iΑρχικήiσελίδα

iΤαυτότητα

iΠεριεχόμενα

iΑρχείο

iRadio Αrtως

iExodως3

 

 

 

 

 

 

 

 
Λόγια στο χαρτί

ΑΝΩ ΤΕΛΕίΑ

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ: SALVADOR DALI, Η ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΩΝ ΣΦΑΙΡΩΝ, 1978-79




Πιο πολύ απ' όλα μ' άρεσε εκείνη η... αλήστου μνήμης ΑΝΩ ΤΕΛΕίΑ. Την είχανε, την έχουνε ξεσκίσει οι από τηλεοράσεως και ραδιοφώνου δολοφόνοι των ελληνικών και των ψυχών μας.
Έλα όμως που δεν υπάρχει! 'Ελα όμως που δεν υπήρξε ποτέ! 'Η ΤΕΛΕίΑ 'η ΑΝΩ ΣΤΙΓΜή βάζουμε, κι η ΑΝΩ ΤΕΛΕίΑ μπορεί νά 'ναι ωραία για το κλίμα σαν την ΑΝΩ ΒΟΥΛΑ την περιοχή, αλλά ελληνικά δεν είναι, δεν ήταν ποτέ. Θα μου πείτε: Είπες κι ΑΛήΣΤΟΥ ΜΝΗΜΗΣ. Εδώ ο άλλος, το ΑΛήΣΤΟΥ ΜΝΗΜΗΣ το νόμιζε τόσα χρόνια για καλό, και το 'λεγε μετά μεγίστης συγκινήσεως: «Ο ΑΛήΣΤΟΥ ΜΝΗΜΗΣ Τελικός» έλεγε ο δικός σου και γέμιζε ο στόμας του, νομίζοντας πως σημαίνει αλησμόνητος, αξέχαστος, κι όχι, κατ' ευφημισμόν, ακριβώς το αντίθετο. Άλλωστε, ο εν λόγω σκιτζής, όλο κάτι ελληνικούρες σαν Ιωάννης Μελισσανίδης, σαν Μαντάμ Σουσσού του Ψαθά, συνηθίζει, σαν «ΕΤΟΙΜΟΣ ΑΠΟ ΚΑΙΡό» και σαν λατινοθρεμμένος δήθεν, εντελώς off όμως, εντελώς ξάστοχος.
Τι τα θέλουν όμως τα λατινικά, όταν τα ελληνικά τους είναι πια τόσο φτωχά, τόσο κενά, τόσο άσχετα; Σε λειώνουν στο «ΑΠίΣΤΕΥΤΟ» και στο «ΔΕΝ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΩ!», στο «ΕΝ ΜίΑ» -κι όχι «ΜΙά»- «ΝΥΚΤί», στα «ΕΚ ΤΩΝ ...ΟΥΚ ΑΝΕΥ», καταπίνοντας ένα «ΩΝ» νά, μετά συγχωρήσεως, και μας παίρνει όλους μαζί πια ο Διά'ολος, έτσι που παλεύουμε «ΝΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΟΥΜΕ» λυσσασμένα σαν ακράτητοι σεξομανείς στα παράθυρα και στα παραθυράκια των πιο απόβλητων καναλιών του κόσμου. Είναι σαν εκείνους που δεν ξέρουν πως γράφεται το «ΣΠΙΤΙΚόΣ» π.χ., και πιάνουν και το γράφουν με όμικρον γιώτα κι ωμέγα, δεν τους κάνουν τα γιώτα και το όμικρον το ταπεινό, θέλουν μεγαλεία και διφθόγγους που βγάζουν μάτι.
'Υστερα, είναι κι αυτή η ...απίστευτη «ΑίΣΘΗΣΗ» που έχουν πια όλοι: Από τους σπορτκάστερ της συμφοράς που λέμε ως τις πιο μεγαλόσχημες δημοσιογραφάρες, ως τους κληρονομικούς αρχηγούς κομμάτων. Κανείς δεν ξέρει πια τίποτε ΑΚΡΙΒώΣ, όλοι τα ξέρουνε όλα στο Περίπου, στο Φλού, όλοι έχουν την «ΑίΣΘΗΣΗ ΠΩΣ» και την «ΑίΣΘΗΣΗ όΤΙ»... Τέτοια εκτεταμένη ασάφεια σκέψεων και νοημάτων δεν έχει ξαναπαρουσιαστεί στον πλανήτη αυτόν ως τώρα, μας έτυχε κι αυτό ημών των ...πρωτοπόρων.
Εδώ συμβαίνουν όλα τα παλαβά, στου νεο-έλληνα το κασίδι, μόνον εδώ, όπου «όλοι έχουν γνώμη περί πάντων και αγνοούν τα πάντα», τελικά. Μόνον εδώ, σ' αυτή τη μαύρη Χώρα των Θαυμάτων, στα μέρη μας τα «τρελά κι αδέσποτα παρόλη την ...απάτη», όπου, τό 'παμε, οι έσχατοι γίνονται με μαθηματική ακρίβεια πρώτοι και καλύτεροι, εκ συστήματος, με μιά μεταβολή στην παρέλαση των αηδιών, η τελευταία γραμμή του στρατού της Βλακείας πρώτη, ΕΝ Μιά ΝΥΚΤί.
Εδώ, στα Μέρη-Αυτά-Που-Δεν-Χάνουν-Με-Τίποτα-Μα-Με-Τίποτα-Τη-Μαγεία-Τους, άνθρωποι και ποντίκια που γράφουνε με γιώτα το «ΚΑΛΗΜΕΡΑ» (τό 'χω το χειρόγραφό τους,το κρατώ, το φυλάω ως κόρη οφθαλμού!) φτάνουν να διευθύνουν εφημερίδες σπουδαίες, υπουργεία και κόμματα, ένα λαό ολόκληρο σιγά-σιγά. Εδώ, στα Μέρη-Αυτά-Τα-Κολασμένα-Μα-Ποτέ-Νικημένα, η «ΑΝΩ ΤΕΛΕίΑ» δεν έχει τέλος, δεν τελειώνει, δυστυχώς, ποτέ, με τίποτα. Εδώ, στα Μέρη-Αυτά-Τ'-Αυτωμένα-Κι-Αυτιστικά, όποιος είναι πιο λίγος, όποιος είναι πιο θρασύς, αυτός αποθεώνεται, αυτός κυριαρχεί, αυτός λατρεύεται απόλυτα κι υστερικά.
Λες, λοιπόν: Μήπως έτσι μας αρέσει; Μήπως έτσι τη βρίσκουμε διαστροφικά; Να καγχάζουμε, θέλω να πω, με το κατάντημά μας, να κοροϊδεύουμε τα χάλια τους, να γελάμε και να γελιόμαστε επίτηδες, συνωμοτικά; Να γελοιοποιούμε έτσι την κάθε μορφής εξουσία, αναδεικνύοντας τον κάθε τυχάρπαστο, τον κάθε τσαρλατάνο, τον κάθε Καραγκιόζη αναγορεύοντάς τον σε αυθεντία, σε βασιλιά, σε θεό μας; ¨Η, μήπως, τέτοιοι που είμαστε, τέτοιοι αρχιερείς μας πρέπουνε, τόσο «ΕΤΟΙΜΟΙ» να μας διαλύσουν «ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ», τόσο «ΑΛήΣΤΟΥ ΜΝΗΜΗΣ» στο μέλλον από το παρελθόν, σαν «ΑΝΩ ΤΕΛΕίΕΣ» ισοπεδωτικοί κι ατελείς, σαν την πιο κούφια «ΑίΣΘΗΣΗ» του καθενός τους ολοκληρωτικά, ανελέητα καταστροφικοί;


ΟΧΙ ΓΙΑΤΙ ΕΤΣΙ, ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ ΑΛΛΙΩΣ...

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ: F. CLEMENTE, ΡΙΖΕΣ, 1982

Ήθελα κι εγώ, εδώ και καιρό, να πω μία κουβέντα για τον Αννάν και την Κύπρο. Ύστερα όμως, ήρθε κι η Κωνσταντινούπολη κι ο Ρουβάς, με τη Μπόκοτα-της-Μποκοτά, κι ο νους μου συγχύστηκε, το πήρα το θέμα ακόμα πιο βαριά, ακόμα πιο στραβά. Αυτή η Ζήνα η ουκρανή Τζέκις Χαν με την Τροία τη γερμανική καπάκι, με την άλλη Ελένη προ ημερών την τηλεοπτική στο STAR, που τη βίασε ο Αγαμέμνων, το μέγα κτήνος, μπροστά στα μάτια του Μενέλαου γκρο-πλαν, κι εκείνος ο άλλος
Αχιλλέας ο τελείως -σαν Κολίνα- καραφλός (από ποια μαλλιά να τον συγκρατήσει πια η Αθηνά η καημένη, από ποία μαλλιά να συγκρατηθούνε πια τα μυαλά τους τα τελείως κι αυτά καραφλά;) κι εκείνα τα κατάμαυρα, τα κορακάτα περουκέ του αφιονισμένου εκείνου αΝΑΙστασιάδη, όλα μαζί με τρέλαναν.
(Θυμήθηκα κι εκείνον τον αρχαίο Σπαρτιάτη, στην Απέλλα, που αντί για τίποτ' άλλο, τους είπε: -Κοιτάξτε τον αντιπρόσωπο της πόλης αυτής που μας μίλησε. Ενώ είναι γέρος, έχει μαλλί κατάμαυρο, χωρίς ούτε μια γκρίζα τρίχα. ΄Η τα βάφει, λοιπόν, ή περούκα φοράει, τα 'χει αγορασμένα. Με τους άλλους άρα να πάμε, λέω εγώ, τους άλλους να βοηθήσουμε!)...
Γιατί να κερδίσουνε την Πόλη οι ψινάκηδες, οι πρώην ατυχήσαντες στα Κατεχόμενα, οι ίδιοι συναυλιστές της συμφοράς; Και ποια ψηφοφορία, ποια τραγούδια, τελικά; Γιατί οι ιταλοί κι η μουσική τους απέχουνε, γιατί δεν είναι πουθενά; Γιατί να γίνουμε εμείς, οι τελευταίοι των Μοϊκανών, οι ανάδελφοι έστω του Σαρτζετάκη του τρομερού, σαν τους άλλους, αποφλοιωμένοι πλήρως, σαν σχέδιο Ντε Σότο, σαν της Ντόρας δηλώσεις άχρηστα παπικές, σαν, πώς το 'λεγε κι Φελλίνι μιά φορά κι έναν καιρό, Καζανόβες κούφιοι στον αιώνα τον άπαντα, «να ενσαρκώνουμε την κενότητα» ξαφνικά, «το αδιάφορο, το αδιαφοροποίητο, τις κοινοτοπίες, τις συμβατικότητες, την επιφάνεια, την πόζα; Αυτή την παγκοσμιότητα την χωρίς σημασία: Την Ποίηση, τη Γυναίκα, τις Επιστήμες, την Τέχνη... Την απόλυτη έλλειψη ατομικότητας», ζωής τελικά!
Με μια τούμπα ανάποδη, σαν πίθηκοι, σαν μαϊμούδες, μ' εκείνο το ξεγύμνωμα το τιποτένιο, με σκέρτσα τέτοια, δεύτερα και ταπεινωτικά, και χωρίς φωνή, χωρίς λόγο ουσιαστικά, γιατί να θέλουμε να βγούμε πρώτοι και χειρότεροι μες στην κακή χαρά; Και γιατί να τα βάζουμε μ' εκείνους που δεν μας αγάπησαν
όπως κι εμείς βαθιά, σαν ρουμάνοι, σαν αλβανοί, σαν εγγλέζοι, σαν τούρκοι έστω, τόσο ολοκληρωτικά; (Χαλάσανε κι οι βόρειοι εραστές μας, παιδιά, δεν θα 'ναι πια και τόσο χαρούμενοι, τόσο gay μαζί μας οι ιπτάμενοι ολλανδοί, ουκρανές νταβραντισμένες γουστάρουνε πια, τι να την κάνουνε τη χαριτωμένη μας, τη γιαλαντζί μαγκιά;).
Κι η Κύπρος; Πού είναι, πού βρίσκεται η Κύπρος, τελικά; Πού νά 'ναι; Εκεί που ήταν πάντα, ωραία και συγκινητική: Στα προβλήματα μέσα, στην αντίσταση παρά στην παράδοση, στο μπαϊράκι παρά στην υποταγή.
Σαν κοριτσάκι, έστω και σαν Μπάρμπαρα Στρέιζαντ μεταχρονολογημένη, χωρίς να «το κουνάει», χωρίς να τινάζει την ψυχή της και την αμυγδαλιά. Η Κύπρος, Αφροδίτη γυφτάκι ανέμελο σ' αφρό δικό της, προσωπικό, Κίμων, αν θέλετε, δεμένος στο μεσιανό κατάρτι νεκρός, στη δική τους Σαλαμίνα πάντα νικητές,
Ελ-Σιντ υπερβατικοί κι υπέροχοι. Μ' ένα ΟΧΙ για προίκα τους δύσκολο αλλά λυτρωτικό, στο δόξαπατρί του Πάουελ ακριβώς: Μ'ένα ΟΧΙ για να μην κρατήσουν τα κλεμμένα τους οι άγγλοι βουλευτές που μας ψηφίζουν στην Eurovision στη Γιαλλούσα, στην Αμμόχωστο, στον δικό μας πάντα, ματωμένο μας Βορρά. Μ' ένα ΟΧΙ σε γλώσσα ελληνική, όχι «shake it» στην Istanbul τσιφτετέλικο, χαζό. ΟΧΙ ζεϊμπέκικο αρχαιοελληνικό, απτάλικο κι απογειωμένο, απογειωτικό. ΟΧΙ γιατί ΕΤΣΙ, γιατί ΟΧΙ ΑΛΛΙΩΣ.


EΔΩ EINAI ΔYΣKOΛA...

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ: Ν. ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΟΙ ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΟΙ, ΥΠΝΟΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ, 1963



Θα μπορούσα να σας το πω και μ' ένα τραγουδάκι. Ένα τραγουδάκι, που θά 'λεγε, ας πούμε:
Εδώ είναι δύσκολα που έχω φτάσει,
εδώ μου φαίνονται όλα σκληρά.
Εδώ είναι δύσκολα, δύσκολη φάση,
αποφασίζουμε οριστικά.Εδώ είναι δύσκολα, γιατί είναι όλοι,
όσοι με πρόδωσαν είναι εδώ.
Εδώ είναι δύσκολα, σ' αυτή την πόλη
νοιώθω πως βρίσκομαι χωρίς σκοπό.

Αυτό είναι δηλαδή. Δεν τελειώνουν τα πράγματα. Συνέχεια μαζί είμαστε, καλοί και κακοί ανάκατα, άνθρωποι κι ανθρωπάκια στην ίδια Αθήνα, στην ίδια Ελλάδα, στον ίδιο κόσμο μία ζωή.
Κανένα ως τώρα ξεκαθάρισμα. Αντίθετα: Πρώτοι και καλύτεροι πια οι έσχατοι, οι χειρότεροί μας στην εξουσία, τα πιο κακά παιδιά από πάνω κι εξουσιαστές. Οι αγράμματοι με βραβεία, οι άσχετοι ειδήμονες, οι χωρίς φραγμό, ηγέτες, οδηγοί.
Τους έβλεπα, τους βλέπαμε και πρόσφατα όλους μαζί, γκρο-πλαν στις τηλεοράσεις, να βραβεύουν ο ένας τον άλλον αναίσχυντα, οι ορκισμένοι εχθροί μεταξύ τους, τώρα να φιλιούνται, ν' αγκαλιάζονται επιδεικτικά, να τραγουδάει ο ένας στον άλλον, ν' αυτοαποθεώνονται όλο χαρά, ανενδοίαστα, ανερυθρίαστα, απίστευτα κυνικά. Άλφα-άλφα όλοι τους, γραβατωμένοι κι εμετικοί, να μην τρώνε πια ο ένας τις σάρκες τ' αλλουνού, να τρώνε τώρα με χρυσά κουτάλια οι αιώνια πεινασμένοι για άνοδο με όλα τα μέσα, οι σκοτεινοί. Κοράκια όλοι τους μαύρα, έως θανάτου συνωμότες, έως θανάτου υπηρέτες μιας ύπουλης, μιας σκληρότατης ομερτά.
Θα μου πείτε: -Ε, και; Δεν ξέρει ο κόσμος ποιος είναι ποιος; Ποιοί είναι ένας-ένας αυτοί οι τύποι, οι συνάνθρωποί μας αυτοί οι φοβεροί και τρομεροί; Τι καπνό φουμάρουν οι δήθεν καλύτεροί μας, οι δήθεν πρώτοι, οι δήθεν ξεχωριστοί; Δεν ξέρουν, όσοι παροικούν την Ιερουσαλήμ, για τον αμοραλισμό τους το διάχυτο, για της ζωής τους την κενότητα, το σούπερ-τίποτά τους το χαζό; Μα ξέρουν; Και πόσοι ξέρουν, τελικά;
Και ξέρουν και δεν ξέρουν ο κόσμος, οι πολλοί. Γιατί είναι αθώοι οι περισσότεροι του αίματος, του ψέματος ετούτου του γενικού, και «πού να τους εξηγείς τώρα...», πού 'χε πει κι ο σερ-Μπιθί, ο Μπιθικώτσης ο σοφός μία φορά κι έναν καιρό, στο τραγούδι μέσα, το ακόμα τότε καλό. Και με την αθωότητα τους ασπίδα θαυμάζουν και χειροκροτούν, επικροτούν τόσα πράγματα πια δεύτερα κι επιφανειακά, ο κόσμος που λέγαμε, τ' αμερικανάκια, οι πολλοί.
Κι έτσι πάει, άλλωστε, κι η μέρα, η ζωή μας παραπέρα. Με τα ψέματα. Με τα ψέματα στην πρώτη γραμμή. Μ' όλους αυτούς τους έξυπνους, τους ηλίθιους τελικά, να μας κοροϊδεύουν στα μάτια μας μπροστά, επί πολύν καιρό όλους μας εξαπατώντας, εσαεί καμιά φορά, στον αιώνα τον άπαντα. Έλα όμως που έναν δεν μπορούν να κοροϊδέψουν τ' ανθρωπάκια αυτά, τα λαλίστατα, οι πρώτο-τραπέζι-πίστα στα κανάλια, στα έντυπα όλα, στα περιοδικά, των εφήμερων εφημερίδων οι τζάμπα μάγκες αυτοί: Τον εαυτό τους τον ίδιο δεν μπορούν να κάνουν καλά, ο εαυτός τους ο ίδιος τους περιμένει στη γωνία σιωπηλά.
Κι αυτός ο εαυτός τους ο άλλος, ο επίσης ίσως άχρηστος και κακός, πάντα θά ξέρει, πάντα θα τους ξέρει απ' έξω κι ανακατωτά.
Πάντα θα τους γνωρίζει σαν κάλπικες δεκάρες, σαν Πολίτες Κέην αυτοκαταστροφικούς απ' την αρχή, κανονικά...


ΠAPAΠANΩ...

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ

Τό 'χα γράψει κάποτε. Μιά φορά κι έναν καιρό... Για 'κείνο το παιχνίδι λέω, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, με την Εθνική Ελλάδος ν' αντιμετωπίζει τη μεγάλη Πολωνία. Με το θρυλικό Βασίλη Χατζηπαναγή για μία και μοναδική φορά στη σύνθεσή της, με τον ηρωικό Τομασέφσκι κάτω απ' τ' αντίπαλα δοκάρια. Που ήτανε μεσημέρι, με ήλιο πολύ, και μιά υπέροχη, ονειρική χαύνωση να διαχέεται απ' άκρου εις άκρον, στο γκαζόν, στις κερκίδες, στα σώματά μας. Όταν ο μυθικός Μίμης Παπαιωάννου, που δεν καταλάβαινε από ερασιτεχνισμούς όταν έπαιζε, ας ήταν φιλικό, ας ήταν της πλάκας το παιχνίδι, έκανε μιά ωραία, ψιλο-κρεμαστή σέντρα στη μεγάλη περιοχή της Πολωνίας. Δεν έτρεξε κανένας. Σαν να ήταν όλοι οι άλλοι σε άλλο γήπεδο, σε twilight zone άχρονη, εφησυχασμού. Τότε, ο Παπαιωάννου εξέβαλε κραυγή τρομερή κι άρχισε ο ίδιος να τρέχει προς τη μπάλα, σε απεγνωσμένη, υπεράνθρωπη προσπάθεια να την προλάβει αυτός! Ετρεχε να χτυπήσει κεφαλιά στη δική του σέντρα! Το ξαναλέω: Ετρεχε να χτυπήσει κεφαλιά στη δική του σέντρα!
Αυτό, λοιπόν, είν' ένα από τα βασικά που χωρίζουν τη σημερινή εποχή την άχαρη, από εκείνη την εποχή την πλήρη. Το Παραπάνω. Η Υπέρβαση. Η ψυχική Γενναιoδωρία. Η ψυχική Ανάταση. Η Ψυχή. Το ξαναλέω κι αυτό: Το Παραπάνω.
Σήμερα, όλα πια είναι Ακριβώς. Μπορεί όχι σόττα, μπορεί όχι λιγότερα, μπορεί όχι λειψά. Αλλά σχεδόν ποτέ Παραπάνω. Σχεδόν ποτέ Αζύγιστα. Σχεδόν ποτέ Επιπλέον. Τότε, που οι άνθρωποι είχαν υστέρημα, από αυτό ακριβώς το υστέρημά τους βγάζανε, σαν μάγοι, σαν ταχυδακτυλουργοί, το Παραπάνω, σαν μεγαλύτεροι ξαφνικά απ' τη ζωή με την τρέλα τους. Γιατί δεν μετρούσαν τα πράγματα, δεν τα βάζανε πάντα στο ζύγι. Κι ο τέλειος ερασιτεχνισμός γινότανε έτσι ο τέλειος επαγγελματισμός. Το λίγο παραπάνω, πολύ, πάρα πολύ. Το Κάτι όλα, το τίποτα Ζωή Ολόκληρη. Τα Δύσκολα πανεύκολα με λίγο πάθος.
Σήμερα, το δράμα αυτό είναι: Το Ζύγι. Η πανταχού παρούσα ιδιοτέλεια. Ο υπολογισμός. Το αντάλλαγμα. Το στεγνό, το φτηνό πάρε-δώσε. Ενώ κάποτε, μιά φορά κι έναν καιρό που λέγαμε και πριν λίγο, πώς έλεγε το τραγούδι: Οι καρδιές δεν είχαν αντάλλαγμα, όπου Γιώργος, όπου Μίμης, όπου Βασίλης, όπου Σωτήρης, και μάλαμα! Οπου καρδιές και δόσιμο, όπου ζωή και κίνδυνος. Δηλαδή, μπορούσαν να ξεχνιούνται οι άνθρωποι, να τα θέλουνε ξαφνικά όλα, στα ψέματα, στ' αλήθεια.
Ενώ τώρα, ενώ σήμερα; Γι' αλλού πια τραβάμε, αλλού, τελείως αλλού πια, βρισκόμαστε. Οπως το πρόβλεψε αρκετόν καιρό πριν κι εκείνος ο ωραίος, ο επίμονα πάντα περιθωριακός: «Τα πανεπιστήμια δημιουργούν ειδικότητες.
΄Oχι προσωπικότητες»! (Ζωρζ Πιλαλί. Και για την αντιγραφή, εγώ πάλι)...



 
Αρχείο
Αφιερώματα
Λόγιαiστοiχαρτί
Έλληνες Σκιτσογράφοι
Έναiταξίδιiστοiχρόνο
Σπύρος Ορνεράκης
Συνεντεύξεις
Aποστολές
Τόποι & προορισμοί
Για συλλέκτες / Εξώφυλλα
Ότανiέρχονταιiοιiφίλοιiμας

Γιώργος Ανδρέου
Διογένης Δασκάλου
Μπάμπης Ξαρχάκος
Νοέλ Μπάξερ
Σωτήρης Τσιλίκας
Οδυσσέας Ιωάννου
Χρήστος Παπαμιχάλης
Διονύσης Τσακνής
Δημήτρης Σταρόβας
Κώστας Λειβαδάς
Γιώργος Αυγερόπουλος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Φίλιππος Πλιάτσικας
Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Στέλιος Μάινας
Ιεροκλής Μιχαηλίδης
Χρήστος Θηβαίος
Ρένια Λουϊζίδου
Ρίκα Βαγιάννη
Δήμητρα Γαλάνη
Γιώργος Δημητριάδης
Μάνος Ελευθερίου
Μίκης Θεοδωράκης
Σταύρος Κουγιουμτζής
Γιάννης Κούτρας
Αργύρης Μπακιρτζής
Μίλτος Πασχαλίδης
Μάνος Χατζιδάκις
Γεράσιμος Γεννατάς
Σωτήρης Κακίσης
Ρένος Χαραλαμπίδης
Λιζέτα Καλημέρη
Μαρία Χούκλη
Λουδοβίκος των Ανωγείων