iΑρχικήiσελίδα

iΤαυτότητα

iΠεριεχόμενα

iΑρχείο

iRadio Αrtως

iExodως3

 

 

 

 

 

 

 

 
Λόγια στο χαρτί

ΧΩΣΤΡΙΑ
Της Νοέλ Μπάξερ

Στο άγνωστο νησί με τα παλιά τείχη...

«Κουίκλυ, κουίκλυ!»,  φώναζε ο παπάς όσο χτυπούσε δυνατά το μάνταλο στην θύρα του τάφου του Ιησού. Έσπαζε με βία την ησυχία την απαραίτητη για κατάνυξη. Όλη τη μέρα ακούραστα ο ιερωμένος βίαζε την κατάνυξη του πλήθους και την ιερότητα του τόπου προβάλλοντας, κόντρα στο φως της στιγμής, ακόμη ένα πρόσωπο της βίας και της κακής χρήσης της εξουσίας. Έσπρωχνε τους πιστούς κάθε εθνικότητας να αντιμετωπίσουν τον τάφο του Χριστού τους όπως οι μαθητές τα εκθέματα των Μουσείων στις σχολικές εκδρομές τους, τους άδειους αμφορείς και τους έρημους κούρους. Χάρη σε εκείνον τον παπά, έτσι περάσαμε από μπροστά κι εμείς.

Με είχαν φέρει στην Ιερουσαλήμ λόγοι μη θρησκευτικού περιεχομένου. Δεν συμμεριζόμουν το τυφλό πάθος της Αγίας Ελένης ούτε ένιωθα την ορμητική ας την πούμε όρεξη των Σταυροφόρων. Διάβηκα τα τείχη της παλιάς Ιερουσαλήμ όπως θα τα διαβαίνανε πιθανώς οι περισσότεροι στα χρόνια Του: βιαστικά (όχι κουίκλυ) κι ελπίζοντας ίσως να βρω εκεί μέσα αυτό που γυρεύω. Στα χρόνια μου, το εμπόρευμα που έψαχνα ήταν ανακούφιση, εξηγήσεις και ερμηνείες που δεν είχα σκεφθεί. Μια συμπαγή αλήθεια που δεν θα με αφήνει να δραπετεύω. Ελπίζοντας να βρω κάτι για να επιζήσω πιο εύκολα αφού σαν καρποφόρα λιόδεντρα κόπηκαν οι στόχοι οι δικοί μου, των οικείων μου και της κοινωνίας μου. Όλο το χωράφι! Μπερδεύτηκαν οι προορισμοί ζωής του καθενός μας και ακόμα πιο πολύ από τις προηγούμενες δεκαετίες της ακμής πλέουμε πλεούμενα χωρίς πυξίδα. Κάποια και με σπασμένα κατάρτια. Άλλα με χαμένα κουπιά. Τα πλεούμενα στη χειρότερη κατάσταση πλέουν έχοντας τρύπες στο σκαρί, ανοιγμένες πύλες για το νερό που έχει την ίδια αλμύρα με το δάκρυ. Το δικό μου πλεούμενο με έφερε ως τους Αγίους Τόπους. Κατέβηκα σε αυτό το άγνωστο νησί με τείχη, κι άρχισα την εξερεύνηση ξεκινώντας από τον Πανάγιο Τάφο. Το Ναό της Αναστάσεως. «Κουίκλυ, κουίκλυ» μού φώναζε ο ιθαγενής παπάς.

Ανέβηκα στον Γολγοθά μαζί με ένα γκρουπ Γερμανών και περίμενα υπομονετικά να περάσει μπροστά από το σημείο της Σταύρωσης και να φύγει το γκρουπ των Γιαπωνέζων που προηγείτο. Φωνακλάδικες προσευχές σε άγνωστες γλώσσες πλεκόντουσαν κουβάρι. Εγώ σιωπούσα. Άκουγα. «Γιου, άουτ!» ξαφνικά με χτύπησαν στα αυτιά τα λόγια ενός αναψοκοκκινισμένου παπά που φώναζε δείχνοντας με το δάχτυλο τον Ινδό και τις δύο Ινδές που περίμεναν κι αυτοί στην ουρά του Σταυρού. Κόκκινοι σαν ντομάτες οι Ινδοί αποχώρησαν. Γύρισα και κοιτούσα τον παπά που ικανοποιημένος ξανακάθισε στην καρέκλα του. Όσο περνούσα μπροστά από τον Σταυρό το μυαλό μου κατείχε η σκέψη εάν φυσική ατολμία ή η επίκτητη ευγένεια έφταιξαν που δεν αντέδρασα ως όφειλα. Ώστε να ξέρω πού να το χρεώσω, στη φύση ή στους παιδαγωγούς μου. Δεν είχα διάθεση (ούτε χρόνο) για προσευχή. Είχα αποχωρήσει κι εγώ με τους Ινδούς.

Κατέβηκα από τον Γολγοθά ως τουρίστρια. Όμως επέμενα ακόμη να ψάχνω την συμπαγή αλήθεια στο νησί με τα παλιά τείχη. Γύρω από την πέτρα της Αποκαθήλωσης βρήκα το αδιαχώρητο. Σε λίγους κενούς πόντους στη μια πλευρά στριμώχθηκα κι εγώ. Γονάτισα κάνοντας όπως όλοι. Αντέγραφα τους προσκυνητές. Με είχε φέρει ως εκεί το πλεούμενό μου, κάποιο καλό σκοπό θα είχε σίγουρα, εμπιστευόμουν την πυξίδα μου, και μιμούμενη τα τελετουργικά θρησκόληπτων που ήταν πιο εντυπωσιακά από των απλών πιστών προσπαθούσα να βρω τον τρόπο να ενσωματωθώ, εγώ η ξένη, στη ζωή του άγνωστου θείου τόπου. Η πέτρα μοσχομύριζε ρόδο κι ήταν ευχάριστο. Φιλόξενα οικείο. Μου θύμισε τη μητέρα μου, πιστή του ροδόνερου. Η μυρωδιά του τριαντάφυλλου έχει ποτίσει τα παιδικά μου χρόνια όπως το λιβάνι θα πότισε τα παιδικά χρόνια των διπλανών μου. Κι ας προερχόμουν από διαφορετικές μυρωδιές, γονατισμένη παρακολουθούσα τη διπλανή μου έτοιμη να αντιγράψω. Την είδα που από ένα σακίδιο POLO εμφάνισε μια σακούλα ADIDAS κι από κει ένα μπουκάλι νερό ελληνικής μας μάρκας. Έχυσε λίγο νερό σε μια ρωγμή της πλάκας και με ένα μπαμπακάκι έπαιρνε πίσω το νερό της, νερό μαζί με ρόδο κι ό,τι άλλο. Παρακολουθούσα τις κινήσεις της. Κρεμόμουν από αυτήν την πιστή συνομήλικη γυναίκα. Έστυψε μετά το μπαμπάκι μέσα στο μπουκάλι και στην συνέχεια ήπιε το νερό. Το πρόσωπο της γυναίκας φωτιζόταν από ψυχική αγαλλίαση που δεν αμφέβαλα πως ήταν ειλικρινής. Μου έγινε φανερό πως αυτό δεν ήταν για μένα. Στο σημείο αυτό δεν θα έφτανα ποτέ. Απομακρύνθηκα με τη διάθεση να μην ενοχλήσω (από την επίκτητη ευγένεια) έχοντας πια πάρει μιαν απόφαση που μου φαινόταν εκείνη την ώρα οριστική και αμετάκλητη - ήταν η γνώση που ζητούσα; -, πως στον τόπο αυτό θα παραμείνω ξένη.
Η απόφαση αυτή ίσως ήταν ο προορισμός του ταξιδιού μου.
Ο δρόμος της επιστροφής μέσα από τα δαιδαλώδη σοκάκια της παλιάς Ιερουσαλήμ, με τα μαγαζάκια τα φορτωμένα ξύλινα σταυρουδάκια και λευκές κελεμπίες, κομποσκοίνια και κομπολόγια, έμοιαζε κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν με το περιδιάβημα στα σοκάκια τουριστικού θέρετρου. Με έφερε στην ανάλαφρη ώρα μετά από ένα καλό μπάνιο στη θάλασσα και πριν το ωραίο βραδινό γεύμα στο λιμανάκι. Τότε που πετάει ο χρόνος και η ευφορία φτάνει ως ψηλά στον ουρανό.
Επιμένοντας όμως για λίγη ακόμη δραματικότητα, διέκοψα και μπήκα στη μονή του Ιωάννη του Προδρόμου, θύμα της Σαλώμης. Κάθισα στα σκαλάκια της μονής στον αυλόγυρο περιμένοντας να ανοίξει η εκκλησία. Ήμουν μόνη μου. Λιαζόμουν σαν γάτα. Κάτω από τον ήλιο, στο μυαλό μου υφαινόταν το δίχτυ με τις μυριάδες σκέψεις και εικόνες. Το παρακολουθούσα που μεγάλωνε, μαγικά το ένιωθα στο κεφάλι μου μέσα, αλλά ήταν νωρίς ακόμη να καλοδώ τα σχέδια και τα σημάδια του και δεν το πείραζα. Το άφηνα να υφαίνεται. Να πάει όπου θέλει, όπως κάμποσες φορές και δεν βγήκα χαμένη έκανα με το πλεούμενό μου που προτιμάει να ταξιδεύει στον αφρό του κύματος. Την προσοχή μου τράβηξε μια μαύρη γατούλα που λιαζόταν κι αυτή, έξω από την πόρτα της εκκλησίας εκείνη. Παρακολουθούσαμε η μια την άλλη. Σε λίγο θα μου χαμογελούσε, κατά κάποιον τρόπο ήμουν βέβαιη και αυτό το θαύμα περίμενα. Έξω από το πορτάκι της μονής ο κόσμος συνέχιζε να σεργιανίζει με την εύφορη διάθεσή του ή με την μυστηριώδη του μυστηριακή βιασύνη. Ξέφυγα από το βλέμμα της γάτας και χάζευα τον περαστικό κόσμο. Πλέοντας στην ησυχία της μονής, κάτω από το φως και τη ζεστασιά του ήλιου, δεν ένιωθα μόνη μα λεύτερη...

Νοέλ Μπάξερ

 

Η λίστα της Δόξας (φυσικά πλάι σε δάφνη)...

Η Δόξα πήρε τον καφέ της και βγήκε να απομονωθεί στο μπαλκόνι του σπιτιού της. Τράβηξε την καρέκλα κοντά στη γλάστρα με την δάφνη. Την έφερε όσο μπορούσε κολλητά. Δίπλα στην δάφνη που είχε ψηλώσει εντυπωσιακά τον τελευταίο χρόνο βρήκε λίγη από την θαλπωρή των δέντρων της κωμόπολης όπου ανατράφηκε, στην κουκκιδίτσα του πλανήτη που συγκεντρώθηκαν τα παιδικά, εφηβικά και νεανικά της όνειρα. Πολλά όνειρα συμπιεσμένα σε μια κουκκίδα. Εκεί βρίσκονται ακόμη, συλλογίστηκε η Δόξα με θλίψη. Αμέτρητα όνειρα που μπορεί, λογάριασε, να μην είναι στην πραγματικότητα αμέτρητα αλλά επειδή δεν τα καλοθυμάται πλέον γι' αυτό δεν βλέπει πού τελειώνουν. Στο τραπεζάκι του καφενείου (άλλη αυταπάτη κι αυτή, πως εδώ έξω στο μπαλκόνι της τάχα βρισκόταν στο καφενεδάκι του παππού της κάτω από τον πλάτανο) ακούμπησε χαρτί και μολύβι και ξεκίνησε να γράφει:
Σύζυγος,
Μητέρα,
Νοικοκυρά.
Τα ακύρωσε όλα με μια μολυβιά και διόρθωσε:
Δούλα και κυρά.
Δούλα, κυρά και πόρνη, το συμπλήρωσε θυμούμενη τα χθεσινοβραδινά.
Μάνα.
Κάποτε, θυμήθηκε, ήτανε αντικείμενο του πόθου.
Σπατάλησε μια στιγμή κι αναπόλησε εκείνες τις παρελθοντικές χρυσές μέρες του πόθου, χαμογέλασε στην σκέψη με ίση ποσότητα νοσταλγίας και ειρωνείας, και σημείωσε στην άκρη στο χαρτί τον αριθμό 1. Τούτο ήταν το πρώτο χαμόγελο της ημέρας της. Τον τελευταίο καιρό κατέγραφε τα χαμόγελά της όπως σημειώνουν όσοι κάνουν δίαιτα τα γεύματά τους.
Δούλα, κυρά και πόρνη, μάνα.
Κόρη.
Το θυμήθηκε και το συμπλήρωσε με ανακούφιση γιατί το τελευταίο διάστημα συνέχεια ξέχναγε τους γονείς της, είχε πάψει να είναι καλή κόρη.
Φίλη, έγραψε από κάτω, υπερήφανη γι' αυτό.
Καλή γειτόνισσα.
Καλός πολίτης, αφού κάθε φορά ψήφιζε.
Τα αράδιαζε με την σειρά που της ερχόντουσαν στο μυαλό. Μαζεύονταν πολλά στο χαρτί κι ευχαριστήθηκε. Χαμόγελο αριθμός 2 στην άκρη στο χαρτί. Η λίστα της με θέμα «ποια είμαι;» ήτανε χορταστικά γεμάτη. Σήμερα η Δόξα ένιωθε ικανοποιημένη. Η χθεσινή της λίστα με θέμα πόσο και πώς τη βοηθάει η Πολιτεία, είχε προκύψει απελπιστικά φτωχή. Είχε τελειώσει πριν αρχίσει. Και η προχθεσινή, η λίστα με τα έξοδα, εφιαλτική. Δηλητήριο! Για τούτο το πρωινό είχε επιλέξει, εν γνώσει της, ένα επικίνδυνο θέμα. Έψαχνε στο μπαλκονάκι να βρει τον νέο εαυτό της. Μέσα στις λέξεις της λίστας που τις σκίαζε η δάφνη, να δει ποια ήταν. Διάβασε και ξαναδιάβασε αυτά που είχε γράψει, μην παραλείποντας ασφαλώς τα πολύτιμα χαμόγελα που είχε αφήσει στη γωνία. Τα δύο χαμόγελα που είχε καβάτζα.
Αφού το σκέφτηκε λίγο, η Δόξα έγραψε δειλά «πρότυπο στην κόρη μου», με σκούρα γράμματα γιατί τα βάρυνε η ευθύνη, ενώ έγραψε πιο εύκολα το «η τέλεια γυναίκα για το γιο μου» επειδή μίλησε η Ελληνίδα μάνα μέσα της.
Κι εκεί τέλειωσε! «Εργαζόμενη» θα ήθελε πολύ να γράψει αλλά δεν ήταν πια εργαζόμενη. Κατσούφιασε. Συννέφιασε ο ουρανός στο μέτωπό της, αυτό το πλατύ παράθυρο από όπου μας βλέπουν τα παιδιά και ξέρουν τι γίνεται μέσα μας. Ως αντιστάθμισμα για το κατσούφιασμα αριθμός 1, τσαφ, έσβησε ένα χαμόγελο από το χαρτί. Αναρωτήθηκε η Δόξα αν θα τα ισοφάριζε σήμερα, αν θα τα κατάφερνε, ή θα έβγαινε το ταμείο της χαράς πάλι μείον. Κόντεψε να κατσουφιάσει ξανά και βιαστικά το διόρθωσε. Πλησίασε επικίνδυνα κοντά στο να χάσει και το δεύτερο χαμόγελο.
Δεν ήθελε να γράψει άνεργη, ήταν κακιά λέξη, κι έγραψε κομψά «παγωμένη εργαζόμενη». Πως τάχα μου ήταν στο ψυγείο όπως το μισό εργατικό δυναμικό της χώρας. 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι ζουπηγμένοι μέσα σε ένα ψυγείο. Κάποια στιγμή θα την ξεπάγωναν και θερμή όπως πρώτα θα ξεκίναγε να δουλεύει λες και δεν πέρασε μια μέρα. Σαν να μην είχε αλλάξει εν τω μεταξύ. Δεν διατηρούνται όλα στην ψύξη όμως. Αυτή που ήταν νοικοκυρά κι όχι οικονομικό επιτελείο, το γνώριζε. Τρόμαζε σαν σκεφτότανε τι θέλανε πια από εκείνη κι αν θα μπορούσε να ανταποκριθεί, (όταν ξεπάγωνε), γιατί το ήξερε, το ένιωθε κατάβαθα, δεν είχε ανάγκη να κοιτάξει το μέτωπό της στον καθρέφτη για να δει μέσα της, το 'ξερε κατάβαθα-κατάκορφα-κατάσαρκα πως είχε αλλάξει. Η ρίζα της κάτι είχε πάθει. Δεν θα ψήλωνε αυτή όπως το φυτό η δάφνη δίπλα της. Αντίθετα, εκείνη καθημερινά μαράζωνε.
Κάτω από το «παγωμένη εργαζόμενη», πρόσθεσε ξερά ένα νούμερο. Τον αριθμό της στο ταμείο ανεργίας.
Ύστερα, αμέσως παρακάτω στη λίστα, με στρογγυλά γράμματα σχημάτισε ένα μηδενικό. Έγραψε «μηδέν κόμμα μηδέν μηδέν μηδέν». Το μερίδιο της στο εθνικό ποσοστό ανεργίας. Ήταν μια μονάδα αλλά μέτραγε μηδέν.
Παρά την ασημαντότητα του μηδενός ένιωσε σημαντική, πως κάπως βρε αδελφέ είχε μια μικρούλα αξία αφού κι αυτή βρισκόταν μέσα στον αριθμό με τα πολλά ψηφία που σχημάτιζε το τεράστιο νούμερο που ήταν τώρα πλαγιασμένο πάνω στα γραφεία επιτροπών και Επιτρόπων και απαριθμούσε τους ανέργους της Ελλάδας. Αχ, να είναι ξαπλωμένο το νούμερό τους, ευχόταν η Δόξα, πάνω, κι όχι από κάτω από τους ξαπλωμένους αριθμούς των ανέργων της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Γαλλίας.
«Νούμερο έχει γίνει η Ευρώπη», σκέφτηκε κουνώντας το κεφάλι της. Η διάθεσή της να αστειευτεί κόντρα στην περίσταση, επιβραβεύτηκε με ένα νέο χαμόγελο που αυτόματα σημειώθηκε στην άκρη του χαρτιού.
Στην ιδέα πως ήταν ξαπλωμένη, ακουμπισμένη ή ό,τι άλλο πάνω στο γραφείο κάποιου αγνώστου κι αφημένη στα χέρια του, και μάλιστα πως θα ευχαριστιόταν ή θα πονούσε κατά την βούλησή του κι από τις πράξεις του, βόγκηξε. Από την ψυχή της κι όχι απ' τον κόμπο στο λαρύγγι της ξεμύτισε ένα ανήκουστα ηχηρό βογκητό. Ταυτόχρονα, το ίδιο συνέβη στη Μαρία, στην Άσπα και στη φίλη μου τη Μαργαρίτα στα διπλανά και στα αντικριστά μπαλκόνια, καθισμένες μπροστά στις παρόμοιες λίστες τους. Ξαφνικά, απρόσμενα και ανερμήνευτα ακούστηκε στη γειτονιά ένα συγχρονισμένο γυναικείο βογκητό. Δεν ήτανε φιλήδονο. Καμιά σχέση με ερωτικό. Ο φούρναρης άφησε μετέωρο το ψωμί που φούρνιζε και ο κηπουρός σταμάτησε το κλαδευτήρι. Γύρισαν όλοι τα μάτια τους προς τον ουρανό ψάχνοντας εναέρια την πηγή του βογκητού, αναζητώντας το υπερκόσμιο πλάσμα που ήξερε να βογκάει σαν τις γυναίκες τους μα πιο δυνατά. Γειτονιά με γειτονιά το βογκητό, που ξεκίνησε με την Δόξα, σαν ντόμινο ξαπλώθηκε στην πόλη, σε μια μεγάλη πόλη κι όχι αμυδρή κωμόπολη, από γερμένες γυναίκες πάνω από λίστες, μισοκρυμμένες πίσω από γεράνια και βασιλικούς...

Νοέλ Μπάξερ

 

Η κουτσή ακρίδα του Γκιούλιβερ...

Το αγόρι καθόταν δίπλα στην όχθη του ρυακιού - κάποτε στο χωριό το λέγανε ποταμάκι - και παρατηρούσε σκεφτικό το σπασμένο καρύδι που κρατούσε. Μηχανευόταν στο μυαλό του διάφορα. Πως αν μπορούσε να μικρύνει και να γίνει τόσο μικρός στο μέγεθος όπως ο Γκιούλιβερ στη Χώρα των Γιγάντων, όσο οι γονείς του στη Χώρα των Μεγάλων, τότε θα χώραγε μέσα στο μισό κέλυφος του καρυδιού και θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει για βάρκα. Είχε μεγάλες βλέψεις γι' αυτό το καρυδάκι. Για την ώρα, βέβαια, ήταν μόνο ένα σπασμένο καρύδι που ανέμενε να πάρει αξία και με κάποιο τρόπο να συμμετάσχει σε έναν καλό σκοπό. Πάση θυσία σκόπευε να διαδραματίσει ένα σπουδαίο ρόλο στην ιστορία του αγοριού.

Το μικρό αγόρι έτριψε με το δάχτυλο το καρύδι λες κι ήταν από πηλό και, τρίψε-τρίψε, θα μεγάλωνε με την πίεση που του ασκούσε. Το ακούμπησε στην παλάμη του και το ζύγισε. Πολύ λίγα γραμμάρια, αποφάνθηκε απογοητευμένο. Δεν θα σήκωνε καμία απόδραση. Ούτε αυτόν θα σήκωνε ούτε την ακρίδα με το ένα πόδι που περίμενε δίπλα του στωικά. Ηρωικά πες καλύτερα. Δραπέτης, πειραματόζωο, θύμα, όλα μαζί και τίποτα. Ένα κουτσό τίποτα. Λειψό κι ως τίποτα.

Όταν θα γινόταν Γκιούλιβερ στη Χώρα των Γιγάντων, σκεφτόταν, η ακρίδα θα γινότανε το άτι του, ένας πράσινος φτερωτός ιππόκαμπος (στον παιδικό νου όλα γίνονται). Στην πλάτη της θα περνούσε πάνω από καταπράσινα λιβάδια και κάμπους με πολύχρωμα χωράφια που θα φαίνονταν από τον ουρανό κομμένα όπως η τυρόπιτα στο ταψί της μαμάς. Ο κόσμος θα ήταν όμορφος, η ζωή ωραία κι αυτός ευτυχισμένος. Πάνω στην κουτσή ακρίδα του η ζωή δεν θα ήταν άλλο μίζερη. Προϋπόθεση γι' αυτό ήταν να περάσουν πρώτα το ρυάκι! Ο επίδοξος αναβάτης σήκωσε από το έδαφος προσεκτικά την ακρίδα του και την έβαλε μέσα στο τσόφλι από το καρύδι. Το ακούμπησε έπειτα μαλακά πάνω στην επιφάνεια του νερού, με αγωνία αν θα ισορροπήσει ή θα μπατάρει. Η βάρκα έμεινε στην θέση της. Η ακρίδα μόνο κουνήθηκε, μια στάλα, όσο της επέτρεπε ο χώρος. Το αγόρι θα στοιχημάτιζε πως γύρισε μάλιστα το κεφάλι της και τον κοίταξε. Είχε προλάβει να διαβάσει στο βλέμμα της ικεσία και φόβο.

«Μην φοβάσαι. Θα σε βοηθήσω να φτάσεις απέναντι. Θα σε γλιτώσω εγώ».
Έβγαλε τα παπούτσια του και χώθηκε στο νερό. Πάτησε στα γνώριμα γλιστερά βότσαλα. Ήξερε τον βυθό από τις προηγούμενες προσπάθειες του να περάσει φτωχά πλάσματα στην απέναντι πλούσια όχθη. «Είμαι ο καλός Γκιούλιβερ!» φώναξε δυνατά. Τα φυλλώματα στα πεύκα αναδεύτηκαν ταραγμένα, τρόμαξαν από τη φωνή, τα λόγια ή την επικείμενη πράξη του μικρού θνητού. Από το μένος του και τον κομπασμό. Ο αέρας ξεφύσηξε. Έκανε ακριβώς όπως ο πατέρας του αγοριού σαν θύμωνε. Τα αγνόησε όλα αυτά τα σημάδια το αγόρι. Έσκυψε, τεντώθηκε κι έσπρωξε μαλακά το καρύδι σαν να σπρώχνει στον γιαλό μια βαρκούλα. Πήρε τον δρόμο της αυτή, στην αρχή αρμενίζοντας ήσυχα, ύστερα κυματιστά. Στη μέση του ρυακιού κόμπιασε μόλις είδε την ορμή του νερού που κατέβαινε. Φοβήθηκε μια δύναμη που ήταν ανώτερη από τη δική τους. Ένα καρυδότσουφλο και μια κουτσή ακρίδα πώς θα τα έβαζαν με τη δύναμη της φύσης; Η ακρίδα ρίγησε. Τρεμόπαιξε τα φτερά της. Εμφάνισε έξω από το καρύδι το μόνο της πόδι και ψαχούλεψε με αυτό το νερό. Αν ήταν κρύο. Τι την περίμενε. Ύστερα έκατσε φρόνιμη και ανέμενε. Στωικά. Το κακό έρχεται καλύτερο αν έχεις σκύψει το κεφάλι. Αυτό είδε το αγόρι να κάνει και η ακρίδα του. Και κατάλαβε. Το ίδιο πριν από αυτήν είχαν κάνει ένα αλογάκι της Παναγίας, ένα τζιτζίκι και μια πολύ όμορφη χρυσόμυγα που θα έπρεπε να είχε καλύτερη τύχη. Ο Γκιούλιβερ φώναξε «Μηηηη!!!» και χώθηκε ως τα γόνατα στο νερό. Η κίνησή του αυτή όμως έσπρωξε ακόμη περισσότερο νερό προς το καρυδότσουφλο, προκάλεσε ό,τι ένα μικρό τσουνάμι. Μια απότομη φουσκοθαλασσιά σε ένα σχετικά ήρεμο ρυάκι. Το καρυδότσουφλο δεν το περίμενε. Ακυβέρνητο έφερε μερικές στροφές γύρω από τον εαυτό του σαν να χορεύει ζεϊμπέκικο, ή σαν το πουλί που πέφτει στη γη νεκρό με αξιοπρέπεια και χάρη δίνοντας ένα μάθημα στον κυνηγό, κι αναποδογύρισε. Το αγόρι έμεινε να κοιτάζει την ακρίδα του που έδινε μάχη να μην την παρασύρει το νερό. Νόμισε πως είδε μάλιστα το ένα της πόδι να τον χαιρετάει. Ανέμιζε το μοναχό πόδι της παλεύοντας η καημένη να το κρατήσει στον αέρα.

Βγήκε από το ρυάκι και κοίταξε τα βρεγμένα πόδια του. Ένιωθε ναυαγός. Σαν μοναχός αυτός από όλο το πλήρωμα να έφτασε στην ακτή σώος. Αισθανόταν έντονη την επιθυμία να θρηνήσει τους συντρόφους του. Με απέραντη λύπη παραδέχτηκε πως ακόμη μια προσπάθεια είχε αποδειχθεί μάταιος κόπος. Ο σωτήρας Γκιούλιβερ είχε πάλι αποτύχει. Έπρεπε να το πάρει απόφαση. Δεν θα δραπέτευε απόψε κανένα μικρό ζωντανό. Μόνο τα μεγάλα. Όσα είχαν τα μέσα, τον τρόπο και τα κότσια για να φτάσουν ως απέναντι. Τα μικρά θα πνιγόντουσαν.

Για καλή του τύχη εκείνος ακόμη δεν είχε γίνει μικρός όσο οι γονείς του.
Το αγόρι μάζεψε τα παπούτσια του και τράβηξε για το παραμύθι του...

Νοέλ Μπάξερ

 

Στη μέση στο λιβάδι...

Καθότανε στη μέση στο λιβάδι, στο σημείο όπου γυροφέρνοντας το βλέμμα της είχε υπολογίσει πως είναι το κέντρο, η καρδιά του λιβαδιού. Ήθελε να είναι η τελεία στον στόχο μια πιθανής βολής. Πράγματι το αλλόκοτο κορίτσι ένιωθε στόχος. Πως από κάπου τώρα αμέσως ή σε λίγο, αύριο, μεθαύριο αλλά όχι ποτέ, θα φτάσει ως αυτήν για να την θερίσει μια ξαφνική ριπή του μέλλοντος. Ήταν σίγουρη πως μόνο μια στιγμή θα πάρει. Με ένα ξαφνικό κάψιμο, ακαριαία θα σιωπήσει το βούισμα του μελισσιού που ζει στο νου της.
Διαισθανόμενη πως αυτή η ώρα δεν έχει φτάσει ακόμη, έβγαλε τα παπουτσάκια που την στένευαν φρικτά κι άπλωσε τα πόδια της κάτω από τον ήλιο. Έκατσε καλύτερα κι έσιαξε όμορφα το φόρεμα της Κοκκινοσκουφίτσας που φορούσε, που αυτή το έλεγε της πασχαλίτσας γιατί προτιμούσε έτσι να μοιάζει. Στη μέση του λιβαδιού μια άκακη πασχαλίτσα που δεν θα τράβαγε κανένα βλέμμα και θα την αφήνανε ήσυχη. Στο τρέξιμο και στον καθημερινό αγώνα των συγγενών και φίλων, ακόμη και της ίδιας της της μάνας, στο αιμοβόρικο κυνήγι της επιτυχίας των παράλογων ανθρώπων διατηρούσε την ελπίδα πως θα μείνει το λιβάδι της απάτητο και καμιά βρωμοπατούσα δεν θα έφτανε ως εκεί για να αναζητήσει ανάμεσα στα χιλιάδες, ίσως εκατομμύρια, τριφύλλια του λιβαδιού το ένα και μοναδικό τετράφυλλο της τύχης που εκείνη είχε ανακαλύψει πρώτη, είχε ξεριζώσει με μανία κι είχε καταβροχθίσει με αηδία. Ρίγησε ξανά με την ανάμνηση της αηδίας και πήρε να στρώνει με το χέρι τις ελάχιστες πτυχές του φουστανιού για να κάνει κάτι. Το ύφασμα είχε τεντωθεί στο κορμί της για να την φτάσει, δεν την χώραγε. Η κοπέλα είδε τα δυσανάλογα για αυτό το μικρό φουστάνι μακριά πόδια της, και τα μάζεψε βιαστικά φέρνοντάς τα κοντά στο πηγούνι. Ένας στόχος στρογγυλός έγινε, πιο έτοιμος. Αφουγκράστηκε τους ήχους της φύσης ψάχνοντας στα κελαϊδίσματα το σύρσιμο μιας σφαίρας στον αέρα. Αντί αυτής, έπιασε την μακριά κραυγή ενός φύλλου που το άφησε τον δέντρο του να πέσει από τα ψηλά στα χαμηλά. Προσπάθησε να φτάσει στο βάθος της σιωπής του κόσμου μα δεν την άφηνε το τραγούδι μιας  φλύαρης μέλισσας. Προσπάθησε στην συνέχεια να μπει στο μυαλουδάκι της πασχαλίτσας, να ακολουθήσει το υποτυπώδες μονοπάτι της σκέψης της μήπως εκεί βρει τον εαυτό της. Δεν ήταν η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων ούτε το θύμα η Σταχτοπούτα. Επέμενε πως ήταν μια αθώα πασχαλίτσα ντυμένη με την φορεσιά της Κοκκινοσκουφίτσας.
Ξάπλωσε αργά και ξεφύσηξε μόνο όταν η πλάτη της ακούμπησε στο χορτάρι. Έτσι κοιταζόντουσαν κατευθείαν με τον ήλιο κι αυτό της φάνηκε τίμιο. Με το χέρι ψαχούλεψε για τα παπούτσια της, τα βρήκε και τα έφερε στο πρόσωπο, να σκεπάσει με αυτά τα μάτια της. Με κάθε παπούτσι κάλυψε ένα μάτι. Το θέαμα που έβλεπαν ο ήλιος και τα απορημένα πουλιά δεν ήτανε πιο παράδοξο από όλο μαζί αυτό το ιδιότυπο ανθρώπινο πλάσμα. Παρακολουθούσαν με απορία - ο ήλιος με θαυμασμό - πως αυτό που εξατμιζόταν από το παράξενο πλάσμα δεν ήταν ιδρώτας ούτε υγρή ανάσα ούτε χυμένο δάκρυ. Σε αυτό ήταν όλοι οι οικοδεσπότες της φύσης σύμφωνοι. Ομίχλη αναδυόταν. Αργά σχηματιζόταν γύρω της ένα κουκούλι από θαμπή λάμψη. Μαζί αναδυόταν ανθρώπινη ανησυχία που μύριζε κανέλα, μια ακόμη βαρύτερη έγνοια που μύριζε γαρίφαλο κι ένας ορατός φόβος με την πικράδα του κινίνου. Τα πουλιά έφερναν γύρους στον ουρανό περιμένοντας την στιγμή που θα έβγαιναν από τα μάτια τα κόκκινα παπουτσάκια με την μπαρέτα και το στρογγυλό κουμπάκι, για να μετρήσουν στο βάθος της κόγχης και να αποτανθούν για την μοίρα αυτού του πλάσματος. Μήπως εκείνα που βλέπουν μακριά ως την Αφρική της αποδήμησης δούνε έναν προορισμό και γι' αυτήν.
Συνεννοημένος, ο ήλιος πέρασε μέσα από ένα σύννεφο στέλνοντάς της μια ανακουφιστική σκιά που, όπως όλες οι θεϊκές παρεμβάσεις που προκαλούν ανακούφιση στον άνθρωπο, μοιραία διήρκησε ελάχιστα. Το κορίτσι αποκάλυψε τα μάτια για να ερευνήσει την σκιά και βρέθηκε ξανά στον ήλιο. Εκτεθειμένη. Όσο κάθε μέρα.
Θα μπορούσε να περάσει κι άλλους μήνες έτσι ξαπλωμένη εδώ στο πουθενά σαν ένα ζωντανό σκιάχτρο που κρύφτηκε σε ένα λιβάδι. Στην σκέψη αυτή βρήκε έναν λόγο να υπάρχει, σηκώθηκε όρθια και στάθηκε αδιάφορη όπως στην ουρά στο ταμείο ανεργίας. Έστρωσε ακόμη μια φορά το λιλιπούτειο φουστανάκι της μαζεύοντας πολύτιμα ψήγματα απόλαυσης από το φθηνό σατέν και το τέντωσε προς το κάτω για να μην είναι ο γοφός ακάλυπτος. Το φούσκα μανικάκι της στολής τής έσφιγγε το μπράτσο σαν το λάστιχο της νοσοκόμας που θα σου πάρει αίμα, και τα κουμπιά στο άνοιγμα του στήθους είχαν προ πολλών ετών απομακρυνθεί και δεν κούμπωναν. Χοροπηδώντας προσπάθησε να περάσει στα πόδια της πάλι τα παπουτσάκια, να ολοκληρωθεί η φορεσιά. Για να το καταφέρει, έπρεπε να διπλώσει τα δάχτυλα του ποδιού της σαν γκέισα και να στριμώξει την φαρδιά φτέρνα της στον μικρούλη χώρο του παιδικού παπουτσιού. Έσκυψε και βογκώντας από τον πόνο κούμπωσε την μπαρέτα. Ιδρωμένη, ανασαίνοντας γρήγορα και βαριά, στάθηκε παρόλα αυτά αγέρωχα. Ήταν περήφανο πλάσμα. Αποφασισμένη να μην μεγαλώσει. Κι άλλο χρόνο με πείσμα θα έμενε παιδί. Η ενήλικη ζωή που την περίμενε έξω από το λιβάδι δεν είχε τίποτα να της προσφέρει. Ούτε μόρφωση, ούτε δουλειά, ούτε τα βασικά να ζήσει. Δεν είχε μέλλον ώστε να αφήσει το παρελθόν της και αποφάσισε να μείνει εκεί, στην παλιά παιδική της ηλικία, κρατώντας με τα δόντια την παιδική της αθωότητα. Για πόσο καιρό; Δεν ήξερε. Μέχρις ότου, υπέθετε, την πρόδιδε και η αποκριάτικη στολή της που είχε φορέσει δεκάχρονο κοριτσάκι στο σπίτι που παρέδωσαν στη λαίμαργη πατρίδα. Έως τη μέρα που το φουστανάκι θα έλιωνε επάνω της, θα παραδινόταν στον ορθό χρόνο με έναν σπασμό σαν πουλάκι που ξεψυχάει, αφήνοντας την σάρκα της γυμνή κι αναγκάζοντάς την να ενηλικιωθεί. Θα άφηνε μοιραία το λιβάδι της μια μέρα, αυτός ήταν ο φόβος της που μύριζε πικρό κινίνο. Με χέρια που τρέμουν, θα ανοίξει το πορτάκι του φράκτη και θα μπει στον κόσμο που την έχει αποβάλει. Έλπιζε πως μέχρι τότε, έως εκείνη την μοιραία στιγμή, θα την προλάβαινε η μεταλλική σφαίρα του φιλάνθρωπου ελεύθερου σκοπευτή.

Νοέλ Μπάξερ

 

Βγάλε κι άλλο πιάτο απ' το τραπέζι...

Η γυναίκα σκύβει πάνω από το συρτάρι όπως οι μάνες πάνω από την κούνια. Ψάχνει το καλό της τραπεζομάντηλο. Το βρίσκει, το παίρνει στα χέρια και το πετάει στον αέρα, προς τον ουρανό και τον πολυέλαιο, κρατώντας το σφικτά από τις γωνίες για να μην της φύγει. Χαμογελώντας, το παρακολουθεί  να στριφογυρίζει στον αέρα, να παίζει με το κενό, να ακουμπάει το τελευταίο, το πιο χαμηλό, κρύσταλλο του βαριεστημένου πολυελαίου κι ύστερα, σαν ξεφούσκωτο μπαλόνι, ή όπως το ιστίο ιστιοφόρου που κόπασε ξαφνικά ο θαλασσινός αέρας κι άδειασε από την πνοή του Ποσειδώνα, να προσγειώνεται μαλακά πάνω στο μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας. Τόσες φορές έχει επαναληφθεί τούτο το παιχνίδι τους που η γυναίκα έχει μάθει πια και πετυχαίνει πάντα το κέντρο του τραπεζιού έτσι ώστε το ύφασμα να απλωθεί ομοιόμορφα.
Το λευκό τραπεζομάντηλο ακούμπησε με την πλάτη στην ξύλινη επιφάνεια του τραπεζιού, επιθεώρησε τον εαυτό του και ευχαριστήθηκε. Μια λαμπρή Κυριακή έχει πάλι ξημερώσει. Είναι χαρούμενο.
Το καναρίνι στο κλουβί δίπλα στην μπαλκονόπορτα ξεκινάει πάλι να κελαηδάει, ευχαριστημένο κι αυτό. Το σπίτι μυρίζει σπιτικό φαγητό στο φούρνο, και απ' έξω ο αέρας φέρνει την ευωδιά από τα λουλούδια της βεράντας. Μοσχομυρίζει οικογενειακή θαλπωρή, την χαρακτηριστική ωραία μυρωδιά της φροντίδας.

Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι
Βγάλε από την πόρτα το κλειδί
Το παιδί ξανάρχισε να παίζει
Το κανάρι πάλι κελαηδεί,

παίζει το ραδιόφωνο το παλιό τραγούδι. Η γυναίκα χαϊδεύει το στρωμένο τραπεζομάντηλο περνώντας το χέρι της από την μια του άκρη ως την άλλη, επιβραβεύοντας που είναι καλοστρωμένο και συνεργάσιμο. Κάθεται και το χαζεύει λες και δεν το ξέρει. Είναι στολισμένο με μισοσβησμένα ίχνη από παλιά κοκκινιστά, σταγόνες κόκκινο εκλεκτό κρασί, παιδικές σοκολατένιες τούρτες γενεθλίων, και με σταυροβελονιά κεντημένη από αδέξιο εφηβικό χεράκι. Είναι καμωμένο από την ίδια στην εποχή που προσδοκούσε την αγάπη. Δεν έχει καιρό να το καλοσκεφθεί, η ώρα έχει περάσει. Ο χρόνος για τέτοιες σκέψεις έτσι κι αλλιώς έχει περάσει προ πολλού. Σήμερα είναι Κυριακή, ένα ακόμη κυριακάτικο οικογενειακό γεύμα θα έχει τη χαρά να ζήσει το σπιτικό της και οι τοίχοι οι φορτωμένοι με φωτογραφίες προγόνων και απογόνων.
Στρέφει το κεφάλι της και κοιτάει την φωτογραφία του γιου της, καρφωμένη τιμητικά δίπλα στην παραστάδα της πόρτας που οδηγεί απευθείας στο βασίλειο της κουζίνας της. Εκείνος δεν είναι εκεί, στο σπίτι τους, για να του κλείσει το μάτι, να του χαϊδέψει τον ώμο περαστική προς την κουζίνα, να τον φιλήσει πεταχτά στο μάγουλο, να του στρώσει το πεταχτό τσουλούφι με το χέρι που μυρίζει κρεμμύδι και απορρυπαντικό για τα πιάτα. Ο γιος της! Το κοκοράκι της όπως τον λέει από παιδί χαϊδευτικά. Το μικρό της αγαπημένο κοκοράκι. Η Κρίση και τα δύο απανωτά άνεργα χρόνια έκαναν το κοκόρι της πουλί. Το παιδί της πέταξε σε ξένη γη όπως τα αποδημητικά πουλιά. Σαν χελιδονάκι.  Ακολούθησε το ταξίδι των χελιδονιών ο γιος. Η μητέρα του από τότε αντιπαθεί τα χελιδόνια. Γνωρίζουν τον καημό της και τα ντρέπεται.
Εξαφανίζεται στην κουζίνα κι εμφανίζεται πάλι κάνοντας τον ταχυδακτυλουργό, φορτωμένη με μια στοίβα πιάτα επάνω στα οποία έχει ισορροπήσει με επιτυχία μαχαιροπίρουνα, πετσέτες και μια κορφή ποτήρια. Τα ακουμπάει όλα στο τραπέζι και τα στρώνει με την μαεστρία και την ταχύτητα σερβιτόρου. Ο καθένας έχει την θέση του στο οικογενειακό τραπέζι και ξέρει πού να βάλει την αλατιέρα και σε ποιον κοντά την κανάτα νερό. Δίπλα στην θέση αυτού με το νερό, αμήχανη περιμένει η καρέκλα του γιου της. Θα την τραβήξουν; Θα της στρώσουν κι αυτής μπροστά ένα όμορφο πιάτο με την πετσέτα διπλωμένη τριγωνικά σαν πανί πλοίου; Θα έρθει αυτή την Κυριακή ο γιος να ταξιδέψει πάλι νοερά στο άσπρο τραπεζομάντηλο που έχει το χρώμα της θάλασσας που αφρίζει; Θα έρθει για να του κάνει σούρες, όπως παλιά με τα μικρά του δακτυλάκια, να το κάνει κυματιστό και να πλεύσει την κόρα του ψωμιού σαν βάρκα;
Το τραπεζομάντηλο δεν ντρέπεται για τους λεκέδες του αλλά για την νοσταλγία του. Που μια τέτοια ωραία Κυριακή νοσταλγεί ένα μικρό αγόρι που μαγικά εμφάνιζε κάτω από το πανί του ένα αυτοκινητάκι και βουρ-βουρ το έτρεχε ανάμεσα στα κρυστάλλινα ποτήρια και τα απορημένα πιρούνια.

Το καναρίνι σιγοντάρει την σκέψη του τραπεζομάντηλου κελαηδώντας.

Βάλε κι άλλη αγάπη στο τραπέζι
Κάποιος πονεμένος θα βρεθεί
Το παιδί ξανάρχισε να παίζει
Το κανάρι πάλι κελαηδεί.

Η γυναίκα τραβάει μια καρέκλα, κάθεται και παρακολουθεί το έργο της σαν κάτι να λείπει. Κάθεται απέναντι από την καρέκλα του γιου της.  Έχει το πονεμένο ύφος που το τραπεζομάντηλο μισεί. Κάθεται σιωπηλή, με την ποδιά της κουζίνας δεμένη γύρω από την μέση της, την κάποτε λυγερή και τώρα όχι και τόσο. Έχει στυλώσει το βλέμμα της στο πιάτο του γιου. Ακουμπάει το πηγούνι στο χέρι της και δείχνει σκεφτική. Μοναχική η πορεία της σκέψης της, τρέχει χιλιόμετρα μακριά μα το τραπεζομάντηλό της, που την ξέρει καλά, από την καλή και από την ανάποδη αφού δέθηκαν με την προσδοκία μιας αγάπης, μπορεί και παρακολουθεί την σκέψη της.
Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι, σιγοτραγουδάει η γυναίκα και το τραπεζομάντηλο ριγά. Το φίνο βαμβακερό ύφασμα επιστρατεύει το εκατό τοις εκατό βαμβάκι του. Το παιδί ξανάρχισε να παίζει, το κανάρι πάλι κελαηδεί. Το καναρίνι αυτόματα σιωπά. Ένα δάκρυ ξεκινάει από το μάτι της κυράς του, κατηφορίζει στο μάγουλο, μένει άπραγο μια στιγμή, δυο στιγμές, τρεις στιγμές στην άκρη στο πηγούνι της κι ύστερα δίνει μια βουτιά και πέφτει στο χάος. Η λευκή αφρίζουσα θάλασσα το καταπίνει με βουλιμία. Το περίμενε τούτο το δάκρυ, έχει γίνει πλέον κυριακάτικη σπονδή, εδώ και λίγο καιρό ανήκει στο τελετουργικό αυτού του ευτυχισμένου σπιτιού. Η υγρή κηλίδα που προκάλεσε το δάκρυ απλώνεται στο στεγνό ύφασμα. Ένα στρογγυλό βρεγμένο νησί μητρικής αγάπης καλύπτει έναν παλιό λεκέ από σάλτσα ντομάτας σε σχήμα διαμαντιού. Θα ακολουθήσει σήμερα και δεύτερο δάκρυ άραγε; Και τρίτο; Όχι! Η γυναίκα κλείνει ερμητικά τα μάτια και κρατάει μέσα της τον μυστικό κόσμο της με τα πονεμένα αισθήματα και την αφόρητη νοσταλγία. Το τραπεζομάντηλο διαισθάνεται πως όσο οδυνηρά κι αν είναι αυτά που εκείνη την στιγμή συμβαίνουν πίσω από αυτά τα κλειστά μάτια, παρόλα αυτά πρόκειται για αγάπη και ζηλεύει. Την νιώθει την χόβολη της γυναίκας που κάθεται άκρη-άκρη στην καρέκλα σαν κοριτσόπουλο, έτοιμη να εκτιναχτεί προς την εξώπορτα άμα χτυπήσει το κουδούνι αυτός που περιμένει.

Άνοιξε στο φως το παραθύρι
Δέσε μια κορδέλα στα μαλλιά
Βάλε το λουλούδι στο ποτήρι
Να γεμίσει η κάμαρη ευωδιά.

Το καλό τραπεζομάντηλο νιώθει ξαφνικά πιο μαραμένο από το τριαντάφυλλο στο ποτήρι. Λερωμένο χωρίς να φταίει. Ποθεί ένα χέρι να μετακινήσει τα πιάτα, να τα βάλει παράταιρα εδώ κι εκεί καλύπτοντας τα σκορπισμένα σημάδια από χαρούμενες παλιές μέρες.
Η γυναίκα ανοίγει τα μάτια της. Το βλέμμα της είναι πεσμένο. Κοιτιούνται. Το τραπεζομάντηλο με αγωνία προσμένει μια κίνηση. Η γυναίκα πετάγεται όρθια και μαζεύει, αφρίζοντας, το πιάτο του γιού της, τα αστραφτερά μαχαιροπήρουνα που προορίζονταν για εκείνον, το ποτήρι που ήταν εκεί για τα χείλη του, και το λευκό πανί που θα τον ταξίδευε. Βγάλε κι άλλο πιάτο απ' το τραπέζι, τραγουδάει παραφράζοντας το τραγούδι στο ραδιόφωνο. Το λέει και το ξαναλέει και κάθε φορά η φωνή της μπουκώνει κι άλλο. Δεν θέλει το τραπεζομάντηλο καινούργιο δάκρυ, νέο βρεγμένο νησί. Παρακαλεί να μείνει απόψε η κυρά του μόνο στο τραγούδι. Βγάλε κι άλλο πιάτο απ' το τραπέζι.
Το καναρίνι κελαηδάει δυνατά και σκεπάζει τα πάντα.
Η γυναίκα χάνεται πάλι κι επιστρέφει με το λάπτοπ που της χάρισε ο γιος της φεύγοντας στο εξωτερικό. Το κρατάει και το μεταφέρει σαν βρέφος που φοβάται πως θα της πέσει. Μαλακά εναποθέτει το λάπτοπ στη θέση του πιάτου του. Πατάει το κουμπί, να ξυπνήσει ο ηλεκτρονικός γίγαντας που με τα δυνατά του χέρια θα τραβήξει και θα φέρει κοντά μάνα και γιο σε ένα κυριακάτικο οικογενειακό γεύμα εξ αποστάσεως.

Νοέλ Μπάξερ

Σ.σ. Οι στίχοι είναι του Λευτέρη Παπαδόπουλου από το γνωστό τραγούδι σε μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου.

 

 

Έψιλον Ύψιλον...

Το Έψιλον και το Ύψιλον, από την ελληνική αλφάβητο τα δύο γράμματα, πιάστηκαν χεράκι-χεράκι και ξεκίνησαν τη βόλτα τους. Κρατούσαν από ένα βαλιτσάκι με ρόδα. Για εκεί που πήγαιναν το καλαθάκι με τα φαγώσιμα της Κοκκινοσκουφίτσας θα ήταν προτιμότερο, αλλά προέρχονται από ένα παλιό αλφάβητο που γεννήθηκε πριν ακόμη και από τα παραμύθια της Χαλιμάς. Τα ρόδα τα προόριζαν για τους τυχερούς ανθρώπους που θα τους έφερναν την ευτυχία. Την απίστευτη τύχη να είναι ευτυχισμένοι.
Το πρόγραμμα της διαδρομής τους για την συγκεκριμένη μέρα το είχαν γραμμένο σε ένα χαρτί από διαφημιστικό μπλοκ. Τον τελευταίο καιρό ήταν πλέον τόσο λίγοι οι άνθρωποι που επισκεπτόντουσαν, που θα μπορούσαν να είχαν γραμμένα τα ονόματά τους στην εσωτερική μεριά της παλάμης τους. Θα  χώραγαν. 
Για σήμερα είχαν γραμμένο στο χαρτί τους μόνο τέσσερις λεξούλες: το καράβι του Νώε.
Ανεμίζοντας το χαρτί, τα βαλιτσάκια με τα ρόδα και τραγουδώντας λα-λα-λα, τα γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου που φέρνουν την ευδαιμονία, την ευφορία και την ευτυχία, ξεκίνησαν τον δρόμο τους.
Να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους.
Καθοδόν κοιταζόντουσαν και χαμογελούσαν το ένα στο άλλο σαν ερωτευμένοι. Το ήξεραν επειδή τους το έλεγε ο κόσμος, πως η συνεύρεσή τους στην αρχή μίας λέξης δημιουργεί ένα ερεθιστικό θέαμα. (Κάποιοι άλλοι άνθρωποι αδιάφοροι στους λεπτούς ερεθισμούς, θεωρούν πως η παρέα του Έψιλον με το Ύψιλον δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που πρέπει να κατασταλεί.) Πράγματι, όποτε συναντώνται τα δύο γράμματα στην αμμουδιά μιας μακριάς λέξης, τρέχουν και κάνουν την δαιμονία ευδαιμονία, την τυχία ευτυχία και την φορία ευφορία. Ανοίγουν το βαλιτσάκι τους όπως οι παλιές μαμμές, παίρνουν από μέσα μια χούφτα ροδοπέταλα και τα σκορπάνε πάνω στον άνθρωπο που κάνουν ευτυχισμένο. Τον αλατοπιπερώνουν με χαρά. Ύστερα πιάνονται ξανά χέρι με χέρι και πάνε στην μακριά λέξη του διπλανού του, να κάνουν κι εκείνου την δαιμονία ευδαιμονία. Πριν προλάβει το κακό, και γίνει κακοδαιμονία.
Το Έψιλον και το Ύψιλον είναι ο Σάκης και ο Λάκης της ελληνικής αλφαβήτου. Η Ρούλα και η Σούλα στο θηλυκό γένος. Είναι τα γράμματα που παραδοσιακά ανήκουν στα λαϊκά στρώματα αφού η ευτυχία, θεωρητικά, ανήκει σε όλους. Συχνοί επισκέπτες της φτωχολογιάς παρά το επίσημο τελικό γράμμα «ν» που τους είναι φορεμένο σαν λινό άσπρο γάντι από μια αρχαΐζουσα εποχή που σήμερα φαντάζει όπως ένα μοντέρνο σαλονάκι στολισμένο με σεμέν.
Αυτά ως χθες.
Σήμερα είναι τα γράμματα της αλφαβήτου τα σε μεγαλύτερη απόσταση από τον άνθρωπο. Η ευδαιμονία, η ευτυχία και η ευφορία είναι πιο μακριά από τον μέσο Έλληνα από όσο πίσω στο χρόνο θυμούνται οι νέοι, οι κάπως νέοι και οι λιγότερο νέοι σε ηλικία. Τα εύκολα χρόνια γίνανε δύσκολα. Στις γειτονιές, παραταγμένα σε στρατιωτικό σχηματισμό, τριγυρνάνε πλέον το Δέλτα και το Σίγμα με το υπερήφανο Ύψιλον στη μέση σαν κρατούμενος. Δυσκολία, δυσχέρεια, δυσφορία.
Μόνο το Έψιλον και ένα ελεύθερο Ύψιλον μπορούν να τα βάλουν μαζί τους!
Στο χαρτί που ανεμίζουν ανέμελα, το Έψιλον και το Ύψιλον έχουν γραμμένη την μυστική τους αποστολή. Έφτασε στα αυτιά τους επιτέλους πως στο αμπάρι του καραβιού του Νώε βρίσκονται πολλοί δυστυχείς Έλληνες συνωστισμένοι και πάνε όπου τους πάει το κύμα και ο τυφλός καπετάνιος. Μια και δυο, έκρυψαν τα «ευ» τους, τα εύσημά τους και τα ρόδα, πήραν την φάτσα δύστυχων πριν τους ευτυχήσουν, και πήγαν να περιμένουν το καράβι του Νώε σε μια βραχονησίδα που η καρδιά της είναι τραυματισμένη από ένα κοντάρι σημαίας χωρίς την σημαία.
Έκατσαν στο βράχο σαν γλάροι και περίμεναν υπομονετικά. Περνούσαν οι ώρες. Τα ρόδα στο βαλιτσάκι είχαν ζαλίσει τα δυο γράμματα με το άρωμά τους, το ίδιο και ο ήλιος που τα χτύπαγε κατακούτελα. Μια παλιά ξεχαρβαλωμένη δασεία πάνω από το Ύψιλον πόση σκιά να προσφέρει; Παρά την θερμοπληξία τους, το ένα γράμμα κοίταζε το άλλο όπως οι παράνομοι εραστές που πάνε να κάνουν αταξία. Ίδια με γραμματάκια σχολιαρόπαιδα που ετοιμάζονται για την πρώτη τους φορά. Το Έψιλον που προηγείται στην αλφαβήτα και θεωρεί τον εαυτό του πιο σπουδαίο, αγριοκοίταξε το Ύψιλον που ήταν έτοιμο να κρυφτεί στην λέξη του ύπνου.
«Ξύπνα, Ύψιλον!», του είπε δυνατά.
Πέρασαν έτσι άπραγα κι άλλες πολλές ώρες. Το Έψιλον κοίταξε το ρολόι του και συνοφρυώθηκε. Το Ύψιλον χασμουρήθηκε. Κόντευε να το πάρει ο ύπνος.
«Να το!» φώναξε το Έψιλον ταράζοντας το διπλανό του γράμμα. Σηκώθηκαν όρθια κι άρχισαν να χειρονομούν προς το πλοίο, να τους δει ο τυφλός καπετάνιος. Εκείνος τους άκουσε και σταμάτησε. Στο δρόμο της θάλασσας έμεινε για λίγο το πλοίο του ακυβέρνητο. Τα δυο τους, άρπαξαν γρήγορα τα βαλιτσάκια τους κι επιβιβάστηκαν στην παμπάλαια ξύλινη κιβωτό που βγήκε εκ νέου στα πέλαγα. Τα οδήγησαν στο αμπάρι με τους φυλακισμένους Έλληνες. Υποχώρησε κι άνοιξε μπροστά τους η μεταλλική χοντρή πόρτα του αμπαριού που είχε χοντρύνει κι άλλο από τα πολλά στρώματα λαδομπογιάς.
Μέσα, τα υποδέχτηκε η μυρωδιά από πεθαμένα όνειρα. (Το ανθρώπινο δάκρυ είναι άοσμο.) Το Έψιλον και το Ύψιλον κόλλησαν το ένα δίπλα στο άλλο και σαστισμένα κοίταξαν γύρω τους στο αμπάρι την πολλή δουλειά που τα περίμενε.
«Πώς έγινε έτσι ο κόσμος;», ρώτησε ψιθυρίζοντας το Ύψιλον.
«Άμα ο καπετάνιος είναι τυφλός και οι μούτσοι ξένοι, τι περιμένεις!» σχολίασε μέσα από το δόντια του το Έψιλον.
Τσαλαβουτώντας στα δάκρυα των ανθρώπων, που άχνιζαν, τόσο φρέσκα, τα δύο γράμματα της αρχαίας αλφαβήτου άρχισαν να διασχίζουν τις πυκνές γραμμές των σημερινών Ελλήνων.
Χέρια τεντωμένα ζητούσαν ελεημοσύνη ένα ρόδο.
«Πρέπει οπωσδήποτε να μείνουμε μαζί. Κοίτα μη χαθείς!» προειδοποίησε το Έψιλον. «Μόνο εμείς μπορούμε να φέρουμε σε αυτούς τους ανθρώπους την ευτυχία, την ευδαιμονία και την ευφορία που χρειάζονται.»
«Και την ευζωία!», θύμισε το Ύψιλον.
«Πού την θυμήθηκες! Εδώ κόντεψα να την ξεχάσω εγώ!» απάντησε το Έψιλον που πάντα έπρεπε να έχει τον τελευταίο λόγο στην κουβέντα τους.
Διέσχιζαν το αμπάρι με δυσκολία, όμοια με τους ροκ σταρς που εμποδίζονται από τους θαυμαστές τους μετά από συναυλία, και σκορπούσαν ρόδα. Άνθιζε ένα χαμόγελο όπου έπεφτε ένα ροδοπέταλο. Τα πρόσωπα των ανθρώπων φωτίζονταν από χαρά. Η ευφορία ακολουθούσε τα δυο γράμματα σαν φως από προβολέα.
Με αυτά που είδαν στο αμπάρι, το Έψιλον και το Ύψιλον θύμωσαν που ανήκαν στο ίδιο αλφάβητο μαζί με τα γράμματα που δημιουργούν τις λέξεις κρίση, πρόβλημα, δουλειά, χρήματα, ανάγκη. Το προτιμούσαν, συνειδητοποίησαν, που βρίσκονταν ανάμεσα στον κόσμο και μοίραζαν τους καρπούς του ευ τους. Αυτή τη μέρα, στο αμπάρι του Νώε, τα παμπάλαια γράμματα μπήκαν σε άλλη εποχή. Μέχρι να φτάσουν ως την άλλη άκρη του καραβιού, είχαν αλλάξει. Στη διαδρομή, κάπου εκεί μέσα, έχασαν είκοσι δύο γράμματα και το άσπρο λινό γάντι τους. Ήρθαν πάλι κοντά στους ανθρώπους.

Νοέλ Μπάξερ

 

Μια μετανάστρια απ' τις Κυκλάδες...


Η φίλη μου μιλάει με ενθουσιασμό γι' αυτήν. Είναι η καινούργια φίλη της, το παιδί που δεν έχει και ίσως θα ήθελε, ο νέος σκοπός της ζωής της, κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο. Την ακούω, όπως θα άκουγα μια νέα μαμά να μιλάει για το μωρό της, με σχετική προσοχή αφού τα ίδια λέμε όλες.
Κάθομαι λοιπόν φρόνιμα και παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον πόσο όμορφα διαλύεται η κουταλιά μέλι στο καυτό τσάι μου. Θαυμάζω με τι αρχοντική άνεση, .πόσο γλυκά γίνεται αυτό κι απορώ επειδή συμβαίνει χωρίς την ανθρώπινη μεσολάβησή μου. Στον αιώνα μου έχουμε μάθει τίποτα να μην γίνεται χωρίς τον άνθρωπο, κι εγώ απλώς κρατάω το κουτάλι στον αέρα και κοιτάω ένα μέλι να ενώνεται με ένα τσάι. Η ανθρώπινη επέμβαση δεν αργεί. Σκέφτομαι πως αυτό που βλέπω το χρειαζόμαστε: μια σταγόνα ευφορίας να λιώνει μέσα στη μερίδα της ημέρας μας. Μας λείπει αυτή η μελωμένη σταγόνα που θα κάνει την καθημερινότητά μας πιο γλυκιά, αφού η επιθυμία είναι όχι μόνο να επιζήσουμε από την Κρίση αλλά να επιζήσουμε με έστω λίγη χαρά.
Χαρούμενη η φίλη μου συνεχίζει να μου μιλάει για την μικρή της Κυκλαδίτισσα.  Μικρή σε μέγεθος και πολύ μεγάλη σε ηλικία αφού πρόκειται για ένα κυκλαδικό ειδώλιο ξέμπαρκο που βρέθηκε θαμμένο σε ένα αρχείο κάποιας βιβλιοθήκης ιπποτών. Στεκόταν πάνω σε μια καλογραμμένη αράδα. Μου δείχνει η φίλη μου την παλάμη της για να μου πει πως είναι τόση δα, χωράει στο χέρι της. Αυτό που βλέπω εγώ είναι πως είναι τόσο μεγάλη όσο η γραμμή της ζωής της. Την ανακάλυψε στη βιβλιοθήκη, χαμένη σε ένα βιβλίο με διάφορα σκόρπια αρχαιολογικά ευρήματα. Περιφερόταν το ειδώλιο πολλά χρόνια αφού το βιβλίο είναι παμπάλαιο. Με το που την είδε η φίλη, ανέλαβε να την φροντίσει σαν να μαζεύει αδέσποτο. Την διάλεξε, μου είπε, γιατί την συγκίνησε. Όπως διάλεγε ο κόσμος Σερβόπουλα στον πόλεμο της Βοσνίας στο Κόσοβο. Από φωτογραφίες.
Ζητάω να τη δω και μου τη δείχνει στο κινητό σαν να μου δείχνει γκόμενα. «Δεν είναι κούκλα;» μου λέει.
Από την οθόνη του κινητού με βλέπει μια μικρούλικη γυναίκα καμωμένη από λευκό μάρμαρο, μια μετανάστρια του χρόνου από άγνωστη πατρίδα, αρπαγμένη βίαια από τον τόπο της, χωρίς μεταναστευτική πολιτική και τούτη. Το άγνωστο κυκλαδικό νησί της τραβάει την πορεία στο μέλλον του, χωρίς εκείνη, σαν να έχασε μία επιβάτισσα. Την περιφέρανε όπου θέλανε με το ζόρι, θα την έπιασαν πολλά ξένα χέρια, την ψαχούλεψαν, και στο τέλος κατέληξε στον σκοτεινό κόσμο ενός κλειστού χάρτινου κουτιού. Σε ένα κάστρο ιπποτών. Καθόλου ιπποτικά, στην αποθήκη του.
Την παρατηρώ εξονυχιστικά σαν σωματέμπορας.  Με τα χέρια διπλωμένα στην κοιλιά της προστατεύει το φούσκωμα μιας εγκυμοσύνης ή πρόσφατης γέννας, προδίδοντας έτσι πως στο δράμα της υπάρχει κι ένα παιδί. Αυτή η άγνωστη μαρμάρινη γυναίκα, η αδέσποτη, η ανένταχτη στον κόσμο μου, που δεν έχει όνομα ούτε τόπο, που κανείς μάλλον δεν θα μάθει ποτέ από πού προέρχεται και πού ανήκει, με συνταράζει γιατί σαν το μέλι που ενώθηκε με το τσάι, έτσι κι αυτή ενώθηκε με σημερινές μετανάστριες που συναντώ στο δρόμο. Κάποιες από αυτές, ανακαλώ, έχουν παρόμοιο φούσκωμα, εγκυμοσύνης ή μητρότητας.
Η γυναικεία μορφή του μαρμάρινου ειδωλίου είναι μια μετανάστρια του χρόνου. Ο προϊστορικός τεχνίτης την έκανε μικρόσωμη. Κοντούλα λόγω κακής διατροφής ή επειδή της ροκάνισαν το μπόι οι αιώνες. Μπορεί, ακόμη, να έπεσε η καημένη σε τσιγκούνη τεχνίτη που υπολόγισε το μάρμαρο, ή ο τόπος όπου γεννήθηκε να έβγαζε μόνο μαρμαράκια. Την φρόντισε ο τεχνίτης της όμως. Με την στοργή Αφρικάνας μάνας, της χάραξε τα δαχτυλάκια στα πόδια, ένα-ένα με προσοχή, να είναι ίσια και περιποιημένα. Όμορφα. Μην ξέροντας, της έκανε τα πόδια τεντωμένα και κλειστά στην στάση του Σταυρωμένου. Οι μύτες των ποδιών τεντωμένες σαν να χορεύει. Η μία μύτη. Η άλλη έσπασε πάνω στον χορό. Χάθηκαν τα ωραία ακροδάχτυλα.
Προετοιμάζοντάς την για μια σκληρή ζωή, ο προνοητικός τεχνίτης της της έκανε το στέρνο αντρικό. Τριγωνικό και πλατύ όπως των προπονημένων κολυμβητών. Παρατηρώ τα στήθη της, δυο βουναλάκια, όμοια με αυτά από άμμο που φτιάχνουμε στις παραλίες. Η μορφή αυτή μού είναι γνώριμη κι όσο την κοιτάζω τόσο πιο γνωστή μου φαίνεται. Με τουρμπάνι ή χωρίς, με πολλά πλεγμένα κοτσιδάκια ή όχι, με μαλλί ξέξασπρο από το οξυζενέ, οι μετανάστριες χορεύουν στις μύτες στην στάση του Εσταυρωμένου χωρίς σταματημό σε έναν αέναο χορό του Χρόνου. Ξαπλωμένη ανάσκελα στη γη της, η μαρμάρινη μετανάστρια κοιτούσε τον ίδιο ήλιο. Η ίσια μύτη της θα έδειχνε την ώρα στο ηλιακό ρολόι που δεν άλλαξε από τότε, παραμένει ίδιο και χωρίς τικ-τακ δείχνει ότι ο χρόνος για κάποιες γυναίκες κυλάει στάσιμος. Πολλές γυναίκες έξω από την καφετέρια μας αυτή την στιγμή σφίγγουν τα χέρια πάνω από την φουσκωμένη τους κοιλίτσα παρακαλώντας μας κάτι σε μια γλώσσα που δεν κατανοούμε.
Όσο κι αν το προσπαθήσει η φίλη μου, είμαι βέβαιη πως το ειδώλιο της δεν θα μαρτυρήσει την καταγωγή του. Χωρίς συντρόφους να μιλήσουν γι' αυτήν, άλλα ειδώλια, και δίχως προσωπικά αντικείμενα να προδώσουν τις συνήθειές της, αφού δεν αναφέρονται κτερίσματα που ανακαλύφθηκαν παρέα, θα κρατήσει την ιστορία της μυστική από εμάς. Το ξέρω αυτό από τις μετανάστριες της εποχής μου. Κόντρα στην ιστορική έρευνα, μου φαίνεται πολύ αξιοπρεπές η ξέμπαρκη γυναίκα στο υπόγειο των ιπποτών να κρατήσει την ιστορία της για τον εαυτό της. Είναι αστεία η απαίτησή μας να γνωρίσουμε σε αυτή τη γυναίκα και άλλο περιεχόμενο. Κι ας είμαι άνθρωπος που θέλω να ανακατεύω το μέλι μου, δίνω το δικαίωμα στο ειδώλιο και την αλήθεια να παίξουν μαζί μου κρυφτούλι. Δεν θα τις βρω. Ας είναι ένας μοναχικός περιπατητής της Ιστορίας. Ακόμη ένας. Ευτυχώς τούτη από μάρμαρο, από υλικό που αντέχει. Μας χωρίζουν με την μαρμάρινη κυρία χιλιάδες χρόνια κι αυτό μου αρέσει. Τεντώνεται ο χρόνος της στιγμής μου και μεγαλώνει.
Η φίλη μού παίρνει το κινητό από τα χέρια κι ακουμπάει την Κυκλαδίτισσα πάνω στο τραπέζι δίπλα στον λογαριασμό. Η μύτη της μετανάστριας μου απ' τις Κυκλάδες σημαδεύει την ψευδοροφή μας. Η διαπίστωση αυτή μού δίνει τη σταγόνα ευφορίας που χρειάζομαι για σήμερα..
.

Νοέλ Μπάξερ

 

Νέο μεταναστευτικό κύμα στη χώρα του Κρόνου...

Είμαι μαθημένη να με εγκαταλείπουν. Αυτό λέω στον εαυτό μου προσπαθώντας να με πείσω. Όμως δεν πείθομαι γιατί, αντίθετα, έχω μάθει πως ποτέ δεν το μαθαίνεις αυτό. Δεν συνηθίζεται η εγκατάλειψη, ο αποχωρισμός με το ζόρι.
«Είμαι μαθημένη να με εγκαταλείπουν τα παιδιά μου», λέω και ξαναλέω κι όσο να 'ναι ανακουφίζομαι κομματάκι αφού υποτίθεται πως είμαι μαθημένη.
Είναι σούρουπο, κάθομαι ως χώρα στην ακροθαλασσιά, στα παράλια της ηπείρου που κατοικώ, στηρίζω την πλάτη μου στα ψηλά βουνά μου, στον Όλυμπο, τον Σμόλικα, τον Γράμμο, και χάνομαι στις σκέψεις μου αφηρημένα τακτοποιώντας τα νησιά μου. Όμορφα-όμορφα τα βάζω σαν μπιμπελό, σαν μπουμπουνιέρες από παλιές βαφτίσεις, πάνω σε ένα γαλάζιο ύφασμα που κυματίζει σαν την σημαία μου και περιμένει τις νύχτες με φεγγάρι για να ασημίσει και να πάρει αξία. Μεγαλύτερη αξία, και με βοηθήσει έτσι στα άθλια οικονομικά μου. Μήπως με σώσει σαν χώρα. Μειδιώ γιατί είμαι χαρούμενη χώρα όπως ταιριάζει σε μια ηλιόλουστη. Λίγο παραπάνω έξω καρδιά από αυτό που θα άρεσε στις χώρες που νυχτώνει νωρίς, αλλά δεν με νοιάζει. Σκοτίστηκα. Αυτό τους λέω και τώρα, στα δύσκολα, και χαίρονται, το παρεξηγούν πως μοιάζουμε, νομίζουν πως αναφέρομαι στο σκοτάδι τους. Σκοτίστηκα! Το ότι χάνω τα παιδιά μου με νοιάζει εμένα. Ότι, φουρνιές-φουρνιές σαν γέννες, μου τα παίρνουνε χώρες αβάπτιστες σε κολυμπήθρες χάλκινες. Ξένες, ανότιστες από το θαλασσινό αλάτι, που δεν δοκίμασαν το μελτεμάκι μου, τις θεϊκές μυρωδιές του θυμαριού και της άγριας ρίγανης. Χώρες δίχως μαγεία αφού δεν μαγεύτηκαν από τον δικό μου ήλιο που δύει, δύει, δύει, ώσπου κατρακυλώντας από τη μύτη ενός νησιού μου πέφτει μέσα στο νερό της θάλασσας στο σημείο εκείνο που το πρωί πλατσουρίζοντας ζύμωσαν κι άνοιξαν παιδάκια. Στο ακριβές σημείο που σημειώθηκε από τους αιώνες και έψαξαν σπιθαμή προς σπιθαμή, ελέγχοντας και προετοιμάζοντας τη βούτα του ήλιου, γοργονίτσες με βατραχοπέδιλα και μάσκα. Και αυτές παιδιά μου.
Άραγε θα τις χάσω κι αυτές σαν μεγαλώσουν;
Ο Κρόνος που κατάπινε τα παιδιά του για να μην τον διαδεχθεί κανένα λένε πως παλιά κατοίκησε κι αυτός εδώ, στα μέρη μου, πιθανώς στο ίδιο σπιτάκι που κληρονόμησα ρημαγμένο από πολέμους, Τουρκοκρατίες, διωγμούς, πολιτικές ταραχές (ταραχές, αναταραχές και διαταραχές. Από όλων των ειδών). Ίσως εκείνος, λέω, με την ισχυρογνωμοσύνη του γέροντα, να άφησε στον τόπο τον καμένο από τον ήλιο, τον γλυκό μου ξερότοπο, ευχή και κατάρα, αποκοτιά κι εθνική κακία, κάποιος να τρώει τα παιδιά μου. Δεν θέλει να βασιλέψει κανένα παιδί μου.
Αναστενάζω και τακτοποιώ καλύτερα την Χίο που γύρισε κατά λάθος και κοιτάει προς την Τουρκία. Την έφερα πάλι μπροστά, να κοιτάει εμένα. Μυρωδιά μαστίχας μού φέρνει ο αέρας. Χαμογελώ. Πάω στο επόμενο νησί, το πιο κάτω. Το φτάνω. Έχει ακόμα σημάδια από την προσφυγιά της Μικρασίας. Το χέρι μου πληγώνει ένα παλιό καρφί που ξέμεινε πίσω από ένα ξύλινο πορτάκι. Κι ας σήκωσε το βάρος ανθρώπων που κουβαλούσανε μια χαμένη πατρίδα, είναι γερό. Έχει ακόμη τη δύναμη να πονάει. Γλείφω το χέρι μου, δεν θέλω άλλο αίμα.
Κι εκείνα τα παιδιά μου της Μικρασίας και του Πόντου δεν κράτησα, σκέφτομαι. Κι ας με έλεγαν μητέρα πατρίδα. Μου έφυγαν τότε πολλά από την τρύπα της Μακεδονίας. Βαγόνια φίσκα άντρες γερούς. Νοτιότερα, ολόκληρα αμπάρια πλοίων γεμάτα όμορφα κορίτσια, έτοιμες νύφες. Δεν μπόρεσα να τους κρατήσω στο νέο τόπο τους. Δεν ήμουν καλή μητέρα πατρίδα. Ζητώ συγνώμη που υπήρξα μία μάνα που δεν χώρεσε όλα τα παιδιά της. Τόσα χρόνια πληρώνω το τίμημα.
Ψάχνω στο μεγάλο νησί μου την Κρήτη, πάνω στην Ίδη και στη Δίκτη, για την σπηλιά όπου γεννήθηκε ο Δίας, να κρύψω κι εγώ κανα παιδί μου. Με το δάχτυλο ψηλαφώ τα βουνά γυρεύοντας το άνοιγμα της σπηλιάς. Έστω μια βολική σχισμή στο έδαφος να χώσω μερικά παιδιά μου. Γιατί και τώρα πάλι. Ξανά χάνω παιδιά μου. Πίσω από την πλάτη μου ακούω τις ετοιμασίες που γίνονται. Μεγάλες φούριες. Μια νέα γενιά παιδιών μου, μοσχαναθρεμμένα τούτα και καλοσπουδαγμένα, φτιάχνουν βαλίτσες. Θα μου τα καταπιεί ο Κρόνος όπως τα άλλα μου;
Γέρνω το κεφάλι, στο πλάι, να περάσει η ματιά μου ελεύθερη σαν κλωστή μέσα από το μάτι της βελόνας ανάμεσα από νησιά και νησούδια και να φτάσει στο σημείο του ορίζοντα που γράφουν οι χάρτες με κεφαλαίο γράμμα, στο Νότο. Ή στην Ανατολή. Ή στο Βορά. Ψάχνω να ξεφύγω από τα νέα βάσανα με κάτι κεφαλαίο. Καβαλώντας τα κύματα αποφεύγω το μεταναστευτικό κύμα. Με αυτό τον τρόπο μπορώ και δεν βλέπω τον πατέρα που βάζει στον φάκελο με το εισιτήριο του γιού του τα τελευταία χαρτονομίσματα των οικονομιών μιας ζωής, ούτε τη μητέρα βλέπω που καθαρογράφει στην κουζίνα την συνταγή για τα γεμιστά της μαμάς. Δεν μυρίζει το ίδιο ο μαϊντανός χωρίς ήλιο. Χαμηλώνω το κεφάλι. Δεν μπορώ να τους βλέπω. Δεν μπορώ να ξαναδώ. «Είσαι μαθημένη να σε εγκαταλείπουν τα παιδιά σου», μιλάω μόνη μου και, με πείσμα, ίσως και λίγο θυμωμένα, εξακολουθώ να τακτοποιώ τα νησιά μου. Δεν θέλω να ξέρω πώς μυρίζουν τα γεμιστά με μαϊντανό που δεν έχει ποτίσει ο δικός μου ήλιος.
Ψάχνω στη θάλασσα, που θέλει να με σώσει, ένα βραχονήσι, το γυμνό λιθάρι των γλάρων για να το προσφέρω στον Κρόνο να το καταπιεί, να τον ξεγελάσω όπως έκανε η Ρέα. Να γλυτώσω τους Δίες μου.
Θέλω να μην χάσω και τούτα τα παιδιά μου.

Νοέλ Μπάξερ

 

Στον κύβο...

Αλλάζω στάση για να βολευτώ καλύτερα. Τώρα φέρνω τα γόνατα κολλητά στο πηγούνι. Λίγο να τεντώσω τα χείλη μου και θα τους δώσω φιλάκι. Τα χέρια όμως τα αφήνω ελεύθερα, να τα κουνώ όπως θέλω. Μ' αρέσει που ακόμη κρατώ λίγη ελευθερία. Μετακινώ τα χέρια μου άσκοπα για να τη γευτώ χορταστικά. Φτάνω στην ταχύτητα του ξέφρενου μα δεν χορταίνεται η ελευθερία. Καταπονημένη από τόση ελευθερία, σταματώ να ξεκουραστώ. Ας μείνω και λίγο ήσυχη.
Από τον διάφανο πλεξιγκλάς κύβο όπου έχω μπει οικειοθελώς κι έχω κλειστεί, από αξιοπρέπεια, κοιτώ τι γίνεται έξω. Τον έξω κόσμο. Αυτοί είναι η βιτρίνα κι εγώ ο κόσμος όλος. Άνθρωποι περπατούν, χειρονομούν έντονα, φτύνουν το πεζοδρόμιο, φιλιούνται, ψάχνουν τα κλειδιά τους, παίζουν με το κινητό τους, κουβαλάνε σακούλες γυαλιστερές. Ζούνε, ανακοινώνω στον εαυτό μου αδιάφορα. Δεν νιώθω ιδιαίτερη προσμονή για αυτό που με ξαναπεριμένει σαν βγω από το κουτί μου. Στριμωγμένη στον στενό κυβάκο μου, δεμένη σαν φιόγκος, δεν έχω μετακινηθεί χιλιοστό από την απόφασή μου να δοκιμάσω το έσχατο, να αφήσω τον κόσμο να κινείται χωρίς την παρουσία της συνείδησής μου, σπρωγμένη στην απόφαση αυτή από μια στραβιά πραγματικότητα σαν στραβωμένος σωλήνας που συνεχίζει να λυγίζει επικίνδυνα έτοιμος να σπάσει. Μου είναι φανερό πια πως από μόνη μου δεν έχω τη δύναμη να τον συγκρατήσω. Όσο κι αν είμαι πισθάγκωνα δεμένη εδώ μέσα, συνάμα το διασκεδάζω περίεργη να δω ο κόσμος πού θα πάει, ως πού θα το τραβήξει.
Ένα ανακουφιστικό ροζ συννεφάκι είναι το κουτί μου. Μια φιλόξενη μήτρα από την οποία δεν βλέπω τον λόγο να βιαστώ να βγω. Εδώ μέσα επικρατεί ηρεμία, ησυχία και η ζεστασιά της ανάσας μου. Ακούω τους εξωτερικούς ήχους από απόσταση. Ακόμη και οι δυνατές φωνές γίνανε μουρμουρητό. Μόνο οι σπάνιες κραυγές φτάνουν ως εμένα, κι από αυτές όχι τόσο ο ήχος όσο το πάθος, τις στέλνει ως εδώ η δύναμη της εκπνοής. Φωνές δεν ακούω αλλά παραδόξως ακούω τους αναστεναγμούς γιατί τους βλέπω. Βλέπω το στήθος των ανθρώπων να φουσκώνει και ύστερα απότομα να αδειάζει. Με την παρατήρηση έχω μάθει να τα ξεχωρίζω αυτά, άλλο είναι το φούσκωμα και ξεφούσκωμα της ανάσας.
Ξαναλλάζω στάση. Έτσι κοιτώ τον ουρανό. Βλέπω την κοιλιά ενός γλάρου που πετάει από πάνω μου γυρεύοντας την θάλασσα. Δεν βλέπω το κεφάλι του. Καλύτερα, για να μη δω την αγωνία του πουλιού. Αντί αυτής βλέπω μια κομμένη εικόνα από το παρελθόν μου, ένα κίτρινο πούπουλο από το καναρίνι που είχα όταν ήμουν παιδί. Το φτεράκι ακουμπισμένο στην παλάμη μου. Μέσα στον κύβο μου ένιωσα ξανά το βάρος του τίποτα. Μέχρι να ζυγίσω το τίποτα, ο γλάρος πέταξε παρακάτω. Άδειασε ο ουρανός. Κοιτώ το σκέτο γαλάζιο. Την ουράνια θάλασσα. Χώνω το βλέμμα μου για να φτάσω στο βάθος του. Αν έχει ένα όριο ο ουρανός, θα το ανακαλύψω. Ενδόμυχα προτιμώ να μην έχει. Κάτι στον κόσμο μου ας είναι απεριόριστο. Στη λέξη τέλος επιθυμώ να βάλω μπροστά το στερητικό άλφα. Θα περιμένω. Να μην βιάζομαι, συμβουλεύω τον εαυτό μου.
Βυθισμένη στον ουρανό δεν άκουσα βήματα (που έτσι κι αλλιώς δεν τα ακούω στον κύβο της ησυχίας μου) και ταράχτηκα. Θα αναπηδούσα αν είχα χώρο να αναπηδήσω. Κάποιος βρήκε τον κύβο μου να στρογγυλοκαθίσει σαν να κάθεται σε πεζούλι. Ο ουρανός έγινε μπλουτζίν με ραφές και δυο κωλότσεπες. Μετράω τα γαζιά για να περάσει η ώρα και να ξεκουμπιστεί το μπλουτζίν από τον ουρανό μου. Δεν ξέρω αν ακούστηκε εκεί έξω η εσωτερική φωνή μου, πάντως απότομα σηκώνεται και φεύγει. Δεν έχει αφήσει πίσω του τίποτα, διαπιστώνω με χαρά. Ούτε αποτύπωμα ούτε στάμπα ούτε βαθούλωμα. Μόνο λίγη θερμότητα που δεν θα κρατήσει πολύ. Και αυτός τελικά ο άντρας πέρασε από πάνω μου απαρατήρητος.
 Ο ουρανός ξαναέγινε μπλε ουρανί. Μέσα στον κύβο μου χαμογελώ. Πλημμύρισα χαρά.
Θα έρθει αναπόφευκτα η ώρα που θα πρέπει να γεννηθώ γιατί θα είναι η ώρα να ζήσω. Για πόσο ακόμη θα μείνω κλεισμένη σε ένα κουτάκι! Το καθυστερώ αλλά κάποια στιγμή θα πρέπει να βγω. Θέλω να απομακρύνω αυτή την σκέψη αλλά αδυνατώ, μέσα στο κουτί οι σκέψεις μου ζουν μαζί μου.
Ο κύβος σιγά-σιγά γεμίζει με τις σκέψεις μου σαν δεξαμενή που γεμίζει με νερό. Με το δάχτυλο μετράω κάθε λίγο και λιγάκι πόσο ανεβαίνει η στάθμη. Σκέψη έρχεται και στρώνεται πάνω στην σκέψη σαν κλινοσκεπάσματα. Μία σκέψη και μετά άλλη μία. Ανεβαίνει η στάθμη. Φοβάμαι πως στο τέλος θα πνιγώ. Πρέπει να κάνω όνειρα, συμβουλεύω τον εαυτό μου. Θα σωθώ αν κρατηθώ από το σωσίβιο ενός γερού ονείρου, κι ας είναι φουσκωμένο με λόγια από τα λόγια του αέρα. Τα όνειρα δεν είναι τεχνάσματα του μυαλού όπως οι σκέψεις. Έχουν ελευθερία που δυστυχώς για την βολή μου δεν ταιριάζει στον περιορισμένο χώρο ενός κουτιού. Θα μπορέσω να ονειρευτώ κλεισμένη στον κύβο μου; Θα το ανακαλύψω σύντομα.
Ένα όνειρο χρειάζομαι. Ένα καλό όνειρο. Το παραγγέλνω σαν να είναι πίτσα: θέλω να έχει υλικά πολλών θερμίδων και, φυσικά, από πάνω να βάλουν μπόλικη προοπτική γιατί θέλω να πραγματοποιηθεί. Ζητώ επίμονα να έχει γλυκύτητα. Τρελαίνομαι για τα γλυκά όνειρα.
Δεν θα βγω αν δεν βρω πρώτα ένα όνειρο, πεισμώνω. Από μένα θα προέλθει κι αυτό. Πού αλλού θα το βρω μέσα στο κουτί; Σκέψου το γρήγορα αν θες να βγεις, λέω φωναχτά στον μόνο άνθρωπο που έχω, εμένα, γιατί κακομοίρα μου σε λίγο θα αρχίσει να νυχτώνει εκεί έξω και το μόνο που θα βλέπεις θα είναι μια μαυρίλα.
Η μαυρίλα δεν μου αρέσει. Με αγωνία σηκώνω ξανά το βλέμμα ψάχνοντας τον ανοικτό ουρανό μου. Εκεί που ήταν το μπλουτζίν βρίσκω μια γούνα. Λες κι είναι καπό αυτοκινήτου που θερμάνθηκε από την αναμμένη μηχανή, βρήκε στο κουτί μου ζεστασιά μια γάτα και κάθισε. Απλώνει την ουρά της πάνω στον κύβο μου κι αρχίζει να την πλένει. Παρακολουθώ μαγνητισμένη την κίνησή της, πόσο πάει κι έρχεται νωχελικά η γλώσσα της. Ριγώ μέσα στο καβούκι μου. Επιζήτησα να μην φέρω μέσα συναισθήματα, ειδικά όσα προκαλεί η αφή, δεν θέλω χάδια γιατί δεν τα έχω, και ξάφνου μια γάτα που πλένεται συνταράσσει τον κόσμο της ασφάλειας μου, σπάει την απομόνωσή μου σαν κέλυφος αυγού και γκρεμίζει τον κόσμο μου, τα ελάχιστα εκατοστά μου, εκεί στο πολύ λίγο που ζω χωμένη. Τακ-τακ τής χτυπώ το διαφανές πλεξιγκλάς από μέσα. Η γάτα αφήνει για λίγο την ουρά της και με κοιτά. Με το νύχι ξύνει το κουτί. Μη! κραυγάζω. Ο ουρανός μου μετά θα έχει ρωγμές! Την εκλιπαρώ να σταματήσει! Με κοιτάει με σχιστά μάτια και την κοιτώ κι εγώ με σχιστά μάτια. Μελετιόμαστε σαν αντίπαλοι. Είμαι ένα μεγάλο ποντίκι πιασμένη στην φάκα; διαβάζω στα μάτια της πως αναρωτιέται. Καταλήγει πως είμαι αδιάφορο πλάσμα. Βαθιά ανάσα από ανακούφιση. Καταχάρηκα που είμαι ένα αδιάφορο πλάσμα. Επιστρέφει στην ουρά και τη μπουγάδα της. Πλέον την παρατηρώ ήρεμη. Νανουρίζομαι. Μην κοιμηθείς! Κρατήσου ξύπνια! Μόνο με μάτια ανοιχτά είναι και το μυαλό ανοιχτό, μαλώνω τον εαυτό μου. Περιμένεις, καλή μου, ένα όνειρο να έρθει, περιμένεις επισκέψεις. Τον χρυσό μουσαφίρη. Έναν καλό γαμπρό. Τέτοια μελιστάλαχτα λέω για να με πείσω. Η παλιογάτα τυλίγεται κουβάρι πάνω στον κύβο μου και ρίχνει έναν ύπνο. Μένω να παρακολουθώ τον ύπνο της. Τα όνειρα μιας γάτας.

Νοέλ Μπάξερ

 

Παράλληλα βήματα...


Κανένας Γερμανός δεν είχε ρωτήσει τη γιαγιά μου το '41 αν ήθελε να μεγαλώσει παιδιά της Κατοχής. Έτσι και τώρα, κανένας Γερμανός, ούτε άλλος, με ρωτάει εμένα αν θέλω να μεγαλώνω ένα παιδί της Κρίσης. Αυτό σκεφτόμουν βλέποντας στην τηλεόραση, στις ειδήσεις, την Άνγκελα Μέρκελ να βαδίζει στο κόκκινο, κι όχι μπλε θαλασσί, χαλί της Ελλάδας.
Η καλεσμένη μας περπατούσε στο χαλί μας αργά, επίσημα, και μου έδωσε τον χρόνο να σκεφθώ τη γιαγιά μου κι εμένα. Με εκείνη τη γυναίκα που θυμάμαι το πρόσωπό της σαν μια σκιά, κι αυτή αμυδρή, να τρεμοσβήνει στο λυχνάρι της λήθης, βρεθήκαμε ξάφνου να καθόμαστε δίπλα-δίπλα στον καναπέ και να βλέπουμε μαζί  μιαν άγνωστή μας Γερμανίδα να βαδίζει αγέρωχα προς την ζωή μας. Κι ας αγνοώ το πρόσωπο της γιαγιάς μου, μου έμελλε  να γνωρίσω τα συναισθήματά της τότε που στην ηλικία μου τάιζε παιδιά με σχεδόν τίποτε κι έντυνε τα κορίτσια της χρησιμοποιώντας το ύφασμα από τις λουλουδάτες κουρτίνες της.
Ακόμη ένα βήμα της Μέρκελ και πάω ακόμη πιο βαθιά, στα ενδότερα της γιαγιάς μου, φεύγοντας από τα υλικά ανύπαρκτα αγαθά της και πηγαίνοντας στις νύχτες της. Κάθομαι δίπλα της στο κρεβάτι και ψιθυριστά, για να μην ξυπνήσουμε το σπίτι, μιλάμε σαν έφηβα κοριτσόπουλα που συνωμοτούν με έρωτες, μόνο που εμείς μιλάμε για αγάπη. Για άλλους πόθους. Τον πόθο να μην στερήσεις από όσους αγαπάς τα απαραίτητα και ίσως, γιατί όχι;, και κάτι ακόμα.
Άλλο ένα βήμα και βρίσκομαι καθισμένη στο μπράτσο της αγαπημένης πολυθρόνας της γιαγιάς μου που την έσυρε κοντά στο παράθυρο για να προλάβει κι άλλο λίγο ήλιο. Πριν δύσει και κρυώσει.
Από τον κόκκινο δίσκο του ήλιου, κόκκινο σαν το χαλί που πατάει η Γερμανίδα Καγκελάριος, παίρνω με δυσκολία το βλέμμα μου κι επιστρέφω στην οθόνη της τηλεόρασης για να δω τις χειραψίες. Με εμποδίζουν να δω καθαρά οι πάμπολλες ασπρόμαυρες εικόνες από κατοχικά ξυλιασμένα χέρια και χεράκια που τρίβονται το ένα με το άλλο για να ζεσταθούν. «Μην ξεχάσεις να βάλεις τα χέρια της κόρης σου άμα παγώσουν κάτω από την μασχάλη σου», μου λέει το μυαλό μου και του λέω σουτ για να ακούσω πώς αντηχούν στην ησυχία τα «βιλκόμεν» του δικού μας Πρωθυπουργού και του μισού υπουργικού μας συμβουλίου.
«Τίποτε δεν ξεχνώ», καθησυχάζω το μυαλό μου.
Η γιαγιά μου το ακούει και χαμογελάει από την πολυθρόνα της. Γυρισμένη ακόμη  προς το παράθυρο, ψάχνει με το πρόσωπό της την τελευταία ακτίνα της μέρας. Βρίσκω την ακτίνα πρώτη, απλώνω το χέρι και την κρατώ να μην φύγει. Έρχομαι από μια άλλη εποχή και από μια γενιά που όλα της επιτρέπονταν. «Η ακτίνα σου, γιαγιά», της λέω τρυφερά χωρίς να καώ. Την παραλαμβάνει από το χέρι μου και την τυλίγει σαν μαλλί για πλέξιμο, από συνήθεια. Θα πλέξει με την ακτίνα του ήλιου κάλτσες και φανέλες του στρατιώτη. Έτσι λογαριάζει.
Τώρα φεύγουνε μαζί. Οι δύο Πρωθυπουργοί. Πού θα πάνε; Με πιάνει ταραχή. Σηκώνομαι και κλειδώνω την πόρτα του σπιτιού μου. Ξέρω όμως πως δεν θα μπορέσω να κρατήσω απέξω την Κρίση. Σαν τον καπνό της φωτιάς θα βρει τρόπο να εισβάλει. Αναστενάζω. Σέρνω μια καρέκλα της τραπεζαρίας και κάθομαι κοιτώντας την εξώπορτα. Περιμένω το αναπόφευκτο. Φαίνομαι στωική αλλά στην πραγματικότητα δείχνω την ευγένεια του ηττημένου. Βιλκόμεν, θα πω κι εγώ.
Ερήμην μας συμβαίνει, γιαγιά.
Κοιτάω ένα άδειο κόκκινο χαλί στην οθόνη της τηλεόρασης.
Μια άδεια γενιά μού ζητείται να αναθρέψω. Άδεια από προοπτικές, άδεια από καλά προσόντα και με αδειασμένες τσέπες.
Χωρίς να με ρωτάει κανείς αν θέλω, γίνομαι μάνα μιας γενιάς που θα στερηθεί και θα τραυματιστεί. Ενώ η γιαγιά μου στην Κατοχή είχε την λάθος εντύπωση πως είναι κάτι περαστικό και δεν θα αφήσει μόνιμα σημάδια πάνω στο παιδί όπως η βαριά ανεμοβλογιά, εγώ δεν έχω την πολυτέλεια να αγνοώ. Από τις διηγήσεις της μητέρας μου γνωρίζω πώς είδαν τα παιδικά μάτια την Κατοχή. Τρέμω τι βλέπουν τα μάτια της κόρης μου σήμερα. Πιο πολύ από τις εικόνες φοβάμαι τα συναισθήματα, αφού στο καλό σαλόνι της ψυχής συμβαίνουν τα δράματα.
«Ποιος παίζει μουσική;» με ρωτάει η γιαγιά μου με την ακτίνα του ήλιου κουβάρι στα πόδια της. Δεν αναγνωρίζει τον εθνικό της ύμνο και τον γερμανικό δεν θέλει να τον θυμάται. Χαμηλώνω τον ήχο στην τηλεόραση.
Εσύ, γιαγιά μου, νόμιζες πως ανέθρεφες τις κόρες σου με στερήσεις λόγω του πολέμου αλλά μετά τα πράγματα θα συνεχίζανε κανονικά, η προπολεμική ζωή θα ξαναρχόταν κουνιστή και λυγερή, εγώ δεν ξεγελιέμαι. Δεν ήσουν εδώ να την δεις αλλά η ζωή εξελίχθηκε αλλιώς. Μας μάζεψε όλους και μας έδειξε πως δεν μπορείς να πετάς από πάνω σου τους χρόνους και τις εμπειρίες που σε σένα δεν δείχνουν όμορφα σαν φουστάνι που το μπαινοβγάζεις. Φοράνε οι άνθρωποι κάθε χρόνο ένα ακόμη μεσοφόρι. Στα ειρηνικά χρόνια της ευημερίας που θα ακολουθήσουν Κατοχές και Κρίσεις μπορεί να μπούνε από πάνω χλιδάτες φορεσιές, αλλά το τρύπιο τρίχινο μεσοφόρι από κάτω θα τσιμπάει την σάρκα. Ίσως πάντα θα την πληγώνει.
Ίσως πάντα θα πληγώνει το παιδί μου όπως πάντα πλήγωνε τη μάνα μου.
Η γενιά της μητέρας μου βγήκε από την Κατοχή τραυματισμένη. Σε τέτοιο μεγάλο βαθμό που ούτε οι μετακατοχικές  έγιαναν. Τις επιπτώσεις του τραύματος τις είδαμε και συνεχίζουμε να τις βλέπουμε, είναι η Σύγχρονή μας Ιστορία, τόσο σύγχρονη που είναι το ίδιο μας το σπίτι, η οικογενειακή ιστορία του κάθε ελληνικού σογιού. Η υστερία του πλούτου, η μανία τα παιδιά των παιδιών να μην στερηθούν όσα στερήθηκαν οι γονείς τους, η ανάγκη για βόλεμα και κούρνιασμα. Μια ανόρθωση των ιδανικών με ανύψωση του βιοτικού επιπέδου και ταυτόχρονα -πώς γίνεται;- ένα κοινωνικό ξεφτίλισμα.
Η γιαγιά μου στην Κατοχή όταν ακουμπούσε πάνω στο τραπέζι την πορσελάνινη πιατέλα με την μπομπότα και τα καλούδια του Δελτίου δεν τα ήξερε αυτά που γνωρίζω εγώ, η απόγονος. Η μεταγενέστερη γυναίκα. Δεν μπορώ να εμποδίσω την ζωή να κάνει κύκλους, δεν μπορώ να σταματήσω όσα συμβαίνουν πίσω από την εξώπορτά μου, για πόσο ακόμα, γιαγιά, θα ορίζω αυτά που συμβαίνουν στο μυαλό μου;
Το κόκκινο χαλί που πάτησε η Μέρκελ θα το έχουν μαζέψει τώρα, σκέφτομαι. Θα το έχουν κάνει ρολό όπως ανοίγουν μια κονσέρβα σαρδέλες. Πίσω από την εξώπορτα, κρατώντας τσίλιες για να μην μπει η Κρίση, σκέφτομαι αυτό και γελάω.

Νοέλ Μπάξερ

 

Ένα παιδί μετράει τ' άστρα...


Ένα παιδί βγήκε στο μπαλκόνι να μετρήσει τα άστρα. Μπούχτισε να βλέπει στην τηλεόραση κακές ειδήσεις και στο σπίτι του κατσουφιασμένα πρόσωπα. Κοιτάει ψηλά και παρατηρεί τον ουρανό. Τον βλέπει μονάχο και ερημίτη. Τον τελευταίο καιρό, από τότε που ξεκίνησε η Κρίση, ο νυχτερινός ουρανός έγινε ερημοσπίτης. Δίχως το στρόγγυλο φως της σελήνης. Χωρίς τα φωτάκια των αστερισμών. Το παιδί ψάχνει την Μεγάλη Άρκτο. «Τίποτα μεγάλο δεν υπάρχει πλέον σήμερα, αρκέσου στη Μικρή», του λέει μέσα του η φωνίτσα του φόβου του. Φρόνιμα, σαν καλό παιδί, ψάχνει για τη Μικρή Άρκτο. Έχει αρχίσει ήδη να μπαίνει στο ουράνιο στερέωμα της αγωνίας. Τρέμει μήπως, με όλα αυτά που συμβαίνουνε στην οικογένεια του, με το ένα και με το άλλο που χάσανε, το αυτοκίνητο της μαμάς, τα μαθήματα πιάνου, τις ωραίες ξύστρες, του χάθηκε και ο Πολικός Αστέρας. Το παιδί στο μπαλκόνι αγωνιά σαν χαμένος ναυτικός στη μέση της θάλασσας. Νυχτωμένη και κατράμι μαύρη κι αυτή.
Απόψε και τούτο το παιδί είναι ναυαγός. Κολυμπάει μέσα στην ανασφάλεια. Κάθε μέρα, η νύχτα βλέπει κι ένα άλλο παιδί να της έρχεται για να μετρήσει τ' άστρα, και γίνεται ακόμη πιο μαύρη. Έτσι κοκκινίζει η νύχτα όταν ντρέπεται. «Γύρνα πίσω, παιδάκι, στο φωτεινό σαλόνι σου», θέλει να του πει με τη βελούδινη φωνή της. «Στο γαλάζιο φως της τηλεόρασης τράβα γρήγορα, φοβισμένο νοικοκυρόπαιδο». Όμως από τότε που έχασε τα αστέρια της, είναι φυλακισμένη στην σιωπή. Οι νύχτες μιλούνε με τα άστρα, γράφουνε στον μαυροπίνακα του ουρανού με πεφταστέρια, και δεν της έχει μείνει αστέρι. Πλέει στο σκοτάδι. Η σελήνη δεν βοηθάει. Εδώ και μήνες έχει στρέψει το κεφάλι της από λύπη και φωτίζει την άλλη πλευρά, την σκοτεινή της. Ο κόσμος ήρθε τα πάνω κάτω.
Το παιδί επιστρέφει λυπημένο στο σαλόνι και κάθεται δίπλα στην οικογένεια του μπροστά στην αναμμένη τηλεόραση που συνεχίζει να δείχνει τις ειδήσεις. Ξαφνιασμένο αναπηδάει στη θέση του όταν βλέπει ότι η παρουσιάστρια φοράει ένα χρυσό αστέρι  στο πέτο του ταγιέρ της. «Πού βρέθηκε εκεί το μοναδικό αστέρι του κόσμου;» σκέφτεται απορημένο. Η απορία του είναι μεγάλη και μικρή ταυτόχρονα όσο το μπόι του. Ένα μέτρο και κάτι εκατοστά απορία. Το αστέρι τού στέλνει μια αστραπιαία λάμψη. Σταλμένη από τον προβολέα του στούντιο ειδήσεων με αγάπη. Ένα κλείσιμο ματιού με μήνυμα. Είναι ολοφάνερα ένα συνωμοτικό σινιάλο κόντρα στην μαυρίλα των ειδήσεων. Το παιδί κρυφά χαμογελάει. Νιώθει προς στιγμή ευτυχισμένο. Καθησυχασμένο. Γυρίζει το βλέμμα του ένα γύρο στο σαλόνι, στους άλλους, αν το είδανε το σινιάλο και εκείνοι. Ο παλιός κόσμος που ήξερε μπορεί στα φανερά να έχασε την μαγεία του αλλά να που αυτή δεν χάθηκε παρά μόνο κρύφτηκε, βρήκε καταφύγιο σε πέτα και σε σακάκια κουμπωμένα σταυρωτά, σε κοριτσίστικα σκουλαρίκια και σε ζυμαρικά που μυρίζουν φρέσκο βούτυρο. Ο κόσμος έχει αστέρια, κι ας είναι ψεύτικα, κι ας είναι φτιαγμένα από χαρτί. Η ύλη τι σημασία έχει όταν ονειρεύεται ένα παιδί!
Πετάγεται όρθιο και τρέχει έξω στο μπαλκόνι να δει μήπως ήρθανε τα αστέρια πίσω στον ουρανό. Ο πατέρας στρέφει το κεφάλι του, βλέπει το παιδί του για πού το έβαλε και μετά επιστρέφει στην τηλεόραση. Η γάτα όμως με τα σχιστά μάτια συνεχίζει να παρατηρεί το παιδί. Καταλαβαίνει πως βγήκε στο μπαλκόνι για κυνήγι, δεν ξέρει τι πήγε να κυνηγήσει, πρέπει να μάθει, και ξεβολεύεται από το χαλί. Σούρνοντας την κοιλιά της στο παρκέ, μουλωχτά, να μην την καταλάβει το θήραμα αστέρι, βγαίνει στη βεράντα πίσω από το παιδί. Και οι δυο τώρα παρατηρούν τον ουρανό. «Βλέπεις εσύ τίποτα;» το παιδί την ρωτάει σιγανά. Η γάτα χασμουριέται. Βαριέται θανατηφόρα. Το κυνήγι δεν έχει ενδιαφέρον χωρίς τίποτα να κυνηγήσεις. «Ψάχνω αστέρια για να τα μετρήσω», εξηγεί ψιθυριστά το παιδί. Τίποτα δεν υπάρχει στον νυχτερινό ουρανό. Είναι ένας κενός ουρανός όμοιος με άδεια τσέπη. Ένας ουρανός σιωπηλός σαν άδειος κουμπαράς.
«Ξέρω πού έχει αστέρια. Πάμε!» λέει. Παίρνει την γάτα αγκαλιά κι επιστρέφουνε στον καναπέ. Το παιδί κοιτάει το χρυσό αστέρι της εκφωνήτριας και ζηλεύει. Το μετράει ξανά και ξανά. Πάλι και, ξανά, πάλι: «Ένα.» «Ένα.» «Ένα.» Ο νυχτερινός ουρανός αυτού του παιδιού έχει μονάχα ένα αστέρι.
«Τους κερατάδες!», του διακόπτει το μέτρημα ο πατέρας του. Θυμωμένος μετράει τα κομμένα επιδόματα και τα απλήρωτα γραμμάτια. Κάποτε, αναπολεί, μετρούσε δουλειές και, πιο πριν, γκόμενες. Σταματάει να φωνάζει, τρώει πασατέμπο και τον φτύνει δυνατά. Απολαμβάνει το φτύσιμο. Δίπλα του η μητέρα μηχανικά σιδερώνει στα γόνατά της ένα χαρτομάντιλο με την ανάποδη του χεριού της. Από μέσα της κι αυτή μετράει όπως το παιδί της. Μετράει πόσα λιγότερα αγοράζει στον μπακάλη. Κοντά στην στοίβα με τα ασιδέρωτα, βλέπει την στοίβα στενοχωρημένες μέρες. Αισθάνεται οργή. Δεν ξέρει πού να την στρέψει, το χαρτομάντιλο στα γόνατα ίσιωσε καλά, στριφογυρίζει η οργή της όπως το ζάρι στην χούφτα. Κάπου πρέπει να το ρίξει. «Αύριο πάλι θα φάτε φακές!», ανακοινώνει με κακία σε αυτούς που δεν της φταίνε. Ο πατέρας φτύνει ακόμη πιο δυνατά και στέλνει τον πασατέμπο στο πάτωμα. Υπολογίζει με το καινούργιο χαράτσι πόσο από το σπιτάκι του του παίρνουν. «Φτου, κερατάδες!» φωνάζει.
Η γάτα ξέρει πως τελειώνουν οι Ειδήσεις. Το «Φτου, κερατάδες» είναι λίγο πριν από τον Καιρό που λέει η κοπέλα με την κοντή φουστίτσα. Το παιδί το γνωρίζει κι αυτό. Το ξέρει πως σε λίγο θα χάσει το αστέρι. Το μοναδικό αστέρι. Στυλώνει το βλέμμα του στο σβησμένο πέτο περιμένοντας ένα νέο σινιάλο. Μιαν ευχή. Ελπίζει ότι το αστέρι δεν θα φύγει χωρίς να του πει καληνύχτα. «Κυρίες και κύριοι, ευχαριστούμε που μας παρακολουθήσατε» λέει η εκφωνήτρια, φανερά ανακουφισμένη που τελείωσε ένα ακόμη μαρτυρικό δελτίο ανακοινώσεων αντικοινωνικών μέτρων, και σκύβει ανεπαίσθητα προς τα μπρος. Το μοναδικό αστέρι υποκλίνεται.  

Νοέλ Μπάξερ

 

Εγώ θέλω τον χρόνο να κάνει τικ-τακ...

Εγώ θέλω τον χρόνο να κάνει τικ-τακ. Να τρέχει σαν άνθρωπος! Ο αλαφροΐσκιωτος χρόνος που εννέα και κάτι δευτερόλεπτά του είναι αρκετά για να διανύσουν εκατό μέτρα οκτώ άντρες, δεν είναι ο χρόνος που ξέρω και αγαπώ. Δεν τον γνωρίζω τον κύριο! Μου είναι παντελώς άγνωστος. Στο αγώνισμα των 100 μέτρων ανδρών στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου είδα το παραμορφωμένο πρόσωπο του χρόνου. Τεντωμένος, έτοιμος να σκιστεί, ώστε σε κάτω από 10 δευτερόλεπτα να χωρέσει 100 μέτρα απόσταση.
Έτσι τεντωμένος ο χρόνος δεν μπορεί να χαμογελάσει.
Ο δικός μου χρόνος όμως χαμογελάει. Έχει χρόνο για να γελάει. Ξοδεύει τα πολύτιμα δευτερόλεπτά του με την αρχοντιά του χορτάτου χρόνου. Κάποιες φορές τα σπαταλάει είναι αλήθεια και τότε μιλάμε για πολύ χρόνο, ούτε καν για δέκατα ή εκατοστά του δευτερολέπτου. Υπάρχουν όμως και φορές που ο χρόνος μου μένει ακίνητος. Από έκπληξη ή από πόνο, σαν να κόβεται και σ' αυτόν η ανάσα, άλλες φορές πάλι, σαν άνθρωπος, μαθημένος από την συγκατοίκηση με εμάς, απλώς βαριέται να κυλήσει. Είναι ο ανθρώπινος χρόνος που ζω μαζί του. Και μ' αρέσει.
Ο δικός μου χρόνος είναι άλλος από τον υπερφυσικό χρόνο των πρωταθλητών του στίβου. Κάνει τικ-τακ στο ρυθμό των χτύπων της καρδιάς μου. Είναι στα μέτρα μου και σαν και μένα έχει τα χρονάκια του. Μπερδεύει τη νύχτα με τη μέρα. Χωρίς ενοχές.
Τον αφήνω.
Γιατί τον αγαπώ κι ας είναι λάθος.
Με αυτόν τον χρόνο που δε ξέρει από τσιγκουνιές και ακρίβεια, τρέχω τα καθημερινά μου κατοστάρια στο τρίαθλο αγώνισμα μόνο για γυναίκες  «δουλειά-σπίτι-παιδί», με προσωπικό καλύτερο χρόνο είκοσι τέσσερις ώρες. Όσο αθλούμαι, ο λιπόσαρκος χρόνος των πρωταθλητών του στίβου με βλέπει που τρέχω σαν παλαβή και χασμουριέται βαριεστημένος με την αργοπορία μου. Με κοροϊδεύει παίζοντας στα δάχτυλα το χρυσό του μετάλλιο. Μου λέει πως τεμπελιάζω, πως έχω χαλαρώσει επικίνδυνα, πως παραμεγάλωσα, πως υπέκυψα στην θαλπωρή. Πως τάχα δεν είμαι εγώ για κολλητά σορτσάκια. Μου λείπουν κάτι τεντωμένοι μύες, μου συστήνει οπωσδήποτε να κάνω την σάρκα μου να δείχνει σαν σιδερωμένο πανί.
Αψηφώ τον πρωταθλητή χρόνο και συνεχίζω να τρέχω με τα βάρη μου στην πλάτη, με τις πολλές χαρές μου και μια δεκατεσσάρα κόρη. Φαινομενικά το μόνο που με συνδέει με τους άνδρες των εννιά δευτερολέπτων είναι το ίδρωμα. Αλλά κι εγώ έχω έναν στόχο, ένα νήμα που θέλω να σπάσω. Ο δικός μου στόχος είναι γενικός μα ο καθένας στο σπίτι του τον βλέπει για προσωπικό: Το να αναθρέψω, κόντρα στην Κρίση μέσα στην Κρίση, έναν εκκολαπτόμενο πολίτη που ακούσια και ερήμην του ανήκει στη φουρνιά που θα αποκαλείται στο μέλλον «η γενιά της Κρίσης».
Τρέχοντας βλέπω τον Ολυμπιονίκη Μπολτ να με προσπερνάει αλλά δεν με νοιάζει.
Εγώ έχω τον προσωπικό μου αγώνα. Τον δικό μου δρόμο.
Κι ευτυχώς, άλλον χρόνο.
Λυπημένη για το άθλημα που μου έλαχε, βαδίζω τρέχοντας στα χνάρια της γιαγιάς μου η οποία, κι αυτή ακούσια και ερήμην της, ανέθρεψε «παιδιά της Κατοχής». Στιγμές-στιγμές ο φόβος βγαίνει μπροστά από τη λύπη μου. Τότε επιταχύνω γιατί πρέπει ο φόβος να μένει πίσω. Σε παλιά γήπεδα ανακαινισμένα τρέχω, λοιπόν, αγκομαχώντας γιατί πέρα από τα βάρη, τις χαρές και την δεκατεσσάρα κόρη έχω και τις σκέψεις μου, τέτοιες βαριές σκέψεις που ζυγίζουν αφάνταστα πολύ ιδιαίτερα τα βράδια, και θα μπορούσαν να λυγίσουν έως και τον υπεράνθρωπο Μπολτ των 9 δευτερολέπτων, πόσο μάλλον εμένα των 24 ωρών, ...όταν ξάφνου ακούω ένα τικ-τακ να πλησιάζει.
Πλησιάζει κι άλλο, τώρα ακούγεται μόλις πίσω από την πλάτη μου, αντηχεί το τικ-τακ στο ηχείο του κορμιού μου, αναπαράγεται στο χωνί του αυτιού μου, γλιστράει στα φυλλώματα της καρδιάς μου, προσγειώνεται -με επιτυχία- στο σκάμμα της ψυχής μου. Επίτηδες ο συναγωνιστής χρόνος δεν με προσπερνάει. Τρέχει δίπλα μου. Τρέχουμε παρέα. Τικ. Τακ. Τικ. Τακ. Συγχρονίζεται με το βήμα μου και, χαμογελώντας εμψυχωτικά, στρέφεται προς εμένα και μου λέει:
«Κορίτσι μου, με το πάσο σου. Μη φοβάσαι, μαζί θα τερματίσουμε!»
Αυτόν τον ανθρώπινο χρόνο επιλέγω για μένα.
Τις νύχτες κόβω το νήμα του ύπνου με ένα νυσταγμένο τικ. Το τελευταίο τακ χάνεται. Από μία μέρα που γέμισε, επιστρέφει αχρησιμοποίητο. Για μια νέα μέρα...

Νοέλ Μπάξερ

 

Ουδέν κρυπτόν στη λάθος χώρα του ήλιου...

Ξεκίνησε από ένα ουράνιο σώμα πολύ φωτεινό, αυτό που ζωγραφίζουν τα παιδάκια κίτρινο και στρογγυλό, του βάζουν μάλιστα κι ένα μεγάλο χαμόγελο. Ξεκίνησε χαρούμενη όπως όλες οι ακτίνες του ήλιου νομίζοντας πως παντού ο κόσμος είναι το ίδιο φωτεινός. Ήταν μια ηλιαχτίδα με τα μυαλά φουσκωμένα από τόνους γνώσεις μια που ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον, δικαιολογημένα περήφανη που ο γεννήτορας-άστρο της λατρεύτηκε από πολλούς λαούς και σε διαφορετικές λαλιές σε έναν μακρινό πλανήτη, μπορεί και σε άλλους. Γοητευμένη που προερχόταν από έναν θεό ξεκίνησε κι αυτή το δρόμο της. Όπως όλες οι προηγούμενες ακτίνες και, ίσως, και οι μελλοντικές.
Πήρε το δρόμο της μοίρας μιας ηλιαχτίδας.
Στο μακρύ ταξίδι της στο διάστημα είχε όλο τον χρόνο να τα σκεφθεί αυτά. Φοβόταν το σκοτάδι κι έτρεχε. Περνούσε ξυστά από πλανήτες που δεν είχαν φανερή ζωή, τουρτουρίζοντας από την αποφορά της γύμνιας τους. Ούτε στον Ερμή μα ούτε στην Αφροδίτη, που έστω λόγω ονόματος κάτι καλύτερο ήλπιζε να βρει εκεί, είδε την χλιδή που ήθελε για εκείνη, έναν πλανήτη με θερμές σάρκες και όντα με βλέμματα που πετάνε σπαθιά όταν δεν πετάνε φλόγες. Περνούσε απ' έξω από ουράνια σώματα που δεν νιώσανε τα καημένα ποτέ το σκίρτημα του έρωτα, ψάχνοντας για έναν πλανήτη με ζωή, προσέχοντας να μην πέσει πάνω σε κομήτες, δορυφόρους και διαστημικά σκουπίδια και ξοδευτεί μια ηλιαχτίδα.
Κοντεύοντας στη Γη μας, αμφιταλαντεύτηκε πάνω από την Σελήνη. Την τράβηξε η σκοτεινή πλευρά της. Λυπήθηκε για το σβησμένο φως της, είπε. Όμως και αυτή η  ηλιαχτίδα την προσπέρασε, το πρόδωσε το φεγγάρι μας, την τράβηξε παρακάτω ο μπλε πλανήτης με τα ωραία σχέδια της στεριάς. Από ψηλά είδε τις ηπείρους σαν μούντζες. Τη διασκέδασε αυτός ο προκλητικός μικρός πλανήτης που έχει το θράσος να μουντζώνει το σύμπαν.
Ένιωσε ή έλπισε πως εκεί ανήκει.
Κι έτρεξε κατά κει.
Έκλεισε τα μάτια για να μη χαλάσει περνώντας μέσα από τα πέντε στρώματα της ατμόσφαιρας της γης, τα πέντε πέπλα της, και, σαν κοντοζύγωσε στην επιφάνεια του πλανήτη μας με ένα κύμα σιωπής αφού είχε αφήσει τον ήχο της πολλά έτη φωτός πίσω και κουβαλούσε την σιγή της αβύσσου, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να γελάσει. Γέλασε όταν άκουσε από μια ανοιχτή τηλεόραση τους επιστήμονες να μιλάνε γι' αυτήν πως προκαλεί βλάβες, καρκίνους στο δέρμα και ωχρές κηλίδες, ενώ αυτή ήταν μια ταξιδιώτισσα από τον ήλιο που ήρθε για να ζεστάνει τον κόσμο.
Έπεσε σε μια χώρα που φημίζεται για τον ήλιο της λες και είναι δικός της! Με πολλά νησιά, σκορπισμένα εδώ κι εκεί σαν σκόρπια γη μαζεμένη στη μια άκρη της λεκάνης με θάλασσα της Μεσογείου. Μικρά, ταπεινά νησιά που δεν ξεχνάνε πως, και αν ακόμα κάποτε υπήρξαν γη, πλέον δεν ανήκουν στην στεριά. Έχουν συνείδηση πως είναι διαλείμματα της θάλασσας. Και μάλιστα ξερά. Άνυδρα.
Δεν της έλαχε νησί αλλά η μεγάλη πόλη. Έπρεπε κάπου να καρφωθεί για να έχει λήξει το ταξίδι της. Άξιζε και σε αυτή την ακτίνα ένας προορισμός. Το δειλινό θα τερμάτιζε η ζωή της, ήτανε μοιραίο. Το αίμα της δύσης πάνω στην κορυφογραμμή θα σήμαινε μια νέα νεκρή ηλιαχτίδα. Δεν ήθελε να αλλάξει η μοίρα της, ζητούσε μόνο έναν ευγενή σκοπό. Να καταλήξει σε κάποιον προορισμό με ευγένεια και με ένα ωραίο θέαμα να κυλήσει στον ορίζοντα, στο χωνευτήρι των ηλιαχτίδων και χωνί του παρελθόντος. Αντί αυτού, του όμορφου θεάματος, με τρόμο είδε η ηλιαχτίδα να πλησιάζει επικίνδυνα ένας άστεγος ξαπλωμένος σε πεζοδρόμιο, ύστερα ένας επαίτης έξω από την τρύπα του μετρό, και στην συνέχεια μια συμπλοκή με σπαθιά και φλόγες δίπλα στο κενοτάφιο κάποιου άγνωστου στρατιώτη. Ένα αδέσποτο κουτσό σκυλί διψούσε για σκιά, ανθρώπινο χάδι και νερό, με τούτη την σειρά, πιο κει ένα παιδάκι έτρεχε ξεβράκωτο σε ένα βρώμικο σοκάκι και μια μαύρη γυναίκα άπλωνε την πολύχρωμη μπουγάδα της κι ένα πλυμμένο λούτρινο αρκουδάκι σε έναν σχεδόν ανήλιο ακάλυπτο πολυκατοικίας, τόσο ανήλιο που απόρησε η ακτίνα που κόμιζε το φως και τη ζέστα ποιος ήλιος θα τα στεγνώσει.
Λίγα μέτρα πιο πέρα είδε ένα γέροντα σε κάποιο παγκάκι να κλαίει με αξιοπρέπεια κρυμμένος πίσω από μια κυριακάτικη εφημερίδα που είχαν κιτρινίσει ο χρόνος και τα ψέματα, σε ένα πάρκο με σπασμένες κούνιες και ξεχαρβαλωμένες τραμπάλες που δεν είχε ψυχή. Γύρω του ροζ σελίδες ταξίδευαν στον άχρωμο ουρανό μιλώντας για λεφτά και μία Κρίση που δεν καταλάβαινε η απόγονος του ήλιου, μπλε σελίδες πετούσαν στον αέρα με τα διαμερίσματα νιόπαντρων ζευγαριών κι ένα κάρο χαμένα όνειρα, ενώ λευκές σελίδες με μαύρα νέα ποδοπατούσαν άνεργοι περαστικοί.
Στη χώρα του ήλιου βρήκε ελάχιστη χαρά και πουθενά ελπίδα. Σκλήρυνε η ηλιαχτίδα από αυτά που είδε και γιατί ήταν πια μεσημέρι, και προσγειώθηκε σε ένα μπαλκόνι, δίπλα σε μια γυναίκα με μαγιό που έγραφε στο λαπτόπ της αυτό το κείμενο. Δεν χρειάστηκε να προσπαθήσει για να δει τι έγραφε η γυναίκα. Το είχε όλο μπροστά της, καθώς ως ηλιαχτίδα αποτελούσε το φως, κι επίσης το είχε ζήσει. Το δικό της ταξίδι περιέγραφε το κείμενο. Τα χέρια της γυναίκας έτρεχαν στο πληκτρολόγιο και η ηλιαχτίδα τα άγγιξε με περιέργεια να δει αν καίνε. Τότε η γυναίκα σταμάτησε απότομα το γράψιμο και σήκωσε το κεφάλι της. Η κόρη του θεού Ήλιου ένιωσε ντροπή καθώς δεν είδε στα μάτια της γυναίκας αυτά που περίμενε, ούτε τα σπαθιά ούτε τις φλόγες, παρά μόνο δάκρυα.
«Πότε επιτέλους θα νιώσω ξανά χαρούμενη;», μονολόγησε η γυναίκα στο μπαλκόνι.
Όταν η ηλιαχτίδα τελείωνε το ταξίδι της, δυο δάκρυα ξεκινούσαν το δικό τους ταξίδι να βρέξουν τον κόσμο.

Νοέλ Μπάξερ

 

Μα σερ Κριστίν Λαγκάρντ...

Ζε μ' απέλ Νοέλ Μπαξέρ. Σου γράφω από την ελληνική Ελλάδα, και όχι του Νίγηρα, για να σου θυμίσω ότι είμαι εδώ και ακόμη, από τον Μάη, περιμένω μια συγνώμη για την προσβλητική δήλωσή σου στην εφημερίδα Guardian που με έθιγε ως γονιό και με μείωσε αφάνταστα στα μάτια του παιδιού μου. Τώρα που έχουμε την Κυβέρνηση που ήθελες, ας σιάξουμε κι αυτό το άτοπο που, αν και πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα, η μνήμη μου δεν κατάφερε να το διαγράψει μα ούτε η ψυχή μου να το χωνέψει. Ο νους μου δεν χωράει τα λόγια σου, Κριστίν, όσα είπες για την ανευθυνότητα του Έλληνα γονιού και, ιδιαίτερα, για τα παιδιά της χώρας μου και του Νίγηρα, γι' αυτό τα έχω αντιγράψει στην παλάμη μου όπως έκανα στο σχολείο. Τα διαβάζω και τα ξαναδιαβάζω (αυτομουντζώνομαι κανονικότατα, δηλαδή) κάθε φορά και πιο έκπληκτη που κάποιος (εσύ) ισχυρίζεται πως από τόσο μακριά είδε στην οικογενειακή εστία μου μια εστία του κακού, μια αιτία για να εξοριστεί ο άντρας μου στο εξωτερικό για να εργαστεί.

Πράγματι, είδα στην τηλεόρασή μου πως ζήτησες συγνώμη από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και για λίγο ένιωσα περίπου αξιοπρεπής, αλλά όλο αυτό, το ΔΝΤ ολογράφως, είναι πολύ μακρύ, 24 γράμματα, τα μέτρησα, τόσα όσα η ελληνική αλφαβήτα, και κάπου στο δρόμο χάθηκε η δική μου συγνώμη σου. Μάλλον ανάμεσα σε δυο σύμφωνα, πιθανώς στο πι και φι. Πάντως ποτέ δεν έφτασε σε μένα.

Κάθομαι στον καναπέ μου έκτοτε, υπομένω τις Ειδήσεις και περιμένω, με πείσμα, οργισμένη, να μου ζητήσεις την συγχώρεσή μου. Θα είναι ψέμα αν σου πω πως την έχω έτοιμη στο τραπεζάκι δίπλα στην πόρτα. Θα πρέπει, Κριστίν μου, να δώσεις έναν μικρό αγώνα για να μου την πάρεις. Ίσως και μεγάλο. Ως μητέρα έχω γίνει εύκολη στο να συγχωρώ κακές συμπεριφορές, αλλά δεν είσαι παιδί κι εγώ, δόξα τω Θεώ, δεν είμαι η μητέρα σου. Δόξα τω Θεώ θα λες τώρα από μέσα σου κι εσύ, επειδή τότε θα ήσουν ένα υπερχρεωμένο παιδί σαν όλα τα ελληνόπουλα ή ένα υποβαθμισμένο Νιγηράκι χωρίς εκπαίδευση όπως τα παιδάκια της γαλλικής αποικίας σας, με καμιά πιθανότητα, κατά εσένα, να γίνεις αυτό που είσαι. Θα σου αντιστρέψω το νόμισμα και θα κάνω, κι εγώ όπως εσύ, μια δήλωση. Θα σε προκαλέσω πως ίσως να είναι για το καλό της έφηβης κόρης μου αν δεν έχει καμιά πιθανότητα να γίνει αυτό που είσαι.

Από αυτό το μεγάλο που νιώθεις πως είσαι, αναμένω οπωσδήποτε να έρθει μια συγνώμη. Για να μην το ξεχάσεις, αν έχεις την καλοσύνη βάλε την εκκρεμότητα αυτή μαζί με τις επείγουσες νομισματικές κάτω από το πρες παπιέ. Την συγνώμη μου βάλε, εμένα δεν με πειράζει να με πάρει ο αέρας.

Στοπ!! Εγώ θέλω μια άλλη συγνώμη, Κριστίν μου. Από την υπολογισμένη με ακρίβεια λέξη συν λέξη συν λέξη που έδωσες στους συνεργάτες σου, προτιμώ μια συγνώμη με ψυχή. Ανθρώπινη και στοργική από τη Λαγκάρντ γυναίκα και μητέρα. Σαν γυναίκα προς γυναίκα και σαν μητέρα προς μητέρα. Σε αυτή τη γλώσσα ας εξηγηθούμε. Έτσι μιλάμε οι μάνες στη φτωχή Ελλάδα.

Σε αυτή τη γλώσσα έλα μέσα από την τηλεόραση σπίτι μου, όχι μόνο στο δικό μου, στο σπίτι κάθε παιδιού με πατέρα που εκδιώχτηκε από την Κρίση στα ξένα, και εξήγησε στο παιδί μου γιατί ο πατέρας του έφυγε στο εξωτερικό για να εργαστεί και πότε μέρα συν μέρα συν μέρα υπολογίζεις να επιστρέψει. Πότε το παιδί το δικό μου θα ξαναέχει πατέρα σαν τα Γαλλάκια, τα Γερμανάκια και, ελπίζω, τα παιδιά του Νίγηρα.

Όσο σε περιμένω, ως ανεύθυνη θα πιάσω ένα τραγούδι.

Σαλού,

Νοέλ Μπάξερ

 

Η τελευταία Αμαζόνα ανατρίχιασε...

Στο άγγιγμα του άντρα, πρώτα ξαφνιάστηκε και ύστερα αγριεύτηκε η έφιππη Αμαζόνα της τελευταίας, της τελικής μετόπης του Παρθενώνα. Πολεμούσε στη δυτική πλευρά, σε καλή θέση, φάτσα δύση. Πράγματι από κει πάνω είχε χαρεί τις χιλιάδες δύσεις που της είχε υποσχεθεί η αρχαία πόλη της Αθήνας όταν το πάρα πολύ πάλαι ποτέ μεσουρανούσε. Μια πόλη που μεσουρανεί να σου τάζει δύσεις! Τότε η Αμαζόνα το είχε βρει οξύμωρο. Σήμερα, προφητικό. Της το είχαν υποσχεθεί όμως οι αρχαίοι Αθηναίοι, η πέτρα ποτέ δεν ξεχνάει, όταν με το άλογό της την σήκωσαν από το έδαφος και την στήριξαν όρθια ανάμεσα σε δυο τρίγλυφα στην κορυφή του Παρθενώνα (σχεδόν στην κορφή, το αέτωμα είχε το ρετιρέ). Χωρίς να της πουν τότε πως κάποτε θα χάσει τον ουρανό και τ' άστρα και ότι από τα ψηλά θα βρεθεί ξανά στα χαμηλά, στο χώμα.
Η τελευταία Αμαζόνα οργίστηκε, με την εσωστρέφεια της πέτρας αναγκαστικά. Αιχμάλωτη από το υλικό που ήταν φτιαγμένη. 
Την άγγιζαν! Ανατρίχιασε. Ρίγησε η πέτρα. Της ήταν ξένο αυτό το άγγιγμα και δεν ήθελε να του αφεθεί. Η Αμαζόνα ήτανε συνηθισμένη μόνο στο χέρι του αρχιμαρμαροτεχνίτη του Φειδία. Τούτο το χέρι τής ήταν ξένο, σκληρό από υγρά σαπούνια πιάτων, στριφτά τσιγάρα και λάθος χειρονακτικές εργασίες. Ενοχλητικά τραχύ από άγνωστες στην Αμαζόνα μας χειροτεχνίες και χειροποίητα. Βιαστικό λες και υπακούει σε ωράρια. Και εχθρικό. Έτσι το χαρακτήρισε αυτή που η ζωή της ήταν οι άγριες μάχες.
Ο πεσμένος πολεμιστής με τον οποίο μοιραζόταν την μετόπη της, Αθηναίος οπλίτης, όπως της συστήθηκε, την κοιτούσε. Τον είχε ρίξει η Αμαζόνα στο έδαφος της μετόπης με το δόρυ της την στιγμή που πέτρωσε η μυθική πάλη τους, όταν μαζί τους πέτρωσε η στιγμή. Στην στάση αυτή, σε ένα σύμπλεγμα οι δυο τους που κάπως μιμείτο τον μεταγενέστερο Άη-Γιώργη, ο οπλίτης την κοιτούσε ακόμη. Στην ικεσία και στο φόβο, στη ματιά του, διέκρινε τώρα κοροϊδία. Χλευασμό και εκδίκηση. Ο νικημένος νίκησε με τη βοήθεια του χρόνου. Έκανε 2.500 χρόνια υπομονή και να που κέρδισε. Αν δεν ήταν πέτρινος και στριμωγμένος σε μια μετόπη, θα σηκωνόταν όρθιος και θα έδινε το χέρι του για ευχαριστώ στους συντηρητές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και του Μουσείου της Ακρόπολης που τον έβγαλαν από την ήττα του.
«Ρε από μια γυναίκα! Σε νίκησε μια γυναίκα, ξεφτιλισμένε!» τον μάλωνε μέσα από το δόντια του ένας ειδικευμένος εργάτης που πλησίασε στην μετόπη με κράνος. «Μας ντρόπιασες», τον μάλωσε ξανά ενώ τον χάιδευε σκουπίζοντας από πάνω του την σκόνη 25 αιώνων.
«2.500 ταπεινωμένα χρόνια», παραδέχτηκε ο Οπλίτης απολογητικά.
«Τι λες μωρέ;», τον έφερε στην πραγματικότητά μας ο σύγχρονος αρχιμαρμαροτεχνίτης κανενός Φειδία. «Εκείνα ήταν τα ταπεινωμένα χρόνια; Τούτα είναι! Πριν, καλά ήταν. Είχαμε τα επιδόματα.»
Η τελευταία Αμαζόνα περίμενε τελευταία την σειρά της. Υπομονετικά όσο χαϊδευόταν ο οπλίτης. «Δεν μου αξίζει» θα παραπονιόταν εάν είχε κάποιον να την ακούσει. Ο Φειδίας της όμως ήταν μακριά. Ούτε άκουγε πουθενά τον γλυκό λόγο του Περικλή, να την σώσει. Αναλογίστηκε από πόσα είχε διασωθεί σε αυτά τα πάρα πολλά χρόνια έως την αήττητη τωρινή επίθεση. Στις ανατινάξεις του ναού είχε μείνει στη θέση της ακούνητη, επειδή ακριβώς ήταν καλή στο να πολεμάει. Επίσης είχε σωθεί από επιθέσεις πουλιών, από σμήνη και σμήνη πουλιών και λευκά περιστέρια τάχα αθώα, αυτή τα ήξερε από την καλή κι από την ανάποδη. Δεν  αμέλησε, τέλος, η έφιππη Αμαζόνα της τελευταίας μετόπης πως αυτή είχε γλιτώσει από την αρχαιολογική λαγνεία πρότερων ανδρών. Ερασιτεχνών. Είχε γλιστρήσει από το μάτι τους και είχε ξεφύγει ή μπορεί να είχαν φοβηθεί το μυτερό της ακόντιο, μην τους βρει η μοίρα του πεσμένη οπλίτη. Σε αυτό κατέληξε αυτάρεσκα. Γι' αυτές τις νίκες της, για να την τιμωρήσουν οι επίγονοι Αθηναίοι, της άφηναν τον χρόνο να αναλογιστεί τι θα χάσει εκτός από τις δύσεις της και τον ελεύθερο αττικό ουρανό.
Τη χαμένη της δόξα, λοιπόν, θυμόταν όταν ο συντηρητής την έβγαλε απότομα από τις σκέψεις της. Την ενόχλησε εκ νέου θωπεύοντας το γυναικείο της κορμί που, σαν να μαρμάρωσε από φόβο, στεκόταν ακίνητο, και συνέχισε μετά, ο αναίσχυντος, χαϊδεύοντας και το άλογό της που σάστισε και ξέχασε να χλιμιντρίσει. Πεισματικά, για να αμυνθεί, η Αμαζόνα ανακάλεσε το άλλο, εκείνο το αρχαίο άγγιγμα. Και το βλέμμα του Φειδία θυμήθηκε να την καλύπτει σαν βελούδινο ριχτάρι. Ο ξένος άντρας επέστρεψε στην Αμαζόνα. Τελευταία για σήμερα και για πάντα στον Παρθενώνα. Την ξανάγγιξε απαλά. Με τρυφερότητα διέτρεξε με το χέρι του το σώμα της. Ψαχούλεψε κρυφά το στήθος της, το ένα βυζί των Αμαζόνων. Ύστερα, την φύσηξε στο πρόσωπο. Κατάμουτρα. Πλησίασε το κεφάλι του κοντά στο δικό της, στην απόσταση του φιλιού, και την φύσηξε. Η Αμαζόνα δέχτηκε την σύγχρονη ανάσα του 21ου μας αιώνα χειρότερα κι από  σιχαμερή φτυσιά.
«Νικηθήκαμε, καλή μου», της ψιθύρισε ερωτικά ο άντρας, ξεχνώντας πως σε έναν ναό ψιθυρίζουμε ευλαβικά. «Είναι προαποφασισμένο τίποτα να μην μείνει όρθιο». Η Αμαζόνα ρίγησε σύγκορμη στην προφητεία της πτώσης. «Η Ιστορία λύγισε, γονατίζει σαν τον οπλίτη σου», συνέχισε αυτός. «Πέφτουν τα σύμβολα. Μήνα Μάιο, να το θυμάσαι στο Μουσείο. Παραδοσιακά, τον Μάη συμβαίνουν στους Έλληνες οι πτώσεις.» Την περίμενε ώσπου να ριγήσει ξανά. «Μαζί σου σήμερα τελείωσαν οι Αμαζονομαχίες.»
«Εγώ ήμουν μια Αμαζόνα», σκέφτηκε λυπημένη και για πρώτη φορά στα 2.500 μετρημένα χρόνια της ζωής της τα έβαλε με τον γλύπτη που την κάλεσε στην πέτρα από ένα μύθο. Που την έφερε στον Παρθενώνα από τη χώρα των Αμαζόνων χαρίζοντάς της, διόλου αδιάφορο κίνητρο, έναν πορτοκαλί ουρανό. Δεν οργίστηκε γιατί την έκανε από πέτρα, άρα αιώνια, αλλά επειδή η απαράμιλλη τέχνη του της είχε σμιλέψει μια καρδιά.
Καθώς την κατεβάζανε στο έδαφος, αυτή η καρδιά έσπασε.
Ήτανε πρωί. Αργούσε η δύση.
Κρίμα.

Από σήμερα ο Παρθενώνας δεν δέχεται ικέτες.

Νοέλ Μπάξερ

 

Εξοστρακισμός...

Αν δεν το είχε δει με τα μάτια του, αν δεν είχε ζητήσει μάλιστα να το ξαναδεί για να του δώσει την ευκαιρία να αποδειχθεί οφθαλμαπάτη, έστω ένα παιχνίδι του φωτός που ήταν πρόθυμος -βιαστικός- να το δικαιολογήσει τόσες ώρες καρφωμένος κάτω από τον ήλιο, δεν θα το πίστευε. Ισχυρίζεται πως έγινε αυτό επειδή το έπιασε. Εκείνη την στιγμή, ένα μυστήριο πράγμα, κάτι έκανε ένα τσικ μέσα του, ίσως τσαφ σαν ανάφλεξη, και στην στιγμή, ακαριαία, έμαθε πως δεν θα ήταν η ζωή του στο εξής όπως πριν. Γιατί, τώρα, το είχε αγγίξει κι είχε μεταδώσει σε αυτόν ό,τι κουβαλούσε.

Πρώτος ο εργάτης που έσκαβε στην αρχαία Αγορά των Αθηνών βρήκε το κομμάτι του αγγείου με το χαραγμένο ανδρικό όνομα. Μαλακά πέρασε το χέρι του πάνω στην μελανή επιφάνειά του γιατί κατά τόπους διατηρούσε ακόμη λίγη γυαλάδα που τον κάλεσε. Με το τρυφερό πέρασμα του χεριού του έβγαλε από πάνω από το όστρακο, από αυτό το μικρό θραύσμα του αγγείου, αιώνες, πάμπολλα κοιμισμένα χρόνια, σπάζοντας με αυτόν τον τρόπο την κακή συνήθεια το θραύσμα να σωπαίνει -ή μήπως τον όρκο της σιωπής;
Το βρήκε θαμμένο στη γη, καλυμμένο με χώμα σαν να ήταν κεφάλι στρουθοκαμήλου, επιζητώντας έτσι να μην βλέπει πως τα χρόνια πέρασαν και οι εποχές άλλαξαν, πως ήρθε κάποτε ένας Μεσσίας και τρεις μάγοι με δώρα, λιβάνια και τέτοια, δεν μπορούσε να τα μυρίσει σκεπασμένο με το χώμα. Ανακάλυψε το όστρακο ο εργάτης και με τη χαρά του διασώστη το επανέφερε στο φως. Με μια γοργή κίνηση το πέρασε από τον θάνατο στη ζωή, με το ανθρώπινο χέρι του ανακατεύοντας άσχημα τα θεϊκά πράγματα. Συμβαίνει κάποιες φορές να είναι η διατήρηση του θανάτου ίσως ορθή. Με το που το ένιωσε στο χέρι του ήξερε, μα ήταν αργά για να το βάλει πίσω, πως θα προτιμούσε το μελανό όστρακο την ανυπαρξία στο χωμάτινο κέλυφός του. Επειδή στο μεταξύ (μόνο σήμερα) ο Παρθενών του έγινε κρατική εγγύηση για διεθνές οικονομικό δάνειο και ο υπέρλαμπρος ναός της Αθηνάς του γυάλισε σε τραπεζίτες. Πού ο καιρός που μάζευε ικέτες και ιέρειες! Το ξεθαμμένο όστρακο τον βρήκε τώρα να στέκεται γυμνός από το πέπλο του, της τελευταίας πομπής των Παναθηναίων, ένα κουτσουλισμένο μαρμάρινο κουφάρι να αγκομαχά στο χρόνο, τουριστικό μνημείο με κάλπικες Καρυάτιδες που δεν τις άγγιξε αυτές ανδρικό χέρι αρχαίου γλύπτη, ούτε έτρεξε πάνω τους το δάχτυλό του ο Φειδίας να δει αν ο χιτώνας τους σκαλώνει. Γιατί έπρεπε να είναι καλοϋφασμένο το μάρμαρο, όπως τις αξίζει.
Το χάιδεψε λοιπόν ο εργάτης λίγο, πέταξε πέρα την σκόνη και την κονιορτοποιημένη λάσπη από τα ούρα γενεών και γενεών αλήτικων σκύλων που είχαν ποτίσει τη γη του, πριν το παραδώσει στον αρχαιολόγο που στεκόταν από πάνω του με το σαφάρι μπεζ παντελόνι έτοιμος για κυνήγι. Ο αρχαιολόγος επανέλαβε την κίνηση του εργάτη, έβγαλε κι άλλους αιώνες πάνω από το αρχαιολογικό εύρημα, μάλιστα αυτός στην συνέχεια το σκούπισε απαλά πάνω στο σαφάρι παντελόνι του τρίβοντας με το ζόρι την μια εποχή πάνω στην άλλη σε μια φύρδην μίγδην, και γι' αυτό ευτυχώς άγονη, συνεύρεση. Έσκυψε σχεδόν γονατίζοντας για να ακουστεί στο σκάμμα που βρισκόταν ο εργάτης αλλά να μην ακουστεί παραγύρω, και διάβασε:
Κίμων Μιλτιάδου.
«Κίμων Μιλτιάδου» επανέλαβε σαν να συστήνεται σε μια παρέα, τόσο οικεία ακούστηκε στον χώρο της αρχαίας Αγοράς (είχε να ακουστεί κάτι αιώνες), και εναπόθεσε μαλακά το κομμάτι από το μελανό αγγείο στο κασόνι με τα ευρήματα της μέρας.
«Μπορώ να το δω λίγο;», ζήτησε ο εργάτης.
«Τον Κίμωνα του Μιλτιάδου;» ρώτησε για να σιγουρευτεί ο  αρχαιολόγος, όπως θα ρωτούσε έναν ιατροδικαστή που του ζήτησε να δει ξανά κάποιο πτώμα.
Με τέτοια ταιριαστή σε ιατροδικαστή ψυχραιμία, έπιασε κι έβγαλε από το κασόνι το όστρακο και το πρόσφερε στον εργάτη για να το δει ξανά. Έσκυψε από πάνω του και του είπε:
«Ο μπαγάσας εξοστρακίστηκε. Δεν τις καπούλαρε όπως οι σημερινοί πολιτικοί.»
Ο εργάτης περιεργαζόταν το όστρακο του Κίμωνα αμίλητος.
«Βλέπεις, Σταύρο; Τον Κίμωνά μας το 461 πΧ ο Δήμος ψήφισε να φύγει εξορία με αυτό το θραύσμα κι άλλα 5.999. Έξι χιλιάδες συν ένα χρειαζόντουσαν συνολικά. Τον κύριο που κρατάς, έξι χιλιάδες άνθρωποι θέλησαν να φύγει από την πόλη-κράτος τους και έφυγε.» Έφερε ένα γύρω το βλέμμα του μήπως κανείς είναι κοντά και τους ακούει. «Πόσες εκατοντάδες χιλιάδες, στην πραγματικότητα εκατομμύρια αλλά θα πούνε ότι βάζουμε μέσα και τα νεογνά, είμαστε εμείς που θέλουμε να φύγουν αυτοί; Αλλά οι δικοί μας δεν εξοστρακίζονται με τίποτα! Βγαίνουν στα κανάλια.»
«Ίσως έτσι εξοστρακίζεται ο κόσμος σήμερα», το φιλοσόφησε ο εργάτης. «Βγαίνουν στην τηλεόραση και γίνονται ρεζίλι στο πανελλήνιο.»
«Τα κάνανε μαντάρα. Πλίνθοι και κέραμοι, να καλή ώρα σαν τούτο το όστρακο, ατάκτως ερριμμένοι. Ένας λόφος όστρακα! Μα το Θεό τούς αξίζει να ανοίγουνε την εξώπορτά τους και να τους εμποδίζει να βγούνε έξω ένα βουνό όστρακα! Από το πρωί μέχρι το βράδυ θα καθόμαστε σε ένα τέτοιο σκαμνάκι», είπε και έδειξε το σκαμνάκι του, «και θα γράφουμε ονόματα πάνω σε σπασμένα σταμνιά. Χ όνομα, Ψι όνομα, Ωμέγα όνομα, όλοι τους. Οικοτεχνία θα το κάνουμε, θα βάλουμε και τα παιδιά μας να γράφουν. Θα αφήσουν οι συνταξιούχοι το ΠροΠό και θα συμπληρώνουν όστρακα!»
Ο εργάτης γέλασε, ο αρχαιολόγος κούνησε το κεφάλι του.
«Μη γελάς, γιατί θα σε βάλω με το βουρτσάκι να περάσεις ένα χέρι όλη την ανασκαφή! Με τέτοια κομμάτια από σπασμένα αγγεία, όπως αυτό που κρατάς, υπήρχε η Δημοκρατία που υμνούνε και ποθούμε. Έγραφε χαράζοντας ο καθένας το όνομα εκείνου που θεωρούσε πως έπρεπε να φύγει για το καλό του συνόλου. Έτσι απλά. Κι έφευγε! Του έλεγε η φωνή του κόσμου με αυτά τα όστρακα, δεν θέλω άλλο να ακουμπάς τη ζωή μου και ως δια μαγείας γινόταν! Γιατί περί ενός τύπου μαγείας πρόκειται, θα το πιστεύαμε άμα το βλέπαμε εμείς σήμερα; Δεν θα τρίβαμε τα μάτια μας;»
Ο εργάτης συμφώνησε. «Θα τα τρίβαμε.»
Ο αρχαιολόγος κάτι σκέφτηκε και γέλασε. «Υπήρχε κι ο αρχι-μπαγάσας ο Μεγακλής του Ιπποκράτη που εξοστρακίστηκε δυο φορές. Αυτός κι αν θα ήταν... Εξοστρακίστηκε αν και ανιψιός του Κλεισθένη, είχε δηλαδή γερό μέσο, μπάρμπα Πρωθυπουργό που λέμε.»
«Καλά, τους λέγανε να φύγουνε κι αυτοί φεύγανε;»
«Βρε εδώ τον Σωκράτη δεν του είπανε οι φίλοι του να τον φυγαδεύσουν για να αποφύγει το κώνειο κι αυτός είπε όχι γιατί έτσι θα ακύρωνε όσα πρέσβευε στη ζωή του; Οι δικοί μας πολιτικοί δεν τα λένε αυτά ούτε την πρωταπριλιά!»
«Αντί για τα όστρακα, γιατί δεν τους περνούσαν από δίκη αφού είχαν δικαστήρια;»
«Δικαστές και ένορκοι όλος ο Δήμος. Μέιτζορ δίκη, Σταύρο. Υπερδίκη. Σήμερα, όταν λέμε δήμος, μάς έρχεται στο μυαλό το σκουπιδιάρικο που περνάει κάθε ξημέρωμα κάτω από το σπίτι μας και μας χαλάει τον ύπνο μας σαν μουεζίνης. Σκέψου όμως τι καλό θα γινόταν σήμερα, στην εποχή μας, με ένα τέτοιο δα πραγματάκι.»
«Το όνομα που γράφει πάνω κάνει τη διαφορά, αλλιώς είναι ένα σπασμένο κουπάκι,», είπε φωναχτά την σκέψη του ο Σταύρος.
Ο αρχαιολόγος γέλασε.
«Πάλι καλά που έχει γεμίσει η πολιτική με τους γιους και τις κόρες των παλιών βουλευτών και υπουργών», είπε ο αρχαιολόγος και αυτή τη φορά ξεκαρδίστηκε. «Έτοιμο με το όνομά τους θα το έχουμε το όστρακο. Θα το κρατάμε στο συρτάρι για τον επόμενο της οικογένειας. .Έχουμε γίνει και πολλοί πια, πού να βρίσκουμε τόσα σπασμένα κουπάκια κάθε τόσο.»

Επέστρεφε σπίτι του και δεν ήξερε πώς θα της το πει. Είχε πάρει επίτηδες τον μακρύτερο δρόμο, για να σκεφθεί. Να βρει στο μυαλό του όλες τις πιθανές εναλλακτικές οδούς. Όπως συνήθως, προτίμησε τελικά την συντομοτέρα και με το που μπήκε σπίτι είπε στη γυναίκα του: «Γυναίκα, υπάρχει δημοκρατία.»...

Νοέλ Μπάξερ

 

Ο παππούς - Κράτος και η γιαγιά - Πολιτεία...

Ο παππούς-Κράτος και η γιαγιά-Πολιτεία μένουν στην ίδια γειτονιά με μένα, όμως σε άλλο σπίτι.
Η γιαγιά-Πολιτεία έχει μπλε λουλακί μαλλιά και λευκή επιδερμίδα. Είναι νέα στη ψυχή αν και έχει τα χρονάκια της. Περνάει τα χρόνια της με παραμύθια. Λέει πολλά παραμύθια. Πολυλογού και φαγού, φουσκώνει αυτό που θέλει να πει σαν τσουρέκι. Είναι άριστη στο μαγείρεμα, πού και πού τη βγάζουν και στην τηλεόραση. «Η εκπομπή της Πολιτείας» ή κάπως έτσι. Τηλεφωνάει τότε στα παιδιά της, εμάς, να γυρίσουμε κανάλι να τη δούμε. «Παιδιά, τρέξτε», λέμε χαρούμενα στα παιδιά μας τα δυο φορές παιδιά της,  «ελάτε να ακούσετε τη γιαγιά-Πολιτεία». Όταν φουρκίζεται μαζί μας, βγαίνει και φωνάζει από τα μπαλκόνια ότι, ουουου, ξέρει αυτή από παιδιά. Κορδώνεται ότι γνωρίζει απ' έξω κι ανακατωτά πώς να τα χειρίζεται. Αυτό σίγουρα που θυμάμαι ως παιδί κι έχω να το λέω, είναι ότι έχει τον τρόπο να φέρεται σε ένα άτακτο παιδί.
Ο παππούς-Κράτος ζει με τη γιαγιά-Πολιτεία από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου και ακόμη παλιότερα. Αυτός είναι πιο εσωστρεφής τύπος. Έχει μαθηματικό μυαλό, τόσο το λάδι τόσο το ξύδι. Με ένα μπακαλοτέφτερο τον θυμάμαι από πάντα. Ξεκίνησε από λογιστής. Τώρα, στα γεράματα, είναι διαχειριστής, σε αυτόν πληρώνουμε κάθε μήνα τα Κοινόχρηστα. Για ένα φεγγάρι έκανε και τον μηχανικό. Έστησε μάλιστα και μια δικιά του μηχανή. «Κρατική μηχανή» την ονόμασε αλλά δεν δουλεύει καλά. Ποτέ δεν δούλεψε καλά, όχι τώρα που είναι, όσο να 'ναι, πολυκαιρισμένη και θέλει άλλαγμα.
Ο παππούς-Κράτος δεν βγαίνει στα μπαλκόνια, προτιμάει να βγαίνει έξω για ψώνια. Ή για λίγη κουβεντούλα που δεν κοστίζει τίποτα. Όταν πάει στο εξωτερικό για να αγοράσει αέρα κοπανιστό, είναι αστείο αλλά φοβάται μη χαθεί και παίρνει σχεδόν όλο το σόι συνοδεία. Μας πληρώνει όλα τα έξοδα, τζάμπα είναι, λέμε, κι όλοι τρέχουμε.
Χούι του, σήμα κατατεθέν, το να σφυρίζει ανέμελα. Συχνότερα τα παιδιά του τον ακούμε παρά τον βλέπουμε. Κάθε 4ετία τού αρέσει να μας μαζεύει γύρω του, όλα του τα παιδιά, και να παίζει κρυφτό με τα μαθητούδια. Το σφύριγμά του όμως τον προδίδει και τον ανακαλύπτουν τα δυο φορές παιδάκια του κρυμμένο στη γωνία. «Ο παππούς-Κράτος, ο παππούς-Κράτος» φωνάζουν κι από το μανίκι τον τραβάνε έξω. Για να γλυτώσει, και επειδή το χαίρεται ως παππούλης βέβαια, πετάει στον αέρα καραμελίτσες. Γελάει να βλέπει τα μικρά να πηδάνε στον αέρα και να αρπάζουν γυαλιστερά χαρτάκια. Πιο πολύ του αρέσει, λέει, που τους μοιράζει γλύκα. Κι ας τους χαλάει τα δόντια!
Η γιαγιά-Πολιτεία μού 'χει φάει τα αυτιά. «Θέλω εγγόνια» και «θέλω κι άλλα εγγόνια». Τον τελευταίο καιρό την έπιασε ξαφνικά μεγάλη ανησυχία. «Θα σου το πηγαίνω στις κούνιες. Θα σου πλέκω ζιπουνάκια». Λες κι ακούω άλλη γιαγιά! Ο παππούς-Κράτος πιο πρακτικός, συλλογιέται το όνομα της φαμίλιας. Στα οικογενειακά τραπεζώματα μετράει κεφάλια και μας βρίσκει λίγους. «Τς-τς, φθίνουμε, φθίνουμε» λέει, κουνάει το κεφάλι του σκεπτικός και του κόβεται η όρεξη. «Τι το κουνάς, παππούλη;» θέλουμε τα παιδιά του να του πούμε. «Ξεχνάς τότε που ερχόμασταν τα παιδιά σου και σου λέγαμε πώς να τα βγάλουμε πέρα με παιδιά χωρίς δουλειά;» «Δυο το λάδι - δυο το ξύδι», μας απαντούσες -θυμάσαι;- «σας φτάνουν και σας περισσεύουν». Εμ, τα παιδιά δεν φορούν ξύδι για παπούτσια, παππούλη! Κάτσε λοιπόν εκεί που είσαι τώρα, αυτοί είμαστε, λίγοι είμαστε, μην σε κουράζουμε και στο μέτρημα.

Καλύπτει μυστήριο τα οικονομικά του παππού-Κράτους και της γιαγιάς-Πολιτείας. Μια ζωή παραπονιούνται ότι ζουν στη φτώχεια κι ότι τα φέρνουν βόλτα με χίλιες δυο θυσίες. «Τι είμαι εγώ», λέει ο παππούς, «ένα φτωχοΚράτος». Εμείς τους φταίμε για τη μυστήρια φτώχεια τους, τα σπάταλα παιδιά τους, κι όχι το στραβό τους το κεφάλι που τόσα χρόνια δεν βάλανε ούτε ένα κέρμα στην άκρη. Από τη μια αδέκαροι κι από την άλλη ζούνε στο χρυσάφι, γι' αυτό σου λέω, τα οικονομικά τους είναι μυστήριο. Άμα πάμε να πούμε κάτι, κάτι να τους ζητήσουμε κι εμείς σαν παιδιά τους τέλος πάντων, μας κατηγορούν ότι είμαστε αχάριστοι. Να, σαν τότε που έμεινα χωρίς δουλειά. Αν δεν χτυπήσω τη δική τους πόρτα, ποιανού την πόρτα θα χτυπήσω; Του ξένου; Πήγα και τους ζήτησα μια βοήθεια, κάτι. Η γιαγιά-Πολιτεία δεν μπορούσε, λέει, γιατί ήταν πολύ απασχολημένη, φρόντιζε τα «χαμηλά στρώματα». Τα είχε κατσιάσει από το τίναγμα. Και τον παππού-Κράτος τον βρήκα να κοιμάται, πού αλλού, στα «υψηλά στρώματα». Το χέρι στην τσέπη δεν το βάλανε! Ούτε μια καλή κουβέντα, να μου πουν ότι έχω δίκιο βρε αδερφέ. Ε, μετά από αυτό, πες μου, εγώ φταίω αν τους ξεμπροστιάσω στα παιδιά μου τα δυο φορές παιδιά τους; Θα έρθει η ώρα -δεν θα 'ρθει;- που θα μου ζητήσει η μικρή παπούτσια και ο μεγάλος λεφτά για το φροντιστήριο. «Στον παππού σας-Κράτος και στη γιαγιά σας-Πολιτεία να πάτε» θα τους πω. Α, δεν θα τους χαριστώ! Αρκετά! Από τότε που έμεινα χωρίς δουλειά και μου έκλεισαν την πόρτα, άλλαξα, δεν είμαι αυτός που ήμουν. Άλλαξε αυτός που ήξεραν, να τους πεις. Δεν θα τους καλοπιάσω ξανά με καλέσματα, α όχι! Δεν με έχετε ανάγκη, πολύ καλά, μην μου έρθετε όμως πίσω κάποια στιγμή και μου κλαίγεστε «παιδί μου και παιδάκι μου» όταν θα έχετε εσείς ανάγκη σαν Κράτος και Πολιτεία. Γέροντες είστε, άμυαλοι είστε, όλο και θα μου έρθετε ξανά, ξεχνάτε τι έγινε στο παρελθόν;

Σκέψη στο περιθώριο
Κακώς ξεχνάνε τι έγινε στο παρελθόν!

Νοέλ Μπάξερ

 

Θεατρικό σποτ...

Ο νεαρός άντρας κατέβηκε από την ράμπα για τα φορτηγά και μπήκε στη μεγάλη υποφωτισμένη αίθουσα. Τον προϋπάντησε η γύμνια του χώρου. Η αίθουσα είχε το μπετόν της, το τσιμέντο της και τίποτα άλλο. Μόνο σε μια άκρη είδε συγκεντρωμένες κάτι ξεχαρβαλωμένες πολυθρόνες και μερικούς καναπέδες με πεταμένες έξω τις σούστες τους. Νεκροταφείο βελούδινων καναπέδων από αστικά σαλονάκια τού ήρθε στο μυαλό, θυμήθηκε τη γιαγιά του και μελαγχόλησε. Δεν πέρασε καθόλου από το νου του αυτό που ήταν στην πραγματικότητα, ένα νοσοκομείο γερασμένων καναπέδων. Στον χώρο αυτό, που απόψε στα κρυφά τον χρησιμοποιούσαν για να γυρίσουν το ερασιτεχνικό ταινιάκι τους, κάποιος φρόντιζε με αγάπη παλιά έπιπλα.

Γι' αυτήν την αποτρόπαιη γύμνια της επιλέχθηκε η αίθουσα, ως ιδανικό ντεκόρ για να λεχθούν γυμνές αλήθειες. Έτσι κακοφωτισμένη, ταίριαζε επίσης στην μαύρη ψυχική διάθεση του σκηνοθέτη και στους μισοσκότεινους σκοπούς του.

Ο άντρας προχώρησε στο βάθος της αίθουσας, χαιρέτησε το κινηματογραφικό συνεργείο μαγκωμένος και άρχισε να βγάζει τα ρούχα του. Κανείς δεν τον σταμάτησε. Έμεινε τσίτσιδος, πιο γυμνός κι από την αίθουσα (αυτή είχε τουλάχιστον τους καναπέδες της).
«Αλείψτε τον με λάδι!» παρήγγειλε ο σκηνοθέτης. «Τον θέλω να γυαλίζει σαν να έχει τρέξει χιλιόμετρα».
Έτσι είπε και μια κοπέλα που έκανε χρέη μακιγιέρ προσέτρεξε με ένα μπουκάλι ελαιόλαδο. Ξεκίνησε να απλώνει το λάδι στο σώμα του γυμνού νέου σαν να του βάζει αντιηλιακό.
«Και το πουλί;», ρώτησε. Χαχάνισε, το βρήκε αστείο.
«Και το πουλί!» της απάντησε ο σκηνοθέτης. «Θες στην ταινία να βγει θαμπό;»
Η κοπέλα ξαναχαχάνισε.
«Άσε, θα το αναλάβω εγώ» προθυμοποιήθηκε κάποιος από το κινηματογραφικό συνεργείο και πήγε να της πάρει το λάδι από το χέρι.
«Δεν είσαι καλά!» τον έκοψε η κοπέλα και χαχάνισε για τρίτη φορά. «Ένα καπάκι λάδι αρκεί», συνέχισε. «Σιγά το πουλί!»
«Αν ξαναμιλήσουν, να πετάξει κάποιος και τους δυο έξω!» φώναξε μαινόμενος ο σκηνοθέτης. «Δεν θα μου το χαλάσουν αυτοί.»

Λαδωμένος, στεκόταν όρθιος και περίμενε. Όλη αυτή την ώρα, οι άλλοι είχαν στήσει στον χώρο ένα μαύρο ορθογώνιο πλαίσιο και τώρα στερέωναν με πινέζες, μέσα στο πλαίσιο, ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί που έδειχνε την ελληνική Βουλή, μια εικόνα παρμένη από την τηλεόραση.
«Λοιπόν, κοίτα!», τον πλησίασε κι άρχισε να του εξηγεί ο σκηνοθέτης. «Να σου πω τι πάμε να κάνουμε. Αυτό το μαύρο πλαίσιο που βλέπεις, είναι, πες, το περίγραμμα μιας τηλεόρασης. Η τηλεόραση θα δείχνει τάχα μου το ελληνικό Κοινοβούλιο σε συνεδρίαση. Εν ώρα δράσης, τρομάρα μας! Εμείς υποτίθεται είμαστε οι θεατές, το τηλεοπτικό κοινό, και παρακολουθούμε στους δέκτες μας το σήριαλ της Κρίσης. Τι μας κόβουν, τι μας παίρνουν, τι δεν μας δίνουν. Τα βλέπουμε απαθείς γιατί βαρεθήκαμε να βογκάμε. Τρώμε τα σποράκια μας και διασκεδάζουμε με τα χάλια μας.
>Και τότε, Λάκη, Σάκη, Μάκη, Τάκη, .πώς σε είπαμε;»
«Σάκης!»
«Α γεια σου. Σάκης. Και τότε, Λάκη, να τι πετιέται, να τι πετιέται, θα πεταχτείς εσύ μέσα από την οθόνη, παλικάρι μου, και θα λευτερωθείς! Θα ελευθερώσουμε τον Έλληνα! Καλό; Θα κάνεις έτσι με την γροθιά σου, χρατς θα σκίσεις την Βουλή, την Κρίση κι όλους τους παπάρες, θα βγεις έξω και θα αρχίσεις να τρέχεις!»
«Θα τρέχω και θα πάω πού;»
«Κάτσε ντε, θα σου τα πω όλα. Πετιέσαι λοιπόν μέσα από την τηλεόραση κι αρχίζεις να τρέχεις. Τώρα πρόσεξε! Δεν σε θέλω να τρέχεις σαν γυναικούλα ούτε σαν να καίγεσαι. Μπορείς να μου τρέχεις σαν αρχαίος δρομέας; Ε, Τάκη; Σαν αρχαίος δρομέας! Έτσι σε θέλω!
Κοίτα εδώ τι σου έχω. Μια φωτογραφία από βιβλίο αρχαιολογίας. Δες! Ο Δισκοβόλος του Μύρωνα. 450 πΧ. Βρίσκεται στο Μουσείο της Ρώμης, όλοι οι ξένοι τον ξέρουν. Ωραίος; Ωραίος! Κλαίνε οι γριές τουρίστριες μπροστά του! Ολοφύρονται! Έτσι σε θέλω να είσαι όταν θα πεταχτείς ελεύθερος. Πλάτη με γράμμωση, γλουτοί σφιχτοί, .τετράσφιχτοι, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα το θέλω! Δες και τις γάμπες του Μύρωνα! Τις γάμπες σου θέλω να μου τις σφίξεις κι εσύ έτσι. Να φαίνονται δυο μεγάλοι κόμποι όπως στο άγαλμα, .για κάν' το, φίλε Μάκη, να το δω.»
Ο νέος πήρε πόζες μπόντι μπίλντινγκ, μιμούμενος τον Δισκοβόλο.
«Ωραία, λίγες προβίτσες θες και θα μου το βγάλεις», σχολίασε ο σκηνοθέτης ικανοποιημένος.
«Και γιατί πρέπει να δείχνω σαν τον αρχαίο;» αναρωτήθηκε ο γυμνός άντρας.
«Αντιλαβού μηδέν, μου φαίνεται», αναστέναξε ο σκηνοθέτης. «Άκου τι ρωτάς. ...Και το ρωτάς; Σάκη, άνοιξε τα μάτια σου!», διαμαρτυρήθηκε κι άρχισε να τραβάει δραματικά την μπλούζα του και να την ξεχειλώνει. «Ρε Μυρσίνη», γύρισε προς την μακιγιέρ και φώναξε, «τον φλόμωσες στο λάδι και χάζεψε!»
Αναστέναξε και γύρισε ξανά στον γυμνό άντρα. Έβαλε το χέρι του στον ώμο του και μόλις συνειδητοποίησε ότι λερώθηκε από το λάδι, τράβηξε το χέρι του απότομα και το σκούπισε στο μπατζάκι του παντελονιού του λέγοντας:
«Να σου πω γιατί. Οι Γερμανοί θυμάσαι που έβαλαν εξώφυλλο στο περιοδικό το άγαλμα της Αφροδίτης, την Αφροδίτη την κουλή, να μας κάνει χειρονομίες; Εμείς τους απαντάμε με τον Δισκοβόλο!»
«Θα τρέξω και μετά θα κάνω κι εγώ την γνωστή χειρονομία;», ο άντρας προσπάθησε να προλάβει τον σκηνοθέτη.
«Όχι, αγόρι μου. Καμιά χειρονομία εμείς. Εσύ θα κάνεις κάτι χειρότερο. .Θα σκεφτείς!!!!»
Με αυτό, ο σκηνοθέτης εμφάνισε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του μια δεύτερη διπλωμένη σελίδα.
«Φωτοτυπία από άλλο μεγάλο βιβλίο αυτή. «Ο σκεπτόμενος» του Γάλλου γλύπτη Ροντέν. 1880. Δες το άγαλμα και θαύμασε. Μπράβο! Πήγαινε τώρα στην άκρη και αποτύπωσε την στάση του και την έκφρασή του. Γιατί έτσι θα τελειώσει το σποτ μας. Με «κάδρο» σε σένα, τον Νέο Έλληνα, ως ο Σκεπτόμενος του Ροντέν. Αυτή, Μάκη μου, θα είναι η απάντησή μας στους έξω: Η σκέψη.
Ο Λόγος.
Ό,τι είχαμε, έχουμε και θα έχουμε, δηλαδή. Αρχαία παράδοση και τα γνωστά. Μωρέ και τα βρακιά να μας πάρουν, την Σκέψη δεν θα μπορέσουν να μας την αφαιρέσουν. Πήγαινε τώρα στην ακρούλα και ξεκίνα να προβάρεις την στάση του Σκεπτόμενου γιατί σε θέλω καρα-Σκεπτόμενο.»
Ο σκηνοθέτης γέλασε και του παρέδωσε την φωτογραφία του αγάλματος.
«Κι όσο εσύ θα κάνεις αυτό», συνέχισε, «οι υπόλοιποι εν τω μεταξύ θα σου ετοιμάσουμε το ντεκόρ. Δεν θα έχουμε τον Σκεφτόμενό μας να τρέχει στα τσιμέντα ούτε να σκέφτεται χαμέ. Στα βελούδα θα τον έχουμε, όπως του αξίζει! Θα φτιάξουμε έναν μακρύ διάδρομο, μια γέφυρα πες το καλύτερα, με τους παλιούς βελουδένιους καναπέδες από τα σαλόνια της αντιπαροχής. Φύρδην μίγδην θα τους μαζέψουμε σε έναν σωρό, ξεκοιλιασμένους, τριμμένους, λερωμένους καναπέδες από την αστική Ελλάδα που μας έφερε εδώ.
Για να φτάσεις στο σημείο όπου θα κάτσεις και θα σκεφτείς, θα πατήσεις πρώτα σε μια βελούδινη γέφυρα των αναστεναγμών, θα κάνεις μια ιερή πορεία μέσα από σουμιέδες και σκουριασμένα ελατήρια και θα πατήσεις με το γυμνό σου πέλμα την κληρονομιά σου από πολύτιμα υφάσματα λεκιασμένα με σπέρμα και τίλιο.
Ξεθωριασμένα από πολλών χρόνων ελληνικό ήλιο.
Που ό,τι ξεθώριασε, ξεθώριασε! Έτσι που πάμε, παίζεται κι αυτός για πόσο ακόμη θα παραμείνει ελληνικός.»
Ο  σκηνοθέτης έκλεισε τα μάτια του σαν να τον λούζει το φως, χαμογέλασε φιλήδονα και οραματίστηκε:
«Κι όταν ψου-ψου-ψου θα διαδοθεί όλοι να στηθούν στις τηλεοράσεις τους στις εννέα το βράδυ, ούτε παρά ένα λεπτό ούτε και ένα λεπτό, εννέα νταν που όλα τα κανάλια θα παίξουν το σποτ μου συγχρονισμένα, για μία και μοναδική φορά, τότε η Ελλάδα θα μείνει με το στόμα ανοιχτό και η υφήλιος κάγκελο. Όλοι, φίλε μου, θα σκεφθούν το ίδιο πράγμα: «Αμάν, αν αρχίσει να σκέφτεται ο Έλληνας!»
Κοίταξε τον γυμνό άντρα, ενθουσιασμένος:
«Τι έχει να γίνει άμα σκεφθεί ο Έλληνας! Το σκέφτεσαι, Σάκη;»...

Νοέλ Μπάξερ

 

Μη με κοιτάς, το ξέρω πως φεύγεις...

Με ξύπνησε ο ήχος από το φερμουάρ της βαλίτσας. Επίτηδες είχα ξαπλώσει εκεί κοντά, περίεργη να δω ποιος είναι αυτός που θα φύγει ταξίδι. Δυο μέρες στεκόταν ακίνητη η βαλίτσα στο σαλόνι και περίμενε όπως εγώ. Τώρα ξέρουμε. Και εκείνη και εγώ.
Δυστυχώς είσαι εσύ αυτός.
Σε παρακολουθώ που ανοίγεις τη βαλίτσα σου κι είμαι περίλυπη. Κι εσύ δείχνεις λυπημένος. Όλο γυρνάς και με κοιτάς.
«Φεύγω», μου ανακοινώνεις.
Το ξέρω.
Το είχα νιώσει πως θα φύγεις. Από τότε που έμεινες χωρίς δουλειά, έφευγες κάθε μέρα κι από λίγο. Απομακρυνόσουν συνέχεια, κάθε μέρα λίγο ακόμα, και γνώριζα ότι η μεγάλη σκιά σου κάποια κακή μέρα θα φύγει κι αυτή. Μάθε λοιπόν πως δεν με ξαφνιάζεις, αν αυτό φοβάσαι. Καιρό τώρα ήσουν εδώ κι έλειπες. Δεν ήταν όπως τότε που εργαζόσουν κι επέστρεφες τρεχάλα από το γραφείο για να βγούμε βόλτα. Δεν είσαι ο ίδιος χαρούμενος άνθρωπος. Λίγο μοιάζεις εσύ με εκείνον τον αγαθό γίγαντα που είχε χώρο και για μένα, έναν αδέσποτο σκύλο, αυτό θέλω να σου πω.
Άσε με να σου μιλάω. Δεν μπαίνω στα πόδια σου. Μόνο παρακολουθώ.
Εγώ το έβλεπα ότι η ζωή σού έφευγε. Άρχισες να λείπεις από το σπίτι κι ας μην έβγαινες έξω. Η ζωή σου υποχωρούσε. Σιγά-σιγά γινότανε, γι' αυτό ίσως εσύ δεν ένιωθες το έδαφος που αποσυρόταν κάτω από τα πόδια σου. Δεν το καταλάβαινες όπως δεν καταλαβαίνεις τη γη που γυρίζει.
Μη γυρνάς όλο να με κοιτάς.
Φτιάξε τη βαλίτσα σου χωρίς να με κοιτάς.
«Δες!», μου δείχνεις. «Βάζω στη βαλίτσα και μία φωτογραφία σου! Θα την βάλω στο κομοδίνο μου στο άλλο σπίτι.»
Εγώ δεν έχω δική σου.
«Να δούμε τώρα ποιος θα σε τρέχει στο βουνό!», συνεχίζεις.
Συνεχίζω κι εγώ. Τις μέρες ή τα βράδια μας θα νοσταλγήσω;
Τις μέρες! Δεν ευχαριστιόμουν τα τελευταία βράδια σου. Σου άρεσε να κάθεσαι στο μπαλκόνι και να κοιτάς το σκοτάδι. Καθόμουν στα πόδια σου και περίμενα να επιστρέψεις, να έρθεις πίσω από τη μαυρίλα της νύχτας και της ψυχής σου. «Ο μπαμπάς δεν είναι πια ο ίδιος», μου έλεγες συμπονώντας με.
Το ξέρω.
Φτιάξε τη βαλίτσα σου ήσυχος. Το ξέρω πως θα φύγεις, τις νύχτες σε άκουγα. Γνωρίζω όσα έλεγες στις σιωπές σου. Όλα τα πικρά που γύριζαν στην σκέψη σου περιμένοντας την σειρά τους να έρθουν. Το βλέμμα σου με είχε προειδοποιήσει πως θα φύγεις.
Αναστενάζεις. Αναστενάζω κι εγώ.
Διπλώνεις πουκάμισα και ξεφυσάς.
Μη με κοιτάς.
Φτιάχνε τη βαλίτσα σου και μη με κοιτάς.
«Αύριο, σκυλί μου καλό, που θα αράξεις στο μπαλκόνι και θα κοιτάς τον ουρανό όπως κάνεις, όταν θα δεις δυο μακρουλά άσπρα σύννεφα να τρέχουν, δυο γραμμές όταν θα σχηματιστούν που θα μοιάζουν με φωτεινά στενά ποτάμια που κυλάνε στον ουρανό, θα είμαι εγώ. Δεν πάω βόλτα. Πάω να δουλέψω στο εξωτερικό.»
Σου ζήτησα να μη με κοιτάς.
Σε παρακαλώ.
Ούτε να μιλήσεις άλλο. Μου τα είπες όλα.
Δεν μιλάς. Πιάνεις το λυπητερό μεταναστευτικό τραγούδι που τραγουδάς από χθες. Θυμώνω μαζί σου. Ή με το τραγούδι; Για κάποιον Φραντς λέει, για κάποιον Γιόχαν, αναφέρεις κάτι ονόματα που μου θυμίζουν σκύλους, ύστερα με πας τραγουδώντας σε μια γυναίκα που κι αυτή, σαν εμάς σήμερα, αποχαιρετάει έναν δικό της. Σταματάς πάνω στην στροφή, πριν το τέλος.
Κι εγώ δεν θέλω το τέλος απόψε.
«Θα ξανάρθω!» μου λες κι επιστρέφεις στα πουκάμισα που κουμπώνεις.
Δεν σε πιστεύω.
Τα τραγούδια που τραγουδάς λένε πως, αυτοί που μεταναστεύουν, δεν ξανάρχονται. Ερημώνει απόψε και το δικό μου σπίτι. Μην με κοροϊδεύεις. Σταμάτα, καλέ μου, ας μην κοροϊδευόμαστε. Ξέρω από αποχωρισμούς.
Κλείνεις τη βαλίτσα. Πάλι ο ανατριχιαστικός ήχος του φερμουάρ.
«Αυτό ήταν!» λες σιγανά. «Πάει».
Ναι. Πας. Ήμουν ένας σκύλος αδέσποτος. Και ξανά είμαι...

Νοέλ Μπάξερ

 

Καλή κοψοχρονιά...

Προσεγγίζουμε τον επόμενο σταθμό. Χάρη στο υπόγειο τρένο της μεγάλης πόλης μας βρισκόμαστε κοντά στα έγκατα της γης, εκεί που είναι τα αρχαία, στο βάθος όπου τα έθαψαν οι αιώνες που χώρισαν την αρχαία Ελλάδα από την σύγχρονη Ελλάδα πιστεύοντας οι χαζοί αιώνες, με αφέλεια, πως τόσο βαθιά θαμμένα τα αρχαία θα είναι ασφαλή από εμάς. Στα έγκατα, λοιπόν, στα βάθη των αιώνων στην κυριολεξία, μεταφερόμαστε οι επιβάτες του μετρό πιστεύοντας, κι εμείς με την αφέλεια των αιώνων, πως έχουμε έναν προορισμό.
Μας καλωσορίζει στον σταθμό το τραγούδι ενός τενόρου. Με μια άρια από ιταλική όπερα χτίζει την χαρούμενη, γιορτινή μας ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων. Ακούω τον τενόρο (όλο το βαγόνι τον ακούει) να τραγουδάει με πάθος από τα μεγάφωνα έναν καταδικασμένο έρωτα. Κι ας μην καταλαβαίνουμε τα λόγια, οι επιβάτες γνωρίζουμε καλά και αναγνωρίζουμε την απελπισία, αυτόν τον τόνο στη φωνή που προδίδει το δίπλωμα της καρδιάς.
Είναι Χριστούγεννα κι εμείς γιορτάζουμε. Παθητικά, στις θέσεις μας, περιμένουμε να ξαναξεκινήσουμε.
Ευτυχώς αναχωρούμε. Το ερωτικό ντελίριο του τενόρου σκεπάζει μακρινός ήχος ακορντεόν. Έρχεται προς το μέρος μας από το μπροστινό βαγόνι κι όσο πλησιάζει τόσο δυναμώνει. Κακοπαίζει ένα χριστουγεννιάτικο τραγούδι. Το ακορντεόν φαίνεται να μοχθεί, προσπαθεί πολύ, μα ο χαρούμενος ρυθμός του τραγουδιού τού βγαίνει λυπημένα, στα αυτιά μας είναι πιο ξένος κι από τα ιταλικά του τενόρου που αφήσαμε πίσω μας. Σκύβω στο πλάι για να δω αυτό το λυπημένο ακορντεόν. Θέλω να δω τι το λυπεί τόσο πολύ χριστουγεννιάτικα.
Ο προπομπός του ακορντεόν με υποδέχεται.
Μπροστά από το ακορντεόν περπατάει χοροπηδώντας ένα κοριτσάκι νήπιο. Ξεχειλίζει από νηπιακή χαρά και ξεχνάει πως πρέπει να δείχνει λυπημένο αλλιώς ο κόσμος δεν θα του δώσει κέρματα. Χαρούμενη κουνάει πέρα-δώθε το κεφάλι της για να ανεμίζουν τα κοτσίδια της. Γελάει πρώτη αυτή κι ύστερα εγώ. Άρχισα να νιώθω τη γιορτή.
«Οι Γιορτές φέτος ήταν ήχοι. Οι άλλες μου αισθήσεις δεν χόρτασαν Χριστούγεννα», ανακεφαλαίωσα τις φετινές γιορτές. Η γειτονιά μου δεν μοσχομύρισε από χριστουγεννιάτικα γλυκά και είδα περισσότερα σκοτεινά μπαλκόνια από πέρσι. Αυτό σκεφτόμουν όσο το λυπημένο ακορντεόν ξεμάκραινε από εμένα και με υποδεχόταν στον επόμενο σταθμό πάλι ο τενόρος. Στα υπόγεια του μετρό με κατέκλυσε, τότε, μια ταιριαστή υπόγεια, βαθύτατη λύπη γιατί ένας άσχετος τενόρος κι ένα ακορντεόν επιστρατεύτηκαν κι ανέλαβαν τα Χριστούγεννά μου. «Ευτυχώς βρέθηκαν εκείνα τα δυο κοτσίδια», ομολόγησα με ανακούφιση επιστρέφοντας στη χαρά.
«Η εποχή σου σε μεγάλωσε για να είσαι ευτυχισμένη», θύμισα στον εαυτό μου με πείσμα. Είχα κοντέψει να ξεχάσω πως ανήκω κι εγώ στις ελληνικές μεταπολεμικές γενιές οι οποίες ανατραφήκαμε μέσα στην ευδαιμονία, που μεγαλώσαμε για να γίνουμε ευδαίμονες επειδή η ζωή το χρωστούσε στους γονείς και τους παππούδες μας που πέρασαν πολέμους, εμφύλιο και ξεριζωμούς. Το κομμάτι της δικής τους χαμένης ευτυχίας, πολλαπλάσιο από την πείνα, το προσέφεραν στα παιδιά τους και στα παιδιά των παιδιών τους με πολλή αγάπη, κι εμείς το πήραμε. Για χρόνια οι σχολικές τάξεις η μια μετά την άλλη, ολάκερα σχολεία την πέρασαν στα πούπουλα ανάγοντας το πούπουλο σε αξία ζωής. Ανάλογης ελαφράδας. Όταν έπαψαν μεταπολεμικά οι χριστουγεννιάτικες κάρτες να εύχονται το Νέον Έτος να είναι Ειρηνικόν, ήρθε η περίοδος του πούπουλου. Η εποχή της ολόκληρης πίτας. Τα χορτάτα παιδιά των γονιών και των παππούδων μας, ζούμε τώρα την εποχή μας έκπληκτοι και προδομένοι. Φανερά ελλιπώς προετοιμασμένοι. Και, αυτονόητα και όχι ανόητα, δυστυχισμένοι.
Μοναχικοί περίπατοι λυπημένων ακορντεόν.
Περιπλανιόμαστε, ένας-ένας, στα χαλάσματα του κάστρου μας παίζοντας το γυαλιστερό ακορντεόν μας.
Τον δικό μου μοναχικό περίπατο με το τρένο συνόδευαν μαύρες σκέψεις, θαμπές ανησυχίες (επειδή δεν είναι ακόμα ευδιάκριτες) και σκοτεινά συναισθήματα. Στα πακέτα των δώρων, φέτος, με προειδοποιούσαν, κρύβονται μέσα δυσάρεστες εκπλήξεις και οι κακές απαντήσεις στα ερωτήματα που δεν θέλω να απαντηθούν. Το ίδιο ερήμην μου που με πήγαινε το τρένο, θα με πήγαινε και το Νέο Έτος. Όλος ο Καινούργιος Χρόνος. Αυτονόητα και όχι ανόητα δυστυχισμένη, αναστέναξα βαθιά. Τα κοτσίδια του μικρού κοριτσιού, η ωραία θύμηση της αθωότητας, δεν βοήθησαν αυτή τη φορά. Δεν καλυτέρεψαν καθόλου την εικόνα του ετοιμόρροπου οικοδομήματος στο οποίο έχω την χαρά να κατοικώ.
«Καλή Χρονιά!» σάρκασα την χρονιά που ερχόταν. «Καλή κοψοχρονιά» το διόρθωσα περίλυπη για αυτά που θα δώσω και όλοι μας θα δώσουμε κοψοχρονιά φέτος. Στο βαγόνι που σιωπούσε, ήσυχο μετά το ακορντεόν, ακούστηκε το γέλιο μου παράφωνο. Νευρικά συνέχισα να γελάω κι όσο με έβλεπα να σπάω την νεκρική σιγή τόσο πιο ηχηρά γελούσα. Το έκανα με αγριότητα. Φαινόμουν να γελάω μόνη μου, μια επιβάτης που τρελάθηκε. Η κυρία που καθόταν απέναντί μου με κοίταξε βλοσυρά.
«Καλή κοψοχρονιά», της είπα ξεκαρδισμένη. Με κοίταξε απορημένη. «Δεν το βρίσκετε εσείς αστείο;», τη ρώτησα.
«Και μη χειρότερα!», απάντησε και κούνησε το κεφάλι της με κατανόηση.
Δεν είχα βγει ακόμα πάνω στο φως. Ο προορισμός μου ήταν πιο μακριά μα σηκώθηκα βιαστικά να φύγω από το τρένο. Μια ώρα αρχύτερα ήθελα να έρθω έξω στο φως, εκεί που ήταν, λέγανε, χαρά θεού. Προσέβλεπα σε αυτή τη χαρά. Γελούσα ακόμα καθώς ανέβαινα τις κυλιόμενες σκάλες. Ανέβαινα και ξεμάκραινε ο ήχος από το γέλιο μου. Η κραυγή του δικού μου λυπημένου ακορντεόν γρήγορα για τους τέως συνεπιβάτες μου στο βαγόνι θα γινόταν ψίθυρος. Ένας διακριτικός ψίθυρος. Ξεψυχισμένος. Έβγαινε ο ήχος του ακορντεόν μου κοφτός σαν ανθρώπινα βήματα. Το ακορντεόν στα χέρια μου τρέκλιζε προς τη νέα χρονιά που το περίμενε στην έξοδο...

Νοέλ Μπάξερ

 

Μήλα μεταλλαγμένα...
Ένα νέο παιχνίδι για κακή παρέα.  

Μια ηλικιακή φέτα. Ένα μπούγιο πενηντάρηδες. Ανώνυμοι ως πλήθος, με όνομα και οικογένεια ένας-ένας. Ανάμεσά τους ο Γιάννης, ο Κώστας και η φίλη μου η Μαργαρίτα. Και πολλές χιλιάδες άλλοι μαζί, που σουλατσάρουν στην πέμπτη δεκαετία της ζωής τους.
Λίγο πάνω - λίγο κάτω πενηντάρηδες χωρίς δουλειά. Στις νέες συνθήκες της Κρίσης, πολύ ακριβοί ή πολύ κουρασμένοι. Μια νέα δουλειά θέλει νιάτα, ρώμη και φρεσκάδα. Ένα βιολογικό ρολόι ζητάει η εργασιακή αγορά που να μην έχει χτυπήσει πολλά χρόνια. Πενήντα χτυπήματα ντάγκα-ντούγκα μετράνε κάποια σώματα ανέργων, σημάδια και ενθύμια μιας καθημερινής βιοπάλης που διακόπηκε ερήμην τους και δίχως δικό τους φταίξιμο. Η Κοινωνία που υπηρέτησαν, που έθρεψαν κι αυτοί με την σειρά τους όπως οι προγενέστεροί τους, και όπως οι επόμενοί τους τώρα, κρύβεται πίσω από έναν σωρό Μέτρα και την ταμπέλα Νέα Ελλάδα που, επειδή δεν έχει περιεχόμενο, δεν έχει ακόμα σώμα οπότε δεν έχει σκιά να ρίξει, τίποτα δεν ξεφεύγει από την ορθογώνια λογική της. 
Πενήντα παρά κάτι. Πενήντα συν κάτι. Κάτι λείπει. Η Κοινωνία.
Μία ηλικιακή φέτα στα αζήτητα. Η Κοινωνία δεν έχει χρόνο να ασχοληθεί μαζί της, έχει φούριες. Οι νεότεροι την κοιτούν με αμηχανία, οι γηραιότεροι με λύπη. Στη μέση αυτοί κι εγώ μαζί τους. Μας θυμίζουμε αυτό που δεν είμαστε, νεολαίοι που παίζουμε στην αλάνα «μήλα» και «κορόιδο». Εμείς προτιμούμε τα παραδοσιακά «μήλα», όμως η ομήγυρη της Κοινωνίας αυτή την εποχή έχει όρεξη να παίξει μαζί μας το Κορόιδο. Σε μια μεταλλαγμένη έκδοση σαν αφύσικο καλαμπόκι.
Το παιχνίδι «μήλα μεταλλαγμένα» παίζεται με δύο ομάδες ανθρώπων, τους θλιμμένους και τους θλιβερούς, και μια Κοινωνία αμέτοχη. Α ναι! Και με μια μπάλα γεμάτη κούφια λόγια και πατημένα όνειρα. Γι' αυτό, δεν παίζει κανένα ρόλο.
Στεκόμαστε στο κέντρο, λοιπόν, όλοι οι άνεργοι πενηντάρηδες σκόρπιοι, και ο καθένας μας αγωνίζεται να αρπάξει την μπάλα μιας δουλειάς. Τρέχει πάνω-κάτω, σκουντιέται με τους άλλους πενηντάρηδες που βρίσκονται στην ίδια θέση, ιδρώνει, ξεϊδρώνει. Συνήθως δεν υπάρχει πια μια μαμά να τσιρίξει μετά πως θα αρρωστήσουμε, οπότε ιδρώνουμε ήσυχοι. Όμως την μπάλα δυσκολευόμαστε να την αρπάξουμε και εσείς δεν μας την δίνετε.
Άλλοι νωρίτερα - άλλοι αργότερα, οι πενηντάρηδες της φέτας σταματάμε να τρέχουμε και στεκόμαστε ξέπνοοι πιάνοντας τα γόνατά μας όπως οι μπασκετμπολίστες στα ματς, όσο προσπαθούμε να φτιάξουμε μια στρατηγική της προκοπής γιατί με το τρέξιμο, καταλάβαμε, θα χάσουμε και θα αποκλειστούμε. Τρέχει το μυαλό μας. Αυτό είναι που τρέχει τώρα.
Τούτο έχουμε να αντιπαραθέσουμε. Ένα μυαλό γεμάτο εμπειρία. Την φωλιά μας γεμάτη σοφά ζουζούνια. Μια βαριά, γινομένη κηρύθρα με μέλισσες εργάτριες και κάνα-δυο κηφήνες.
Η εμπειρία του πενηντάρη διαθέτει για κάθε περίπτωση εφαρμοσμένες εναλλακτικές που σαν τα ανώτερα μαθηματικά δεν πρόλαβαν και δεν τα διδάχθηκαν τα μαθητούδια. Σφύζει από την ενέργεια της γνώσης που κινείται από μόνη της, τεντώνεται και ταλαντώνεται συνεχώς κι αδιάκοπα όπως τα σωματίδια της μικροΰλης (που είναι πολύ μικρή για να τη διακρίνουν οι άνθρωποι με έπαρση) και επειδή έτσι είναι φτιαγμένη η Γνώση, συνεχώς να μεγαλώνει και να μεταλλάσσεται, τι να κάνουμε, είναι η φτιαξιά της να κινείται, δεν ιδρώνει και ξεϊδρώνει κι είναι κατάλληλη ακριβώς για πενηντάρηδες.
Αυτό το πολύτιμο (κι αν δεν είναι πολύτιμο, το ό,τι κι αν είναι) που δεν απευθύνεται σε Αϊνστάινς αλλά σε συνανθρώπους με κοινή λογική, μένει στα αζήτητα κι είναι κρίμα που παίζοντας «μήλα μεταλλαγμένα» η ελληνική Κοινωνία ξεχάστηκε.
Ξέχασε πως και αυτή, η Κοινωνία μας, έχει καβατζάρει τα πενήντα. (Προ πολλού μάλιστα.) Σαν τους άνεργους πενηντάρηδες, διεκδικεί την ωριμότητα και επιθυμεί να συνεχίσει να παίζει καλά. Όπως εκείνοι, ούτε η Κοινωνία εργάζεται. Καμώνεται πως δουλεύει, ίδια αυτή σαν κάποιους πενηντάρηδες χωρίς δουλειά που φεύγουν το πρωί από το σπίτι με τον χαρτοφύλακα και βγάζουν την μέρα στο παρκάκι χαϊδεύοντας αδέσποτα και διαβάζοντας παρατημένες εφημερίδες.
Σε κάποια από τις εφημερίδες που θα της στείλει ο αέρας, περιμένει την Κοινωνία μια μικρή αγγελία που δεν θα μπορέσει να προσπεράσει: «50άρηδες αξιολάτρευτοι, παιχνιδιάρηδες, στειρωμένοι, ζητούν επαγγελματική στέγη».
Όσο θα ταΐζει με ψίχουλα τα λευκά περιστέρια, η Κοινωνία θα έχει όλο τον χρόνο να σκεφτεί πως η αριθμητική πράξη «πενήντα συν κάτι, μείον πολλά, ίσον τίποτα» είναι λάθος...

Νοέλ Μπάξερ

 

Να ευθυμήσει ο λαός, με το ζόρι κι όπως να 'ναι...

Ήθελα να γράψω ένα κείμενο ευδιάθετο στα όρια του κωμικού. Κάτι χαρούμενο, κόντρα στην περίσταση. Με αυτό τον σκοπό στρώθηκα κάτω, είχα μάλιστα κατά νου κάτι ωραία. Στην πορεία όσα είχα μαζέψει μού φάνηκαν ξελιγωμένα, ξεχειλωμένα και ξεθωριασμένα. Νερουλά. Το ρεύμα των ημερών τα πήρε εκτός τόπου και χρόνου και έμεινα σκέτη. Έμεινα χωρίς ευθυμία. Παρόλα αυτά συνέχισα. Ήξερα ότι θα προέκυπτε ένα κείμενο κωμικό από πάνω και τραγικό από κάτω. Ένα ντουμπλ φας κείμενο όπως οι καμπαρντίνες. Θα φαινόταν χαρούμενο αλλά στη φόδρα του θα ήταν στενοχωρημένο.
«Ο λαός θα ευθυμήσει», τότε βρήκε και σχολίασε με αφορμή τις πολιτικές τους αντιπαραθέσεις ο επικεφαλής του ΛΑΟΣ στη Βουλή, κι εγώ αισθάνθηκα πιο πολύ από ποτέ λυπημένος λαός.
Δεν ξέρω κανέναν που να ευθυμεί. Κανέναν εκτός Βουλής.
Κι όμως τα δέκα εκατομμύρια (πλην των τριακοσίων βουλευτών) λυπημένοι άνθρωποι πρέπει με το ζόρι να δείξουμε ότι ευθυμούμε για να μην παρεξηγηθούμε κι άλλο ότι δεν συνεργαζόμαστε. Να μην ξανά κατηγορηθούμε διεθνώς ότι είμαστε δύσκολοι. Πίεσα λίγο (όχι και πολύ) τον εαυτό μου να συνεχίσω εκείνο το άλλο μέσα - άλλο έξω κείμενο, αλλά με το ζόρι και κατά παραγγελία δεν γίνεται χαρά.
«Για δες! Μέχρι και η ευθυμία δεν μπορεί να δουλέψει», σκέφτηκα με μαύρο χιούμορ. Αυτό το χιούμορ μού απέμεινε.
Ω του θαύματος, τούτη η σκέψη έσυρε από κάπου στο βάθος, από την ντουλάπα που δεν την ανοίγω εγώ για να την αερίσω, μόνη της ανοίγει, μου ήρθε μια κουβέντα και μια εικόνα μαυρόασπρη από θεατρική παράσταση την εποχή που οι θεατρικές ομάδες λέγονταν μπουλούκια και οι ηθοποιοί θεατρίνοι. Η εικόνα της ντουλάπας μου έδειξε έναν τέτοιον θεατρίνο πάνω σε σκηνή πρόχειρα φτιαγμένη από σανίδια σε κάποιο χειμερινό καπηλειό γεμάτο κάπνα, χνώτα και μυρωδιές από τα μαγειρευτά της κατσαρόλας. Αλλοτινός κόσμος μιας πιο φτωχής Ελλάδας έπαιζε το κοινό, ξεκαρδιζόταν και από τα γέλια χτυπούσε τα πόδια του στο μωσαϊκό και τις κουρελούδες.
Παρακολουθούσα την παράσταση από την απόσταση του χρόνου που μας χωρίζει, όχι από τα παρασκήνια αφού έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχαν παρασκήνια αλλά από παντού στον χώρο, διάχυτη και τεράστια γιατί το παρόν είναι μπροστά, άρα μεγάλο, και το παρελθόν όσο πιο πίσω πάει τόσο μικραίνει. Αμέτοχη στα γέλια επειδή τόσο καιρό μετά αράχνιασαν τα αστεία, με άλλα γελάμε στην εποχή μου.
Αμέτοχη και για έναν ακόμη λόγο. Γιατί γνωρίζω ότι, πριν ανέβει στην σκηνή, ο θεατρίνος θρήνησε. Έμαθε ότι πενθεί και, στην συνέχεια δεύτερη τραγική επίγνωση, ότι ένας θεατρίνος δεν πενθεί όταν ο κόσμος ζητάει να γελάσει. «Ο λαός θα ευθυμήσει», τον είδα και τον άκουσα που αναφώνησε από καθήκον και μια και δυο έκανε τη λύπη του στην άκρη, μεταμορφώθηκε σε θεατρίνο κι όχι λυπημένο άνθρωπο και προχώρησε στην σκηνή, εκεί που η ψυχή του ηθοποιού είναι έκθετη και βορά στον όχλο.
Θεωρούμαστε εύθυμος λαός;
Τις σκέψεις μου διέκοψε ο ήχος από στρατιωτικό καμιόνι που αταίριαστο στον χρόνο ήρθε από το 1974, από την Επιστράτευση και από την Καβάλα. Η διάχυτη και τεράστια του καφενείου μαζεύτηκα στο παιδί που ήμουν το '74 και ανακατεύτηκα με τον κόσμο που παρακολουθούσε παραταγμένος στον κεντρικό δρόμο της Καβάλας το μέρα-νύχτα ασταμάτητο κομβόι από φορτηγά, επιταγμένα αγροτικά και στρατιωτικά οχήματα που μετέφεραν επιστρατευμένους άντρες στον Έβρο. Ο κόσμος, εκείνος ο όχλος του θεατρίνου, χειροκροτούσε και αντάλλασσε αστεία με τους άντρες πάνω στα οχήματα. «Χούλια, σου 'ρχομαι!» κάποιος που πήγαινε στον πόλεμο είχε γράψει στα πλαϊνά του φορτηγού, στέλνοντας ένα μήνυμα στην Αλίκη Βουγιουκλάκη της Τουρκίας.
Τα συνθήματα της Επιστράτευσης που στα φανερά έδειχναν αστεϊσμό και περιπαιχτική διάθεση μα μέσα τους έκρυβαν ασφαλώς φόβο και ανησυχία, μου έφερε στο μυαλό το τραγικό «θα ευθυμήσει ο λαός» που ακούστηκε στην Βουλή και στα σαλόνια μας. Η κρυφή ικανότητά μας, που δεν την ξέρουν οι ξένοι, να κρύβουμε τον πόνο μας στο γέλιο φοβήθηκα έξαφνα ότι βρίσκεται σε κίνδυνο. Ανησύχησα ότι πάλι πάμε να παρεξηγηθούμε ομαδικώς, ως λαός, επειδή ίσως δεν είναι γνωστό αρκετά ότι συχνά το κωμικό μας εξωτερικά είναι τραγικό εσωτερικά. Αν και θα έπρεπε, θαρρώ, να το γνωρίζουν και οι πέτρες. Τις μεγαλύτερες τραγικές αλήθειες της πολιτικής και της καθημερινής ζωής των ημερών του έκανε ο Αριστοφάνης κωμωδία, πιπεράτα αστεία και φαλλούς και με αυτά ακόμη μελετάται στην Οξφόρδη.
Πιο πολύ από την ξένη παρεξήγηση, φοβάμαι την ντόπια χειραγώγηση. Το ίδιο με φοβίζει η κακή χρήση μιας παράδοσης τίμιας, με ευτράπελα συνθήματα που δεν ξέρουν πού να σταματήσουν. Το να ευθυμούμε κατά παραγγελία δεν είναι καθόλου αστείο.
Δεν ευθυμώ.

Νοέλ Μπάξερ

 

Μπαμπουσκίτσα
(Έτσι μικρές μας φτιάχνουν σήμερα)...

«Αχά!», είπα και άνοιξα την μεγάλη μπαμπούσκα κι έβγαλα από μέσα την μικρότερη. Ξεβίδωσα κι αυτή κι έβγαλα από μέσα της την ακόμα μικρότερη. Κι από αυτή την κι άλλο μικρότερη. Και στην συνέχεια, μέσα από αυτή, έβγαλα την τελευταία. Την τοσοδούλικη που δεν μικραίνει άλλο! Έστησα τις μπαμπούσκες πλάι-πλάι παραταγμένες στην σειρά καθ' ύψος και είδα πώς ήμουν και πώς έγινα!!
Θαύμασα τις μπαμπούσκες! Λυπήθηκα τον εαυτό μου!
«Η μικρότερη μπαμπούσκα της σειράς κατάντησα», σκέφτηκα με θλίψη. «Μια μπαμπουσκίτσα!»

Στην τηλεόραση δεν με φωνάζουν έτσι. Το λένε «συρρίκνωση». Είναι πιο πομπώδες και επιστημονικό αλλά εμένα δεν μ' αρέσει, μου έρχεται στο μυαλό κάτι ζούφιο και ρυτιδιασμένο. Δεν θέλω να είμαι ζούφια.
Γι' αυτό, προτιμώ να με λέτε «μπαμπουσκίτσα».
Με κεφαλαίο Μι, παρακαλώ. Μπαμπουσκίτσα.

Κάθομαι, λοιπόν, στητή στην καρέκλα μου, με όρθια πλάτη, και με βλέπω. Με τις μπαμπούσκες, τις ρώσικες κούκλες, απέναντί μου δεν χρειάζομαι καθρέφτη για να με δω. Αυτό διαπιστώνω και χαίρομαι γιατί όλο πλεονεκτήματα είναι οι άτιμες. Έχω μπρος μου πέντε ζευγάρια ζωγραφισμένα μάτια. Κοιταζόμαστε. Εκείνες χαμογελούν, εγώ όχι. Δεν ξέρω τι βλέπουν πάνω μου και χαμογελούν (ή περιγελούν μήπως;), εγώ πάντως δεν χαμογελώ γιατί βλέπω σε αυτές εμένα συρρικνωμένη. Κι αυτό δεν είναι αστείο.
Δεν είναι διόλου ευχάριστο.

Σύρω πιο μπροστά από τις άλλες την τοσοδούλικη, την μέσα-μέσα κουκλίτσα μπαμπούσκα, γιατί γειτνιάζω πιο πολύ με αυτήν σε μέγεθος, σαν από μια οικογένεια αδελφές να διαλέγω την πιο κοντινή μου στο σουλούπι, και με παρατηρώ. Χωριάτισσα ντυμένη, με μαντίλα. Μαύρα ζωγραφιστά μάτια σαν καμένες τελείες και χείλη κόκκινα τριανταφυλλένια. Μια χαρά!
«Περίφημα!» λέω κι αισθάνομαι καλά με τον εαυτό μου. Καλά στα ρούχα μου. Κι ας μην με έχω δει ποτέ στο παρελθόν με μαντίλα. Μου αρκεί που δεν είμαι ρυτιδιασμένη. Ρυτιδιασμένα συρρικνωμένη. «Κουκλάκι σκέτο. Να τι είμαι», λέω στον εαυτό μου δυνατά για να με ακούσω μπας και πειστώ. «Χαριτωμένη μινιατούρα!» (Λίγο ακόμα και σε λίγο θα σφυρίζω χαρούμενα.)
Μειδιώ.
Χαμογελώ, γιατί έτσι μας φτιάχνουν εμάς τις μπαμπούσκες. Κάθομαι χαμογελαστή με την στητή μου πλάτη ανησυχώντας μόνο μήπως τα χείλια μου δεν είναι ικανοποιητικά τριανταφυλλένια.
Μήπως δεν είμαι καλή μπαμπουσκίτσα, φοβάμαι.

Κάθομαι έτσι για ώρες. Στην καρέκλα της κουζίνας μου. Στητή και χαμογελαστή με βρίσκει η νύχτα γιατί κάποια ώρα το φως χαμηλώνει. Ήρθε η νύχτα και τρίβει τα μάτια της. Πλησιάζει και με πλησιάζει. «Άνθρωπος είναι τούτη;», σκιάζεται. «Πού πήγε ο άνθρωπος που ήταν εδώ» αναρωτιέται κι ανοίγει και ψάχνει τα ντουλάπια της κουζίνας. Εγώ την βλέπω τι κάνει αλλά δεν αφήνω την στητή στάση μου ούτε το ζωγραφισμένο μου χαμόγελο. Δεν αξίζει να αφήσω για μια νύχτα ό,τι μου πήρε μήνες να κατορθώσω. Ενδόμυχα εύχομαι, μόνο, να μην μου ανακατέψει τα ντουλάπια. Χρειάζομαι δουλειά, αλλά όχι τούτη!

Η νύχτα είναι μεγάλη. Μια θεόρατη μπαμπούσκα. Μέσα της κρύβει νυχτερινούς ψιθύρους, βραδινά αγκομαχητά, σκοτεινά σχέδια, λευκές νύχτες, εφιδρώσεις σε καθαρά σεντόνια, συνευρέσεις χωρίς νόημα. Και όνειρα. Πολλά όνειρα! Καλά γαντζωμένα όνειρα και πεφταστέρια όνειρα που προκαλούν τον άνθρωπο να κάνει μια ευχή (δεν πραγματοποιούνται) και φρεσκογεννημένα όνειρα που γεννιούνται εκείνη τη νύχτα. Άραγε θα ενηλικιωθούν;
Μέσα της η μπαμπούσκα-νύχτα κρύβει, ακόμη, νυχτέρια και κρησφύγετα. Ο καθείς μας στο κρησφύγετό του. Άλλος το βρέχει από φόβο, άλλος με δάκρυα. ενώ για άλλους, βέβαια, αλλού βρέχει. Μια μεγάλη μπαμπούσκα είναι η νύχτα που χωράει τους πολλούς, πάμπολλους εαυτούς μας. Πολλές γυναίκες, πολλούς άντρες, πολλά παιδιά, .πολλά σκυλιά. Δίπλα μου παρόμοια στητή κάθεται η χοντρή σκυλίτσα-μπαμπούσκα περιμένοντας την κυρά της να ζωντανέψει.

Μία μπαμπούσκα γίγαντας η νύχτα. Με τριανταφυλλί χείλια που δεν φαίνονται στο σκοτάδι και μαύρα μάτια που έτσι κι αλλιώς δεν φαίνονται στο σκοτάδι. Κάθεται δίπλα μου και περιμένει υπομονετικά σαν μάνα. Περιμένει, όπως εγώ, να ξημερώσει. Για να μου κάνει καλή παρέα (και επειδή λίγο βαριέται), ανάβει την τηλεόραση. Πέφτουμε σε Ειδήσεις.
Στα σκληρά κι όχι στα μαλακά πέφτουμε, δηλαδή.
Με τα αμυγδαλωτά ζωγραφιστά μου μάτια κοιτάω ανέργους στους δρόμους, ταξιτζήδες να διαπληκτίζονται, συνταξιούχους να αδειάζουν τα τελάρα μετά τη λαϊκή και να διαλέγουν λιωμένα φρούτα, «στοιχηματίες» να παίζουν με τα νεύρα μας και να βάζουν στοίχημα ότι δεν θα φυλακιστούν, παιδιά που πηγαίνουν στα σχολεία τους με σάκες χωρίς βιβλία. Στην τηλεόραση το χαρούμενο πρόσωπο του Μίκυ Μάους, έτσι το θυμόμουν παλιά, πάνω στην κενή σχολική σάκα δείχνει ρυτιδιασμένο. Συρρικνωμένος έως κι ο Μίκυ!
«Μπράβο τους!», επαινώ ειρωνικά.
Χαμογελώντας πάντα.
Στο επόμενο πλάνο περιμένει ένας μεσήλικας καθισμένος σε πεζοδρόμιο. Βαστάει το κεφάλι του με τα δυο του χέρια. Θα ήθελα να το νιώθει βαρύ από σκέψεις μα είναι, ξέρω, βαρύ από έγνοιες. Συνεχόμενα στις Ειδήσεις βλέπω έναν κόσμο που δεν είναι χαμογελαστός. Ούτε ωραία στημένος όπως εγώ στην καρέκλα του.
«Νύχτα, κλείνεις την τηλεόραση, σε παρακαλώ;»
Δεν μου αρέσει να βλέπω τον κόσμο μου συρρικνωμένο σαν φωτοτυπία σε σμίκρυνση, ελάχιστο. Δεν θέλω έναν κόσμο μπαμπουσκίτσα!
(Ούτε, βέβαια, μια Ελλάδα μπουκίτσα.)

Στο σκοτάδι οι πέντε μπαμπούσκες, έξι με μένα, χαμογελούμε στο κενό...

Νοέλ Μπάξερ

 

Εντός του ύδατος
(Μια βρεγμένη κουκκίδα στο σύμπαν)

Κάθομαι στο πεζούλι και παρακολουθώ τα αγόρια που παίζουν μπάλα. Εγώ είμαι μικρή και κορίτσι, δεν με παίζουν. Κάθομαι, λοιπόν, ψηλά στο πεζούλι με τα πόδια κρεμασμένα στο κενό και τους βλέπω. Με φωνές και παλαμάκια επευφημώ τον αδελφό μου, τον αρχηγό της δικής μας γειτονιάς. Παράλληλα κοιτώ στα πρόσωπα των αγοριών, ακόμη και της αντίπαλης ομάδας, και ψάχνω ποιος θα με αγαπήσει.

Από όλη τούτη την παλιά θύμηση των παιδικών χρόνων, αυτό έμεινε. Το ότι δεν με παίζουν και ποιος θα με αγαπήσει.

Κάνοντας ο χρόνος γκελ σαν ένα μεγάλο ουράνιο τόξο, τέλος πάντων με μια πανομοιότυπη καμπύλη γραμμή γεμάτη χρώματα, βρέθηκα να κολυμπώ στην απέραντη και αιώνια θάλασσα. Μόνο που τούτο το καλοκαίρι, εκεί που κολυμπούσα περικυκλωμένη από γαλάζιο, από τόσο θανατηφόρα θαλασσί, ένιωσα το ίδιο. Ότι δεν με παίζουν και ποιος θα με αγαπήσει. Στο παιχνίδι που παίζεται σήμερα, το κοινωνικό και οικονομικό, είδα τον εαυτό μου όπως τότε: αμέτοχο, καθισμένο στο πεζούλι. Ανακάλεσα τα πρόσωπα των σημερινών παικτών. Ένιωσα βαθιά πως κανείς δεν με αγαπάει κι ούτε πρόκειται να με αγαπήσει.

Ήταν παράδοξο γιατί ήρθε στο μυαλό μου την πλέον αταίριαστη ώρα, την στιγμή που ένιωθα πανάλαφρη μέσα στο νερό, ενόσω κολυμπούσα ελεύθερη και χαιρόμουν αυτό ακριβώς, πόσο ελαφριά και ελεύθερη ήμουν. Ήρθε επομένως η θύμηση όταν δεν έπρεπε. Για να μου χαλάσει τη διάθεση. Μπορώ να πω χωρίς τύψεις πως ήταν μια εχθρική πρωτοβουλία της γαλήνιας θάλασσας που δεν ξέρω κι εγώ τι ζήλεψε από έναν ταλαιπωρημένο πολίτη της Ελλάδας, φίσκα φουρτούνες, που βγήκε από έναν Χειμώνα -και τι Χειμώνα- για να κολυμπήσει.

Πρόλαβα όμως και μου έμεινε η στιγμή που την γράπωσα καθώς έφευγε. Το ότι, για μια στιγμή, ήμουν ελεύθερη. Η αστραπιαία και κεραυνοβόλα διαπίστωση ότι όλα αυτά που με ταλάνισαν τον Χειμώνα, οι περικοπές και οι απειλές, η στενοχώρια και ο τρόμος, δεν έχουν το βάρος που τους δίνουν οι Ειδήσεις όσο εγώ νιώθω ελεύθερη. Μέσα στο νερό, ούτε αυτά έχουν βάρος.

Ο νόμος του Αρχιμήδη ας είναι καλά. (Οι φυσικοί νόμοι ισχύουν.)

Κολυμπώντας και παρακολουθώντας από τη μέση της θάλασσας τη φύση, κοιτώντας τα «από πάντα» βουνά και την «αιώνια» θάλασσα, αναγκαστικά φρεσκάρονται οι διαστάσεις. Τι να κάνουμε, ο κόσμος του Εγώ στον κόσμο όλο είναι τοσοδούλικος. (Τελικά, τα «μπάνια του λαού» είναι σοφό πράγμα.) Το βαρύ Εγώ μου έγινε ελαφρύ τόσο όσο το βαρύ σώμα μου μέσα στο νερό που κάποτε ήταν παγετώνας και αύριο ποιος ξέρει τι θα γίνει, ελπίζω σύννεφο. Και τι παράξενη αίσθηση, ενώ το παραπάνω ακούγεται ίσως παραδομένο και αδύναμο, αντίθετα είναι ανέλπιστα δυνατό γιατί μου έδωσε την ελευθερία, για όσο διάστημα βρισκόμουν μέσα στην υπέργηρη θάλασσα, ότι δεν εξαρτάται από μένα ο κόσμος.

Το αν μας δίνουν τα χοντρά λεφτά για τον Παρθενώνα μας, για το πετρέλαιο, τα υπόγεια ύδατα ή τις λιμπιστικές αμμουδιές μας, μέσα στο νερό είναι λόγοι χωρίς βάρος. Επέπλεαν δίπλα μου στη θάλασσα όπως τα φύκια.

Όμοια με ένα μάτσο φύκια.

Σαν λυμένα κοριτσίστικα μαλλιά στη θάλασσα.

Αν γίνεται, εγώ θέλω στην στεριά να είμαι «θαλασσινά» ελεύθερη. Λαχταρώ ξανά τη λαμπρή, στιγμιαία εμπειρία της παντοδυναμίας μου. Θέλω πίσω εκείνη την ακαριαία μέγιστη απόλαυση που έχει τη γλύκα της νίκης. Πολύ απλά, πάλι να νιώσω όπως τότε που το γεμάτο κεφάλι μου ήταν μια βρεγμένη κουκκίδα στο απέραντο σύμπαν.

Να είμαι ελεύθερη!

Ας μην με παίζουν! Ας παίζουν μόνοι τους! Όλο τον βαρύ Χειμώνα που έρχεται, θα κάθομαι, είπα, στο πεζούλι με τα πόδια κρεμασμένα στο κενό και θα τους κοιτώ, την Κυβέρνηση και όποιον από τις άλλες, ξένες, γειτονιές έρθει να παίξει στην αλάνα μου. Και, άμα κάνει κανείς τους καμιά καλή απόκρουση ή κατεβασιά, τότε θα τον επευφημώ με ενθουσιασμό όπως έκανα παλιά στον αδελφό μου και πάντα νίκαγε.

Από τους παίκτες κάποιος να με αγαπήσει, όμως, ακόμα με καίει. Τούτο δεν μπόρεσα στα θαλάσσια μπάνια να το γιατρέψω.

Νοέλ Μπάξερ

 

Τα ιδανικά μας έφυγαν με μια παλιά βαλίτσα
και μια νταμιτζάνα...

Μία εικόνα - χίλιες λέξεις από ένα σμήνος χελιδόνια που φεύγουν. Πιο γλυκά και ρομαντικά, εικόνα μιας οικογένειας χελιδονιών. Μπαμπάς, μαμά και χελιδονάκια. Σε χαρτί πιο σκληρό από τα σημερινά και χρώματα λιγότερο λαμπερά από τα τωρινά ιλλουστρατιόν. Σαν από παλιά ξυλομπογιά που δεν την πολυπατάμε για να φτουρήσει το μολύβι.
Τα χελιδόνια της εικόνας φεύγουν. Δεν έρχονται. Είναι η εποχή της παλιάς ελληνικής Μετανάστευσης. Υπάρχει ένα ρεύμα που παρασύρει και τα πουλιά μας. Υποκύπτουν τα χελιδόνια στη φύση τους και το μεταναστευτικό ρεύμα της εποχής της εικόνας.
Ύστερα ήρθαν τα ντοκιμαντέρ. Ήταν βουβά και τα έντυσαν ηχητικά με τη φωνή του Καζαντζίδη. Περαστικές άσπρες-μαύρες εικόνες από ανθρώπους που επιβιβάζονταν σε τρένο, συγγενείς που τους αποχαιρετούσαν κλαίγοντας στον σιδηροδρομικό σταθμό, άλλους ανθρώπους που κατέβαιναν από κάποιο τρένο κρατώντας στο ένα χέρι μία παλιά βαλίτσα και στο άλλο πλαστική νταμιτζάνα με το νερό τους που πήραν από την βρύση τους στην Ελλάδα και μέχρι να φτάσει στην Γερμανία (ή αλλού) πάλιωσε και μύρισε. Η μετανάστευση είχε κιόλας καλύψει την μυρωδιά της πατρίδας τους.
Οι άνθρωποι αυτοί κάτι λένε. Στο ντοκιμαντέρ μιλούν. Φαίνεται να μιλούν. Εμείς ακούμε τον Καζαντζίδη.
Κάτι λένε που εμείς δεν ακούμε.
Οι άνθρωποι αυτοί, οι προγενέστεροι Έλληνες μετανάστες, κάτι έλεγαν που εμείς δεν ακούσαμε.
Μια εικόνα-χίλιες λέξεις, θα μπορούσαμε άμα θέλαμε να το διαβάσουμε στα μάτια του μετανάστη. Τον δείχνει το ντοκιμαντέρ μας να κατεβαίνει από το τρένο, πλέον στην ξένη χώρα. Κουρασμένος, φοβισμένος και χαμένος. Μα όρθιος, σοβαρός και αξιοπρεπής. Με το παλαιάς κοπής κοστούμι του, την βαλίτσα του και την νταμιτζάνα του. Τι κουβαλάει αυτός ο άνθρωπος στην ψυχή του δεν φαίνεται στην εικόνα.
Φαίνεται και παραφαίνεται όταν ζουμάρει ο φακός στα μάτια του. Ψάχνοντας κάτι. Που εμείς, οι μεταγενέστεροι, αγνοούμε.
Το όνειρο είναι γένους θηλυκού. Κι ας είναι ουδέτερο. Οι άντρες προτιμούν τους στόχους που είναι αρσενικοί. Ο στόχος υλοποιείται, το όνειρο δεν έχει ύλη. Υπάρχει ένα ταιριαστό και στα δύο φύλα, πραγματικά ουδέτερο, κι αυτό είναι ΤΟ ιδανικό. Διατίθεται και σε επίρρημα, σε ωραίες φράσεις που ξεκινούν με το «ιδανικά,» ώστε να εκφραστεί με μια λεξούλα αυτό που ο ομιλητής θεωρεί ως το καλύτερο κατ' αυτόν.
Υπάρχουν και άλλα ιδανικά. Την εποχή τούτη τείνουμε και τα δύο φύλα να το ξεχάσουμε. Πρόκειται για τα ιδανικά μας.
Τα ιδανικά αυτά περνούν κρίση. Ξεκίνησε από την οικονομική μας και κατέληξε σε υπαρξιακή τους. Ανησυχούν ότι ο κόσμος τους καταρρέει.
Και αυτά ακούνε τα ίδια που ακούμε κι εμείς γύρω μας. Τάχα, πως δεν υπάρχουν ιδανικά. Πως μας τελείωσαν τα ιδανικά. Τέρμα. Το βλέπουν κιόλας, χαζά δεν είναι, πόσο εύκολα υιοθετήθηκαν άλλα. Μοντέρνα ιδανικά με σούπερ μίνι, και χαμηλοκάβαλα ιδανικά με τατουαζάκι στον πισινό. Μετράνε κεφάλια και βλέπουν επικίνδυνα λίγους να ζητούν πίσω και ακέραιο το παλιό Ιδανικό τους. Κόντρα στην εποχή τους, να επιμένουν πως αυτοί εκείνο θέλουν. Το πολυμεταχειρισμένο τους, το χιλιομπαλωμένο τους, το όχημά τους που κινείται με την παλιά βενζίνα.
Το δικό τους Ιδανικό.
Με αυτό που μεγάλωσαν και αυτό που αγαπήσαν.
Τα ιδανικά έχουν αγανακτήσει. Ξεπέρασαν το στάδιο της συλλογικής μουρμούρας. Μας κοιτάνε με πλάγιο θυμωμένο βλέμμα. Μέσα από τα δόντια τους κάποια από αυτά μας λένε «χαμένα κορμιά». Μαθημένοι κι εμείς, είναι αλήθεια, από αλλού, τους είχαμε υποσχεθεί πολλά και διάφορα. Χαμηλότοκα στεγαστικά, δωρεάν εισιτήρια, επιχορηγήσεις, επιδοτήσεις, είχαμε τάξει στα ιδανικά μας λαγούς με πετραχήλια αλλά, πρώτα και κύρια, μονιμότητα. Τους είχαμε τάξει το δικό τους σπίτι. Ένα σπιτάκι με θέα εμάς. Χωρίς δεύτερη σκέψη και άλλες φορές με δεύτερη σκέψη, και με ακόμη περισσότερες σκέψεις συχνά, τους είχαμε παραχωρήσει την μόνιμη κατοικία του εαυτού μας.
«Σε θέλω!», είπαμε ο καθένας επιλέγοντας ένα-ένα τα ιδανικά μας από τα πολλά.
Το κάθε ξεχωριστό Ιδανικό είχε έρθει αποδεχόμενο μετά χαράς την πρόσκληση. Εγκαταστάθηκε ανοίγοντας την βαλίτσα του και βγάζοντας και τακτοποιώντας τα υπάρχοντά του, μαζί και δώρα: όνειρα στις γυναίκες, στόχους στους άντρες. Με πολλή όρεξη για δουλειά. Και πράγματι, τα ιδανικά μας, δούλεψαν. Πολύ, μέτρια, λίγο ανάλογα με το πόστο και το αφεντικό.
Τώρα, στον καταιγισμό των απολύσεων, απολύονται και αυτά. Πέφτουν βροχή οι εξώσεις των ιδανικών. «Κι εμείς; Τι θα απογίνουμε;», ρωτούν. «Τι σκοπεύετε να κάνετε με μας;»
«Γιατί μας φερόσαστε έτσι;», λένε κάποια πληγωμένα ιδανικά.
Η παρηγορητική ξύλινη γλώσσα μας, που την μάθαμε στο φροντιστήριο ξύλινης γλώσσας «Πολιτική», ελάχιστα τα παρηγορεί. Δικαιολογημένα, αφού ούτε εμάς η πολιτική γλώσσα μάς παρηγορεί.
Νιώθουν μόνα τους τα Ιδανικά σήμερα. Εγκαταλειμμένα από εμάς, τους ανθρώπους τους. Νιώθουν ότι τα εγκαταλείψαμε άλλο τόσο όσο νιώθουμε κι εμείς, με την σειρά μας, εγκαταλειμμένοι από άλλους. «Άρα γνωρίζεις πόσο με πονάει αυτό που μου κάνεις». Νιώθουν εφάμιλλη οργή με αυτή την πολλή που νιώθουμε εμείς. Συσπειρώνονται κι αυτά. Τα ιδανικά της Επικράτειας. Ανταλλάσσουν μεταξύ τους SMS «Ιδανικά των Ελλήνων ελάτε όλα στην πλατεία».
Εμείς, εν τω μεταξύ, κοιμόμαστε ανήσυχοι. Κάτι τρέχει. Κάτι συμβαίνει. Μέσα μας, έξω μας, παντού και απανταχού. Τα όνειρα των γυναικών, οι στόχοι των ανδρών και τα ιδανικά και των δύο ανακατεύονται μέσα μας σε διαρκείς κινητοποιήσεις που έχουν γίνει τελευταία μόνιμη κατάσταση (αυτή είναι η μονιμότητα που υποσχεθήκαμε;) στην κυκλική πλατεία του στομάχου μας, στην πολυεπίπεδη του εγκεφάλου μας, ή στην δυστυχώς επίπεδη (δεν πέτυχε η ανακαίνιση) της ψυχής μας.
Το Ιδανικό της οικείας  πολλών από μας, το σώγαμπρο, η ψυχοκόρη Ιδανικό, έσυρε από κάτω από το κρεβάτι την παλιά βαλίτσα που πήρε από το ντοκιμαντέρ της μετανάστευσης, την έχει ανοίξει και κάθεται πανιασμένο στην καρέκλα μαζεύοντας δύναμη να αρχίσει να τα μαζεύει για αλλού.
Έχουμε συνειδητοποιήσει πόσο μόνοι μας θα μείνουμε;
Σέρνοντας την βαλίτσα του αναχωρεί νύχτα. Κάποιον ή κάποια από εμάς εγκατέλειψε αφήνοντας ένα γράμμα στο κομοδίνο.

Αγαπητέ μου,
Λυπάμαι, αλλά ήρθε η ώρα να χωρίσουμε. Δεν σου ζητώ συγνώμη, γιατί εσύ φταις. Με εγκατέλειψες πριν σε εγκαταλείψω. Γι' αυτό μην κλάψεις, δεν το αξίζεις. 
Σε ξάφνιασα; Όταν ηρεμήσεις και κάτσεις και το σκεφτείς, αν αποφασίσεις να συζητήσεις επιτέλους και λίγο με τον εαυτό σου, σοβαρές κουβέντες κι όχι μπούρδες, θα δεις ότι η συγκατοίκησή μας εδώ και κάμποσο καιρό δεν είχε αξία!
Με πλήγωσες με την αδιαφορία σου. Η αμέλειά σου θα ήταν εγκληματική αν δεν ήμουν ιδανικό και δεν μπορείς να εγκληματήσεις με μένα. Εμείς τα ιδανικά είμαστε ανώτερα πλάσματα και δεν πεθαίνουμε. Μετοικίζουμε.
Όταν με ξαναχρειαστείς, σφύρα μου! Φώναξέ με εσύ και ίσως, ΙΣΩΣ, επιστρέψω. Δεν σου υπόσχομαι τίποτα. Θα το σκεφτώ πολύ γιατί με απογοήτευσες. Είσαι σκέτη απογοήτευση! Μην κατσουφιάζεις, δεν υπάρχει χώρος για άλλη. Ο εαυτός σου, εσύ ολόκληρος είσαι απογοήτευση.
Σε φιλώ!
Όχι! Μετάνιωσα! Δεν σε φιλώ!
ΥΓ. Αν νιώθεις χάλια, σκοτίστηκα! Καλά να πάθεις!

Το άφησε στο κομοδίνο κι έφυγε μέσα στη νύχτα. Το κατάπιε το Ιδανικό μας η νύχτα με μια μεγάλη γουλιά. Οπωσδήποτε νύχτα κι όχι ημέρα γιατί το βράδυ συνήθως συμβαίνουν οι συμφορές. Η νέα μέρα που θα ξημέρωνε θα καλημέριζε τον αγαπητικό του Ιδανικού με την συμφορά της εγκατάλειψης.
Ένα τέλος που έχει νόημα. Μεγάλο νόημα.
Το Ιδανικό δεν θέλει να γίνει ντοκιμαντέρ και παίρνει την αντίθετη κατεύθυνση από τον σταθμό του τρένου. Δεν θέλει να ξενιτευτεί. Καταφεύγει στο γκέτο των ιδανικών. Αποφασισμένο να ψωμολυσσάξει μα να μην εκδοθεί. Ενδόμυχα ελπίζοντας πως θα το φωνάξουν πίσω. Γι' αυτό ζητά τα άλλα Ιδανικά να κάνουν ησυχία με τακτικά «σσσσς» και το δάχτυλο στα χείλη. Μισοστήνει αυτί. Κοιμάται τα βράδια και κλαίει στον ύπνο του κι ύστερα λέει ψέματα πως τάχα είδε κακό όνειρο ενώ δεν ήταν όνειρο ήταν πραγματικότητα κι ήταν το χθες του και το σημερινό του σήμερα.
Κοιμάται πάνω σε μια γέφυρα τρένου. Άστεγο μα όχι αλήτικο. Εκεί κοιμάται τις νύχτες για να είναι ψηλά και να ακούει καλύτερα τα νυχτερινά καλέσματα. Έχει βάλει για μαξιλάρι την βαλίτσα. Δίπλα του έχει την νταμιτζάνα. Την γέμισε πριν φύγει από το σπίτι μας. Είναι γεμάτη με τους χυμούς της ψυχής μας. Υψηλοί σε περιεκτικότητα οινοπνεύματος όπως τα αποστάγματα της αμπέλου, κάνει για τις πληγές αλλά, προσοχή, αναφλέγεται εύκολα. Κοιμάται με το χέρι στην νταμιτζάνα του μην του την κλέψουν. Φοβάται μην την χάσει. Και τι θα γίνει ένα Ιδανικό χωρίς ανθρώπινους χυμούς;
Ιδανικά, δε θέλει να μας χάσει!

Νοέλ Μπάξερ

 

Μια αγανακτισμένη σελίδα από τετράδιο...

Ανέμιζε σαν φύλλο στον άνεμο. Ήταν ένα φύλλο χαρτί, μια σελίδα με γραμμές σκισμένο άτσαλα από κοινό τετράδιο. Το συγκεντρωμένο πλήθος στο Σύνταγμα φώναζε, μούντζωνε, γελούσε, γυναίκες χτυπούσαν τα καπάκια από τις κατσαρόλες τους και ένα ζευγαράκι μπροστά μου φιλιόταν με πάθος. Στην καρδιά του όχλου.
Ετερόκλητο πλήθος σε έξαρση και εξέγερση, όλοι μαζί σαν ένα πλήθος κοιτούσαν τη Βουλή και περίμεναν από τον νεαρό άντρα μπροστά τους, ο οποίος για να φαίνεται στεκόταν μισοανεβασμένος στο οδόφραγμα στραμμένος προς αυτούς, να δώσει το επόμενο σύνθημα. Το λαχταρούσαν να πέσει αδηφάγα. Σταματούσαν για λίγο να χτυπούνε την κατσαρόλα για να κάνουν ησυχία και να το ακούσουν καλά. Να το πιάσουν στον αέρα όπως θα φύγει από το χαρτί, το φύλλο που ανέμιζε. Συμβουλευόταν εκείνος το χαρτί του ρίχνοντας μια ματιά και φώναζε ένα από τα συνθήματα με την ντουντούκα. Θαρρώ δεν ακολουθούσε την σειρά. Αντί τα πράσινα φωτάκια που χόρευαν στους τοίχους και τις κλειστές γρίλιες της Βουλής, εγώ παρακολουθούσα αυτόν.
Όχι αυτόν. Το χαρτί που κρατούσε.
Όσο το πλήθος -εμείς- επαναλαμβάναμε σαν καλοί μαθητές την πρόταση που ήταν γραμμένη και είχε εκφωνήσει ο κύριος, εκείνος ανέμιζε το χαρτί δίνοντάς μας το τέμπο. Σαν μαέστρος κατηύθυνε την δημόσια συναυλία μας κουνώντας έντονα τα χέρια του και η σελίδα από το τετράδιο χρησίμευε σαν η σοφιστικέ μπαγκέτα του. Αν το πλήθος τα πηγαίναμε καλά, ο μαέστρος μας όλο χαμόγελα βύθιζε την προσοχή του πίσω στο χαρτί που στεκόταν ακίνητο ίσα-ίσα όσο να ψαρέψει ένα επόμενο εξίσου καλό σύνθημα.
Ήταν μια επιφανής σκισμένη σελίδα από τετράδιο. Όχι καμιά τυχαία, κι ας ήταν ευτελούς αξίας. Αυτή ήταν η τυχερή του τετραδίου. Η καθαρογραμμένη. Η Σταρ Σελίδα. Ενδεχομένως να ήταν η τελευταία σελίδα στο τετράδιο, εκεί που δοκιμάζουμε το στυλό αν γράφει και την έχουμε για πέταμα. Θα είχαν προηγηθεί διάφορες άτυχες σελίδες πριν από αυτήν που θα χρησιμοποιήθηκαν ως πρόχειρες, σαν γυναίκες της μίας φοράς, ερωμένες της ξεπέτας, γράφοντας και διαγράφοντας συνθήματα, έξυπνες ατάκες, χλευασμούς σε ρίμα, ομοιοκαταληξίες με το «ξουτ» και το «ουστ».
Αυτή η σελίδα τετραδίου που έβλεπα εγώ, που γνώρισα και ξετρελάθηκα μαζί της, ήταν πολυγραμμένη. Με χυδαίο στυλό. Επιπέδου περιπτέρου. Καλό ταίρι για μια σελίδα από κοινό τετράδιο. Όμως με νοικοκυρεμένα, ευανάγνωστα γράμματα και, θέλω να ελπίζω, ελεγμένη ορθογραφία. Ήταν η ωραία καθαρογραμμένη.
Η οργή του λαού είχε στάξει με λέξεις πάνω σε αυτό το χαρτί. Η σελίδα που παρακολουθούσα με επιμονή και δεν έχανα από τα μάτια μου ήταν μια δεξαμενή που γέμισε οργισμένες λέξεις με εσάνς παλιάς επανάστασης.
Κι όσο φώναζα ένα μεσαίο, θαρρώ, σύνθημα συγχρονισμένη με το ζευγαράκι μπρος μου που επιτέλους αποφάσισε και χρησιμοποίησε το στόμα του για έναν πιο ομαδικό σκοπό, σκεφτόμουν τον κάτοχο του κοινού μπλε τετραδίου σπίτι του ή σε μια γωνιά στην συνοικιακή καφετέρια, ίσως και στο Κάτω Σύνταγμα καθισμένος στην σκιά των δέντρων το πρωί να γράφει, διαγράφει, ξαναγράφει και καθαρογράφει συνθήματα. Το ένα κάτω από το άλλο, σε στοίχιση σαν τους αστυνομικούς που ήταν παραταγμένοι γύρω από την πλατεία. Κι αν αυτός ο συνειρμός λόγω του περιεχομένου της δεν είναι στην σελίδα μου αρεστός, ας πούμε πως έμοιαζαν με χρωματιστές ξυλομπογιές που τοποθέτησε κάποιο παιδάκι σε μια σελίδα χαρτί την μια ξυλομπογιά κάτω από την άλλη για να παίξει.
Ήθελα να μείνω ως το τέλος. Ήμουν περίεργη τι της επιφύλαξε το μέλλον. Ήθελα να δω τον άντρα της να την μαζεύει. Ήμουν περίεργη αν θα την δίπλωνε σαν λευκό γιορτινό τραπεζομάντιλο, με ανάλογη τιμή και αγάπη, ή σαν ένα παλιόχαρτο που έκανε τη δουλειά και θα πεταχτεί πριν μπει το ρούχο στο πλυντήριο. Μήπως έχει την τύχη της λίστας του σούπερ μάρκετ ανησυχούσα.
Ήθελα επίσης να διαπιστώσω, γιατί είχα αγωνία για τη φίλη μου, αν θα την βάλει στην τσέπη του πουκαμίσου του που ακουμπάει την καρδιά του ή στην ποταπή κωλότσεπη στο παντελόνι του. Ήθελα να δω, με άλλα λόγια, αν θα πέσει στα χαμηλά ή θα πάρει τα υψηλά διαζώματα που της αξίζουν. Κι ας μην συνηθίζεται μια απλή σελίδα τετραδίου να γυρεύει αξιώματα.
Αυτής της άξιζε, θαρρούσα.
Ήμουν περίεργη να δω αν ήξερε ο κάτοχός της ότι εκείνη την ώρα η σελίδα αυτή έγραφε Ιστορία.
Έφυγα πριν από την σελίδα δυστυχώς. Την άφησα να ανεμίζει με φόντο τη Βουλή σε ρυθμό συνθήματος και βυζαντινού Ιπποδρόμου. Σήκωσα το χέρι μου και το ανέμισα κι έτσι χαιρετηθήκαμε με την σελίδα.
Δεν πρόλαβα να φτάσω ως την γωνία και άκουσα το συγκεντρωμένο πλήθος να μου φωνάζει «ουστ!»...

Νοέλ Μπάξερ

 

Νοσταλγία...

Υπάρχει μια ελληνική λέξη που θα την θυμηθούμε θέλοντας και μη:
Νοσταλγία.
Υπάρχουν λέξεις που ξαναέγιναν διάσημες. Όπως η επιμήκυνση για παράδειγμα, μια λέξη που είχαμε να χρησιμοποιήσουμε χρόνια, περίπου σαν το παλτό της μαμάς μας που κρεμόταν στην ντουλάπα με την ναφθαλίνη. Μέσα σε αυτές τις λέξεις που βγάλαμε και αερίσαμε, η νοσταλγία σε λίγο θα φιγουράρει ξανά.
Όλοι μας θα ντυθούμε νοσταλγία.
(Και δεν θα είναι Απόκριες.)
Παλιά ο κόσμος γύριζε τα αντρικά κοστούμια μέσα-έξω για να κρυφτούν οι γυαλάδες και να ξαναδείξουν τα υφάσματα καινούργια, και οι νοικοκυρές έστριβαν τα παλιά χαλιά στο σαλόνι για να μην φαίνεται το ξέφτισμα από τα πόδια των επίπλων. Πάντα υπήρχε ένας αξιοπρεπής τρόπος οι φτωχοί άνθρωποι να δείχνουν πως πορεύονται καλά.
Αυτή την εποχή δεν πορευόμαστε καλά. Και στο μέλλον, όπως δείχνουν τα πράγματα, θα πορευόμαστε χειρότερα. Το ομαδικό ερώτημα «πώς θα πορευτούμε» το οποίο ακούγεται τόσο συχνά και τόσο μαζικά ώστε έχει φτάσει να υψώνεται πάνω από όλη την Ελλάδα σαν την μπουρμπουλήθρα του πνιγμένου στη θάλασσα (δεν υπάρχουν αρκετές πισίνες), είναι κουτσουρεμένο. Η .επιμηκυμένη διατύπωσή του είναι «πώς θα πορευτούμε ευτυχισμένοι».
Η χαρά δεν είναι νοστιμιά. Είναι βασικό είδος διατροφής. Είναι φως (χαρούμενα πρόσωπα), συμπεριφορά, θετική ενέργεια, ώθηση, κινητήριος δύναμη. Είναι και δικαίωμα. Σαφώς είναι δικαίωμα! Μια Πολιτεία δεν οφείλει μόνο να παρέχει συνθήκες επιβίωσης των πολιτών της, να τους πετάει Καποδιστριακές πατάτες από το κοφίνι, αλλά να τους κάνει ευτυχισμένους, περήφανους και δημιουργικούς.
Μόνο ευτυχισμένους, περήφανους, δημιουργικούς ανθρώπους δεν βλέπω στο μετρό και στους δρόμους! Ανάμεσα στα πολλά άλλα που έχουν να λογοδοτήσουν οι τριακόσιοι, είναι κι αυτό το φρικτό που προκάλεσαν: Εκατομμύρια κατεβασμένα μάτια και φοβισμένα βλέμματα.
Πολίτες που νοσταλγούν.
Η νοσταλγία είναι τόσο πονεμένη λέξη που οι ξένοι όταν έφτιαχναν τα λεξιλόγιά τους απέφυγαν να αγγίξουν αυτό το συναίσθημα ώστε να το ονοματίσουν λεκτικά και το πήραν ατόφιο από εμάς. Για την νοσταλγία τους χρησιμοποιούν την ελληνική λέξη. Αντιγράφω από το αγγλικό λεξικό της Οξφόρδης: Nostalgia: home-sickness, wistful longing for something one has known in the past. Αναφέρεται στο λεξικό η νοσταλγία μας σαν αρρώστια που η αιτία της είναι κάτι που είχε ο άνθρωπος κατά το παρελθόν απολαύσει και το έχασε.
Τα κατεβασμένα μάτια που έχουν κατέβει από κόπωση και φόβο είναι το ιδανικότερο σκηνικό για να παίξει η νοσταλγία. Ο μαύρος ορίζοντας, τι καλύτερη σκηνή για να ανέβει η νοσταλγία! Όλο δικό της το θέατρο!
Με την Νοσταλγία πρωταγωνίστρια στη ζωή μας το τελευταίο διάστημα, η κυβερνητική επίκληση να σφίξουμε το ζωνάρι φθηναίνει το πράγμα, αναγάγει το όλο ζήτημα στα λεφτά. Ενώ είναι στην ψυχή.
Με την ψυχή μας τι θα γίνει!
Στο μέλλον που δεν φαίνεται και στο παρόν που τσούζει, μόνο η νοσταλγία έχει να μας δώσει χαρά και, αν αυτό δεν το μάθαμε ακόμα εμείς, το γνωρίζουν τα όνειρά μας. Έχει φτάσει ήδη στο υποσυνείδητο και ανεβαίνει προς την συνείδηση. Στα όνειρά μας μάς επισκέπτονται σκηνές από το πιο χαρούμενο χθες και προχθές, γιατί ο άνθρωπος χωρίς χαρά δεν ζει, την θέλει την χαρά του, και αν εμείς φανήκαμε διατεθειμένοι να θυσιαστούμε, όμως ο κοιμισμένος εαυτός μας δεν είναι. Η νοσταλγία έχει πικρή γεύση και τη λύπη από κάτι που χάθηκε, είναι ένα συναίσθημα που θέλει τόλμη. Την μέρα που θα ξυπνήσουμε με το όνειρο που μας έστειλε η νοσταλγία και θα πούμε πως είδαμε έναν εφιάλτη, θα έχουμε νικηθεί.
Ολοσχερώς, τελεσίδικα και κατά κράτος.
(Η λέξη «κράτος» θα βγει προσεχώς από το ντουλάπι με την ναφθαλίνη.)
Τα κατεβασμένα μάτια στο μετρό και τα λεωφορεία δεν είναι επειδή κοιμόμαστε.

ΥΓ. Τα κατεβασμένα μας μάτια, φίλοι ομοιοπαθείς Ισπανοί, δεν σημαίνουν ότι στην Ελλάδα κοιμόμαστε.

Νοέλ Μπάξερ

 

Οι φάσεις της σελήνης: Από το ολόγιομο φεγγάρι έως τη χάση...

Η πρώτη μέρα της ανεργίας, όταν χάνει κανείς τη δουλειά του, δεν είναι ίδια με την τελευταία (.αν υπάρξει τελευταία). Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται μέρες που για άλλους είναι πολλές - για άλλους λίγες, για άλλους δύσκολες και για άλλους πιο δύσκολες, όμως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: δεν είναι όλες ίδιες μέρες.
Ο άνεργος περνάει από διάφορες φάσεις στην άνεργη ζωή του. Η διαδρομή, όταν η ανεργία είναι μακρόχρονη, διασχίζει συγκεκριμένους σταθμούς. Θα μπορούσα να το παραλληλίσω με διαδρομή τρένου, ταιριάζει, να την κάνω να περνάει από ανηφορικούς λόφους και ξερά λαγκάδια με μια βουκολική διάθεση που θα μπορούσα να την δραματοποιήσω κατά το δοκούν περιγράφοντας κόκκινα ηλιοβασιλέματα στο χρώμα του αίματος, όμως πιο ταιριαστό βρίσκω τον στεγνό παραλληλισμό με την άλλη αρρώστια του αιώνα μας, την επάρετο. Με αυτόν τον τρόπο, θεωρώ, τονίζεται η αισιόδοξη, μεγάλη διαφορά ότι η ανεργία έχει το ατού της ανατροπής. Το πλεονέκτημα της επιστροφής από την μια στιγμή στην άλλη στην υπέροχη ίαση της εργασίας.

Μέχρι να φτάσουμε εκεί, προηγούνται άλλα. Μέρα πρώτη ανεργίας: Η διάγνωση!

Φάση 1: Ελπίδα
«Κάτι δεν πάει καλά, τίποτα ανησυχητικό όμως.»
-Βρίσκομαι «ανάμεσα σε δυο δουλειές».

Φάση 2: Υποψία
«Είναι πιο σοβαρό απ' ό,τι περίμενα, αλλά θα το ξεπεράσω.»
- Η νέα δουλειά παραργεί, μήπως δεν είμαι τελικά ανάμεσα σε δυο δουλειές αλλά είμαι, προσωρινά, άνεργος;

Φάση 3: Βεβαιότητα
«Το πολεμάω.»
- Είμαι προς το παρόν προσωρινά άνεργος. Δεν έχω δουλειά εδώ και λίγο καιρό αλλά κάτι θα βρεθεί στο τέλος.

Φάση 4: Υποψία Νο2
«Ασφαλώς συνεχίζω να το πολεμάω αλλά δύσκολα τα πράγματα.»
-Οδεύω προς μονιμοποίηση ή μου φαίνεται;

Φάση 5: Βεβαιότητα Νο2
«Δεν πάω καλά.»
-Το πρόβλημα δουλειάς που αντιμετωπίζω το βλέπω να κρατάει χρόνια. Ίσως και για πάντα!

Φάση 6: Απελπισία
«Το παλέψω-δεν το παλέψω, από αυτό θα πάω!»
-Δεν έχω καμιά ελπίδα να επιστρέψω στη δουλειά.

Φάση-βαγονέτο: Ανατροπή
(Σαν τα βαγονέτα στα ορυχεία, πηγαίνει σε οποιαδήποτε από τις παραπάνω φάσεις ανεξαρτήτου βάθους και σκότους, μεταφέροντας στην επιφάνεια αγνώριστους ανθρώπους.)
«Θαύμα! Έγινα καλά!»
- Σου τηλεφωνώ από τη νέα μου δουλειά!

Σκέψη στο περιθώριο
Ο παραλληλισμός αυτός μήπως κάποιους τρομάξει;

Βρίσκομαι «ανάμεσα σε δυο δουλειές».
Φάση 1 «Κάτι δεν πάει καλά, τίποτα ανησυχητικό όμως.»
Χρονικά, ο «βρίσκεται ανάμεσα σε δυο δουλειές» βρίσκεται στο βραχύβιο διάστημα που ξεκινάει από την πρώτη μη εργάσιμη, γι' αυτόν, μέρα και διαρκεί έως την υποψία ότι το να βρεθεί η επόμενη δουλειά δεν θα είναι ούτε τόσο σύντομη ούτε τόσο εύκολη υπόθεση όσο εκτιμούσε αρχικά.
Συναισθηματικά βρίσκεται στην καλή φάση όπου δεν αισθάνεται άνεργος. Αισθάνεται, κι άρα είναι, «ανάμεσα σε δυο δουλειές». Αν του ζητούσαν να δώσει ένα περιγραφικό όνομα, θα το αποκαλούσε «επαγγελματική διαταραχή», «πρόβλημα με τη δουλειά του», «αναθεώρηση εργασιακή»...
Αυτο-τοποθετημένος στο ασφαλές σημείο «ανάμεσα σε δυο δουλειές», δεν πέφτει ψυχολογικά. Δεν έχει πού να πέσει (στην ανεργία που είναι για τους άλλους;), ούτε θα προλάβαινε να πέσει. Η κινητικότητα της Φάσης 1 τον κρατάει φυγοκεντρικά ψηλά. Κάνει σχέδια, ξεθάβει παλιές επαγγελματικές επαφές, φτιάχνει λίστες με ανθρώπους-κλειδιά, βλέπει κόσμο. Όσο κι αν δεν είναι ο τύπος του, την Φάση αυτή ξυπνάει το κοινωνικό ον μέσα του και γίνεται επικοινωνιακός, ίσως όσο ποτέ.
Η κοινωνικότητα ως κοινωνικότητα και η ανθρώπινη επαφή για καλό σκοπό (τη νέα του δουλειά) ντύνουν με προστατευτική στολή την είσοδό του στην πιθανή ανεργία όταν δεν θα είναι «ανάμεσα σε δυο δουλειές». Όσο κι αν νιώθει ενδεχομένως θυμό ή πικρία από την τελευταία του δουλειά, αυτά δεν είναι τα κυρίαρχα αισθήματα της εποχής αυτής. Στο μπλέντερ, η γεύση που τελικά επικρατεί δεν είναι αποκρουστικά πικρή. Μέρες-μέρες μάλιστα το μείγμα που προκύπτει είναι έως και το αντίθετο. Τις καλές μέρες, τις γλυκές αυτές μέρες, δεν είναι υπερβολή ότι νιώθει έως και ευδιάθετος.
Βλέπει τη δεύτερη δουλειά να ζυγώνει στηριζόμενος στο ακλόνητο επιχείρημα ότι για να βρίσκεται «ανάμεσα σε δυο δουλειές» σημαίνει ότι υπάρχει δεύτερη δουλειά. Η πεποίθηση του συλλογισμού αυτού προκαλεί αυτοπεποίθηση, η αυτοπεποίθηση ως ισχυρό συναίσθημα γεννάει δύναμη, η δύναμη δίνει νέα κινητήρια δύναμη για περισσότερες επαφές, πιο δυναμική εμφάνιση στις συνεντεύξεις, νέα αναμόχλευση της λίστας των τηλεφώνων.
Η παραπάνω υγιής διαδικασία αποτελεί αντανακλαστική κίνηση. Δεν έχει λόγο στη Φάση 1 να κινητοποιηθεί ο μηχανισμός της συνειδητής προσπάθειας, αφού ασφαλώς τα χειρότερα δεν θα έρθουν σε αυτόν αφού βρίσκεται - μόνο - «ανάμεσα σε δυο δουλειές».
«Ανεξήγητα» μάλιστα, και ως άμυνα του οργανισμού, μπορεί να αισθάνεται ότι χάρη στην επαγγελματική του αγρανάπαυση υπάρχει και το καλό ότι έχει «επιτέλους» τον χρόνο να κάνει όσα πάντα ήθελε και δεν είχε ποτέ τον χρόνο να κάνει. Έχει «επιτέλους» τη δυνατότητα να ξεκουραστεί «λίγο». Έχει την «ευκαιρία» να αλλάξει εργασιακό περιβάλλον, να «ανανεωθεί» και, τέλος, έχει στα χέρια του μια δωροεπιταγή (αποζημίωση + επίδομα ανεργίας).
Από τη Φάση αυτή θα έχει να θυμάται την αίσθηση της δύναμης που πέρασε από τα χέρια του. Η σύνταξη του βιογραφικού του, που χρονικά συμπίπτει με την Φάση 1, ακόμα κι αυτή πιθανώς θα κληθεί να συνεισφέρει στο μύθο «είμαι καλά», όταν καταγράφοντας σπουδές και προϋπηρεσία διαπιστώσει ότι έχει κάνει «πράγματα» που αξίζουν.
Ζει έναν μήνα του μέλιτος και είναι κρίμα που όλα τα ωραία έχουν ένα τέλος. Κάποια στιγμή όμως παραπερνάει ο χρόνος χωρίς την επόμενη δουλειά και, αναπόφευκτα, τον χτυπάει η Υποψία.
Μήπως τελικά δεν είμαι ανάμεσα σε δυο δουλειές αλλά είμαι, προσωρινά, άνεργος;

Φάση 2 «Είναι πιο σοβαρό απ' ό,τι περίμενα, αλλά θα το ξεπεράσω.»
Το υποψιάζεται αλλά ακόμη δεν το έχει παραδεχτεί ότι είναι άνεργος. Τοποθετείται στον προθάλαμο της ανεργίας. Από την πόρτα που ανοίγει και κλείνει (εναρμονισμένη με την ψυχολογική του διάθεση) βλέπει το εσωτερικό της ανεργίας. Όμως δεν έχει καθίσει ακόμη στην καρέκλα του οδοντογιατρού, δεν φώναξαν ακόμη το όνομά του να περάσει και η πόρτα της εξόδου είναι μπροστά του. Άρα ανησυχεί, δεν υποφέρει.
Η Φάση 2 του δίνει απόσταση ασφαλείας. Τα δεινά είναι μπροστά του αλλά δεν είναι μέσα σε αυτά και, το κυριότερο, υπάρχει το καλό σενάριο να διαφύγει στεγνός. Σώος κι αβλαβής να διαβεί την πόρτα.
Τώρα, η διάθεσή του σαν το εκκρεμές πηγαίνει κι έρχεται από την κακή διάθεση στην καλή διάθεση και πάλι πίσω. Τα πρώτα νευράκια είναι εδώ. Το ξέσπασμα της κοινωνικότητας της Φάσης 1 ξεθυμαίνει. Η λίστα επαφών κονταίνει. Μετράει τις κλειστές πόρτες, μετράει και τα λόγια του που κουράστηκε να λέει τα ίδια και τα ίδια. Ενδεχομένως κιόλας κάποιοι φίλοι ή συνεργάτες να τον έχουν απογοητεύσει με την στάση τους. Αρχίζει η περίοδος της εσωστρέφειας.
Στο στάδιο της Υποψίας, η οικογένεια και οι καλοί φίλοι αρχίζουν κι αυτοί να υποψιάζονται, με τον συνειρμό της συστέγασης, ότι τα πράγματα δεν θα είναι τόσο απλά όσο εκτιμήθηκε αρχικά. Επικρατεί νευρικότητα και στο στρατόπεδο αυτό που προδίδεται πριν την ώρα της (έχουμε καιρό ακόμη) ως υπόκωφη επικοινωνιακή δυσκολία με στοιχεία αφ' υψηλού κριτικής.
Όσο πάει, ξεθυμαίνει η μπόντι-μπίλντινγκ δύναμη της Φάσης 1. Πλέον ο άνθρωπος αυτός αντιλαμβάνεται το ανάστημά του σε πιο ρεαλιστικά μεγέθη. Προσγειώνεται! Η διάθεσή του χαλάει ολοένα και συχνότερα, ολοένα με πιο επιπόλαιη αφορμή. Δεν έχει ακόμη συνείδηση πτώσης, μόνο ακεφιές. Το εκκρεμές της διάθεσης που πηγαινοέρχεται από τα ψηλά στα χαμηλούτσικα, στέκεται μεν στο δείκτη «κακόκεφος», ενδόμυχα όμως αρχίζει να χτίζει την εικόνα του «ασταθή ψυχολογικά» που έπεται.
Οι υποψίες έρχονται τη νύχτα. Δυσκολεύει ο ύπνος. Ξεκίνησε και η ανησυχία για τα οικονομικά. Ήρθαν οι πρώτες περικοπές στα έξοδα. Κι αν έστω τα καλά οικονομικά του του αποκρύπτουν ότι αλλάζουν οι συνθήκες ζωής του, το κοστούμι/ταγιέρ που χρήστηκε «στολή συνεντεύξεων» θα του το θυμίζει κάθε φορά που θα ανοίγει την ντουλάπα του.

Αισθάνεται ότι αλλοιώνεται ολόκληρος σαν να γλιστράει νερουλός.
Δεν το περίμενε, όπως δεν περίμενε ποτέ (Φάση 1) ότι θα ήταν τόσο δύσκολα για αυτόν τα πράγματα και όπως δεν περιμένει - ακόμη - αυτά που πιθανώς θα έρθουν (Φάσεις 3, 4, 5 & 6) . Προς το παρόν (Φάση 2) μόνο υποψιάζεται.
Έχει ξεκινήσει να φεύγει αλλά δεν το 'χει ακόμη νιώσει ότι το έδαφος κινείται κάτω από τα πόδια του. Όταν το αισθανθεί, μόλις νιώσει το ξάφνιασμα της έναρξης της κίνησης και τον αντανακλαστικό φόβο της πτώσης, πατάει το χαλάκι εισόδου της καθόλου φιλόξενης Φάσης 3.

Προς το παρόν προσωρινά άνεργος.
Φάση 3 «Το πολεμάω.»

Μην αμφιβάλλετε, ξέρει πού πατάει. Το γνωρίζει ξεκάθαρα πια. Πάνε τα «ανάμεσα σε δυο δουλειές». Αντ' αυτού, τα γνωρίζει τα κακά τα νέα, πατάει σε διάδρομο που προέκυψε μακρύς και ενώνει το εργασιακό του παρελθόν με το εργασιακό του μέλλον. Από το χθες έως το αύριο, υπάρχει το παρόν της ανεργίας. Εκεί ζει προς το παρόν.
Η φάση 3 χαρακτηρίζεται από συνειδητοποίηση της κατάστασης στην πραγματική της διάσταση και εσπευσμένη σπασμωδική μαχητικότητα με στόχο την ανατροπή της «κατάστασης».
Ναι, στη φάση αυτή το πιστεύει πως η κατάσταση είναι αναστρέψιμη. Η εκτίμηση της προοπτικής του είναι, αν τον ρωτήσετε, ότι αργά ή γρήγορα θα επιστρέψει «κανονικά» στη δουλειά «του» «όπως όλοι οι άνθρωποι». Όπως όλοι οι άνεργοι εν τω μεταξύ περιμένει, ανήκοντας, ευτυχώς γι' αυτόν, ακόμη στην υπο-ομάδα που μπορεί να ελπίζει, την υπο-ομάδα «προς το παρόν, προσωρινά άνεργος».
Επιδίωξη είναι η ανατροπή της ανεργίας και η επιστροφή στην εργασία. Οι διαδικασίες της υπομονής έχουν μπει μπρος. Μπρος στο φουλ πήρε και η μηχανή της αυτοσυντήρησης. Το «Πού θα πάει; Κάποια στιγμή το άτιμο το τηλέφωνο θα χτυπήσει» και το «Όσο ζω, ελπίζω!» είναι δύο κλασικές σκέψεις της εποχής.
Ο άνεργος της 3ης φάσης, λοιπόν, είναι ένας μαχητής της ανεργιακής Χαμάς. Κατά τη διάρκεια όλης της φάσης παραμένει μάχιμος, μαχητικός και επικίνδυνος για την χρόνια ανεργία.
Όσο το πολεμάει, αυτό δεν τον εμποδίζει να υιοθετεί χούγια του εχθρού. Ως άνεργος ξεσηκώνει ένα-ένα τα χούγια του Άνεργου. Όπως περνάει ο καιρός, τα μαζεύει πάνω του σαν να σαρώνει και ρίχνει στο καλάθι του κονσέρβες από τα ράφια του σούπερ μάρκετ. Είδη ανεξαρτήτως περιεχομένου αφού την ημερομηνία λήξης γυρεύει το μάτι του.
Η κονσέρβα «εσωστρέφεια» είναι πάντα από τις πρώτες. Ο κοινωνικός άνθρωπος της Φάσης 1 επιλέγει, τώρα, να αποφεύγει τον πολύ κόσμο. Έχει επίγνωση της σταδιακής απομόνωσής του αλλά πιστεύει ότι οι άλλοι τον αποφεύγουν ενώ (μυστικό!) τους αποφεύγει αυτός.
Οι ώρες της σιωπής αυξάνονται. Το 24ωρο γίνεται πολύ μακρύ για να το χωρέσει μία ημέρα. Ο Φόβος της νέας μέρας δεν είναι μακριά. Κάπου γύρω εκεί περιφέρεται, εκεί που κατοικοεδρεύει ο άλλος Φόβος που εγκαταστάθηκε στην αρχή σαν ενόχληση και στην συνέχεια ατόφιος τρόμος, μην προς Θεού ακούσει τη δύσκολη ερώτηση «εσείς με τι ασχολείστε επαγγελματικά;». Επειδή την τρέμει, την ακούει παντού.
Αρχίζει η ενδο-οικογενειακή απομόνωση, άλλη μεγάλη κονσέρβα. Τα παιδιά, αν έχει, στέκονται αμήχανα και παρακολουθούν την σκιά του γονέα τους να παίζει για χάρη τους τον Καραγκιόζη. 
Η μετάλλαξη του εαυτού του σε κάποιον άλλο που δεν είναι αυτός, ο «Εκείνος» που ήξερε και ήξεραν και οι άλλοι, συνεχίζεται.
Δεν τη γλίτωσε, μπήκε κι αυτός τελικά στο τρομερό δωμάτιο (από την αίθουσα αναμονής της Φάσης 2). Από εκεί βλέπει τον κόσμο πίσω από το τζάμι να ζει δραστήρια και ευτυχισμένα. Όσο κι αν ο φόβος από το τι θα επακολουθήσει στο Τρομερό Δωμάτιο κυλάει στη ραχοκοκαλιά του, παρ' όλα αυτά βλέπει τον εαυτό του ανακατεμένο με το δραστήριο και ευτυχισμένο πλήθος να τον χαιρετάει από το πεζοδρόμιο. Πιστεύει ότι εκεί ανήκει - γι' αυτό εκεί ανήκει!
Ο παράγων χρόνος θα είναι ο μοιραίος αντίπαλός του. Από εκεί θα προέλθει η βολή «οδεύω προς μονιμοποίηση ή μου φαίνεται;» (Υποψία Νο2).

Οδεύω προς μονιμοποίηση ή μου φαίνεται;
Φάση 4: «Ασφαλώς συνεχίζω να το πολεμάω αλλά δύσκολα τα πράγματα.»
Βρισκόμαστε στην υποψία Νο 2. Κάθε θρίλερ Νο 2, όπως στον κινηματογράφο, οφείλει να είναι βελτιωμένα χειρότερο από το Νο 1 του.
Ο ήρωάς μας μπήκε στην εποχή της υποψίας ότι ο μακρύς διάδρομος που πολύ ωραία έλεγε στη Φάση 3 ότι ενώνει το εργασιακό του παρελθόν με το εργασιακό του μέλλον, μάλλον φαίνεται πως δεν έχει εργασιακό μέλλον να ενώσει! Του καρφώθηκε στο μυαλό η όχι τόσο άκαιρη ιδέα πως η επόμενη δουλειά παραργεί για να υπάρχει. Μαύρη σκέψη αλλά εξετάζει την πιθανότητά της ...ως πιθανή.
Με τους νόμους των πιθανοτήτων του είναι βέβαιος πως αν με τη νέα του δουλειά είχε ραντεβού σαν ένα οποιοδήποτε κοινό ραντεβού, θα είχε βαρεθεί να περιμένει στημένος στη γωνία και θα είχε φύγει προ πολλού. Τώρα, επειδή ξέρει πως δεν έχει τίποτα άλλο να κάνει (κυριολεκτώντας, καμιά άλλη δουλειά να κάνει) και, το χειρότερο, ξέρει πως αν δεν έρθει το ραντεβού του τότε είναι που δεν θα έχει πια τίποτα να κάνει, περιμένει και περιμένει και περιμένει. Το υποψιάζεται ότι αδίκως περιμένει, αλλά περιμένει.
Το ότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς παρά να περιμένει, τον κάνει να θέλει να ποδοπατήσει με μανία την νοερή (μισομαραμένη από την μεγάλη αναμονή) ανθοδέσμη που κρατάει. Αντί αυτής, με ακαταλαβίστικα ξεσπάσματα που δύσκολο να ερμηνεύσει κανείς σωστά, ποδοπατάει ό,τι βρει γύρω του. Το γύρω του βρίσκεται σπίτι του. Όσο κινείται ως ταύρος στο υαλοπωλείο του σαλονιού του, συνεχίζει παρ' όλα αυτά να περιμένει το «ραντεβού» του για τους παραπάνω κακούς λόγους.
Στη Φάση 4 η ενέργεια που θα προκληθεί από τις εκρήξεις θα τον συγκρατήσει για ακόμα λίγο, πρόσκαιρα, από το αναίσθητο άφημα της Βεβαιότητας της Ανεργίας (Φάση 5).
Εξωτερικά μπορεί να δείχνει ένα λιοντάρι στο κλουβί, μέσα του όμως δεν ζει λιοντάρι. Ζει ένα θυμωμένο πληγωμένο ζώο. Στα μάτια των τρίτων δεν φαίνεται ότι του συμβαίνει κάτι τόσο χειρότερο από το «προς το παρόν προσωρινά άνεργος». Είναι - απλά - πιο ανυπόμονος (να δραπετεύσει), πιο εκρηκτικός (να τα σπάσει και να δραπετεύσει), πιο κυκλοθυμικός (από τις σπασμωδικές επάλληλες αποτυχημένες απόπειρες να δραπετεύσει).
Όσο πιο πολύ υποψιάζεται την προοπτική, τόσο πιο πολύ θέλει να δραπετεύσει. Κι όσο θέλει να δραπετεύσει, τόσο εισχωρεί στη Βεβαιότητα (Φάση 5). Η βεβαιότητα του πια μη αναστρέψιμου μαζί με την άλλη βεβαιότητα, του μαύρου κι άραχνου μέλλοντος που τον αναμένει αφού δεν αναστρέφεται με τίποτα, του προκαλεί πανικό. Οι κρίσεις πανικού ήρθαν!
Τώρα είναι που, σαν το τελευταίο ίσως πετάρισμα ενός υγιή οργανισμού, μαζί με τις μαύρες σκέψεις θα του έρθουν και οι πιο απελπισμένες, όπως να επιστρέψει για πάντα στο χωριό, να φύγει για δουλειά στο εξωτερικό εγκαταλείποντας πίσω την οικογένειά του, να ανοίξει σουβλατζίδικο. Τα πιο πολλά ρεφρέν «θα πηδήξω από το παράθυρο» τώρα είναι που ακούγονται.
Η υποψία δεν μπορεί να ζήσει μια ζωή με υποψίες. Κάποια στιγμή γίνεται Βεβαιότητα. Κακωσήλθε στη Φάση 5.

Χρόνια θα κρατήσει! Ίσως και για πάντα!
Φάση 5: «Δεν πάω καλά.»
Βεβαίως και είναι άνεργος! Τι άλλο πιστεύετε πως είναι δηλαδή;
Είναι ήδη έμπειρος άνεργος. Ξεκίνησε να ζήσει με την ανεργία για λίγο καιρό, του προέκυψε και την έζησε αρκετό χρόνο και τώρα η συμβίωση μαζί της φαίνεται να τείνει σε μονιμότητα. Πάντα (Φάσεις 2-4) έτρεμε το ενδεχόμενο αυτό, να τώρα που ήρθε η ώρα του.
Το θετικό είναι ότι από την στιγμή που δεν το υποψιάζεται πια μόνο αλλά το αποδέχεται, δεν έχει τίποτα πιο μοιραίο να φοβηθεί. Τούτο είναι το μοιραίο, αυτό που ζει. (Όσο να 'ναι, είναι μια ανακούφιση η επίγνωση αυτή.)
Έχει, λοιπόν, εξοικειωθεί ο άνεργός μας πλέον με την ανεργία. Μόνο ένας κίνδυνος ακόμη υπάρχει που κινείται ελεύθερος, επικίνδυνος, και αυτός είναι ο Χρόνος. Αυτός είναι ο νέος του μεγάλος Φόβος γιατί κουβαλάει παραμάσχαλα και του κουνάει μάλιστα απειλητικά μπροστά στα μάτια του, το «ποτέ ξανά».
Η άνεργη εμπειρία του του έχει διδάξει ότι όπως ένας-ένας όλοι οι προηγούμενοι φόβοι που σχετίζονταν με την ανεργία πραγματοποιήθηκαν, έτσι κι αυτός θα πραγματοποιηθεί. Το αναπόφευκτο δεν του αφήνει σοβαρά περιθώρια αντίδρασης. Η μακρόχρονη μαχητικότητα που δεν έφερε αποτέλεσμα, η αναμονή που αράχνιασε, η χρόνια αίσθηση ότι «αδειάζει», του σηκώνουν τα χέρια με το ζόρι και τον παραδίδουν.
Με τη ολόδική του ανεργία μόνιμη ή στο παραπέντε μόνιμη, η «από τη μια στιγμή στην άλλη» (θα αλλάξουν τα πράγματα / θα χτυπήσει το τηλέφωνο για δουλειά / θα προκύψει μια νέα καλή θέση) φράση των άλλων τον κάνει να γυρνάει το κεφάλι σαν ράπισμα. Είναι ένας σιωπηλός πόλεμος αυτός ανάμεσα σε αυτόν και τον Χρόνο, ο οποίος τον βαράει στα νεύρα με το επίμονο τικ-τακ του ρολογιού που σαν χειροπέδα φοράει στον καρπό του. Η «από τη μια στιγμή στην άλλη» του φαίνεται πολύ μακρινή όχθη για να καταφέρει να κολυμπήσει ως εκεί. Θα αφεθεί να πνιγεί ή θα πνιγεί κολυμπώντας; Τέτοια πρωτοφανή διλήμματα επιπλέουν στο μυαλό του.
Ο διάδρομος που τον οδηγούσε από τη μια δουλειά ως την άλλη το γνώριζε καιρό πως είναι μακρύς. Τον περπατάει ήδη άλλωστε τόσο χρόνο. Από εδώ, το μη «προσωρινό» που στέκεται σήμερα, αντικρίζει στο βάθος ένα εργασιακό κενό. Η περιβόητη δουλειά προβληματίζεται μήπως τελικά είναι αυθυποβολή όπως των διψασμένων στην όαση. Του έρχονται στο μυαλό όλοι οι χαμένοι λεγεωνάριοι που ξεφωνίζαν «νερό-νερό» τρέχοντας παλαβά στους αμμολόφους. «Ένας χαμένος άνεργος είμαι», θα σκέφτεται πιθανά για τον εαυτό του κάνοντας τα πράγματα χειρότερα. 
Πολλοί χρόνιοι άνεργοι διψάνε για μαύρες σκέψεις. Έχουν συνηθίσει να ζούνε σε ένα κατακάθι, στο σκούρο λεκέ που απέμεινε στο λευκό φλιτζανάκι του καφέ. Η θέα του μοιραίου φέρνει άλλες σκηνές στο μυαλό που ολισθαίνει, όπως προς εκτέλεση ανθρώπους που περιμένουν το πυρ του εκτελεστικού αποσπάσματος τραγουδώντας εθνικούς ύμνους.
Ο χρόνος από την τελευταία του εργασία ως εδώ που έφτασε τώρα, φαίνεται από εδώ, σήμερα, «ατέλειωτος». Η νέα δουλειά φαίνεται «ατέλειωτα» μακριά. Το ζει τέσσερις φάσεις ήδη και το θεωρεί δεδομένο. Πεπραγμένο με στοιχεία, ώρες και ημέρες, χιλιάδες μετρημένα τικ-τακ, και όχι την αβεβαιότητα μιας αρχικής εκτίμησης. Δεν είναι υπερβολή να ομολογήσει ότι αισθάνεται σαν να του έχει διαγνωστεί μια μοιραία επώδυνη ασθένεια που δεν σηκώνει ίαση.
... Βέβαια, η μονιμότητα που καθορίζει ο Χρόνος είναι ένα χρονικό κενό. Χωρίς τέλος ο Χρόνος δεν έχει ένα τέλος να τον απειλήσει. Ξαφνικά, δεν ισχύει η απειλή του «ποτέ ξανά». Το τικ τακ, τότε, αυτόματα αλλάζει χέρι και γίνεται η χειροπέδα του Χρόνου, αφού μόνο ο Χρόνος δεν μπορεί να ξεφύγει από τον Χρόνο. Στο χέρι τού μόνιμα άνεργου μένει το σημάδι του Χρόνου και η απόφαση κολυμπώντας να ρισκάρει να φτάσει στην απέναντι όχθη της νέας δουλειάς.
Μέχρι τότε έχει πολύ χρόνο στη διάθεσή του να ζήσει ως άνεργος από την κορφή ως τα νύχια. Περιφέρεται (κολυμπάει) τόσο θλιμμένος σαν να ζει στην υφήλιο μόνος. Οι εκρήξεις θυμού σταδιακά σβήνουν και αντικαθιστούνται από κρίσεις απάθειας. Με τι να τα βάλει πια; Πώς να μαλώσει χωρίς ανάστημα; Είναι αδύνατον! Ζορίζεται και ο ίδιος από το βάρος της παρουσίας του και επιθυμεί με την απουσία του να γίνει αόρατος.

Όλο και περισσότερο αποδέχεται τον άνεργο εαυτό του.
Με στωική απάθεια κυλιέται στην ανεργία όπως άλλοι στη λάσπη και άλλοι στην ευτυχία (κι άλλοι στο χρήμα). Πατόκορφα άνεργος είναι και επειδή είναι, νιώθει απελπιστικά ανέλπιδα άνεργος. Νιώθει και είναι, είναι και νιώθει. Κράτα με να σε κρατώ, οδεύει όσο επιτρέπεται στα έγκατα. Η ζωή του έτσι είναι πολύ βαριά για να την κουβαλήσει σε ανηφόρα. Το να παρεκκλίνει στην κατηφόρα είναι τόσο εύκολο, σαν να παίρνει απλά τον άλλον δρόμο δίπλα. Η εσωστρέφεια και οι εκρήξεις των φάσεων που έχουν προηγηθεί καταφέρανε και τον απομόνωσαν από αυτούς που θα έδιναν ευχαρίστως ένα χεράκι να τον βοηθήσουν. Αυτό που με την σιωπή νόμιζε τόσο καιρό πως περιφρουρούσε, ο εαυτός του, πώς ήρθαν τα πράγματα, να που έγινε η φυλακή του.
Από τη φυλακή του στέλνει στον έξω κόσμο 3 ερωτήματα: 1) Πού πήγε στον εαυτό του Εκείνος που αγάπησε; 2) Πού πήγε εκείνος Εκείνος που αγάπησαν αυτοί που αγαπάει; 3) Αυτή η βαριά σκιά που περιφέρεται με παντόφλες σε ένα κελί, τι σχέση έχει με Εκείνον που περπατούσε ανάλαφρα πάνω στα κύματα;

Τελείωσε! Δεν έχω καμιά ελπίδα να επιστρέψω στη δουλειά.
Φάση 6: «Το παλέψω-δεν το παλέψω, από αυτό θα πάω!»
Μετά την 6η φάση δεν υπάρχει άλλη. Ή θα μείνει εκεί για πάντα ή θα επιστρέψει.
Έχει περπατήσει βαθιά μέσα στην ανεργία. Είναι κατάβαθα κουρασμένος.  Ίσως περισσότερο από την άσκοπη μάχη παρά από την κούραση της μακρόχρονης μάχης. Η υποχώρηση είναι λύτρωση κι ας είναι το τέλος του τέλους. Είναι δραματική κίνηση και ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία της περίστασης. Είναι σπάνια αξιοπρεπές. Μια από τις ύστερες αξίες του η αξιοπρέπεια, όσο και να βλήθηκε το διάστημα αυτό, να που δεν απεβίωσε. Πιθανώς να θεωρεί επίσης πως είναι ένας κραυγαλέος τρόπος να δηλώσει παρών δια της απουσίας του. Τέλος, είναι προσωπική επιλογή, σαν όλες τις αυτοχειρίες. Του χρωστάει η ανεργία την ικανοποίηση ότι δεν τον νίκησε αλλά αυτονικήθηκε.
Σε αυτή τη φάση βρίσκεται μόνος του. Περισσότερο από κάθε προγενέστερη φάση. Οι δικοί του τον ακολούθησαν ως ένα σημείο. Παρέμειναν κάπου ενδιάμεσα ασφαλείς κι ας αισθάνονται οι ίδιοι ανασφαλείς μέχρι τρέλας. Τους εξέθεσε στην επικινδυνότητα της ανεργίας, δεν του συγχωρείται.
Στην τωρινή φάση, λοιπόν, βρίσκεται μόνος του και γυρεύει σ' αυτήν την ιστορία ένα τέλος της προκοπής. Θα τον βοηθήσω εγώ που ξέρω!
Είναι νύχτα ή θεοσκότεινα, το ίδιο κάνει. Δεν βλέπετε πάντως τη μύτη σας. Είναι γεγονός πως δεν μπορείτε να δείτε ούτε μια σπιθαμή πέρα από τη μύτη σας.
Από τις υπόλοιπες αισθήσεις σας, κάποιες δεν δουλεύουν από καιρό. Κοιμωμένες βασιλοπούλες, αλλά δεν είναι η στιγμή για παραμύθια. Βρισκόσαστε στο 6ο τελευταίο υπόγειο στο κάστρο της κακιάς ανεργίας. Κατεβήκατε ένα-ένα τα λίθινα σκαλοπάτια σκουντουφλώντας κι ακούγοντας την ηχώ απ' τα τακούνια σας. Καθισμένος τώρα στο τελευταίο σκαλοπάτι βολεύεστε στην ανυπαρξία σας όσο η υγρασία του σκαλοπατιού ντροπιάζει το παντελόνι σας.
Πάνω από το κεφάλι σας, πολλές λίθινες στροφές ψηλότερα, φτάνει ως σε σας ο απόηχος των δικών σας. «Φτου! Έσβησε ο φακός!», τους ακούτε, και «Έναν αναπτήρα, ρε παιδιά». Τους ακούτε ενόσω η αφή σας χαϊδεύει τον αχρησιμοποίητο αναπτήρα στην τσέπη σας. Μπορεί και να χαμογελάτε κιόλας αλλά δεν το βλέπουμε (είναι θεοσκότεινα, μην το ξεχνάμε), ούτε κι εσείς το βλέπετε!
Είναι γλυκά παγερά εδώ κάτω. Ξεκούραστα σιωπηλά. Ακούτε την σκέψη σας. «Να σβήσω το μυαλό μου» παροτρύνετε εσάς σαν ο καλύτερος φίλος, ο μόνος εναπομείνας φίλος του εαυτού σας.
Αυτό που πατάτε δεν είναι σκαλοπάτι, είστε σίγουρος. Το έχει εξερευνήσει η διαίσθησή σας. Είναι ο πάτος του υπόγειου με κεφαλαίο Υ. Φτάσατε! Χαίρεστε! Κοροϊδεύετε την εξαντλημένη ανεργία. Θα της βγάζατε και την γλώσσα αν δεν σας είχαν ακολουθήσει ως τα έγκατα οι καλοί σας τρόποι. 
Τελείωσε! Η επίγνωση σάς ανακουφίζει όσο και σας λυπεί. Κάθε τέλος έχει το δράμα του. Το δικό σας θα δοθεί λοιπόν εδώ, χωρίς θεατές και θεατρινισμούς. Η ελπίδα σας σύμφωνα με το πρόγραμμα θα εκτελεστεί τελευταία. Την σκουντάτε να ξυπνήσει για να πεθάνει, έχει γύρει στον ώμο σας ψόφια.
Μυρίζει κλεισούρα και μουσκεμένο παντελόνι. Η όσφρηση διαμαρτύρεται, ας πάμε στην αίσθηση της ακοής. Οι κραυγούλες του απόηχου έμειναν παραπάνω. Ψάχνουν ακόμη για φως. Κάποιος, ακούτε, τρίβει πέτρες να προκαλέσει σπίθες. Ακούγεται ρυθμικό γρούτσου-γρούτσου και λαχάνιασμα. Μια (ξέρετε ποια) φωνάζει «βοήθεια». Ένας άλλος (ξέρετε ποιος) λέει ανοησίες για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα.
Χαίρεστε που φτάσατε ως εδώ μόνος. Τόσο γλυκά μόνος. «Έως εδώ» είναι η προτελευταία σας σκέψη. Η τελευταία σας είναι μια σκέψη αντίστροφη: «Εδώ, έως...»
«Εδώ, έως...» Από την ανθεκτικότητα της ελπίδας σας εξαρτάται αν θα σκαλίσετε την τσέπη σας για εκείνον τον αναπτήρα και ανέβετε να συναντήσετε τους άλλους.

Σου τηλεφωνώ από τη νέα μου δουλειά!
Φάση βαγονέτο: «Θαύμα! Έγινα καλά!»
Το βαγονέτο κορνάρει με ένα τηλεφώνημα. Φέρνει κάτω μια νέα δουλειά και επείγεται. Βγάζουν σπίθες οι ράγες από το ζόρισμα. Ένα μεγάλο νέο μεταφέρει. Και μια ανακούφιση ειδικού βάρους. Ο παραλήπτης είναι εργαζόμενος χωρίς εργασία. Όλης της γκάμας που εκτείνεται από μιας ημέρας άνεργος έως χρόνιος άνεργος.
Μία τελετή λήξης είναι η φάση αυτή κι ως τέτοια της αξίζουν τα καμώματα μιας λαμπρής τελετής λήξης.
Η στιγμή της αναγγελίας της πρόσληψης σπάει το νήμα στο ατομικό ανεργιακό ρεκόρ. Το χρονόμετρο αγκυλώνει την στιγμή ανάμεσα σε δυο δευτερόλεπτα και από το τελευταίο άεργο δευτερόλεπτο ξεκινάει να κινείται αντίστροφα. Στο κοντέρ βγαίνει η σούμα, πόσο χρόνο συνολικά μείνατε εκτός δουλειάς.
Από το σημείο αυτό ξεκινάει μια νέα παράγραφος στην ιστορία της ζωής σας. Ο αύξοντας αριθμός στους ανεργιακούς καταλόγους πάει περίπατο σε νέο γραφείο. Πριν ζητωκραυγάσει πίσω από την κλειστή πόρτα, θυμάται και κολλάει απ' έξω ένα σημειωματάκι «Αν ψάχνετε την στατιστική μονάδα, άλλαξε στρατόπεδο.»
Ποιος θα του το έλεγε το πρωί!
«Πάντα το 'λεγα εγώ» θα διηγείται.

Σκέψη στο περιθώριο
Δεν είναι της στιγμής η καταμέτρηση των απωλειών. Κάθε πράγμα στην ώρα του. Τώρα είναι η στιγμή των πανηγυρισμών. (Να θυμηθούμε να μην του το χαλάσουμε.)

Νοέλ Μπάξερ
(Από τα κείμενά της για την ανεργία).

Νοέλ Μπάξερ

 

Από το προσωπικό ημερολόγιο
μιας μικρής επαγγελματικής φωτογραφίας...

Σήμερα με φώναξαν για μια επαγγελματική φωτογραφία. Ήταν η σειρά μου να βγω στο φιλμ και χάρηκα που ζητούσαν μια ωραία αναμνηστική φωτογραφία γιατί, όπως γνωρίζεις από τις απόκρυφες σκέψεις μου, αγαπητό μου ημερολόγιο, μια ωραία αναμνηστική φωτογραφία πάντα ήθελα να γίνω.
Τελικά...δεν ξέρω τι είμαι. Δεν ξέρω κι αν υπάρχω καλά-καλά κιόλας, γιατί δεν ξέρω πόσο καιρό θα υπάρχει εκείνη η ανάμνηση κι αν υπήρξε κιόλας στην πραγματικότητα η στιγμή για να υπάρχει η ανάμνησή της, τόσο μπερδεμένη είμαι!
Ας σου τα πω καλύτερα όλα με την σειρά:
Με κάλεσαν να φωτογραφίσω συναδέλφους σε κάποια εταιρεία. Καταχάρηκα, η σαχλή, γιατί νόμιζα πως οι συνάδελφοι ήταν πολλοί αδελφοί μαζί ή πολλοί σαν αδελφοί μαζί κι αυτό μου φάνηκε πολύ τρυφερό, πάντως χίλιες φορές καλύτερο από το να αποθανατίσω ξένους.
Όσο οι τύποι που θα φωτογραφίζονταν στηνόντουσαν για την φωτογράφηση, είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω πρώτον πόσο οι άνθρωποι θέλουν να φωτογραφίζονται στημένοι (αυτό που όλες οι φωτογραφίες μού έλεγαν) και δεύτερον πόσο οι συγκεκριμένοι άνθρωποι ήθελαν να δείξουν στη φωτογραφία πόσο χαρούμενοι είναι πατικωμένοι. Πώς αλλιώς να το εξηγήσω! Βελόνα δεν περνούσε ανάμεσά τους και όλο αυτός που έκανε τον φωτογράφο τούς παρότρυνε «στριμωχτείτε» κι αυτοί στριμωχνόντουσαν κι άλλο με φωνούλες και γελάκια και το «τσιζ» που σιχαίνομαι.
Να μην τα πολυλογώ και γεμίσω όλες σου τις γραμμές, ημερολογιάκι μου, με πράγματα που δεν έχουν σημασία ούτε με ανθρώπους που δεν έχουν σημασία, θα μπω κατευθείαν σε αυτό που θέλω πιο πολύ να σου γράψω, με αυτό που θέλω σαν τρελή να σου γράψω από την πρώτη σειρά κιόλας: Εκεί ήταν κι Εκείνος! Γνώρισα σήμερα τον άνθρωπο που ήταν μοιραίο να με σημαδέψει. Κλικ και κάτω! Δεν ξέρω αν αυτό συνέβη και σε άλλες επαγγελματικές φωτογραφίες και κάπου ντρέπομαι να ρωτήσω, πιο πολύ όμως φοβάμαι πως αν ρωτώντας πάω να το εκφράσω με λέξεις θα χάσω την στιγμή, εννοώ τη ματιά, ότι θα χάσω Εκείνη τη ματιά! Την κρατάω για πάντα σαν φωτογραφία κι αυτό μου φτάνει. Έτσι θέλω να ζήσω. Αιώνια. Κουβαλώντας ως αναμνηστική φωτογραφία Εκείνο το βλέμμα και μια ανθρώπινη ομάδα κόμπων.
Στο τελευταίο «στριμωχτείτε» κάρφωσε το βλέμμα Του πάνω μου στο φακό. Φαινομενικά, για οποιαδήποτε ίσως άλλη φωτογραφία, δεν διέφερε από τους άλλους εργαζόμενους. Ίδιο ντύσιμο, ίδιο στήσιμο, ίδιο στρίμωγμα, ίδιο πανηγυρικό γελάκι. Στην ακρούλα όμως από το γελάκι Του, στο αθέατο λακκάκι δια γυμνού οφθαλμού, στο μικροσκόπιο του φωτογραφικού φακού ή στο ακόμη πιο τεχνολογικά προηγμένο σύστημα του ενστίκτου μου, το είδα εγώ, το είδα καθαρά εγώ, εγώ και μόνο εγώ, είδα στο δειλά περιπαικτικό μειδίαμα ότι δεν ήταν αγέρωχος, ότι είχε απλά ακόμη τη δύναμη να είναι περιπαικτικός με τη ζωή. Είδα την επερχόμενη θλίψη, είδα την χορτασμένη ύπνο δύναμη που θα ξυπνούσε με μια σκουντιά από αυτόν τον παραδίπλα του που τον κρατάει στη φωτογραφία αγκαλιά από τους ώμους και καλά του έκανα και τον έβγαλα με κλειστά τα μάτια, να μην έχει τίποτα να δείξει, τίποτα από τα μελλοντικά του επαγγελματικά κατορθώματα. Που έγινε αιτία να φύγει Εκείνος και θα μου περιπλανιέται σε άλλες φωτογραφίες στο μέλλον μόνος, μόνος με το γελάκι του και την θλίψη του που βγήκε στην σκηνή για έναν μακρύ μονόλογο. Είναι η σειρά της θλίψης να παίξει στο έργο κι έχει μοιραίο ρόλο, κρατάει ως το διάλειμμα, ως τότε που θα την καλέσουν πίσω στα παρασκήνια για δουλειά.
Δεν με ξεγέλασες, Εκείνε. Κι ενώ θα μπορούσα ενδεχομένως τη στιγμή του κλικ να κλείσω τα μάτια μου και να καώ («λυπάμαι, η φωτογραφία βγήκε καμένη», έτσι θα σου έλεγαν και θα σε πείθανε), τουλάχιστον να το επιχειρήσω, δεν το τόλμησα. Έμεινα εκεί, γιατί είμαι κι εγώ προορισμένη για ένα μακρύ μονόλογο στη ζωή σου, Εκείνε. Να σου θυμίζω μια άδεια στιγμή και μια κενή φιλία. Το άδειο γραφείο σου και ένα κενό από ανθρώπους συνονθύλευμα.
Έστω κι έτσι, με τούτο το ελάχιστο, είμαι ευτυχισμένη. Κι ας σε πρόδωσα κι εγώ.
Σκέψη στο περιθώριο
Μου χρωστάς κι Εσύ μια συγνώμη.

Νοέλ Μπάξερ
Ακόμη ένα κείμενό μου για την ανεργία.

Νοέλ Μπάξερ

 

Τι θα γίνει η αυριανή Πολιτεία όταν μεγαλώσει;

Ο νόμος της γονικής βαρύτητας αφορά και την Πολιτεία. Αφορά την σχέση της με την αμέσως επόμενη γενιά-Πολιτεία που θα τη διαδεχθεί.
Η επόμενη Πολιτεία θα έχει πάρει γονιδιακά χαρακτηριστικά της δικής μας Πολιτείας, όμορφα και λιγότερο όμορφα. Φοβούμαι πως ίσως έχει να πάρει και κάποια αναπηρία.
Μαζί με τα κινητά και ακίνητα, η αυριανή Πολιτεία που ήδη κυκλοφορεί σήμερα με καροτσάκι μπεμπέ, όταν ενηλικιωθεί θα έχει να κληρονομήσει επίσης νούμερα στατιστικά και ένα βαρύ ντοσιέ με φωτογραφίες ανέργων προγόνων.
Παίζοντας η μικρή Πολιτεία την «μεγάλη», αν μιμείται μια άνεργη Πολιτεία δεν θα μας βγει σε καλό. Τα παιδιά κάνουν το λάθος να κοπιάρουν κάθε τι «κακό» που βλέπουν. Μια άνεργη Πολιτεία δεν αποτελεί το σωστό μοντέλο. Ας ελπίσουμε ότι η μικρούλα θα διακρίνει στην Πολιτεία-μαμά της το καλό, το υγιές μοντέλο μιας Πολιτείας που εργάζεται και προκόβει. 
Πέρα από μοντέλο προς μίμηση, η σημερινή Πολιτεία θα λειτουργήσει κι ως γονικό πρότυπο για την επόμενη χρονικά Πολιτεία. Συνειδητά, υποσυνείδητα και ασυνείδητα, η επόμενη Πολιτεία μας θα αντιγράψει από το πώς βάζει τα παπούτσια της η τρέχουσα Πολιτεία ως το πώς φροντίζει τα παιδιά της. Από το γονικό πρότυπο της μικρούλας Πολιτείας επομένως εξαρτάται η ψυχική υγεία της και η ψυχική υγεία μας.
Δεν θέλω να σας αγχώσω ούτε να σας πιέσω αλλά ήδη, αυτή την στιγμή, η Πολιτεία των παιδιών μας με επιτόπου πηδηματάκια για ζέσταμα στον στίβο της ζωής αναμένει να παραλάβει την σκυτάλη που θα της παραδώσει ασθμαίνουσα η Πολιτεία που τρέχει τώρα. Πάνω στην σκυτάλη είμαστε γαντζωμένοι κι όλοι εμείς, άνεργοι και μη. Μη ακόμη άνεργοι.

Σκέψη στο περιθώριο
Έχει ανοιχθεί τραπεζικός λογαριασμός για την επόμενη Πολιτεία, για όταν μεγαλώσει.

Νοέλ Μπάξερ
*Από τα κείμενά της για την ανεργία.

Νοέλ Μπάξερ

 

Ένα χθεσινό κορίτσι μια Μεγάλη Παρασκευή...

Περπατούσα πιο αργά από τους άλλους επίτηδες. Καθυστέρησα το βήμα μου αφήνοντας τον κόσμο να περνάει από δίπλα μου. Κάποιοι με σκουντούσαν, κάποιοι με προσπερνούσαν και με έξυναν, άλλοι ήταν πιο προσεχτικοί. Ίσως είχαν καταλάβει πως ήμουν εύθραυστη. Κάποιος εύθραυστος άνθρωπος. Βρέθηκα στην οπισθοφυλακή του Επιταφίου, στην άκρη-άκρη της μακριάς ουράς του κόσμου.
Κοντοστάθηκα κάτω από ένα φανάρι του δρόμου κι ακούμπησα στον στύλο του. Σαν μια γυναίκα του δρόμου. Όπως η ταπεινή γυναίκα που αγάπησε ο Χριστός. Από εκεί παρατηρούσα το παράξενο πλάσμα του Επιταφίου να περπατάει έρποντας και κυματιστά μέσα στα στενά της γειτονιάς μου. Έβλεπα στη φωτεινή ουρά του τα μικρά φωτάκια από τα κεριά να απομακρύνονται σαν σμήνος πυγολαμπίδες.
Μόνο συγκρίνοντας με κάτι ίδιο, όπως ο Επιτάφιος που επαναλαμβάνεται τυφλά και ίδια κάθε χρόνο, βοηθιέται κανείς να διακρίνει τις συνολικές αλλαγές.
Άφησα την θέση μου κάτω από τον φανοστάτη, κι ας έχασα το φως του, και χώθηκα στο ημίφως και σε τοπικά σκοτάδια. Λοξοδρόμησα και, κάνοντας μια δική μου πορεία Επιταφίου, ξεκίνησα να περπατώ μόνη μου με κατεύθυνση το Κέντρο της πόλης. Οδηγούσα τον εαυτό μου στον πυρήνα της, εκεί που στοχεύουν οι βολές των τόξων.
Κρατούσα το αναμμένο μου κερί και βάδιζα με την κατάνυξη αυτού που επιστρέφει. Αναζήτησα την παλιά μου πόλη γιατί τότε θυμάμαι πως υπήρξα ευτυχισμένη. Σίγουρα, ευτυχέστερη. Μια που το παρόν με απωθεί και το μέλλον με φοβίζει, πού αλλού είχα να στραφώ παρά στο παρελθόν;
Έφτασα στο Κέντρο της πόλης μου με την ψυχή στο στόμα.
Ήταν μια μακριά διαδρομή και χώρεσε όλα αυτά που άλλαξαν. Τίποτα δεν έμεινε στάσιμο, να περιμένει μετά από χρόνια ένα χθεσινό κορίτσι μια Μεγάλη Παρασκευή. Τίποτα, διαπίστωσα, δεν είχε την καλοσύνη να με περιμένει.
Έμεινα με το τόξο μου αμήχανο να κοιτάει έναν άγνωστο τόπο με γνώριμα χτίρια. Το Κέντρο μου είχε χάσει προ πολλού την ακμή του. Έως και το περίφημο αττικό φως τού αρνιέται σήμερα την λάμψη του, αλλιώς δεν εξηγείται πώς το φως εδώ είναι τόσο γκρίζο και θαμπό. Σαν να κοιτάς μέσα από βρώμικο τζάμι.
Τα βέλη μου, κατάλαβα, θα πήγαιναν χαράμι. Από καμία πέτρα δεν θα ανάβλυζε καθαρό νερό σε αυτό το βρώμικο και τρισάθλιο μέρος. Ήταν όλες οι πέτρες πολύ γερασμένες. Αφυδατωμένες πέρα ως πέρα. Κι αυτά που δεν τα θυμάμαι να ήταν τότε πέτρες, πέτρωσαν με τον καιρό, πέτρωσαν από τον φόβο τους ή, τα έμψυχα, απέκτησαν πέτρινη καρδιά για να αντέξουν.
Σαν τον Λωτ, τότε που εγκαταλείπαμε το άστυ μας για τα προάστια και τις σπηλιές των βράχων, μας είχε ζητηθεί από μια υψηλότερη φωνή που δεν ήταν η συνείδησή μας να μην κοιτάξουμε πίσω, για να διασωθούμε και να μην μεταμορφωθούμε κι εμείς σε πέτρες. Ένα βλέμμα πίσω και θα μέναμε «στήλη άλατος», ό,τι, αλίμονο, έπαθε η γυναίκα του Λωτ όταν έφευγαν άρον-άρον από τα βιβλικά Σόδομα.
Εμείς που παραβλέπουμε γενικά τις οδηγίες, συμμορφωθήκαμε με το «μην περιβλέψεις οπίσω σου, δια να μη απολεσθείς» (Γεν. ιθ' 17) και την προειδοποίηση «ενθυμείσθε την γυναίκα του Λωτ» (Λουκ. ιζ' 32) που ακούσαμε στα σχολειά μας. Υπακούσαμε και δεν κοιτάξαμε πίσω μας.
Ίσως, όμως, έτσι γίναμε  όλοι πέτρινοι.
Μια ευαίσθητη νύχτα Μεγάλης Παρασκευής ξαναέβαλα το βέλος στην φαρέτρα. Δεν είχαν οι αναμνήσεις μου πού να χτυπήσουν. Εκεί κατέληξα. Έσπασα το τόξο στο γόνατο, το έκανα κομμάτια. Το πέταξα στον σωρό σκουπίδια που ξεχύνονταν έξω από τους κάδους σαν εμετός και πήρα τον δρόμο για πίσω δίνοντας μάχη να ανασάνω τα άνθη από τις νεραντζιές στα πεζοδρόμια. Όπως άλλοτε τέτοιες μέρες.
Ο Επιτάφιος μου στην επιστροφή του είχε ακολουθία από πιστούς ρύπους, θορύβους, κακοσμίες και βέβηλη ασχήμια. Με σβηστά κεριά ασφαλώς. Πορευόμουν ανάκατη με αυτό το πλήθος. Πιθανώς κι εγώ σε τέτοια κακή διάθεση αποτελούσα μια ασχήμια της πόλης. Όσες νεραντζούλες είδα στα πεζοδρόμια ήταν κάμποσο γερασμένες για να έχουν άνθη και υπερβολικά αηδιασμένες για να ανθοφορήσουν. Πίσω από τις νεραντζιές, καθώς περπατούσα διάβαζα ωραία συνθήματα γραμμένα σε λερούς τοίχους χτιρίων. Χωρίς να το θέλω ακολουθούσα την πορεία ενός επίμονου πιστού σε μία Μαρία. «Μαρία, σ' αγαπώ.» «Μαρία, σε λατρεύω.» «Μαρία, πεθαίνω.»
Οι Επιτάφιοι μας συναντήθηκαν στο σταυροδρόμι...

Νοέλ Μπάξερ

 

Σε μια στιγμή όλα τελειώνουν και όλα ξεκινάνε...

Σε μια στιγμή. Η ανατροπή διαρκεί μόλις μια στιγμούλα. Τόσο παίρνει να καταλάβεις τι σου λέει ο προϊστάμενός σου που σε κάλεσε στο γραφείο και σου ζήτησε να κλείσεις την πόρτα «για να μην μας ενοχλήσουν».
Μια στιγμιαία εφίδρωση, ένας κατακλυσμός παγωμένου ιδρώτα που δεν έχει καμιά σχέση με ντους δροσιάς, σου επιβεβαιώνει ότι, ναι, τελείωσε. Τελείωσε η δουλειά και για σένα. Όπως τελείωσε για «τον  Γιάννη, τον Κώστα και τη φίλη σου την Μαργαρίτα».
Να που ήρθε η στιγμή που δεν περίμενες ότι θα συμβεί σε σένα. Κι ας σε πλησίαζε με «τον  Γιάννη, τον Κώστα και τη φίλη σου την Μαργαρίτα». Σε κλωθογύριζε τόσον καιρό.
Με την σκέψη αυτή, αστραπιαία εμφανίστηκε το κεφάλι σου από την άμμο που στρουθουκαμήλιζε ευτυχισμένα. Η παλιά ευτυχισμένη σου ζωή τελείωσε. Αυτό είναι το πρώτο που βλέπει η στρουθοκάμηλος-εσύ.
Όλα τελειώνουν. Σε ξαφνιάζει τόσο όσο σε φοβίζει η προοπτική της ανεργίας. Τόσο όσο το γεγονός σε πληγώνει. Ξεφουσκώνεις σαν φουσκωτό μεγαλοστέλεχος. Λίγο-λίγο, με κάθε δισύλλαβα «τέλος» και «λήξη» μικραίνεις σαν σμίκρυνση σε φωτοτυπικό μηχάνημα. Συρρικνώνεσαι. Η φωνή του προϊσταμένου απέναντί σου μακραίνει, μικραίνει, ακούγεται από κάπου πολύ μακριά, ίσως πολύ ψηλά, τι σε νοιάζει, έτσι κι αλλιώς είναι και τούτος τέως, συρρικνωμένος εσύ πλανιέσαι σε μια ομίχλη που διαχέει ενοχλητικό φως και ήχο.
Σε αυτό που διαδραματίζεται στο κλειστό δωμάτιο «κεκλεισμένων των θυρών» περιπλανιέσαι τόσο γαλήνια που ξαφνιάζεσαι. «Συμβαίνει σε κάποιον άλλον», σκέφτεσαι, «κι όχι σε μένα». Αλλά όσο πυκνή κι αν είναι η ομίχλη στο μυαλό σου, όσο καλά κι αν κάνει τη δουλειά της σουρώνοντας τις ενοχλητικές λέξεις, την πραγματικότητα δεν μπορεί να την σουρώσει. Συμβαίνει σε σένα. Κάτι το πάγωμα που έχει ξεκινήσει από τα άκρα σου, κάτι η ομίχλη που σου έχει καλύψει το κεφάλι και δεν βλέπεις τη μύτη σου, κάτι η γαλήνια σου αιώρηση στο πουθενά, το δέχεσαι ότι συμβαίνει σε σένα όπως μια εύθραυστη αλήθεια που φοβάσαι μην σου πέσει και την σπάσεις. Σχεδόν τρυφερά.
Κι όπως σε κάθε περίσταση έσχατου κινδύνου, το μυαλό σου φεύγει. Αφήνει το παγωμένο σώμα σου (τόσο κρύο έτσι κι αλλιώς δεν είναι φιλόξενο και τόσο ενοχλητικά μικρό από τις απανωτές σμικρύνσεις σου έτσι κι αλλιώς δεν το χωράει), ξεφεύγει και ισορροπεί πάνω στην καλοξυσμένη μύτη από ένα απλό μολύβι που, όρθιο στην μολυβοθήκη, προσφέρεται ως φιλόξενη κορυφή κι ας είναι αιχμηρό. Κι από κει, πάει στον πίνακα ζωγραφικής απέναντί σου (και τούτος ψεύτικος) και κάθεται στο επώνυμο ηλιοτρόπιο που ζωγράφισε κάποιος με φευγάτο μυαλό, για να το προσφέρει άσυλο τούτη την στιγμή στο δικό σου μυαλό που δραπέτευσε.
Δραπετεύεις στις πιο απίθανες σκέψεις. Δραπετεύεις στο άτακτο κόκκινο καλτσάκι που πού στο καλό να κρύβεται στα άπλυτα και δεν το βρήκες το πρωί, ... ωχ, ανάμεσα σε ποια ασπρόρουχα τώρα που μιλάμε μπορεί να πλένεται στο πλυντήριο, ... πώς θα πείσεις τον έφηβο ωραίο (νέα κατακλυσμιαία εφίδρωση) να πάει στο πάρτυ του Σαββάτου με ροζ το καλό λευκό μπλουζάκι του.
Ενδεχομένως και να χαμογελάς στη θέα της σκέψης. Εκτός τόπου και χρόνου το αθώο χαμογελάκι σου χτυπά τον συνομιλητή σου ως ειρωνεία. Μπλοκάρεται, σταματά και περιμένει. Ένα χαμένο κόκκινο καλτσάκι μπόρεσε και αναχαίτισε κοτζάμ απόλυση! «Θα το φιλήσω», σκέφτεσαι. «Αν είναι πλυμένο», συμπληρώνεις την σκέψη σου. Νέο χαμόγελο, νέο μπλοκάρισμα του προϊσταμένου σου, μπερδεύτηκαν για τα καλά οι ρόλοι με τα μπερδεμένα καλτσάκια στ' άπλυτα.
Έτσι θα έγινε και μπερδεύτηκε και ο συνάδελφος που κάθεται απέναντί σου κι έγινε αντίπαλος. Κακοπλυμένος, λάθος πλυμένος, πάντως με αλλοιωμένο χρώμα. Σμικραίνουν, ακολουθώντας σε στις σμικρύνσεις σου, οι κοινές στιγμές σας. Τα επαγγελματικά συμβούλια, τα συνωμοτικά βλέμματα πίσω από την πλάτη του πελάτη, οι τελευταίες οδηγίες στην πόρτα, το κλειδί του αυτοκινήτου σου στο χέρι του, μια ξαφνική αγωνία που σηκώσατε από κοινού για τον ξαφνικό πυρετό που σήκωσε το παιδί στον παιδικό σταθμό. Τα κενά των κοινών στιγμών παραγεμισμένα με εκατοντάδες μικρές εικόνες. Εκείνη η λαδιά στο γιακά που έκανε μπαμ, ένα αστείο σπιθουράκι στη μύτη, ένα προσωπικό τηλεφώνημα που δεν έπρεπε να είχες ακούσει, η μέρα που εμφανιστήκατε με ίδια γραβάτα / μπλούζα στο γραφείο.
Πήρε μια στιγμή για να δεις όσα δεν έβλεπες μπόλικα στοιβαγμένα επαγγελματικά χρόνια. Τον κοιτάς στραβά. Απορημένα. Αποκάλυψη όπως κοιτάς ένα/μία σύντροφο στις κακές σου και βλέπεις απογοητευμένα ότι έχει μεγάλη μύτη και χοντρούς αστραγάλους.
Πήρες μια στιγμή από την ίδια στιγμή και συνειδητοποίησες πόσο ελάχιστη μονάδα μετριέσαι. Τοσοδούλης από γίγαντας. Ξεχειλίζεις στα ρούχα σου. Το κοστούμι ή το ταγιέρ σου πλημμυρίζει μανίκια και γιακάδες. Ατέλειωτες ξεδιπλώνονται οι φόδρες. Πατάς στο στρίφωμα. Πατάς σε αναμμένα κάρβουνα: Πώς θα εμφανιστείς έτσι στα παιδιά; Πώς θα τους το πεις; Πώς θα επιστρέψεις το βράδυ σπίτι μειωμένος; Πώς θα αποτολμάς στο εξής να σηκώνεις το βλέμμα των παιδιών σου, αυτό το υπερήφανο βλέμμα που χρόνια δούλεψες γι' αυτό; Πώς θα αντικρίσεις τον/ την σύντροφό σου που φοβάσαι μήπως δεν θα σε θέλει χαμηλό;
Τι επάγγελμα έχεις να δώσεις αντιπαροχή;
Σε δεύτερο επίπεδο, το ασανσέρ της σκέψης σου σε κατεβάζει στην υποψία μήπως πάντα ήσουν τοσοδούλης με στολή παραλλαγής γίγαντα. «Ήμουν αυτός ή περνιόμουν για κάποιον άλλο;», αναρωτιέσαι κι όσο πας και τοσοδουλεύεις.
Μια τοσοδούλικη στιγμή σου χωράει όλα τα ματαιωμένα μελλοντικά σχέδια... Πάνε όλα. Σε μια στιγμή εξαφανίστηκαν, δεν μπήκαν καν στον κόπο να κάνουν ένα «τσαφ».
Τελειωμένος συρρικνώνεσαι κι άλλο στην καρέκλα σου. Αγωνιάς. Πού θα πάει; Πόσο άλλο θα μικρύνεις; Η καρέκλα για επαγγελματίες έγινε ξαφνικά γιγαντιαία κι εσύ νάνος με μεγάλο αφτί για να χωράνε οι λέξεις. Και μια γερή καρδιά που καλπάζει σε ένα παγωμένο ακίνητο σώμα.
Καλπάζει τικ-τακ και αναζητά εναγωνίως διέξοδο φυγής παγιδευμένη σε ένα κεκλεισμένων των θυρών γραφείο. Μία κεκλεισμένων των θυρών πραγματικότητα. Τις προηγούμενες, αυτές και τις αμέσως επόμενες στιγμές δυστυχώς δεν θα βρει προστασία αλλού στο κλειστό δωμάτιο και θα ακουμπήσει αναγκαστικά στο αμέτοχο πολύχρωμο βουητό απ' έξω από τις κλειστές θύρες, που επιμένει να παρευρίσκεται από την κλειδαρότρυπα κι ας παρενοχλεί. Είναι η μόνη οικεία πηγή θερμότητας που απέμεινε σε ένα προϊστάμενο περιβάλλον εχθρικό και κρύο. Κρύωσε ο κόσμος από την μια στιγμή στην άλλη, γι' αυτό, έτσι εξηγείται, πάγωσες εσύ στη θέση σου. «Η εποχή της Θερμοκρασίας Σώματος τελείωσε», σκέφτεσαι σφίγγοντας τα ξυλιασμένα χέρια σου, «μια νέα εποχή Παγετώνων ανέτειλε». Την αντιμετωπίζεις παγερά όπως της αρμόζει. «Ξεκινάμε παγωμένα», σκέφτεστε εσύ κι αυτή, η νέα εποχή.
Σε μια στιγμή όλα τελειώνουν και όλα ξεκινάνε.
Στο σημείο που τελειώνει η πραγματικότητα με δουλειά, παραλαμβάνει την σκυτάλη και ξεκινάει, θέλοντας και μη, η πραγματικότητα χωρίς δουλειά. Άγνωστή σου, για να σπάσει ο πάγος θα ανατρέξει σε κοινούς γνωστούς σας, «τον  Γιάννη, τον Κώστα και τη φίλη σου την Μαργαρίτα». Γνωριζόσασταν και πριν, εκεί θα καταλήξετε. Το Άγνωστο δεν είναι τελείως Άγνωστο.
Το Άγνωστο ήταν λίγο γνώριμο! Η πραγματικότητά σου χωρίς δουλειά που ακόμη δεν έχει όνομα, θα μπει στη ζωή σου όταν φύγει η δουλειά σου από τη μέση. Θέλει το χώρο της γιατί έχει πολλά να απλώσει. Διαθέτει και καλά και κακά και αδιάφορα. Θα σου απλώσει ό,τι ενδιαφερθείς να ξετυλίξει. «Από εσένα εξαρτάται τι θα ζητήσεις», σου εξηγεί γρήγορα και μηχανικά σαν αεροσυνοδός.
Όπως με όλους, μέχρι να εξοικειωθείς με την νέα σου κατάσταση, μέχρι δηλαδή να αφυπνιστεί η ικανότητά σου να ίπτασαι, να υπερίπτασαι και να αιωρείσαι, περιμένει παράμερα  ξέροντας να σιωπά όσο εσύ σκέφτεσαι.
.Μα δεν κρατιέται, όπως της συμβαίνει με όλους, με τα μάτια σού δείχνει προς τα πού έχει κρύψει τα πολύ πολύ καλά. Ακολουθώντας το γουρλωμένο βλέμμα της και καταπίνοντας το πρώτο καλοδιάθετο χαμόγελο της νέας εποχής σου, με το μάτι καρφωμένο στο σίγουρο κέρδος που σε περιμένει και χωρίς επιφυλάξεις (έτσι κι αλλιώς τι έχεις να χάσεις;), ξεκινάς!
Σε μια στιγμή όλα ξεκινάνε!

Νοέλ Μπάξερ

 

ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΣΚΙΑ ΜΑΣ...

Ένα παλιό φως σαν χορδή διαπερνάει ένα τραγούδι. Τσιτώνεται αυτό κι ύστερα πάλλεται. Τραγουδάει σε έναν νου, στην φουσκάλα μιας ανάμνησης. Μετά χαλαρώνει παραμένοντας σε ετοιμότητα, περιμένοντας τη νέα φωτεινή ακτίνα. Μια ακόμα καλή ανάμνηση να το φέρει μπροστά, στο φως. Το τραγούδι τούτο έχει σκιά. Τη δικιά μου. Και τη δική σας. Του οποιουδήποτε το κουβαλάει.
Τα παλιά τραγούδια είναι αγαπημένα, θαρρώ, γιατί κουβαλάνε το φορτίο του παλιού εαυτού μας. Αυτού που μας λείπει και νοσταλγούμε τρελά. Όχι μόνο σαν όψη, το σημερινό μας πρόσωπο στην καλύτερή του εκδοχή, αλλά τη νεανική ορμή, παιδική αθωότητα που δεν έχει ακόμα μαραθεί, όνειρα που φαίνονται εφικτά (τι αθωότητα!). Χωρίς να το λέει στους στίχους, μας απαριθμεί τις εναλλακτικές που είχαμε, και δεν είχαμε. Τις προοπτικές. Ακόμα, φέρει την ανάμνηση μιας αχαλίνωτης δύναμης που αποδείχθηκε στα χρόνια που ακολούθησαν πως δυστυχώς ήταν πεπερασμένη όπως όλα και χαλινωμένη όσο λίγα.
Τα παλιά τραγούδια τα αγαπάμε γι' αυτό ακριβώς: Επειδή είναι απαλλαγμένα από το σήμερα. Έχουν μουλιάσει επί μακρόν στο μαλακτικό ενός παρελθόντος όπως το θέλουμε. Όπως το νιώθουμε κι όπως με εργαλείο τη λογική το έχουμε επεξεργαστεί να είναι. Επιλέγοντας, για παράδειγμα, να ξεχνάμε ότι στα πάρτι εκτός από τα ξεμοναχιάσματα στο μπαλκόνι για ένα φιλί με γλώσσα, υπήρχε και τότε η χυλόπιτα.
Η μουσική εισαγωγή ενός τραγουδιού που είναι παλιός γνώριμος από το παρελθόν ανοίγει μια κλειστή μας πόρτα και σαν τον Χάρι Πότερ βρισκόμαστε μαγικά σε μια καλή εποχή με εύκρατο κλίμα και τριφηλή ζωή. Αλλοτινή εποχή. Σηκωνόμαστε από το παρόν μας που βουλιάξαμε και ενστικτωδώς τραβάμε προς τα κάτω την μίνι φουστίτσα να μακρύνει ή, το αντίθετο, την γυρίζουμε στη μέση για να κοντύνει, και χορεύουμε σέικ που δείχνει σήμερα μάλλον στατικός χορός.
Όσο ακούμε το τραγούδι που κάποτε αγαπήσαμε, βλέπουμε το βερμούτ πώς κάθεται βαρύ στο ποτήρι και, στην επόμενη στροφή του τραγουδιού, την διάφανη τσικουδιά στα φοιτητικά υπόγεια πόσο διάφανη υπήρξε (αντιλαμβανόμαστε, έκπληκτοι, τι εστί διαφάνεια). Πόσο είναι τα πράγματα διαυγή όταν τα διαπερνάει το φως λαμπτήρα που κρέμεται από το ταβάνι χωρίς αμπαζούρ, χωρίς περικεφαλαίες, στέμματα και επιδέσμους.
Από τις πρώτες νότες κιόλας ξέρουμε πώς νιώθαμε. Δυνατοί και ακμαίοι. Σίγουροι και ασφαλείς. Ερωτεύσιμοι. Γελαστοί. Πανίσχυροι. Εξίσου τρωτοί αλλά αδαείς. Με τον ήλιο πίσω μας κοιτάμε το παλιό αγαπημένο τραγούδι, τον λίγο χρόνο που διαρκεί, να λικνίζεται στο φως. Του ρίχνουμε την σκιά μας. Στην σκιά από το τραγούδι διαγράφεται ένας άνθρωπος. Σκύβουμε καλύτερα να τον παρατηρήσουμε, σε μια προσπάθεια να τον αναγνωρίσουμε, να δούμε αν τον ξέρουμε, μήπως ποτέ γνωριστήκαμε, σκύβει κι αυτός, το τραγούδι συνεχίζει να παίζει. Τρα-λα-λα λέμε εκεί που οι στίχοι έχουν σβηστεί. Ξάφνου, σαν μια αναλαμπή, σε μια ριπή φωτός, αναγνωρίζουμε τον άνθρωπο της σκιάς. Είμαστε εμείς. Ο καθένας μας βρίσκει τον εαυτό του. Όσο διαρκεί το τραγούδι τον κρατάμε σφιχτά, πιο σφιχτά κι από τον πιο πνιχτό εναγκαλισμό στα τοτινά μπλουζ. Στο τέλος του τραγουδιού σβήνει και χάνεται ο παρτενέρ μας, εξαφανίζεται μπροστά στα μάτια μας και απομένουμε ξανά άδειοι. Ασυντρόφευτοι. Με την απότομη λήξη τραγουδιών κατακρημνίζεται πάλι στο εκεί που ανήκει. Το τραγούδι έληξε. Έπαιξε και έχασε. Έχασε εμάς. Την σκιά του.
Μέχρι να ξεκινήσει το επόμενο παλιό, αγαπημένο τραγούδι...

Νοέλ Μπάξερ

 

ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟΥ HOMO NEO-ANERGOS
Μια κοινή προσωπογραφία...

Ανάλυση τεχνοτροπίας: Πρόκειται για ένα κλασικό πορτρέτο εργαζόμενου Ανώτατης Σχολής. Ίσως και Ι.Ε.Κ. Τέλος πάντων κάποιας Σχολής, δεν έχει σημασία.

Ο εργαζόμενος του πορτρέτου μας δεν διαφέρει από τον διπλανό του στην πινακοθήκη. Η χρωματική παλέτα έχει επιλεγεί έτσι ώστε να μην τραβάει την προσοχή. Κυριαρχούν τα κλασικά χρώματα επαγγελματικού κοστουμιού ή ταγιέρ, χωρίς ενδιαφέρουσες ενδυματολογικές πινελιές που θα ανέτρεπαν την κατεστημένη επαγγελματική εικόνα.

Το έργο σε γενικές γραμμές χαρακτηρίζεται από καλή εργασιακή ρουτίνα. Ο καλλιτέχνης πέτυχε να δείξει  ότι ο ήρωας του πορτρέτου ελέγχει τον ατομικό εργασιακό του χώρο όπως τα μολύβια στη μολυβοθήκη του. Κοιτώντας τον πίνακα μπορούμε να υποθέσουμε με σιγουριά ότι αναγνωρίζει στις φωτογραφίες τα παιδιά των συναδέλφων του και είναι πληροφορημένος για τις ιώσεις τους και τα δώρα που τους φέρνει ο Άη-Βασίλης.

Ο εικονιζόμενος μάς κοιτάζει κατάματα. Μας εξερευνά σαν υποψήφιο πελάτη. Μας αναγκάζει να βγάλουμε την τσίχλα από το στόμα. Αποτελεί ένα εξαίρετο δείγμα της τεχνοτροπίας-καθρέφτης. Μένεις με την απορία τελικά ποιός από τους δύο είναι πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, εσύ ή αυτός. Φανερή επιδίωξη του δημιουργού ήταν να έχει -και έχει- ο ήρωάς του το βλέμμα του ικανοποιημένου παλιού πάτερ-φαμίλια που έχει κλειδώσει στο κατώι τα κορίτσια του. Είναι μια ματιά σταθερή και σίγουρη σαν ασφαλιστική εταιρεία. Καμιά πινελιά ανησυχίας, κανένα ίχνος υποψίας. Θα συμφωνήσετε όμως πως υπάρχει μια δόση έντασης που θα ξεσπάσει αργότερα στο σπίτι.

Κάποια κούραση που διαφαίνεται στα μάτια, σας επιστείω την προσοχή σε αυτούς τους αχνογκρί αχνομελιτζανί κύκλους που απλώνονται κάτω από το κάτω βλέφαρο, έχει γίνει σκόπιμα ώστε να προσδώσει στο πορτρέτο εργασιακή ρεαλιστικότητα. Πράγματι, οι γραμμές έκφρασης προδίδουν αυτάρκεια και καλό έλεγχο του χρωστήρα. Ένα Εγώ μια σταλίτσα ίσως πιο ψηλό. Σαν να βγήκε μόλις από τον κουρέα. Αν ο εργαζόμενος αυτός δεν ήταν πορτρέτο, θα μύριζε επώνυμη κολώνια. Συμφωνείτε;

Για το τέλος επίτηδες αφήσαμε τα μαλλιά. Σε πρώτη ανάγνωση βλέπουμε μαλλιά καλοκουρεμένα που διαδηλώνουν με ντουντούκα την απόλυτη τάξη. Τιθασευμένες οι ατίθασες μπούκλες, η φοιτητική τζίβα, η εφηβική αλογοουρίτσα. Μαλλί σαν το λιοντάρι στο κλουβί. Αυτή είναι η ερμηνεία που επικρατεί. Μιλώντας για τρίχες, ο εικονιζόμενος φαίνεται να έχει κλείσει στο πατάρι τυχόν παιδικές αναμνήσεις από το παιδικό του κεφαλάκι αναμαλλιασμένο από πατρικό χάδι ή τη σφαλιάρα του γείτονα. Φαίνεται να θέλει ακόμη να έχει αφήσει πίσω, σε κάποια παραλία, το ανέμελο αναμάλλιασμα από καλοκαιρινό μαϊστράκι στις τελευταίες του διακοπές από τη δουλειά. Όμως, πλησιάστε, κοιτάξτε καλά, στην άκρη των μαλλιών, εκεί που τον χειμώνα κατοικοεδρεύει η ψαλίδα, τον προδίδει μια σταγόνα θαλασσινή αλμύρα. Εκεί κρύβεται η μαγεία του έργου!

Εκεί κρύβεται και η ερμηνεία του έργου!

Σκέψη στο περιθώριο
Εναλλακτικός τίτλος: Όταν σε μια σταγόνα νερό πνίγεται ο επαγγελματικός ορθολογισμός.

Σ.σ. Ένα από τα κείμενά μου για την ανεργία.

Νοέλ Μπάξερ

 

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ ΣΕ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ ΕΥΧΗΣ...

Με τη λέξη δημιουργικότητα ποτέ δεν είχα πρόβλημα. Δεν περιγράφει ένα χειροπιαστό πράγμα για να μπορώ να το πιάσω και να το επεξεργαστώ, όμως για μένα από πάντα υπήρξε μια χειροπιαστή έννοια. Από μικρή, τη δημιουργικότητα την είχα στο μυαλό μου σαν μια πολύ ευχάριστη διαδικασία κατά τη διάρκεια της οποίας με κέφι και έμπνευση φτιάχνει κανείς πράγματα, κατά κύριο λόγο ωραία.
Παράδειγμα, ο Δημιουργός του κόσμου! Ένας γερούλης με γένια και το στρογγυλό πρόσωπο του Άη-Βασίλη (είχα μια χριστουγεννιάτικη εικόνα για τον Δημιουργό), που έφτιαξε την πλάση έχοντας δίπλα του να του κρατάει συντροφιά ένα τρανζίστορ παμπάλαιο -πριν την δημιουργία του κόσμου παλιό. Ακούγοντας μουσικούλα από το τρανζίστορ και πιθανώς κάνοντας παρεμβολές με χο-χο-χο δημιούργησε την ωραία πλάση που χαιρόμουν. Στον κόσμο που έφτιαχνε, ένα-ένα είδος έστηνε το ζωικό και το φυτικό βασίλειο με τον τρόπο που έβλεπα τον αδελφό μου να στήνει τα στρατιωτάκια του σ' ένα φρούριο από κόντρα πλακέ. Έκανε ο αδελφός μου τις ίδιες κινήσεις με μεγάλη ευχαρίστηση αλλά δίχως δημιουργικότητα.
Τον αδελφό μου δεν τον έβλεπα σαν δημιουργό, ήταν φανερό ότι κάτι έλειπε. Η δημιουργικότητα, λοιπόν, είχε μια ασύλληπτη μαγεία, .έναν ασύλητο θολωτό «θησαυρό του Ατρέως». Στο φρούριο με τα στρατιωτάκια του αδελφού μου μάταια έψαχνα το μυρωδικό της καλλιτεχνίας. Εκείνο το άϋλο που έβλεπα γύρω μου στη φύση και από ψηλά στο αεροπλάνο. Μου έλειπε το φύσημα του Δημιουργού που, μυστικά, κινεί με τον ρυθμό της ανάσας του το ανθρώπινο χέρι και ο κόσμος το λέει θεϊκή πνοή. Η δημιουργικότητα που έβλεπα στο φρούριο παραήταν θνητή.
Η δημιουργικότητα των θνητών, τι να κάνουμε, έχει τα περατά όρια της ανθρώπινης φύσης μας. Κάτι ο Δημιουργός κράτησε για τον εαυτό του. Μας παραχώρησε όμως το θείο δώρο της έμπνευσης και της χαράς της δημιουργίας καθώς και το δικαίωμα να ευχόμαστε να φτάσει ως εμάς λίγη θεϊκή πνοή πού και πού.
Φαίνεται πως ο Έλληνας Πρωθυπουργός είχε κι αυτός αδέλφια που παίζαν στρατιωτάκια. Θυμούμενος κι εκείνος όσα παιδικά και ανώριμα θυμάμαι εγώ περί Δημιουργού, δημιουργίας και δημιουργικότητας, ευχήθηκε στον ελληνικό λαό να είναι η νέα χρονιά δημιουργική. Ξάφνιασε που δεν είπε να είναι η νέα χρονιά αποτελεσματική ή παραγωγική, διαλέγοντας κάτι ταιριαστό από την ντουλάπα με τις παραδοσιακές πρωθυπουργικές ευχές. Αντί γι' αυτό, μας ευχήθηκε μια χρονιά με έμπνευση και χαρά της δημιουργίας. (Και το δικαίωμα να ευχόμαστε να φτάσει ως εμάς λίγη θεϊκή πνοή;) 
Με ξάφνιασε που θυμήθηκε την τόσο παλιά και αγαπημένη ιστορία της δημιουργικότητας. Στις μέρες μας που έχει εξελιχθεί σε εμπορική καλλιτεχνία, που πάψαμε προ πολλού να αναζητούμε θεϊκή πνοή στην καμπαρντίνα του δημιουργού ρούχων ή στο βαφτιστικό σταυρουδάκι του δημιουργού κοσμημάτων, να που κάποιος θυμήθηκε τη δημιουργική διάθεση.
Κι ύστερα σκέφτηκα την ευχή να πραγματοποιείται.
Είδα ανθρώπους να προσπαθούν με μηδενικό κέφι και δίχως έμπνευση να πληρώσουν λογαριασμούς χωρίς χρήματα, εργαζόμενους να φεύγουν το πρωί από το σπίτι και να μην πηγαίνουν στη δουλειά τους, διαβάτες να περιφέρονται ασκόπως επί οκτάωρο. Είδα μπροστά στα μάτια μου παραγωγικός χρόνος να σκοτώνεται και ελεύθερος χρόνος να ξοδεύεται άχρηστα, σαν να τρέχει πόσιμο νερό από σπασμένο σωλήνα. Είδα μολυσμένες ψυχολογίες και διαθέσεις κόκκινο πανί, είδα μαινόμενους ταύρους σε ανθρώπινα κορμιά, είδα σχέσεις σαν γερμένους πύργους και μυαλά σε ακατοίκητα φρούρια. Δυστυχώς είδα παιδιά που δεν ήξεραν πώς να στήσουν όμορφα τα στρατιωτάκια τους στο φρούριο και τα χτυπούσαν πέρα-δώθε με θυμό. Και πολύ κουρασμένους μπαμπάδες για να τους δείξουν.

Αυτά και άλλα τόσα ζοφερά είδα και σκέφτηκα ότι αποκλείεται, αυτή δεν μπορεί να είναι η δημιουργική χρονιά που εννοεί ο Πρωθυπουργός. Μάλλον εφευρετική έπρεπε να τη πει. Μήπως και βρει ο κόσμος λύσεις, κατορθώσει να συνδυάσει τα ασυνδύαστα και μηχανευτεί τρόπους να ζήσει καλύτερα.
Ας την έλεγε πολυμήχανη, μια που κρατάμε από τον Οδυσσέα. Στα δύσκολα πάντα τρώμε από την κληρονομιά μας.
Στο τέλος-τέλος ας την έλεγε ψύχραιμη. Να μας ευχόταν μια ψύχραιμη χρονιά. Έστω μια ψυχρή χρονιά, βρε αδελφέ, ευχή κόντρα στο φαινόμενο του θερμοκηπίου.
Τον θερμοπαρακαλώ, όμως, την έμπνευση, τη χαρά και την ελπίδα να μας τα αφήσει. Να μην μας τα στερήσει...

Νοέλ Μπάξερ

 

ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ, ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ, ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ, ΜΟΝΙΜΑ...

«Για λίγο καιρό». Αύριο-μεθαύριο. Όπου να 'ναι. Έκανε καλή δουλειά η τελευταία σας επαγγελματική συνέντευξη, θα ακολουθήσει σάς είπαν κι άλλη την επόμενη εβδομάδα, την μεθεπόμενη ή την επόμενη της μεθεπόμενης εβδομάδας. Ο καιρός περνάει τόσο γρήγορα. Οι εβδομάδες σας κατρακυλούν σαν άδεια βαρέλια στην κατηφόρα του κενού χρόνου.
Μπράβο αν βγάλατε τον μαραθώνιο των συνεντεύξεων κατοστάρι.
Η ανεργία του «λίγου καιρού» είναι ένα απλό επαγγελματικό διάστρεμμα. Λίγη ξεκούραση και ξανά πίσω στη δουλειά. (Να θυμάστε μόνο να προσέχετε πώς το πατάτε για να μην την ξαναπάθετε.)
Από το «για λίγο καιρό» στο «ποτέ ξανά» η χρονική απόσταση είναι μεγάλη.
Η μεταλλαγή του εαυτού σας είναι μεγαλύτερη. Αν και εξελίσσεται σταδιακά, ένα βουβό κατρακύλισμα χωρίς ντάμπα-ντούμπα, όλοι γυρνάνε το κεφάλι τους προς το μέρος σας. Καθώς οδεύετε προς το «ποτέ ξανά», αισθάνεστε τα χιλιάδες μάτια μιας μύγας αποκρουστικής στο κλόουζ-απ που μόνο εσείς από τον περίγυρό σας είστε σε θέση να δείτε επειδή βρισκόσαστε σε απόσταση αναπνοής. Μυρίζετε την μυγική ανάσα της και αναγνωρίζετε τι τρώνε «οι άλλοι», το ίδιο που φάγατε πέρσι τέτοια μέρα. Ψυχολογικά λερός, μια ποταπή ανεργόμυγα με ονοματεπώνυμο, πατάτε στο «ποτέ ξανά» με την ελπίδα ότι κάποια διπλωμένη εφημερίδα θα σας διώξει από κει.
Ο «για λίγο καιρό» εαυτός σας βγαίνει από τη φωτογραφία πάνω από το τζάκι και ανταλλάσσει χειραψία με τον άγνωστό του κύριο «ποτέ ξανά» εαυτό σας. Η μύγα-εσείς ζουζουνίζει μανιασμένη. Κρατώντας την ανάσα του, στάσιμος ο αέρας στο κλειστό δωμάτιο παρακολουθεί πότε θα πεταχτεί από καμιά φωτογραφία ή γωνία κάποια χερούκλα να την ησυχάσει με το ζόρι.
Από το στέρεο έδαφος του «προσωρινά», ένα χρονικό πηδηματάκι και ένα τηλεφώνημα που δεν έπεσε, σάς έριξαν στην κινούμενη άμμο του «μόνιμα». Η πρώτη-πρώτη σανίδα σωτηρίας έχει σχήμα κυματιστό και μια τελείτσα. Είναι το ερωτηματικό του «ποτέ ξανά;», «μόνιμα;» που βλέπετε πριν η κινούμενη άμμος σάς καλύψει τα μάτια. Της ατομικής τελείας σας προηγείται ο σπασμένος κύκλος του κόμματος και μια φευγάτη τελεία στον αέρα. Από πού να κρατηθείτε;
Από «όπου να 'ναι».

Σκέψη στο περιθώριο:
«Πότε ξανά;» στη θέση του «ποτέ ξανά»...

Νοέλ Μπάξερ

 

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ...
Εκπόνημα ποιητικής ερμηνείας

Ας δώσουμε στον όρο την σωστή του ερμηνεία!
Η «παγκοσμιοποίηση της ανεργίας» κακώς ερμηνεύεται από πολλούς ως «η ανεργία είναι παγκόσμια», γιατί η ανεργία είναι ολόδική μου και του Γιάννη και του Κώστα και της φίλης μου της Μαργαρίτας.
Η «παγκοσμιοποίηση» τους ανέργους τούς κολακεύει, ασφαλώς, όχι γιατί τους κάνει διεθνείς, αλλά επειδή εμπεριέχει «ποίηση».
Βέβαια η Ποίηση ως γραπτός λόγος δεν μπορεί να είναι σε μία και παγκόσμια γλώσσα. Άρα η συγκατοίκησή τους  στη λέξη «παγκοσμιοποίηση» δεν πρέπει να είναι και πολύ αρμονική. Όλο και θα συγκρούονται για το ποιός θα πλύνει τα φλιτζάνια στο νεροχύτη και θα καθαρίσει το μπάνιο, που είναι παγκοσμίως ισχύουσες πρακτικές που δεν ταιριάζουν όμως στην «ποίηση».
Όσο κάθεται στην τουαλέτα που θα έπρεπε να καθαρίσει, η ποίηση της «παγκοσμιοποίησης» χαϊδεύει στα μαλλιά ανέργους. Η τρυφερότητα της ποίησης είναι το ζητούμενο για τους ανθρώπους αυτούς. Αυτό που τους λείπει. Σαν τον διψασμένο χαμένο διαβάτη στη μέση της Σαχάρας. Παρερμηνεία προϊόν εύκολης ανάγνωσης θα ήταν ότι το ζητούμενο για τους ανέργους θα μπορούσε ποτέ να ήταν το περιεχόμενο μιας ποιητικής συλλογής με τον τόσο τεχνοκρατικό τίτλο «η παγκοσμιοποίηση της ανεργίας».
Ίσως η «μελοποίηση» που έχει και το μέλι της «μελωδίας» να ήταν τουλάχιστον ηχητικά πιο γλυκό. «Η μελοποίηση της ανεργίας» θα έδινε ασφαλώς μια πιο χαρωπή ατμόσφαιρα στη θλιπτική ανεργία. Θα ήταν σαν μια κουρτίνα με φωτεινές κλάρες σε ένα παράθυρο με γκρι ξεφλουδισμένα παντζούρια και σκονισμένα τζάμια.
Πίσω από την κρεμασμένη «παγκοσμιοποίηση»-κουρτίνα, το έμπειρο μάτι του ανέργου (αυτού που θα σταθεί μπροστά στην κουρτίνα της ανεργίας για μεγάλο χρόνο) μπορεί να διακρίνει μια κρυμμένη ερμηνεία για την «ποίηση», ένα αισιόδοξο μήνυμα που πετάγεται σαν μπιμπίκι στην πεσιμιστική παγκοσμιοποιημένη ανεργία: ότι η Ποίηση της «-ποίησης» της «παγκοσμιοποίησης» θα αναζητήσει αργά ή γρήγορα να εκφράσει την ανεργία με μια «στροφή». Φυλάσσοντας για τους τελευταίους της στίχους μια στροφή περισσής ποιητικής τρυφερότητας για τον άνθρωπο χωρίς δουλειά, που θα δώσει μία και θα γυρίσει την Ανεργία «του» μία «στροφή» 180 μοίρες. 
Κι αν, ακόμη, η «στροφή» της παλιοπαγκοσμιο-Ποίησης δεν έρθει, τουλάχιστον μένει ελεύθερη η προσδοκία (ποιητική αδεία) ότι η Ανεργία καταλήγει σε Ποίηση.
Η παγκοσμιοποίηση της ανεργίας εκ του ποιώ = κάνω
Ποίηση χωρίς ποιητή δεν γίνεται κι αυτό δημιουργεί νέο ερμηνευτικό πονοκέφαλο. Ποιητής είναι ο άνεργος που δεν έκανε τίποτα για να γίνει άνεργος, ή ο ποιών την ανεργία, αυτός δηλαδή που την προκαλεί / παράγει; Μπορεί όμως ποτέ ο συγκεκριμένος «ποιών» να είναι ποιητής; Θα τρελαθούμε τελείως;
Παραλογίζεται ο συλλογισμός, γι' αυτό ας φύγουμε από εκεί κι ας πάμε στην ασφαλή παράλληλη οδό του «ποίηση» από το «παράγω, φτιάχνω». Οπότε ο «ποιών» ανεργία είναι αυτός που παράγει ανεργία. «Παγκοσμιοποιών» εκ της «παγκοσμιοποίησης».
Καλεσμένοι του, περιφερόμαστε στο χώρο μιας παραγωγικής μονάδας ανεργίας όπου παράγονται ανεργίες σε ατομικές συσκευασίες PVC. Δεν πρόκειται για τυχαία επιχείρηση. Είναι παγκοσμιοποιημένη, διαθέτει δηλαδή «δίκτυο σε όλον τον κόσμο». Και στο κράτος-ψίχουλο Ανδόρα και στην Ακτή Ελεφαντοστούν και στα Νησιά Φίτζι και στη Ζουαζιλάνδη. Είναι επομένως κλάσεις ανώτερη από απλή «πολυεθνική» η οποία απλώνεται μόνο σε πολλά έθνη. Οπότε η «παγκοσμιοποίηση της ανεργίας», πρόκειται για πολύ σπουδαίο πράγμα.
Είναι σπουδαία και επειδή η «παγκοσμιοποίηση της ανεργίας» κατορθώνει να συνενώνει τους λαούς καλύτερα από κάθε προηγούμενη πανηγυρική συμμαχία λαών. Παγκοσμιοποιεί την ανεργία που, αν ήταν η ανεργία χωρίς την παγκοσμιοποίησή της, θα έμενε περιορισμένη στα σύνορα ενός πάσχοντος Κράτους και θα αφορούσε κάποιον Χοθέ, κάποιον Χανς, κάποιον Ντομινίκ, κάποιον Σουλεϊμάν και κάποια Λεϊλά και όχι τους δικούς μου, εγχώριους φίλους. Όμως, για κακή τύχη των απανταχού ανέργων και του Γιάννη, του Κώστα και της φίλης μου της Μαργαρίτας, ο σύγχρονος άνθρωπος ταξιδεύει.
Ταξιδεύει ταξιδεύοντας ή ταξιδεύει από την καρέκλα του πατώντας ένα «ποντίκι». Όπως και να 'ναι, φέρνει στα τοπικά μέτρα του ξένα μοντέλα ανεργίας, μεταδίδει με ένα «κλικ» ανεργειακή Γνώση ετών και, χέρι-χέρι, στόμα με στόμα, «κλικ με κλικ», συμμετέχει στην παγκοσμιοποίηση της ανεργίας. Γίνεται κι αυτός ένας παγκόσμιος «ποιητής».
Η παγκοσμιοποίηση της ανεργίας σε κάθε υποκατάστημα-Κράτος κόβεται και ράβεται με διεθνή νούμερα σε τοπικά πατρόν.
Για ανεξήγητο όμως λόγο - ίσως χάρη συντομίας;-, μία άτυχη πρόθεση, η πρόθεση «μετά», έχασε την ευκαιρία να γίνει διάσημη και τη δόξα που της αναλογούσε. Γιατί η διαδικασία του να αναπαράγεις κάτι που βλέπεις ή που σου δίδεται έτοιμο, όπως τα ξένα μοντέλα ανεργίας, αποκαλείται «μεταποίηση». Ο πλήρης όρος, δίκαια, θα άξιζε να ήταν «η παγκοσμιομεταποίηση της ανεργίας».
Έστω και κουτσή, για την «παγκοσμιοποίηση της ανεργίας» δεν ευθύνονται ασφαλώς μόνο ένα κάρο ταξιδιώτες και εκατομμύρια «ποντίκια» σ' όλον τον κόσμο. Την ευθύνη δεν μπορεί να την έχει ένα ασυνείδητο κομπιούτερ που τάχα από μόνο του μεταδίδει μαζί με τους ηλεκτρονικούς ιούς του και τον μη-ηλεκτρονικό ιό της ανεργίας, αλλά το ανθρώπινο δάκτυλο που «παγκοσμιοποιεί» και ζουλάει το «ποντίκι».
Όποιος δέχεται την ερμηνευτική απόδοση ότι η «παγκοσμιοποίηση της ανεργίας» σημαίνει «κάνουν την ανεργία παγκόσμια», που είναι για πολλούς μια δόκιμη ερμηνεία, γιατί να μη δέχονται αυτοί οι πολλοί ότι ίσως μια λύση, έστω μια ευκαιρία λύσης, θα ήταν κάποιος να ψάξει και να μεταπείσει (άλλο είναι το «μεταποιήσει», μην τα μπερδεύουμε) εκείνον που την κάνει παγκόσμια. ...Τον παγκοσμιοποιόντα. Οι παγκόσμιοι άνεργοι Χοθέ, Χανς, Ντομινίκ, Σουλεϊμάν, Λεϊλά και, μαζί, ο Γιάννης, ο Κώστας και η φίλη μου η Μαργαρίτα, να που βρήκανε μια καλή δουλειά!

Σκέψη στο περιθώριο:
Ερώτηση: Η Ανεργία είναι παγκόσμια; ...Ή η παγκοσμιότητα ανεργοποιημένη;

Νοέλ Μπάξερ

 

ΕΝ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΙΚΤΕΤΑΙ...

«Εν των σπηλαίων τίκτεται» καλαντούσε στην πόρτα μου ο πιτσιρίκος σε μια μισοάγνωστη σ' αυτόν ελληνική γλώσσα με δοτική και καθαρευουσιάνικες λέξεις. Με κοιτούσε περιμένοντας από μένα το νεύμα ότι μέχρι εκεί φτάνει, ας σταματήσει, να του δώσω το κέρμα και να φύγει για το διπλανό κουδούνι. «Ο ποιητής των ουρανών», βιαζόταν σαν να αναφερόταν σε κάποιον που έγραφε ποιήματα ψηλά στον ουρανό.
Δεν έκανα το νεύμα. Περίμενα να μου το πει όλο. Τον εξάντλησα. «Σ' αυτό το σπίτι τ' αψηλό, πέετρα πετρά να μην ραγίσει» τραγούδησε απελπισμένος. Το είπε όλο όπως μερικοί παπάδες λένε το πατερημών κοιτώντας τον πολυέλαιο στην οροφή. Άψυχα, άκεφα, βαριεστημένα. Δεν ευχαριστήθηκα τα κάλαντά του, όμως χαμογέλασα καθώς του έδινα το νόμισμα στην σκέψη ότι τον συγκεκριμένο πιτσιρίκο δεν πρόκειται να τον ξαναδώ στα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα επειδή η δική μου πόρτα είναι πολύ κουραστική και θα την προσπεράσει. Όπως και έγινε.
«Τι έχεις κατά νου να πάρεις με τα λεφτά που θα μαζέψεις από τα κάλαντα;» ρώτησα την πλάτη του που έφευγε τρέχοντας. «Τίποτα» γύρισε προς εμένα και μου είπε και θαρρώ πως ήταν η πρώτη φορά, τόσην ώρα, που διέκρινα μια σκέψη να φεγγίζει στο βλέμμα του.
Αυτό συνέβη πέρσι. Πριν πάρουμε μικροί-μεγάλοι την κατηφόρα. Πριν κοπούν οι μισθοί, χαθούν δουλειές, μαζέψει η ευζωΐα μας. Μεσολάβησε ένας χρόνος που έκανε μεγάλη διαφορά. Και τον χορτάτο πιτσιρικά όχι πλέον χορτάτο σε παιχνίδια. Ήμουν πολύ περίεργη να δω αν φέτος θα ερχόταν.
Πράγματι, ήρθε.
Χτύπησε το κουδούνι με επιμονή για να του ανοίξει η πόρτα. Ήταν καλός προάγγελος το κολλημένο δάχτυλο στο κουδούνι μου. «Να τα πω;» με ρώτησε ζυγίζοντάς με σε ποιά κατηγορία πελάτη ανήκα. Στις συναισθηματικές που τραγουδούν τα κάλαντα με τα παιδιά, στις βιαστικές με την κατσαρόλα στη φωτιά, στις τσαπατσούλες που δεν βρίσκουν το πορτοφόλι τους; «Και δεν τα λες;» έπαιξα την σκληρή.
Πέρσι δεν τα έκανε αυτά. Κάτι είχε αλλάξει σ' αυτό το παιδί. Προς το καλό, σκέφθηκα και μπορώ να σας πω ότι χάρηκα. Όποιος λέει πως τα κάλαντα είναι απλώς ένα έθιμο, μια χριστουγεννιάτικη ντεκορασιόν στα ελληνικά Χριστούγεννά μας ή ένα προπρωτοχρονιάτικο πρελούδιο, προδίδεται ότι δεν πολυκαλάντισε μικρός. Τα κάλαντα αποτελούν βασική εκπαίδευση των μελλοντικών ενηλίκων στην σπουδαία αρχή «επιθυμώ-κοπιάζω-αποκτώ» και εξαιρετική εκγύμναση στη διαπραγμάτευση, πώς να μην σε ρίξουν στη μοιρασιά τα μεγαλύτερα παιδιά κι ας σε περνούν ένα κεφάλι.
«Εν των σπηλαίων τίκτεται» έλεγαν πάλι τα δικά του κάλαντα. «Εν τω σπηλαίω», φέτος τον διέκοψα και τον διόρθωσα. «Σε ένα σπήλαιο γεννήθηκε ο Χριστός, όχι σε πολλά», του επισήμανα. Ξεκαρδιστήκαμε ταυτόχρονα φέρνοντας στο μυαλό μας την εικόνα του βρέφους να το τρέχουν η Παναγία και ο Ιωσήφ σε πολλά σπήλαια, από φάτνη σε φάτνη. Χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλο.
«Εν φάτνη των αλόγων», συνέχισε. Αναγνώρισα στο καλάντισμα αυτού του παιδιού, του φετινού, τον εαυτό μου όταν ήμουν στο Δημοτικό και στη θέση του. Έφτασε μέχρις εμένα πόσο σημαντικό ήταν να πάει στη διπλανή πολυκατοικία πριν τους άλλους. «Φτάνει» του έκανα νεύμα και του έδωσα το νόμισμα. «Φέτος», τον ρώτησα, «έχεις κάτι να πάρεις με τα λεφτά από τα κάλαντα;».
«Ναι!» μου είπε και ο ενθουσιασμός του με πέταξε χρόνια πίσω, με παρόμοια ορμή και ταχύτητα σαν να με είχε ωθήσει ο αέρας που βγάζει το αεροθούμενο από την τουρμπίνα του σαν το βάζουν μπρος. Μπορεί να δάκρυσα και λίγο γιατί ξαφνικά τα είδωλα μπερδεύτηκαν μεταξύ τους όπως όταν βουρκώνεις και η μια εικόνα βγαίνει μέσα από την άλλη, πάντως παίρνω όρκο πως στον πιτσιρίκο είδα τον αδελφό μου. Ξαναείδα το πρόσωπό του, το αγορίστικο μουτράκι του που χάθηκε με τον παιδικό μας κόσμο, πώς έλαμπε από ευχαρίστηση όταν του έτειναν οι νοικοκυρές μεγάλο νόμισμα κι εγώ ήμουν μικρή για να εκτιμήσω την αξία του χρήματος κι από την έκφραση στο πρόσωπο του αδελφού μου έκρινα την αξία του, αν πρέπει να ευχαριστηθώ και να χαμογελάσω ή να δυσαρεστηθώ και να κατσουφιάσω. «Το κοριτσούδι;», με δείχναν και ρωτάγαν τον αδελφό μου οι νοικοκυρές. «Η αδελφή μου» τους έλεγε και με τράβαγε από το ρούχο να τρέξουμε, να φτάσουμε γρηγορότερα στο διπλανό σπίτι.
«Έϊ!», τον σταμάτησα τον μπόμπιρα πριν απομακρυνθεί από την πόρτα μου. «Αδελφή έχεις;» Ένεψε ναι. «Είναι μικρή», μου είπε. «Να την πάρεις μαζί σου στα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς. Καλά; Θα σε περιμένω να μου καλαντήσετε».
«Μην το ξεχάσεις», ήθελα να τον παρακαλέσω. Αλλά δεν το είπα. Έπαιξα την σκληρή...

Νοέλ Μπάξερ

 

ΖΗΤΕIΤΑΙ ΥΠEΡΒΑΣΗ...

Κουδουνίζεις σε μια χιονόμπαλα που κατηφορίζει την πλαγιά. Μετράς ανάποδα το ύψωμα κουδουνίζοντας «να βρω δουλειά - να βρω δουλειά - να βρω δουλειά». Κάπου κάποια στιγμή θα τερματίσεις. Στο «να», στο «βρω» ή στο «δουλειά». Θα αφουγκραστείς την ησυχία, θα αισθανθείς ασφαλής μέσ' στην σιωπή και θα ξεμυτίσεις από την χιονόμπαλα στην αρχή δειλά ένα πόδι να ψαχουλέψει τον αέρα. Με αποστολή να διαπιστώσει εάν το περιβάλλον, κάτω εκεί στα χαμηλά, είναι αρκετά φιλικό, απαλό και πουπουλένιο. Για να υποδεχθεί έναν άνθρωπο όπως εσύ ταλαιπωρημένο από το πολύ «να βρω δουλειά», ξεπαγιασμένο από το χιόνι και ζαλισμένο από την κατρακύλα στην πλαγιά.
Η ανάβαση θα σε οδηγήσει στον Μύθο του Σίσυφου. Θα ανεβαίνεις, θα κατρακυλάς, θα ξανανηφορίζεις. Κουβαλώντας κάθε φορά στην πλάτη κι άλλα, νέα κούτσουρα και προσανάμματα: την παλιά σου τόλμη, τη δύναμη μιας πατημασιάς σου από περασμένη διαδρομή που σκόνταψε το πόδι σου στο χνάρι της, μια χειρόγραφη καρδούλα από νεανικό σου έρωτα, το κολιέ από πευκοβελόνες που ξεράθηκε αναμένοντας τον πιο λεπτό κοριτσίστικο λαιμό που ξέφυγε τρέχοντας να πάει να παίξει κουτσό, το φωτοτυπικό χαρτί που ανέχτηκε όλον εκείνον τον θυμό σου. Όσο ο Σίσυφος σε παρακολουθεί στρίβοντας τσιγάρο, ψάχνεις τις τσέπες σου για άκαιρες επαγγελματικές σου κάρτες που πιστοποιούν μεγαλεία και αξιώματα. Τις ρίχνεις στην στοίβα με τα προσανάμματα και ξαναπαίρνεις την κατηφόρα κουδουνίζοντας.
Η Υπέρβαση δεν είναι Μύθος. Είναι ιστορικό ζητούμενο. Ο Σίσυφος χιλιάδες μυθικά χρόνια ανεβοκατεβαίνει. Επιτέλους ήρθες εσύ, μια ιστορική εποχή χωρίς δουλειά, να του κρατάς παρέα γεμάτος από ιστορίες επαγγελματικής ζωής και άλλες χαριτωμένες διηγήσεις με ηθικά διδάγματα. Ξεφυλλίζοντας τα διδάγματα, παίρνει αέρα το ήθος. «Λόγια του αέρα» σου λέει -ή δεν σου λέει;- ο Σίσυφος και σου παραγγέλνει με το άλλο δρομολόγιο σπίρτα. Στην κορυφή, έτοιμος για το τελευταίο κουδουνάτο κατρακύλισμα, ξέρεις πού ανήκεις.
Ανάβαση. Δεν είναι αρκετή για να φτάσεις πάνω. Υπέρβαση. Να ξεπεράσεις την κορυφή ώστε να φτάσεις στην κορυφή. Θα ξεπεράσεις την κορυφή και θα φτάσεις στην κορυφή. Στα πηγαινέλα σου κάπου στη διαδρομή έχασες ευτυχώς το Μέτρο. Το ανθρώπινο Μέτρο σου. Σου έπεσε από την τσέπη αλλά σκαλίζοντας μήπως το βρεις, στην ξηλωμένη φόδρα ξετρύπωσες το Υπέρ. Χωρίς το Μέτρο σου αδυνατείς να μετρήσεις πλέον την ανθρώπινη κορυφή σου, ξέφυγες. Σταμάτησες να μετράς την πλαγιά με κουδουνίσματα. Ανεβαίνεις υπερβαίνοντας τα όριά σου.
Τούτη τη φορά κουβαλάς στην πλάτη πάνω μαζί σου την Αυτοεκτίμησή σου, που την ανακάλυψες να κοιμάται κλαμένη από την εγκατάλειψή σου, και την Ελπίδα, που την ελευθέρωσες φυλακισμένη από την σκιά σου. «Σου 'φερα και τα σπίρτα που μου ζήτησες, Σύφη (Σίσυφε)» του λες αλλά αυτός έχει πάρει φωτιά από την Ελπίδα, δεν έχει μάτια πια παρά μόνο για την Ελπίδα. «Άσ' την κάτω, είναι δικιά μου» του λες έτοιμος να παλέψεις για την Ελπίδα σου. Η Ελπίδα, το κατάλαβες από το βάρος της, κυοφορεί ήδη το Μέλλον σου. Εδώ ψηλά, στην κορυφή, θα κάνει καλό στο βρέφος ο καθαρός αέρας, σκέφτεσαι όσο ανάβεις την πυρά να ζεστάνεις την καλή σου...

Σκέψη στο περιθώριο
Υπέρβαση (η) ουσ. [< υπερβαίνω] η πράξη του υπερβαίνω, διάβαση πάνω από κάτι /(μτφ.) ενέργεια πέρα από τα επιτρεπόμενα όρια. Υπερβατικός, -ή, -ό επιθ. / (φιλοσ.)  ο σχετικός με τον υπεραισθητό κόσμο, που ξεπερνά την εμπειρία των αισθήσεων και είναι προσιτός μόνο με τη νόηση ή τη διαίσθηση. (Ελληνικό Λεξικό, Τεγόπουλος -Φυτράκης).

Νοέλ Μπάξερ

 


 

 
Αρχείο
Αφιερώματα
Λόγιαiστοiχαρτί
Έλληνες Σκιτσογράφοι
Έναiταξίδιiστοiχρόνο
Σπύρος Ορνεράκης
Συνεντεύξεις
Aποστολές
Τόποι & προορισμοί
Για συλλέκτες / Εξώφυλλα
Ότανiέρχονταιiοιiφίλοιiμας

Γιώργος Ανδρέου
Διογένης Δασκάλου
Μπάμπης Ξαρχάκος
Νοέλ Μπάξερ
Σωτήρης Τσιλίκας
Οδυσσέας Ιωάννου
Χρήστος Παπαμιχάλης
Διονύσης Τσακνής
Δημήτρης Σταρόβας
Κώστας Λειβαδάς
Γιώργος Αυγερόπουλος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Φίλιππος Πλιάτσικας
Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Στέλιος Μάινας
Ιεροκλής Μιχαηλίδης
Χρήστος Θηβαίος
Ρένια Λουϊζίδου
Ρίκα Βαγιάννη
Δήμητρα Γαλάνη
Γιώργος Δημητριάδης
Μάνος Ελευθερίου
Μίκης Θεοδωράκης
Σταύρος Κουγιουμτζής
Γιάννης Κούτρας
Αργύρης Μπακιρτζής
Μίλτος Πασχαλίδης
Μάνος Χατζιδάκις
Γεράσιμος Γεννατάς
Σωτήρης Κακίσης
Ρένος Χαραλαμπίδης
Λιζέτα Καλημέρη
Μαρία Χούκλη
Λουδοβίκος των Ανωγείων