|
Λόγια στο χαρτί |
 |
Αρχείο
1998-2009 [Δώδεκα χρόνια ο πολιτισμός ως έχει στο διαδίκτυο]
ΦΥΣΗ
ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΖΩΜΕΝΟΣ

Στο μικρό του διήγημα «Τρεις Νεκροί», ο Λέων Τολστόι
περιγράφει το θάνατο μιας αστής, ενός χωρικού κι ενός δέντρου. Ο Χωρικός
πεθαίνει ήρεμα, ειρηνικά, ακριβώς γιατί δεν είναι κατά βάθος χριστιανός.
Η πραγματική του θρησκεία είναι η φύση, κοντά στην οποία ζει και μόνο
από συνήθεια τηρεί τις χριστιανικές εντολές. Σε όλη του τη ζωή έκοβε
δέντρα, έσπειρε, θέριζε, μεγάλωνε ζώα και παιδιά, είδε να πεθαίνουν
νέοι και γέροι. Γνωρίζει από την ίδια του τη ζωή το νόμο του θανάτου
και γι αυτό τον αντιμετωπίζει με απλότητα και φυσικότητα. Η Κυρία ψευδότανε
σε όλον της το βίο και συνεχίζει να ψεύδεται ακόμα και στις τελευταίες
της στιγμές. Ο χριστιανισμός, όπως τον αντιλαμβάνεται, δεν της λύνει
καθόλου το πρόβλημα.
Ο σύγχρονος ανθρώπινος πολιτισμός είναι παγιδευμένος στη θρησκευτική
μέγγενη χάνοντας την αυτονόητη αρχή? το σύμπαν, άρα και ο πλανήτης,
είναι καθεαυτό. Οποιαδήποτε παραπομπή σε κάποια δύναμη που το(ν) δημιούργησε,
κρύβει φόβο για το φινάλε της κοσμικής μας όπερας.
Εκείνο που γοητεύει τον Άνθρωπο στη θρησκεία είναι η εικόνα μιας παρουσίας,
που τον κάνει να φαντάζεται αυτό που παραμένει αιώνια ξένο γι αυτόν.
Ο Θεός αγγίζει τα όρια του Μύθου, ενώ η Φύση θεωρείται ότι μπορεί να
αναλυθεί, μέσα στην πολυπλοκότητα της, από επιστημονική σκοπιά. Όσο
κι αν θαυμάζουμε το μεγαλείο της, παραμένει για μας ότι η εικόνα ενός
ηλιοβασιλέματος στα μάτια μιας έφηβης? εν αντιθέσει με τον Θεό που απουσιάζει
μέσα στην απόλυτη παρουσία του.
Κανείς δεν έχει περιγράψει καλύτερα αυτήν την σχέση φύσης και θρησκείας
από έναν καταραμένο ποιητή. «Στην άκρη του δάσους θα περπατήσω ένα πλάσμα
βουβό, που από τα άφωνα χέρια του έπεσε ο τρίχινος ήλιος. Ένας ξένος
στο βραδινό λόφο που κλαίγοντας υψώνει τα βλέφαρα του πάνω από την πέτρινη
πολιτεία... Κλείστηκαν βουβές των χωριανών οι καλύβες και μέσα στη μαύρη
νηνεμία σε τρομάζει το γαλάζιο παράπονο του χειμάρρου. Καθώς όμως κατέβαινα
το μονοπάτι των βράχων, με κυρίεψε η τρέλα και κραύγασα δυνατά μέσα
στη νύχτα; και καθώς έγειρα με δάκτυλα ασημένια πάνω από τα σιωπηλά
νερά, είδα ότι με είχε εγκαταλείψει το πρόσωπό μου...» George Trail,
Αποκάλυψη και Αφανισμός, μετάφραση Δημ. Δήμου."

|