iΑρχικήiσελίδα

iΤαυτότητα

iΠεριεχόμενα

iΑρχείο

iRadio Αrtως

iExodως3

 

 

 

 

 

 

 

 
Λόγια στο χαρτί

Εκπομπή

ΝΤΟΠΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΘΙ

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Τα τελευταία δύο χρόνια έχω χάσει την επαφή μου με τις καινούριες ταινίες στον κινηματογράφο. Δεν έχω χάσει κάποιες σπουδαίες ταινίες απλά τις βλέπω με καθυστέρηση. Είτε το επόμενο καλοκαίρι στα θερινά, είτε στη NOVA. To ίδιο μου συμβαίνει και με ορισμένους δίσκους, κυρίως αγγλικούς και αμερικάνικους, τους οποίους δεν θα τους ακούσω αμέσως αλλά μπορεί να αφήσω και δύο μήνες μέχρι να κάνω μία προσεχτική ακρόαση. Δεν συμμετέχω στις κουβέντες των φίλων που τα παρακολουθούν από κοντά και συζητάνε μετά τις εντυπώσεις τους. Δεν έχω συγκεκριμένο λόγο που το κάνω, αλλά μπορώ να φτιάξω ένα ιδεολόγημα που να με δικαιολογεί κάπως. Ίσως όμως και να μην είναι ιδεολόγημα. Σκέφτομαι ότι οι καινούριες ταινίες και τα καινούρια τραγούδια είναι αναφορές. Οι κοινές μας αναφορές. Ελλείψει άλλων. Βέβαια πάντα συνέβαινε αυτό. Ακόμη και σε εποχές όπου ο κόσμος συναντιόταν αλλού, σε πιο ζόρικες συναθροίσεις, οι ανάλογες ταινίες και τα τραγούδια μάζευαν γύρω τους πολύ κόσμο. Μπορεί να έβγαινες από μία πολυήμερη κατάληψη σε κάποια σχολή και το βράδυ να έτρεχες να δεις το «Φράουλες και αίμα». Κάπου λειτουργούσε και ως ντόπα. Ή ως μία καλλιτεχνική επιβεβαίωση των επιλογών σου.
Όταν όμως λείπουν εκείνα τα πιο ζόρικα «μαζέματα» και μένουν μόνο οι καλλιτεχνικές επιβεβαιώσεις των πάσης φύσεως επιλογών και ανησυχιών σου, το πράγμα αλλοιώνεται λίγο. Σαν να φιλολογείς γύρω από το sex δίχως να έχεις ένα δεύτερο κορμί να δοκιμάσεις τις θεωρίες σου. Ξέρω καλά πως αν δεν συνέβαινε κι αυτό, πάλι θα με ενοχλούσε. Θα με ενοχλούσε το να αδιαφορούσαμε μαζικά για όποιες προσπάθειες γίνονται από κάποιους εμπνευσμένους ανθρώπους - όσο επιτρέπει η εποχή την εμπύρετη έμπνευση- να κωδικοποιήσουν αισθήματα και ένστικτα και να τα κρατάνε επίκαιρα έστω μέσα στο πανί ή στο cd. Όμως κάτι μισό μου κάνει.
Είναι πολύ εύκολο η ντόπα να μετατραπεί σε άλλοθι. Το έχουμε δει να γίνεται πολλές φορές. Τίποτα δεν μπορεί να συντηρήσει η τέχνη αν δεν το συντηρεί ή ίδια η ζωή. Μην την υπερτιμάμε. Είμαι χωμένος στο ελληνικό τραγούδι σχεδόν από πέντε χρονών- ως ακροατής- και από τα δέκα οχτώ μου σε μία πιο μόνιμη και σταθερή σχέση, αλλά λέω συχνά στους φίλους μου ότι το ελληνικό τραγούδι είναι το σημαντικότερο δευτερεύον πράγμα στην ζωή μου. Το σημαντικότερο μεν, δευτερεύον δε. Με ρωτάνε πιο είναι το σημαντικότερο πρωτεύον. Μα όλο το υπόλοιπο βέβαια! Όλη η ζωή. Αν δεν αντλείς από εκεί δεν μπορείς ούτε να εκτιμήσεις ούτε να έχεις το οποιοδήποτε όραμα για το τραγούδι. Και δυστυχώς αυτή η αληθινή πηγή των πάντων δεν είναι και πολύ γενναιόδωρη τελευταία. Ή εγώ ξέμαθα στο πώς να τραβάω νερό. Λογικό είναι όταν και το νεράκι μου το παίρνω delivery. Όμως είναι η μοναδική πηγή. Θέλω να μαζευόμαστε κάπου που δεν θα ακούγεται καθόλου μουσική και να περνάμε πολύ καλά. Να είναι άχρηστη. Όσο άχρηστη μου είναι Ιούλιο μήνα σε μία υπέροχη παραλία στον Αιγαίο. Όσο άχρηστη μου είναι όταν αισθάνομαι δημιουργικός και όταν κινδυνεύω για κάτι. Όταν παίζω κάτι πολύ ακριβό. Αυτά δεν έχουν τελειώσει. Είναι τα ίδια που ήταν πάντα. Δεν ξέρω όμως αν εμείς είμαστε πια γι' αυτά. Κάθισε όρθιος απέναντι σε έναν μεγάλο καθρέφτη και δώσε μία απάντηση στον εαυτό σου. Έχεις ακόμα τα άντερα;


ΤΑ ΛΕΦΤΑ

KEIMENO: ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Τέτοια εποχή, γυρίζει το κεφάλι μου προς τον ήλιο. Η μέρα είναι χορταστική, η νύχτα η απολύτως απαραίτητη, τα απογεύματα σχεδόν ατελείωτα και η θάλασσα μπλε. Απλά πράγματα, που αν είσαι αμάθητος στην ομορφιά, μπορούν να σε τελειώσουν...
Το σκηνικό είναι ιδανικό, αλλά κάτι φρενάρει τις διαθέσεις και αντί να γίνεις νερό, γίνεσαι πέτρα. Οι φίλοι θα μαζευτούν, θα γελάσουν -ευτυχώς ορισμένα πράγματα αντέχουν- αλλά κάποια στιγμή, θα σκοτεινιάσουν και θα χαθούν σε σκέψεις. Tα λίγα φράγκα, η πίεση στη δουλειά, η ανασφάλεια, οι σχέσεις που δεν ρολάρουν, ο φόβος.
Ψάχνοντας σε μία ταινία, ένα τραγούδι, ένα βιβλίο, την «αποκάλυψη», που θα λύσει όλους τους κόμπους, εκείνη την αποφθεγματική φράση που θα λειτουργήσει σαν ντόπα για να βγάλουν λίγο δρόμο ακόμα.
Αρκετοί, τα έχουν παρατήσει κι αυτά και ψάχνουν τα «φάρμακά» τους, σε πατενταρισμένες παρηγοριές, τύπου «δε θα χαθούμε». Πόση ώρα αντέχει μία συζήτηση φίλων, πριν το θέμα περάσει στα λεφτά;
Σαν παππούδες που «καμαρώνουν» για τις αρρώστιες τους, νέοι άνθρωποι μαζεύονται στα σπίτια και μιλάνε, για το πόσο δύσκολα βγαίνει ο μήνας. Σχεδόν ηττημένοι, με χαμηλά ποσοστά στους δείκτες της ζωής, στρεσαρισμένοι, σε κρεβατοκάμαρες με τηλεόραση, με φθαρμένους διαλόγους, μηχανικούς.
Πώς γίνεται κάθε θέμα συζήτησης να καταλήγει στην αύξηση, στο ρεπό, στις κρατήσεις, στα καθαρά! Ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ στο «Ουρλιαχτό», έγραφε: «είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου χαλασμένα από την τρέλα».
Ε, λοιπόν, αυτό δεν ήταν το χειρότερο. Το χειρότερο είναι ότι ξεμείναν από λεφτά! Κόβουν από το φαί, για τα κοινόχρηστα. Δεν βγαίνει το δάνειο. Πέντε μέρες διακοπές το καλοκαίρι. Κι όταν γεννηθεί ο πιτσιρικάς, η οικογένεια γίνεται όστρακο που κλείνει. Ένας κουμπαράς μόνο για ψιλά -κάποια τρύπα θα βουλώσει.
Οκτώ μήνες το χρόνο ήλιος, η θάλασσα στις πέντε στάσεις τραμ. Θα μου γελάσεις λίγο γι αυτό;
Γυρίζεις σπίτι κομμάτια. Θέλεις μισή ώρα για να ζήσεις, πριν πέσεις στο κρεβάτι. Θα μου πεις μια καλή κουβέντα; Τις νύχτες, σηκώνομαι ακόμη για τσιγάρο στις 4. Δεν ξέρω τι με ξυπνάει, δεν αναρωτήθηκα ποτέ. Ο ανήσυχος ύπνος μου εδώ και χρόνια, μου έχει σπάσει τα μάτια. Εκείνη την ώρα όλοι κοιμούνται ίσοι. Και δε με μισεί κανένας. Μεγάλη παρηγοριά.
Κάθομαι και λογαριάζω. Προσθέτω ανθρώπους, λέξεις, λεφτά, πικρίες. Βγαίνουν κάτι ανομοιογενή αθροίσματα σαν μεταλλεύματα. Σαν τις κουβέντες μας στις παρέες. Ο καθένας περνάει από την μέση και λέει την ιστορία του. Τη δική του.
Αλλά η παρέα, δεν έχει κοινή ιστορία. Δε θα αποκτήσει ποτέ. Αυτή θα είναι η μεγαλύτερη ήττα. Οι ομάδες μας, είναι γύρω από τον επαγγελματικό μας χώρο. Βαφτίζουμε κοινή πορεία, τις επαγγελματικές αποτυχίες και επιτυχίες. Την οικονομική αντοχή μιας μικροεταιρείας «προϊόντων».
Το κριτήριο είναι η αντοχή στον Ανταγωνισμό. Έτσι, οι κουβέντες μας, δεν αντέχουν πολύ ώρα χωρίς να αναφερθούν ή να υπονοηθούν τα λεφτά.

Τα καλύτερα μυαλά, έχουν στόματα να θρέψουν...


ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ
Άνοιξε τον δρόμο με τα χέρια...


KEIMENO: ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Νομίζω ήταν χειμώνας 1986. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος εμφανιζόταν στο Ροντέο και είχα πάει να κάνω ρεπορτάζ για λογαριασμό του περιοδικού «Μουσική». Ήμουν 18 χρονών, με υποδέχτηκε στο καμαρίνι, κουβεντιάσαμε αρκετή ώρα, τα είπαμε λιγάκι και στο τέλος, είχε μπαταρισμένο το χέρι του, τον ρώτησα τι έπαθε και μου είπε πως το πλάκωσε στον ύπνο του... Πήγα αρκετές φορές, ανταλλάξαμε τηλέφωνα, δεν τον πήρα ποτέ, εκείνος με έπαιρνε που και που. Τελευταία φορά μου τηλεφώνησε λίγους μήνες πριν φύγει, να με ρωτήσει αν ήξερα τι τιμές έπαιζαν στις συναυλίες στην επαρχία, γιατί τον είχαν προσκαλέσει σε μία πόλη και δεν ήξερε τι χρήματα να ζητήσει. Την ημέρα που πέθανε αφιέρωσα ολόκληρη την εκπομπή μου (στον 902 Αριστερά στα FM) στα τραγούδια του. Κάποια στιγμή με ειδοποίησαν από το τηλεφωνικό κέντρο πως ήθελε να μου μιλήσει κάποιος από την οικογένεια του Παύλου. Τρόμαξα, πίστεψα πως είχα πει κάτι που δεν έπρεπε. Ήταν ο Θανάσης, ο άντρας της αδερφής του Παύλου, Μελίνας. «Είμαστε σπίτι όλοι μαζί και σε ακούμε». Νομίζω μου ανέφερε πως ήταν εκεί και το φέρετρο του Παύλου. Δεν θα ξεχάσω την ημέρα. Του Αγίου Νικολάου.
Ο Σιδηρόπουλος τα είχε όλα. Η καταγωγή του ζηλευτή. Δισέγγονος του Ζορμπά και ανιψιός της Έλλης Αλεξίου. Ο δικός του δρόμος επίσης ζηλευτός, ακόμη κι αν αυτός περιείχε και την αυτοκαταστροφικότητα. Αν την αφαιρέσουμε θα μιλάμε για άλλον άνθρωπο, δεν έχει νόημα. Απενοχοποίησε τη χρήση της ελληνικής γλώσσας στο rock -στο δικό του rock n roll ιδίωμα- μίλησε τόσο ακαριαία και ευθύβολα για τη ζωή του που εξέφρασε ακόμη και τις ζωές όσων δεν είχαν κανένα κοινό στοιχείο με την δική του. Μονίμως εμπύρετος στη σκηνή, μία εύφλεκτη φιγούρα που στο τέλος έμενε αποκαΐδι.
Και ήταν και όμορφος. Μην το υποτιμάς. Όταν στις μαθητικές μας σάκες είχαμε την φωτογραφία του Jim Morrison, το πρόσωπο του Παύλου ήταν το αμέσως κοντινότερο, και ήταν δίπλα μας, ζούσε στην πόλη μας.
Ακόμη και στα πολύ καλά τραγούδια του Γιάννη Μαρκόπουλου που τραγούδησε και τα οποία δεν είχαν άμεση σχέση ούτε με το αίσθημα ούτε με την ποιητική του, εκείνος τα έκανε να έχουν, ακριβώς επειδή είχε δυναμική και χαρακτήρα ως ερμηνευτής.
Η Ιστορία έχει γραφτεί και λέει πως ο Παύλος Σιδηρόπουλος ήταν ένας αυτόφωτος δημιουργός, άνοιξε έναν δρόμο με τα ίδια του τα χέρια, χωρίς εργαλεία, και έπεσε με τα μούτρα επάνω σε έναν τοίχο που δεν μπορούσε να αποφύγει. Δεν είναι ήρωας γι' αυτό. Αλλά για τα υπόλοιπα, το πλησίασε...


NO, MISTER MATTHEW NIMITS, I AM TERRIBLY SORRY...

KEIMENO: ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Έκλεισε την εφημερίδα, και άρχισε το ζάπινγκ σε όλα τα πάνελ που μιλούσαν για το θέμα. Φώναζαν, απειλούσαν, ειρωνεύονταν, ανέλυαν άτσαλα. Ορισμένοι, πιο ψύχραιμοι, είχαν παραιτηθεί στη γωνιά τους. Κανείς δεν ολοκλήρωνε τίποτα. Ανάμεσα στις κραυγές, ακουγόταν κάπου κάπου η λέξη «βέτο», αλλά αμέσως τη μάζευαν, για να ρίξουν στην αρένα προσωπικές αντιδικίες, αιχμές, υπαινιγμούς, χαρακτηρισμούς αχαρακτήριστους.
Τα έκλεισε όλα. «Και τώρα τί γίνεται;» σκέφτηκε. Δύσκολα τα πράγματα. Πρέπει να απαντήσουμε κάτι στον Νίμιτς. Έστω από ευγένεια... Πώς να την πούμε την «Μακεδονία» και να τελειώσει το θέμα; Προς στιγμήν, λυπήθηκε τους πολιτικούς. Μεγάλη η ευθύνη. Μετά, λυπήθηκε τον εαυτό του που τους λυπήθηκε. Κι ας τους έβλεπε να τρέμουν πίσω από τις στιβαρές τους δηλώσεις. Τους έχουν κοπεί τα γόνατα. Κάποιοι έξυπνοι, μίλησαν για δημοψήφισμα. «Ας αποφασίσει η πλέμπα», θα σκέφτηκαν. Αν η πλέμπα -ο λαός- αποφασίσει «ναι», όλα καλά· αλλά αν αποφασίσει «όχι», ποιος θα σηκώσει τα μανίκια μέχρι τις μασχάλες για να καθαρίσει; Σκέφτηκε, πως για πολύ σοβαρότερα ζητήματα που αφορούσαν τη ζωή του, δε του ζητήθηκε ποτέ η γνώμη του. Αλλά, δεν παίρνει και όρκο. Μπορεί να πέρασαν και να μην τον βρήκαν...
Συνήθως τα πρωινά λείπει... Βρέθηκε ανάμεσα σε δύο κυρίαρχες απόψεις. Από τη μία οι «ψύχραιμοι» πολιτικοί -ραγιάδες από κούνια- που υπαινίσσονται πως καλό θα ήταν να ρίξουμε μία ματιά στο τί έχουν πάθει οι Σέρβοι, αλλά και όσοι αμφισβήτησαν την αμερικανική πολιτική -στο Βελιγράδι παίρνουν ακόμη ρεύμα με δελτίο- και από την άλλη, τα φασιστοειδή αποφάγια ανθρώπων, που εύκολα θα έστελναν τα πιτσιρίκια να σκοτωθούν σε κάποια σύνορα για να πάρουν πίσω κάποια «χαμένη» Πόλη.
Με ποιους από τους δύο είσαι; Αυτές είναι οι επιλογές σου. Ανάμεσα στο δίλημμα που σου στήσαμε εμείς. Η «ελεύθερη σκέψη» σου, εξαντλεί το εύρος της, ανάμεσα σε αυτές τις δύο γραμμές. Κι εσύ, πρέπει να απαντήσεις πριν ακουστεί το καμπανάκι. Τι είσαι; Κότα ή φασίστας; Σκέφτηκε πως απείχε πολύ και από τους δύο. Όχι, ως άνθρωπος του μέσου όρου -μισούσε την περίφημη κοινή γνώμη και τους ανθρώπους του μέσου όρου, που ποτέ του δεν τους είχε δει, αλλά τους έβρισκε πάντα μπροστά του, σα μία αόρατη αδελφότητα. Αλλά, σαν άνθρωπος που θέλει να σκέφτεται, μπορεί λάθος, αλλά να σκέφτεται. Πολύ θα γούσταρε ένα «όχι», μεγάλο σαν την καρδιά του Μητσοτάκη, μόνο και μόνο για να δει, πώς είναι τελικά η αίσθηση να φοράς το παντελόνι κανονικά και όχι κατεβασμένο μέχρι τα γόνατα. Τον είχε κουράσει πια αυτή η μόδα. «Δηλαδή τι ακριβώς θα μας κλάσουν οι Αμερικάνοι;» αναρωτήθηκε. Τους έχουμε ανάγκη λόγω της γεωγραφικής μας θέσης; Κι αυτοί μας έχουν. Τι διάολο θα κάνουν; Θα επιβάλλουν κυρώσεις εμπορικής φύσεως και θα πληρώνουμε πανάκριβα τη βενζίνη; Μέσα! Κόβω το αμάξι και παίρνω μόνο λεωφορείο. Θα μας εκβιάσουν με πόλεμο με τους Τούρκους; Μα δεν το έχουν ξανακάνει; Ναι, αλλά ρωτάς και τους άλλους συμπατριώτες σου αν θέλουν να υποβαθμιστεί το επίπεδο ζωής τους;
«Συγγνώμη αλλά χέστηκα. Για μένα μιλάω. Ούτε οι συμπατριώτες μου με ρώτησαν αν ήθελα να πληρώσω αυτή την «ευδαιμονία» και την «ασφάλεια», με την μεγαλύτερη ξεφτίλα από καταβολής ελληνικού κράτους που ζούμε στις μέρες μας». Ήθελε να δει μωρέ πώς είναι και αλλιώς. Θα τον φάει η περιέργεια. Πίστευε πως ένα τέτοιο «όχι» θα μας βοηθούσε να ξαναβρούμε τα χαμένα μας «ναι», τις ωραίες καταφάσεις που γέννησε κάποτε αυτή η χώρα. Δε θέλει να πολεμήσει κανέναν λαό, θέλει μόνο να καθίσει να κάνει το τσιγαράκι του ψύχραιμος και να του πει φυσώντας τον καπνό στα μούτρα του: «No, mister Matthew Nimits, I am terribly sorry».


ΟΙ «ΓΑΛΑΤΕΣ» ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ...

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Στην Αστυπάλαια βρέθηκα πρώτη φορά πριν από τέσσερα καλοκαίρια. Είχε προηγηθεί το έντονο και επιστημονικό ψηστήρι του Γιώργου Ανδρέου, για να γνωρίσω έναν τόπο και ορισμένους ανθρώπους που «θα μου έκαναν καλό». Μετά από ένα αεροπορικό ταξίδι για γερές κράσεις, με τρεις προσγειώσεις και τρεις απογειώσεις μέσα σε μιάμιση ώρα, βρέθηκα να χαζεύω την ομορφότερη «ελικοειδή» Χώρα που έχω δει ποτέ σε νησί. Σκαρφάλωνε από το λιμάνι προς το βουνό σαν ένα σπιράλ που θύμιζε ζωγραφιές του πύργου της Βαβέλ σε παλιές εγκυκλοπαίδειες. Όμως οι ομοιότητες με την Βαβέλ σταματούσαν εκεί. Από κει και πέρα άρχιζαν οι άνθρωποι και οι ρυθμοί τους. Ήταν η πρώτη φορά στην ζωή μου -τρελαμένος με την θάλασσα- που δεν μου έλλειψε το μπάνιο. Δεν το επεδίωκα καθόλου, γιατί κάθε ώρα στην θάλασσα θα ήταν μία ώρα χαμένη από τις παρέες, τις κουβέντες, τα στέκια. Κάθε στιγμή ένιωθα σαν να βρισκόμουν σε μία φοιτητική παρέα που παρά τα χρονάκια της είχε διατηρήσει όλο το κέφι της συνεύρεσης, την φλόγα της καλής συζήτησης, την χαλαρότητα της διασκέδασης.
Σε όποιο μαγαζί έμπαινα άκουγα ΜΕΛΩΔΙΑ, από φαρμακεία μέχρι ταβέρνες. Σαν να μας είχε υιοθετήσει το νησί.
Το δεύτερο βράδυ, στο λιμάνι, τραγούδησαν η Ελένη Τσαλιγοπούλου με τον Μανώλη Λιδάκη στο πλαίσιο του φεστιβάλ το οποίο επιμελείται εδώ και χρόνια ο Γιώργος Ανδρέου. Από τότε, κάθε χρόνο πολλοί φίλοι τραγουδοποιοί και τραγουδιστές φτιάχνουν βαλίτσες για κάποια συναυλία στην Αστυπάλαια. Οι περισσότεροι έχουν μεγάλη χαρά, μία χαρά που την έχω διακρίνει κυρίως όταν ετοιμάζονται για Αστυπάλαια και για Ικαρία.
Ένα νησί σε σχήμα πεταλούδας, αποκομμένοι σχετικά, χωρίς την γρήγορη πρόσβαση που έχουν άλλα νησιά των Δωδεκανήσων, χορτάτοι και αυτοί από καλοκαιρινές υποσχέσεις (βλέπε καλοκαιρινούς έρωτες) έχουν καταφέρει να φτιάξουν ένα όμορφο Γαλατικό χωριό στο Αιγαίο. Και δεν φοβούνται μην πέσει ο ουρανός στο κεφάλι τους, γιατί η Χώρα τους ανεβαίνει προς τον ουρανό και τα βράδια τον αγγίζει. Είναι η ώρα που μπαίνει φωτισμένο πλοίο στο λιμάνι και σου κλέβει τα μάτια. Το χαζεύεις από ψηλά και εκείνη την ώρα δεν μπορείς να κάνεις τίποτ' άλλο.
Δεν έχω καταφέρει να ξαναπάω από τότε αλλά το αποτύπωμά της στις αναμνήσεις μου και στο αίσθημά μου είναι ευδιάκριτο και σίγουρα είναι ένα μέρος που σου «κάνει καλό»...


ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΗΤΑΝ ΑΛΛΙΩΣ

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ


Το μόνο σίγουρο είναι πως η ζωή συνεχίζεται. Ξεκινάω με μια φράση που είναι φτιαγμένη για φινάλε κειμένου και όχι για ξεκίνημα. Αυτό το τόσο αυτονόητο, το τόσο απόλυτο που δικαιολογεί, αθωώνει και ενίοτε νομιμοποιεί τα πάντα. Ό,τι γίνεται έχει λόγο να γίνεται και όποιος λέει το αντίθετο περνιέται για γραφικός. Εντάξει, η ζωή υπάρχει, δεν εφευρίσκεται και κανείς ποτέ δεν κατάφερε να κρατήσει ένα ποτάμι μέσα στην χούφτα του, να το σταματήσει για λίγο. Η ορμή των πλειοψηφιών παρασύρει όλα τα αδύνατα φυλλαράκια σε μία τυφλή κούρσα προς τα «μπροστά». Αλλά αυτό πάντα συνέβαινε. Όσοι αισθάνονταν ότι δεν μπορούσαν και δεν ήθελαν να ακολουθήσουν αυτήν την εμφιαλωμένη τρέλα της τυφλής κούρσας, έστηναν τα αυτοσχέδια αναχώματά τους και προσπαθούσαν να κρατήσουν την γραμμή της άμυνάς τους. Οι πιο τολμηροί ξεμυτούσαν πού και πού με κάποια γιούρια, έδιναν την μάχη τους, επέστρεφαν και παραδίδονταν στα χέρια των τραυματιοφορέων. Ακόμη κι αυτοί όμως χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες. Μου πήρε χρόνια να αποφασίσω σε ποια κατηγορία μου ταίριαζε να είμαι. Ή μάλλον σε ποια κατηγορία ήμουν φτιαγμένος να είμαι. Σίγουρα δεν θέλω να είμαι με τους «επαγγελματίες» της άρνησης. Με όσους θεωρούν την ποιότητα προσωπική εργολαβία και με όσους χαριεντίζονται -σχεδόν ηδονίζονται- με τις μειοψηφικές τους επιλογές.
Γνωρίζω ανθρώπους που διαδηλώνουν με πάθος κάποιες τέτοιες αγάπες τους, αλλά όταν αυτές αποκτούν περισσότερους φίλους, τις παρατάνε γιατί κάτι «υποπτεύονται». Αν ο αγαπημένος τους καλλιτέχνης αρχίσει να πουλάει τρελά, ψάχνουν να βρουν τον επόμενο που δεν πουλάει για να γίνουν φαν του. Αυτοί, νομίζω ότι δεν αγαπάνε τίποτα τελικά, απλά έχουν το σύνδρομο της «διαφοράς». Θέλουν απλώς να διαφέρουν και αυτό είναι κάτι που εμπίπτει στις αρμοδιότητες άλλης επιστήμης και ίσως και άλλης φαρμακευτικής αγωγής. Δεν μου αρέσει καθόλου που οι αγάπες μου δεν «πουλάνε». Αντιθέτως στα τρελά μου όνειρα, ονειρεύομαι ότι όλοι μας είμαστε μια μεγάλη οικογένεια, μια αγκαλιά, και γελάμε και χαιρόμαστε και ζούμε. Δεν είμαι του διχασμού. Δεν γίνεται φυσικά αυτό, γιατί ακόμη και αν γινότανε θα πέφταμε σε άλλες πιο επικίνδυνες παγίδες που έχουν να κάνουν με την παράλυση του κριτηρίου και τις ατροφικές προσλαμβάνουσες. Ξέρω καλά πως οτιδήποτε γίνεται μαζικό κινδυνεύει να εκφυλιστεί από τον ίδιο του τον εαυτό. Σαν την εξουσία, που δεν είναι ο καλύτερος βιότοπος των καλών προθέσεων, ακόμη κι αν τις είχες ξεκινώντας.
Όμως, επαναλαμβάνω, δεν χαίρομαι καθόλου με το πώς έχει η κατάσταση. Θα προτιμούσα να ήταν αλλιώς και το μόνο σχέδιο που θα έκανα για τους «εχθρούς» μου θα ήταν να τους περιμένω να πεθάνουν από γηρατειά... Αλλά ούτε κι αυτό γίνεται. Όταν σου πατάνε το πράσινο πρέπει κάτι να κάνεις. Θα μπορούσες να γίνεις και φίλος με τους πολλούς και όλα να ήταν μια χαρά, αλλά πάλι δεν γίνεται. Θα σε καταλάβουν κάποτε και τότε θα είναι χειρότερα. Αν είσαι φτιαγμένος να τρως χορταράκι φυσικό, πόσο θα αντέξεις νομίζεις τρώγοντας κοπριά, πριν ξεράσεις επάνω στο τραπέζι με τα ακριβά σερβίτσια; Το ξαναλέω, θα ήθελα να ήταν αλλιώς. Και μακάρι να γίνει...Μέχρι τότε ο καθένας όπως μπορεί και όσο αντέχει.
Και σαφώς η ζωή συνεχίζεται...


Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ...

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Ανάμεσα στα βιβλία που σου αρέσουν υπάρχουν τα βιβλία που τα διαβάζεις ευχάριστα και γρήγορα, εκείνα που τα θεωρείς πολύ καλά κι εκείνα που τελειώνοντάς τα προσπαθείς να ξαναβρείς τον άξονά σου, τις σταθερές σου. Ζαλισμένος αλλά και αναστατωμένος από μία ελεύθερη πορεία -ή πτώση;- την οποία βίωσες σαν μία εμπειρία ζωής. Πριν διαβάσεις το καινούριο βιβλίο του Μάνου Ελευθερίου, «Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές», έχω να σου δώσω μία απλή ταξιδιωτική οδηγία. Όχι να προσέχεις κάτι, αλλά να μην προσέχεις απολύτως τίποτα. Μην προσπαθήσεις να φυλάξεις τον εαυτό σου από κάτι που νομίζεις πως θα του κάνει κακό. Η μεγάλη λογοτεχνία είναι ανίκανη να σου κάνει κακό, και κρίνεται μόνο ως μεγάλη λογοτεχνία και όχι ως πολιτική μπροσούρα. Όσες φορές μπερδέψαμε αυτά τα δύο, χάσαμε πολύ δρόμο. Κάποιοι ηλικιωμένοι Αριστεροί ενοχλήθηκαν με το βιβλίο.
Οι περισσότεροι συνομήλικοί μου Αριστεροί, το βρήκαν πολύ δυνατό. Δικαιολογώ και τους δύο. Ας πούμε πως οι νεότεροι δεν έχουμε λόγο να φοβηθούμε την εμπλοκή μας στα ρουλεμάν μιας ανείπωτης συνενοχής. Και ας πούμε πως όσοι ανέβηκαν έναν Γολγοθά στον Εμφύλιο έχουν κάθε λόγο να ρωτάνε γιατί δεν αναφέρονται στο βιβλίο και τα εγκλήματα της  Δεξιάς παράταξης. Δεν ήταν υποχρεωμένος ο Ελευθερίου να κάνει κάτι τέτοιο. Δεν έστησε την πλάστιγγα του Εμφυλίου, έγραψε ένα σημαντικό βιβλίο για ένα συγκεκριμένο γεγονός.
Όμως αν έμενε μόνο εκεί, στην απλή καταγραφή, θα είχε χάσει την επαφή με την μεγάλη λογοτεχνία. Δεν την έχασε γιατί με ένα τρόπο σχεδόν Ντοστογιεφκικό αφηγήθηκε την ψυχή. Την ψυχή, όταν χαθούν όλες οι σταθερές. Και σε τελική ανάλυση οι άνθρωποι -ως άνθρωποι- κρίνονται από την ανθρωπιά τους, όπως και τα ζώα κρίνονται από τις ιδιαίτερες επιδεξιότητές τους. Αυτή είναι η ιδεολογία μας.
Μπροστά σε έναν εμφύλιο πόλεμο, ο πόλεμος τακτικών στρατευμάτων μοιάζει με παράσταση στο Ηρώδειο. Εκεί που το πιο ευτελές είναι η ανθρώπινη ζωή και εκεί που το εσωτερικό σκοτάδι φωτίζει το πιο σαρκοβόρο κομμάτι μας. Των ανθρώπων, όχι των ιδεολογιών.
Το βιβλίο αυτό έπρεπε να κυκλοφορήσει. Και σαν λογοτεχνία και σαν Ιστορία. Εκείνη η θεοσκότεινη περίοδος της Ιστορίας μας έχει κρύψει πολύ πράμα κάτω από το χαλί. Έχει πολύ χώμα τυφλής εκδίκησης που πρέπει να αφαιρεθεί για να καθαρίσουν τα μικρά ή μεγάλα κομμάτια ιδεολογίας και διαφορετικής αντίληψης του Κόσμου, που σαφώς και υπήρχαν.
Δεν ξέρω αν έχει νόημα να κρίνουμε εμείς το τι ήταν εκείνο που οδήγησε τότε απλούς ανθρώπους στις πιο αποτρόπαιες πράξεις. Σίγουρα όμως οφείλουμε- ακόμη κι αν κάποτε τις κατανοήσουμε- να μην τις δικαιολογούμε άλλο. Για να μην τις συναντήσουμε μπροστά μας στις μάχες που έρχονται.


ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ XAKIM...

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Χρόνο με τον χρόνο γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα με όλο και περισσότερους αλλοδαπούς και αλλόθρησκους ανάμεσά μας. Στην Αθήνα αλλά και στην επαρχία τα ποσοστά τους αυξάνονται και όλο και πιο συχνά βλέπεις φάτσες λιγάκι αμήχανες, ως προς το τι γιορτάζουμε εμείς, αλλά πρόθυμες να μπούνε σε ένα παιχνίδι χαράς.
Έτσι κι αλλιώς ούτε κι εμείς γιορτάζουμε επί της ουσίας την γέννηση κάποιου Θεανθρώπου αλλά περισσότερο θυμόμαστε τα παιδικά μας χρόνια. Μία ανάκληση μνήμης της παιδικής μας ηλικίας είναι τα Χριστούγεννα. Και μια ψευδαίσθηση να ξαναζήσουμε κάτι. Την τελευταία Παρασκευή στο σχολείο πριν τις δύο εβδομάδες αργίας, τα δώρα, τα τραπέζια, τα ξένοιαστα παιχνίδια. Σε λίγα χρόνια, τα πιτσιρίκια που τώρα παίζουν στα στενά της Αθήνας, και έχουν σκούρα χρώματα, άλλα μάτια και άλλους Θεούς, θα χαίρονται τα Χριστούγεννα όσο κι εμείς. Όσα έχουν αποφασίσει να ζήσουν εδώ και να γίνουν ελληνάκια, θα «γιορτάζουν» αυτές τις μέρες όσο κι εμείς, γιατί θα θυμούνται χαρούμενες παιδικές μέρες. Θα είναι τόσο δική τους γιορτή όσο και δική μας.
Και για ορισμένα από αυτά θα είναι πιο δική τους. Για όσα επιλέξουν να ζήσουν με την αξιοπρέπεια της αγάπης, την φωτιά της δημιουργίας, και τα οράματα του ανθρωπισμού. Γιατί τα Χριστούγεννα είναι μία γιορτή για ανθρώπους όχι για Έλληνες. Σίγουρα όχι για εκείνους τους Έλληνες που πιστεύουν πως μόνο και μόνο επειδή έτυχε να γεννηθούν με ελληνική υπηκοότητα και να βαφτιστούν στο Ορθόδοξο δόγμα, καθάρισαν και δεν χρειάζεται να αποδείξουν τίποτα πια.
Τους διαφεύγει- μεταξύ άλλων- ότι το «ελληνικό» έχει να κάνει με το φίλτρο και δεν δηλώνει ξερά τόπο. Το φίλτρο είναι εκείνο που σε πλάθει και σε κάνει μέρα με την μέρα να πλησιάζεις όλο και περισσότερο σε αυτό που μπορείς να γίνεις. Τα κομμάτια των «ξένων» ανθρώπων που μπορούν να γίνουν κομμάτια σου. Το διαφορετικό που ανεξάρτητα αν συμφωνείς ή διαφωνείς, έχει κι αυτό την ιστορία του, τις νίκες του, τους νεκρούς του, τα ανέκδοτά του.
Ξέρω πως δεν είναι ιδανικά τα πράγματα, και δεν θα γίνουν «αναίμακτα». Όσο καλή πρόθεση και να υπάρχει -που σπάνια υπάρχει- μιλάμε για σύγκρουση πολιτισμών, κοσμοθεωριών, «θεών». Δεν κουβεντιάζονται όλα τα πράγματα γύρω από ένα τραπέζι, αλλά λύνουν τις διαφορές τους στο βαθύ πεδίο της ζωής. Αν είναι να γίνει η Αθήνα ένα θέατρο τέτοιων «συγκρούσεων», μακάρι! Χίλιες φορές καλύτερα από την Αθήνα με τις γιγαντοαφίσες των σκυλάδικων, τις ομηρίες των επιτοκίων, τον τηλεοπτικό ανασκολοπισμό της πραγματικής ζωής και του αυτονόητου.
Χίλιες φορές καλύτερα από τον Έλληνα, Ορθόδοξο γιατρό που ανάγκασε το πατέρα του φίλου μου να πουλήσει το σπιτάκι του για να πληρώσει «μαύρα» την εγχείρηση που θα του έσωζε την ζωή.
Μακάρι η Ιστορία να επιφυλάσσει για την Αθήνα έναν ρόλο σύγχρονης «αρένας» που θα χτυπηθούν, θα ματώσουν, θα φιλιώσουν, η σκέψη, τα σώματα, τα χρώματα, τα σχήματα, και θα μας αναγκάσει να «οπλιστούμε» με πολύ βαθύτερα επιχειρήματα για να ανταπεξέλθουμε σε αυτές τις μάχες, γιατί δεν θα αρκούν τα επιχειρήματα ότι είμαστε λευκοί, μας αγαπάει ο Αη Γιώργης και «ο παππούς κάποτε κατούραγε εδώ που τώρα θεωρείς πατρίδα σου σκατοπακιστανέ»...
Και να μαζευόμαστε κάθε Χριστούγεννα στις μεγάλες κεντρικές πλατείες και να «τσακωνόμαστε» για το πώς σώζει ο άνθρωπος την ψυχή του με βάση την φιλοσοφία και την παράδοση του κάθε λαού. Την ήδη σωσμένη πια...


15 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΛΩΔΙΑ
«...είναι όλοι οι δρόμοι ακόμη μπρος μας ανοιχτοί...»

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Ήταν 4 Σεπτεμβρίου 1991 όταν από παραγωγούς προερχόμενους από τον 902 Αριστερά στα FM και τον SKY 100,3, οργανώθηκε και ξεκίνησε να εκπέμπει ο ΜΕΛΩΔΙΑ με μότο το «Πιάσε ΜΕΛΩΔΙΑ» και ηχητικό σήμα γραμμένο από τον Θάνο Μικρούτσικο. Ένας σταθμός που από τα πρώτα κιόλας χρόνια του κατάφερε να γίνει ένα σταθερό σημείο αναφοράς για το ελληνικό τραγούδι. Με παραγωγούς που πέρα από την γνώση τους και την αγάπη τους γύρω από την μουσική είχαν ανοιχτά τα μάτια τους σε ότι συνέβαινε γύρω μας, καταφέρνοντας να δημιουργήσουν ένα ραδιόφωνο που δεν διαχειριζόταν απλά το τραγούδι αλλά το ενέτασσε μέσα στην Ιστορία αλλά και την τρέχουσα καθημερινότητα.
Στα 15 χρόνια που έχουν ήδη περάσει, ο ΜΕΛΩΔΙΑ περνώντας μέσα από εύκολες αλλά και πολύ δύσκολες εποχές συνέχισε με πείσμα να υπερασπίζεται τα αυτονόητα. Το αυτονόητο που λέει πως το ραδιόφωνο έχει ψυχή, άποψη, αγάπη, σκέψη αλλά και χαμόγελο, είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται και δημιουργείται από ελεύθερους ανθρώπους!
Το αυτονόητο που λέει πως το ελληνικό τραγούδι είναι μια πολύ ακριβή ιστορία πολιτισμού σε αυτήν την χώρα, για να την διαχειρίζονται υπολογιστές και εμπορικές πολιτικές που το θεωρούν βιομηχανία ανταλλακτικών.
Ο ΜΕΛΩΔΙΑ σε αυτά τα 15 χρόνια θεώρησε υποχρέωσή του τις «εξωραδιοφωνικές» δραστηριότητες, οργανώνοντας δεκάδες συναυλίες, εκδηλώσεις και δισκογραφικές παραγωγές που σκοπό είχαν να συσπειρώσουν κόσμο γύρω από κοινά αισθήματα. Δραστηριοποιήθηκε περισσότερο από κάθε άλλον ραδιοφωνικό σταθμό σε χώρους που φιλοξενούσαν δημιουργικότητα αλλά και αγωνία.
Από τα μικρόφωνά του πέρασαν όχι μόνο πολύ γνωστές φωνές καλλιτεχνών αλλά και πλήθος άλλων ανθρώπων όλων των ηλικιών που έβρισκαν κλειστές πόρτες στο αυστηρό face control του σημερινού ραδιοφώνου.
Τα πρώτα 15 χρόνια συμπληρώθηκαν. Για την συνέχεια ταιριάζει ένας στίχος του Νίκου Πορτοκάλογλου «Είναι όλοι οι δρόμοι ακόμη άγνωστοι και ξένοι, είναι όλοι οι δρόμοι ακόμη μπρος μας ανοιχτοί...»


ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Η άποψή μου για τους διαγωνισμούς τραγουδιού δεν είναι η καλύτερη. Ή μάλλον δεν είναι θέμα άποψης, αλλά δεν βλέπω την αποτελεσματικότητα τέτοιων θεσμών. Εννοώ πως ενώ βαφτίζονται Φεστιβάλ, στην ουσία πρόκειται για διαγωνισμούς. Αυτή η μικρή «λεπτομέρεια» αλλάζει τα πράγματα. Εντάσσει αυτές τις βραδιές, από γιορτές τραγουδιού, στο γενικότερο ανταγωνιστικό κλίμα μίας τηλεοπτικής εποχής. Και μην μου πεις πως από την αρχαιότητα ακόμη και τα φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος είχαν διαγωνιστικό χαρακτήρα και πως ακόμη κι ο Αριστοφάνης από διαγωνισμούς βγήκε. Παραβλέπεις τους παράγοντες εμπόριο, εκμετάλλευση, και τηλεοπτική χειραγώγηση που μάλλον δεν ήταν ανεπτυγμένα εκείνη την εποχή. Επίσης, μου αντιτείνουν κάποιοι φίλοι, γιατί δέχεσαι τους διαγωνισμούς κινηματογράφου και όχι τραγουδιού; Νομίζω πως δεν είναι το ίδιο. Ο κινηματογράφος ως μία πολύ ακριβή τέχνη, χρειάζεται ισχυρούς θεσμούς για την προώθησή και την ανάπτυξή του. Το τραγούδι είναι πιο «αλήτικη» τέχνη. Την έβρισκε πάντα την άκρη του στον δρόμο...
Επίσης όσον αφορά το τραγούδι, η ζωή προχωράει ερήμην διαγωνισμών και βραβείων και δεν είναι σπάνια τα παραδείγματα όπου βραβευμένα τραγούδια ξεχάστηκαν με την πάροδο ελάχιστων χρόνων. Θέλω να πω πως στην περίπτωση του τραγουδιού, οι διαγωνισμοί είναι περισσότερο θεσμοί νταβαντουριού παρά ουσίας.
Παρόλα αυτά, συμμετείχα μετά από πρόσκληση της ΕΡΤ στην προκριματική επιτροπή που εξέλεξε τα δώδεκα τραγούδια που θα ανέβουν στο φετινό Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης. Το σκεπτικό, όχι μόνο το δικό μου αλλά και αρκετών άλλων μελών της επιτροπής ήταν λιγάκι ευρύτερο από τα στενά πλαίσια δύο βραδιών στην Θεσσαλονίκη. Ήταν η δέσμευση του νέου Προέδρου της ΕΡΤ Χρήστου Παναγόπουλου για ουσιαστική βοήθεια από πλευράς τηλεόρασης, (ΕΤ-1 ΝΕΤ και ΕΡΤ-3) σε ένα ελληνικό τραγούδι που βρίσκεται υπό διωγμό από την συντριπτική πλειονότητα των ΜΜΕ. Όχι για λόγους εμπορικούς, όπως διατείνονται οι καναλάρχες, (ο Αλκίνοος πουλάει περισσότερους δίσκους από πολλά φιντανάκια της πίστας), αλλά για λόγους που δεν είναι αντικείμενο του παρόντος κειμένου. Τυγχάνει να γνωρίζω τον Χρήστο Παναγόπουλο πολύ πριν αναλάβει αυτή την θέση και ξέρω καλά τις προσωπικές του επιλογές στον πολιτισμό. Μακάρι να τις «εφαρμόσει». Σε εποχές που όπως λέει ένας φίλος δεν είμαστε απλά με την πλάτη στον τοίχο, αλλά με την πλάτη στην πλάτη, κάποιες συνέργιες είναι περισσότερο από απαραίτητες.
Το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης δεν είναι το αντίπαλο δέος στα Αρίων και στα τηλεοπτικά reality, αλλά η συστράτευση δεκάδων καλλιτεχνών και παραγωγών ραδιοφώνου που δέχτηκαν την πρόσκληση να βάλουν ένα χεράκι, μία γνώμη, μία βοήθεια σε αυτήν την προσπάθεια, που μπορεί να έχει ως -πρόσκαιρο έστω- κέρδος το να βρεθούμε μαζί και να μιλήσουμε. Πάντα έλεγα πως το ελληνικό τραγούδι δεν «κουβεντιάζεται» αλλά «δημιουργείται», όμως υπάρχουν ορισμένες καμπές που η συλλογικότητα φαντάζει ως κερδισμένος χρόνος. Δεν ελπίζω σε θαύματα ούτε σε αναγεννήσεις -αυτά έχουν να κάνουν με δομικές αναθεωρήσεις μιας κοινωνίας και του πολιτισμού της και όχι στενά με την καλλιτεχνική της έκφραση- αλλά προτιμώ να συμμετέχω σε ένα χαμένο στοίχημα καλών προθέσεων από ότι σε έναν εξ' αρχής «κερδισμένο» αρνητισμό...


ΜΠΡΙΓΙΟΛ

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Λένε πως η μόνη μας πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία. Μπορεί. Αν είναι έτσι, το σύνηθες είναι να θέλεις να επιστρέψεις κάποτε, είτε για να ζήσεις είτε για να πεθάνεις. Εκτός αν στην πορεία έχεις αλλάξει πατρίδα. Γίνεται; Μάλλον γίνεται. Νομίζω πως είναι στο χέρι μας να αλλάξουμε όλες τις παραμέτρους της ζωής μας. Για παράδειγμα αν δεν θέλεις να είσαι πια Έλληνας, μπορείς να μην είσαι. Πάντα θα είσαι γεννημένος στην Ελλάδα βέβαια -αυτό δεν αλλάζει- αλλά μπορείς να μην χρεώνεσαι και να μην επιβεβαιώνεις για μια ζωή μια τυχαία «σύλληψη». Όταν αναφερόμαστε όμως στην οικογένεια, τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα. Αυτό το δυνατό δίχτυ των γονιδιακών δεσμών και του κοινού συναισθηματικού παρελθόντος δεν σπάει. Όσο παλεύεις τόσο μπλέκεσαι και αιχμαλωτίζεσαι. Δεν σπάει, αλλά ξεμπερδεύεται, με επιμονή και κόστος. Με φροντισμένες εκλογικεύσεις όπου χρειάζεται αλλά και με εκείνο που οι ανατολικές φιλοσοφίες ονομάζουν αυτοπραγμάτωση. Μην σε τρομάζει η λέξη. Δεν είναι κάποια αίρεση. Είναι το αυτονόητο. Να στέκεσαι στα πόδια σου. Να έχεις βρει τις αναλογίες της ζωής σου. Να είσαι μια ήσυχη συνέχεια. Να κυλάς χωρίς το άγχος να ξεχωρίζεις.
Ξεκίνησα να γράψω δυο λόγια για ένα βιβλίο, και τόση ώρα μιλάω για μένα. Αυτές είναι οι μαγκιές των καλών βιβλίων. Να το τελειώνεις και να μιλάς για σένα.
Δεν είμαι gay, δεν είχα τραυματισμένα παιδικά χρόνια, η μητέρα μου κάποτε πούλησε τα μαλλιά της -να γίνουν φυσική περούκα από μία βιοτεχνία- για να πάρει ποδήλατο στον αδερφό μου. Θα το έκανε άνετα και για μένα. Όμως ποτέ δεν της πήρα δώρο ένα κόκκινο πορτοφόλι. Το χρωστάω ακόμα. Ελπίζω μόνο να προλάβω...Ο πατέρας μου, μου χαμογελούσε πάντα και του χρωστάω και μία φυσική συστολή -την οποία πάλεψα να μην μετατραπεί σε δειλία- και μία καλοσύνη που θεωρώ πως δεν την έχω χάσει. Όμως το Μπριγιόλ* μιλάει για μένα. Μιλάει και για την «τρέλα» η οποία μπορεί να αφηγηθεί. Για το ότι η ζωή σου αποκτάει νόημα μόνο όταν γίνει μέρος της ζωής κάποιου άλλου.
Για την ηδονή του να είσαι ολόκληρος και να μην ερωτεύεσαι το άλλο σου μισό αλλά κάτι άλλο επίσης ολόκληρο.
Και καταλήγω πως διαφορετικοί είναι οι άνθρωποι με διαφορετικούς στόχους και ξένες μεταξύ τους «συνειδητότητες», κι όχι εκείνοι που έχουν επιλέξει διαφορετικούς δρόμους για να φτάσουν εκεί...
*«Μπριγιόλ», Δημήτρης Χατζόπουλος - Εκδόσεις Εμπειρία.



 

Γιώργος Ανδρέου
Διογένης Δασκάλου
Μπάμπης Ξαρχάκος
Νοέλ Μπάξερ
Σωτήρης Τσιλίκας
Οδυσσέας Ιωάννου
Χρήστος Παπαμιχάλης
Διονύσης Τσακνής
Δημήτρης Σταρόβας
Κώστας Λειβαδάς
Γιώργος Αυγερόπουλος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Φίλιππος Πλιάτσικας
Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Στέλιος Μάινας
Ιεροκλής Μιχαηλίδης
Χρήστος Θηβαίος
Ρένια Λουϊζίδου
Ρίκα Βαγιάννη
Δήμητρα Γαλάνη
Γιώργος Δημητριάδης
Μάνος Ελευθερίου
Μίκης Θεοδωράκης
Σταύρος Κουγιουμτζής
Γιάννης Κούτρας
Αργύρης Μπακιρτζής
Μίλτος Πασχαλίδης
Μάνος Χατζιδάκις
Γεράσιμος Γεννατάς
Σωτήρης Κακίσης
Ρένος Χαραλαμπίδης
Λιζέτα Καλημέρη
Μαρία Χούκλη
Λουδοβίκος των Ανωγείων