι σαν να μπαίνει ο Ψαριανός στο studio και μπορεί να μιλάει για 30'' ανά 2 ή και 3 τραγούδια, τότε όλοι κωλώνουν. Τους κάνει άχρωμο, άγευστο, ανελεύθερο. Πείτε την λέξη μην ντρέπεστε. Είναι άκαυλο. Έτσι είναι το ραδιόφωνο πια εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Όπως και οι σχέσεις μας και η επικοινωνία μας και οι μέρες μας εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Κάποια στιγμή σκέφτομαι ότι θα με κόψουν από το ΩΣ3 με αυτά που γράφω. Ήθελα μόνο να πω ότι στον Μελωδία καυλώνουμε ακόμα. Ακούω ότι το ίδιο συμβαίνει και στον Best. Ποντάρουμε σε όσους θέλουν ακόμα να κάνουν sex και όχι μόνο τα ΣουΚου. Έστω με το μυαλό. Αλλά δεν ξέρω πόσοι τέτοιοι έχουν απομείνει. Μπορεί να σας ακουστεί πρόστυχο, αλλά δεν είναι. Θέλετε να κάνουμε ραδιόφωνο;
Και ένα παράδειγμα για να καταλάβετε:
Παίζω Antony and the Johnsons. 2 παρά 10. Έχω δώσει τρελά. Τσίτα. Χτυπάει το τηλέφωνο. Έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου, πως σε τέτοιες στιγμές τηλέφωνα δεν σηκώνω. Έχω δικαίωμα να φτιαχτώ κι εγώ. Με πιάνει το αριστερό μου. Χαμηλώνω. Το σηκώνω. Καλημέρα. Καλημέρα. Θα κοιμηθούμε με αυτό που παίζεις. Να κοιμηθείτε, 2 παρά 10 είναι. Δεν μπορούμε, δουλεύουμε. Κι εμείς κυρία μου. Αλλάξτε σταθμό. Δεν θα μου πεις εσύ να αλλάξω σταθμό. Εγώ ακούω Μελωδία 15 χρόνια. Μπράβο κυρία μου. 15 χρόνια δεν έχετε καταλάβει τίποτα. Α να χαθείς ανάγωγε.
Καταλάβατε; Κι αυτό radiosex είναι. Αρκεί να έχουμε επαφή!


ΔΕΚΑ ΜΕ ΤΟΝΟ!

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΗΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΣΚΟΥΛΑΚΗΣ, ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ,1996

Για πες. Τι θυμάσαι; Θυμάσαι τη μπλε ποδιά; Το πολυτονικό; Το δάχτυλο ψηλά; Το «κυρία, κυρία...»; Θυμάσαι τον κουλουρά; Το κουλούρι με τα γαριδάκια; Τη μυρωδιά του μπλε τετραδίου; Τη μυρωδιά του καινούριου βιβλίου; Το πρωινό γάλα; Το στρώσιμο του κρεβατιού; Τους συμμαθητές ακόμα ηλιοκαμένους; Πόσα μπάνια έκανες; Πόσα παγωτά έφαγες; Θυμάσαι τον μαυροπίνακα και την ημερομηνία πάνω αριστερά; Το βρεγμένο σφουγγάρι; Τους χάρτες τις γεωγραφίας; Τον τεράστιο χάρακα; Το αριθμητήριο; Το τετράδιο αριθμητικής με τα κουτάκια; Το «τι θέλει να μας πει εδώ ο ποιητής»; Που δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις τις παρομοιώσεις; Τις μεταφορές; Τη προπαίδεια; Τον εκκλησιασμό; Τις βρύσες; Την αυλή; Τα παιχνίδια που σκαρφιζόμασταν; Το λάστιχο; Το σχοινάκι; Τα μήλα; Λόλα να ένα μήλο. Τις τούρκικες τουαλέτες; Που φοβόσουν ότι κάτι κακό θα βγει από την μαύρη τρύπα;
Θυμάσαι την μυρωδιά του ευκαλύπτου; Το πώς μύριζε η βροχή στο χώμα; Θυμάσαι τη πρώτη σου δασκάλα; Τους περίπατους στο κοντινό ξωκλήσι; Τις γραμμές χέρι - χέρι; Τις ανεμώνες που μάζευες για τη μαμά; Που έπαιζες τον «γιατρό»; Το πρώτο σου ποίημα; Την παρέλαση; Τη λευκή ελβιέλα; Θυμάσαι τις σειρές για την προσευχή; «Ανάπαυση, προσοχή». Τις ψείρες; Το μαντήλι στα μαλλιά; Τη σχολική φωτογραφία; Το ενδεικτικό; Τις γυμναστικές επιδείξεις; Τους χυμούς ροδάκινο στα τσίγγινα κουτιά τους; Θυμάσαι που έπεσες και χτύπησες το γόνατο; Τη σουλφαμιδόσκονη; Το φυτολόγιο; Την αλλαγή των ρούχων μέσα στην τάξη για τη γυμναστική; Πρώτα τα κορίτσια μετά τα αγόρια. Τον διπλανό σου; Τη πρώτη σου τιμωρία; Το κουδούνι; Τις ώρες του διαλείμματος γραμμένες στο θρανίο; Την ουρά στο κυλικείο; Το πρώτο σου «βγάλτε μια κόλλα χαρτί»; Το πρώτο σου 20άρι; Το απουσιολόγιο; Τις λίγες δικαιολογημένες; Τις πολλές αδικαιολόγητες; Που ήσουν απουσιολόγος και έκρυβες τους απόντες; Το γραφείο των καθηγητών; Του Διευθυντή; Θυμάσαι που τα έφτιαξες σήμερα και τα χάλασες αύριο;
Το πρώτο σου φιλί; Την πρώτη σου κοπάνα; Το τσιγάρο στις τουαλέτες; Τη γαλαρία; Τις κασέτες που έδινες στον οδηγό του πούλμαν; Τον «Κουρσάρο»; «Κι αν μας αγαπάτε να μας ξαναπάτε». Τα πάρτυ; Τα μπλουζ; Που φοβόσουν την επαφή για να μην καταλάβει η υποψήφια πόσο χάρηκες που την γνώρισες; Την τσόντα μέσα στο βιβλίο; Το «Αγόρι»; Τον «Μπλεκ»; Την πενταήμερη; Θυμάσαι πως ήταν να είσαι παιδί; Έφηβος; Θυμάσαι που και που να γίνεσαι και πάλι παιδί; Δεν τα καταφέρνεις; Θυμάσαι που σου έλεγαν ότι αυτά είναι τα καλύτερα χρόνια σου;
Ξέρεις πόσα θα έδινα για να χτυπήσει το κουδούνι μια ακόμα φορά για μένα; Όσα κι εσύ...


ΘΕΛΩΠΡΕΠΗΣ...

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΗΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ: SALVADOR DALI, Η ΜΑΓΕΜΕΝΗ ΠΑΡΑΛΙΑ, 1938


Το θέμα είναι ότι δεν έχω θέμα. Τo ξεκίνημα της χρονιάς μου προκαλεί σύγχυση. Black out που λένε και οι αγγλοσάξονες. Όλα τα πρέπει που φέρνει η αλλαγή του χρόνου στοιβάζονται το ένα πάνω στο άλλο και αρνούνται να μπουν σε μια τάξη από μόνα τους. Πρέπει να δω τι θα κάνω με τη ζωή μου. Πρέπει να δω τι θα κάνω με τη δουλειά μου. Πρέπει να ζητήσω αύξηση; Πρέπει να πάμε κανένα ταξίδι. Πρέπει να θυμηθούμε πως είναι να είσαι ζευγάρι. Πρέπει να μοιράσουμε τα παιδιά. Πρέπει να ασχοληθώ επιτέλους με τις εκκρεμότητες. Πρέπει να βουλώσω την τρύπα στην στέγη που μπάζει νερά όποτε έρχεται μπόρα. Πρέπει να πάω για service το αυτοκίνητο. Πρέπει να κλείσω τα εισιτήρια για την Βαρκελώνη από τώρα, γιατί μετά θα πάνε στα ύψη. Πρέπει να πάμε κανένα θέατρο. Πρέπει να βρω χρόνο για τους φίλους μου. Πρέπει να φροντίσω τον SIM μου, που είναι αντικοινωνικός και δεν του κάθεται γκόμενα.
Πρέπει να βγάλουμε και καμιά βόλτα το σκυλί. Πρέπει να φτιάξουμε τις ντουλάπες. Πρέπει να δω τι γίνεται με το βιβλίο. Πρέπει να βρω και λίγο χρόνο για διάβασμα. Πρέπει να γίνω λιγότερο αναβλητικός. Πρέπει να κάνω δίαιτα. Πρέπει να κόψω το τσιγάρο. Πρέπει να βάζω και κανένα φράγκο στην άκρη. Πρέπει να βάλω κανέναν στόχο, από αυτούς τους άπιαστους που σε κάνουν τουλάχιστον να ονειρεύεσαι. Πρέπει να πάψω να κρίνω τόσο αυστηρά τους ανθρώπους. Πρέπει να θυμηθώ να γίνω πάλι λίγο ανυποψίαστος. Δεν υπάρχουν πάντα σκοτεινές δυνάμεις που κινούν τον πλανήτη. Πρέπει να ανακυκλώνω χωρίς να σιχτιρίζω που ο δήμος δε μου φέρνει κάδο έξω από την πόρτα μου. Πρέπει να βρω κι άλλο χρόνο για τα πιτσιρίκια. Πρέπει να σταματήσω να κάνω τον κουρασμένο μπροστά τους. Πρέπει να φέρνω ένα λουλούδι κάθε μέρα στο amore μου.
Πρέπει, πρέπει, πρέπει... Πρέπει να αντικαταστήσω τα περισσότερα από τα «πρέπει» με «ΘΕΛΩ». Θέλω, αλλά δεν προλαβαίνω. Ωραία δικαιολογία;


ΜΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΚΟΠΗΣ

KEIMENO:ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΗΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ: RENE MAGRITTE, ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ, 1928

Θυμάσαι καμιά ερωτική εξομολόγηση της προκοπής; Θυμάσαι να κάνεις ακόμα; Δεν χρειάζεται καμιά ιδιαίτερη τεχνική. Αυτό που σκέφτεσαι, το λες. Το κάνεις post - it, μαγνητάκι στο ψυγείο, κηρομπογιά στον καθρέφτη, δυο γαμημένα τριαντάφυλλα, μια βόλτα μέχρι τον Λυκαβηττό, όπως παλιά, ένα χάδι, ένα χαμόγελο. Κάντο κάτι πάντως. Σε έχει φάει κι εσένα η συνήθεια.
Θέλω να καταφέρω να κάνω πάλι μια ερωτική εξομολόγηση της προκοπής. Και μου το θυμίζουν όλα γύρω μου. Στην αρχή το τελευταίο βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου, ο Άνεμος Κουβάρι: «...Κυρίως επειδή, αυτό που λέει ο Πασένοβ, πως ένας άνθρωπος στους 11.378.802 θα τύχει να συναντήσει κάποιον άλλον και να μοιάζουν σε πάνω από είκοσι συνήθειες - κι απ' αυτούς τους ανθρώπους που μοιάζουν, μόνο ένας μέσα στο τριακονταπεντάκις εκατομμύριο θα μπορούσε να αγαπήσει έναν όμοιο και ένας στο δωδέκατο εκατομμύριο θα μπορέσει και να αγαπήσει τον όμοιο και να αγαπηθεί απ' αυτόν; Είμαι τρελή ή τα Μαθηματικά κάνουν λάθος;...»
Κι αμέσως μετά στις διαδρομές σπίτι - δουλειά - σπίτι με το μετρό, «Το κορίτσι με τα πορτοκάλια» του Jostein Gaarder. Και αμέσως μετά το «Χαίρε παραμύθι μου» της Ελένη Γκίκα, με δυο ήρωες που φωνάζει ο ένας τον άλλον Λίλια και Βλαδίμηρο, και ερωτεύονται έχοντας στη μασχάλη τους τα «Ερωτικά Γράμματα στη Λίλια Μπρικ» του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι: «Αγαπητό κι εξαίσιο Λιλιόκον! Μην αρρωσταίνεις, για τον Θεό! Αν ο Όσκα δεν σε φροντίσει και δεν μεταφέρει τα πνευμόνια σου εκεί που πρέπει, εγώ θα σου φέρω στο σπίτι ένα πευκοδάσος και μέσα στο γραφείο του Όσκα θα στήσω μια θάλασσα όπως τη θέλω εγώ. Αν το θερμόμετρο σου ανέβει πάνω από το 36, θα του κόψω τα πόδια... Σε σφίγγω στην αγκαλιά μου μέχρι τα κόκαλά σου να τρίξουν. Ο Βολόντια σου.»
Και μετά ήρθε το Poster του Νίκου Ζούδιαρη, για μια σχέση, για μια πόλη και την σχέση τους, και για δύο ήρωες που νιώθουν, αλλά δεν προλαβαίνουν να πουν. Γιατί ζουν εδώ. Σ' αυτήν την πόλη. Και ζουν όπως όλοι μας. Και θέλουν να τα πουν, τα ομολογούν όλα στον εαυτό τους. Αλλά μάλλον δεν προλαβαίνουν. Και δεν προλαβαίνουν να τα κάνουν ούτε post it, ούτε ένα μαγνητάκι στο ψυγείο, ούτε κηρομπογιά στον καθρέφτη, ούτε δυο γαμημένα τριαντάφυλλα, ούτε μια βόλτα μέχρι τον Λυκαβηττό, όπως παλιά, ένα χάδι, ένα χαμόγελο. Και χάνονται έτσι επειδή δεν νίκησαν την συνήθεια.


Μωρό μου στο αφιερώνω, γιατί είσαι η Χάρις μου, η χαρά μου και η ζωή μου όλη:

Μέτρησα τις πιο βαθιές μας διαφορές
κι ήταν η σχέση μας αυτές
χάιδεψέ τες αν τις δεις ποτέ
Κι έπειτα το χρόνο μέτρησα να δω αν προλαβαίνω να σου πω
Από 'μένα πόσα δεν μπορώ
Ό,τι κι αν γίνει ένα λες
πως μ' αγαπάς χίλιες φορές
Κι αν μείνει τ' όνειρο μισό
κι αν το φιλί χαθεί κι αυτό
Ένα να λες σαν να 'ναι χτες
Πως μ' αγαπάς χίλιες φορές
Έψαξα έτσι ένα ψέμα σου να βρω
να μην μπορώ να τ' ανεχτώ
και δεν βρήκα ούτε ένα
Κι έπειτα μέτρησα πάλι για να δω
αν είν' τα λάθη μου εδώ και δεν έλειπε κανένα...


URLANDO CONTRO IL CIELO

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΗΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, ΑΝΟΙΞΗ, 1927


Μήπως να δίναμε κανένα ραντεβού; Να μετρηθούμε. Να δούμε που βρισκόμαστε. Γιατί δεν μπορεί κάπου είμαστε όλοι, απλά δε φωνάζουμε. Αλλά θα σκάσουμε κάποια στιγμή. Εσείς που αγοράσατε το cd του Αγγελάκα. To Poster του Ζούδιαρη. Τους Κόρε. Ύδρο. Τη «Βροχή» του Θανάση Παπακωνσταντίνου. To «Μυστήριο Τρένο» του Ανδρέου και του Θηβαίου. Τα Κυπριακά του Αλκίνοου. Τους Placebo. Τους Depeche Mode και τα βιολιά της Sophie Solomon. Εσείς που σας φέρνουν να δείτε τους Anthony and the Johnsons. Τον Devendra Banhart, Τους Massive Attack. Τους Achive. Τον Yann Tiersen. Εσείς που γεμίσατε το «Bella Venezia» του Βογιατζή και του Διαλεγμένου. Τις «Δούλες» της Οδού Κεφαλληνίας. Τον Εξώστη του Αμόρε. To «Γάλα» του Μαστοράκη στο Εθνικό. Εσείς που θα γεμίσετε τις παραστάσεις της Πίνα Μπάους. Εσείς που περιμένετε την καινούρια παράσταση του Δημήτρη Παπαϊάωννου. Εσείς που μπήκατε στο μετρό και αναγνωρίσατε ότι από τα ηχεία ακουγόταν το soundtrack του Yo Young Wook για το «Old Boy». Εσείς που περιμένετε το επόμενο έργο του Χρήστου Μποκόρου. Που περάσατε από την έκθεση της Σοφίας Καλογεροπούλου, του Διαμαντή Αϊδίνη, του Εδουάρδου Σακαγιάν. Εσείς που σας συγκινεί ένα γουρουνάκι του Κόττη. Εσείς που είδατε το «Crash» πριν από τα Oscars. Εσείς που διαδώσατε από στόμα σε στόμα μια από τις ταινίες της χρονιάς, τις «Τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα». Εσείς που δεν μείνατε σε μια σκηνή 3 δευτερολέπτων, αλλά στα ατελείωτα πλάνα 2 ζευγαριών από μάτια έρωτα, αδιέξοδου και απόγνωσης στο «Brokeback Mountain». Εσείς που μας ακούτε στον Μελωδία. Εσείς που επιλέγετε τον Best, το Kosmos, το Δεύτερο, το Τρίτο, τον Δίεση.
Εσείς που εξαντλείτε το ΩΣ3. Εσείς που στέλνετε στην κορυφή των ευπώλητων τη «Γυναίκα που πέθανε δυο φορές» του Μάνου Ελευθερίου. Εσείς που ξαναβρήκατε τον «Μικρό Νικόλα». Εσείς που συζητάτε για την Μαρία Μήτσορα και το «Καλός καιρός, μετακίνηση». Όλοι εσείς. Που είστε; Γιατί σας κρύβουν; Γιατί μας κρύβουν; Μήπως να δίναμε κανένα ραντεβού; 18 και 19 του Σεπτέμβρη στον Λυκαβηττό. Στην σκηνή η Χάρις Αλεξίου, ο Σωκράτης Μάλαμας και ο Αλκίνοος Ιωαννίδης. Για τα γενέθλια του Μελωδία. Για να μετρηθούμε!



 

Γιώργος Ανδρέου
Διογένης Δασκάλου
Μπάμπης Ξαρχάκος
Νοέλ Μπάξερ
Σωτήρης Τσιλίκας
Οδυσσέας Ιωάννου
Χρήστος Παπαμιχάλης
Διονύσης Τσακνής
Δημήτρης Σταρόβας
Κώστας Λειβαδάς
Γιώργος Αυγερόπουλος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Φίλιππος Πλιάτσικας
Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Στέλιος Μάινας
Ιεροκλής Μιχαηλίδης
Χρήστος Θηβαίος
Ρένια Λουϊζίδου
Ρίκα Βαγιάννη
Δήμητρα Γαλάνη
Γιώργος Δημητριάδης
Μάνος Ελευθερίου
Μίκης Θεοδωράκης
Σταύρος Κουγιουμτζής
Γιάννης Κούτρας
Αργύρης Μπακιρτζής
Μίλτος Πασχαλίδης
Μάνος Χατζιδάκις
Γεράσιμος Γεννατάς
Σωτήρης Κακίσης
Ρένος Χαραλαμπίδης
Λιζέτα Καλημέρη
Μαρία Χούκλη
Λουδοβίκος των Ανωγείων