Λόγια στο χαρτί
Αρχείο
1998-2009 [Δώδεκα χρόνια ο πολιτισμός ως έχει στο διαδίκτυο]
ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ ΖΑΠΙΝΚ ΣΚΙΤΣΟΓΡΑΦΟΙ ΤΟΠΟI ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
ΛΟΓΙΑ ΣΤΟ ΧΑΡΤΙ ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΟΡΝΕΡΑΚΗΣ ΓΙΑ ΣΥΛΛΕΚΤΕΣ

ΑΠ' ΤΗΝ ΚΛΕΙΔΑΡΟΤΡΥΠΑ...

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΣΥΣΣΗ ΚΑΠΛΑΝΗ
ΠΙΝΑΚΑΣ: RENE MAGRITTE, THE TWO MYSTERIES, 1966

Η λογοτεχνία είναι μια καθόλου καθωσπρέπει «κυρία» που κυκλοφορεί νύχτες, αρέσκεται σε εξαρτήσεις πάσης φύσεως, πίνει το αίμα και το μεδούλι της εναλλάξ από διπλό καλαμάκι και το κυρίαρχο βίτσιο της είναι να κοιτάζει από την κλειδαρότρυπα ανθρώπινες ζωές, όταν δεν κοιτάζει τη δική της.
Τα περισσότερα λογοτεχνικά κείμενα περιέχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία, αυτό το έχουν παραδεχτεί οι δημιουργοί τους και πώς θα μπορούσαν να κάνουν αλλιώς άλλωστε. Κάποιο βίωμα γίνεται έναυσμα συγγραφής, κάποια στιγμή ζωής καταγράφεται και γύρω της ο μύθος-αράχνη έρχεται να πλέξει τον περίτεχνο ή όχι ιστό της, γιατί είναι και μερικές τσαπατσούλες. Ένας από τους ήρωες κάθε βιβλίου θα έχει κάποια χαρακτηριστικά του συγγραφέα, τα χούγια του και τα «κουσούρια» του.
Στην περίπτωση της λογοτεχνίας αυτό έντεχνα μπορεί να κουκουλωθεί, να μην είναι παντιέρα εν ολίγοις, κάτι που στις βιογραφίες και να θες δεν κρύβεται. Εκεί άντε να αποκαλυφθεί πως επί χρόνια κρύβεσαι από τον ίδιο σου τον εαυτό, ή σε άλλη περίπτωση, αν δεν αυτο-εκτεθείς, ο βιογράφος σου μπορεί να αποδειχθεί αλλού νυχτωμένος.
Στη λογοτεχνία λοιπόν, όποιος κατάλαβε κατάλαβε κι όποιος υπέθεσε υπέθεσε. Γιατί κακά τα ψέματα το αναγνωστικό κοινό κυρίως μέσα από μια κλειδαρότρυπα αρέσκεται να διαβάζει ένα βιβλίο. Κάμποσες συνδυαστικές σκέψεις τρέχουν παράλληλα με την ανάγνωση, μέχρι να καταλήξει ο -διαβαστερός- πως ...«χα, τον ανακάλυψα το συγγραφέα σε κείνο το σημείο να πίνει σουμάδα, στο παρακάτω καλντερίμι να ξύνει αναιδέστατα τη μύτη του, πίσω από κείνη την πόρτα να ερωτοτροπεί με την αράχνη στη γωνία και μέσα στο μπαούλο αποκοιμισμένο μπρούμυτα». Κι εκεί περιχαρής μπορεί και να κλείσει το βιβλίο. Διότι, αφού αποκάλυψε το γρίφο..;
Βρέθηκα τις προάλλες στην Πάτρα στην παρουσίαση του βιβλίου του Δημ. Χατζόπουλου «Μπριγιόλ». Το καλοπροαίρετο αναγνωστικό κοινό της πόλης ήταν παρόν στην εκεί «Πρωτοπορία».
Εκεί κι ένας κύριος μιας κάποιας ηλικίας με το ροδαλό του επαρχιακού αέρα στα μάγουλα, αν δεν ήταν σπασμένα αγγεία από κάποια χρόνια υπέρταση, ο οποίος έσπευσε εξ αρχής σαν σπασίκλας μαθητής να πει: Εγώ το βρήκα το «κουσούρι». Εγώ κοίταξα μέσα από την κλειδαρότρυπα το συγγραφέα και..: Έχετε ομοφυλοφιλικά βιώματα; Γιατί στο κάτω κάτω αυτό με νοιάζει, χαμπάρι δεν πήρα από ό,τι άλλο γράφει εκεί μέσα, είχα το μάτι στην κλειδαρότρυπα και το μυαλό «κολλημένο».
Και δεν ήταν μόνο αυτός. Τη βραδιά ήρθε να διανθίσει κι άλλη παρόμοια περίπτωση που πλέον είχε ακολουθήσει πιο -επιστημονικές μεθόδους- και είχε καταλήξει σε σαφέστατα συμπεράσματα κλειδαρότρυπας. «Λοιπόν, έχουμε και λέμε, όχι δεν οδηγεί Audi η κυρία τάδε του βιβλίου σου, αλλά μια Citroen τάδε μοντέλο, επίσης ο συνήρωας του βιβλίου είναι τώρα παχουλός, φαλακρός με κοιλιά. Σωστά;» Ένα πλατύ χαμόγελο ικανοποίησης, που έλυσε την...άσκηση, διότι θέλει και μαθηματική σκέψη πιθανά, για να διαβάσεις ένα βιβλίο (από την κλειδαρότρυπα) συνόδευε τα λόγια του. Θέλει να προσέχεις λεπτομέρειες, θέλει να παρακολουθείς κατά πόδα τους ήρωες ως άλλος αστυνόμος Σαΐνης. Μήπως θέλει και πτυχίο ντετέκτιβ αλά Θου Βου μυστικός πράκτωρ 000; Μπορεί.
Να διαβάζαμε με την καρδιά μας κι όχι μόνο με το μυαλό μας, πόσο κέρδος θα το 'χαμε! Να μην ανα-δια-κατά τέμναμε προτάσεις, για να ανακαλύψουμε πόσο απέχει το ρήμα του υποκειμένου, λες και στο Δημοσθένη δε γυρνάγαμε σελίδα για να τα συνταιριάξουμε, και πόσο το μυαλό απ' την καρδιά.
Α, και πού είσαι Χατζόπουλε στο μέλλον πουλάκι μου, μάραθο στην κλειδαρότρυπα της κρεβατοκάμαρας σου, είναι έκπαλαι ενδεδειγμένο, γιατί διώχνει τα δαιμόνια. Μάραθο, σου λέω!


ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΣΥΣΣΗ ΚΑΠΛΑΝΗ
ΠΙΝΑΚΑΣ: GUSTAV KLIMT, ΚΗΠΟΣ, 1905

Άνοιξη! Ε, ρε γλέντια! ... Και όλη η φύση... έχει καταντήσει μια αηδία αυτό το κατάλοιπο συνειρμών από παλιές εκθεσούλες. Καλοκαίρι ίσον διακοπές, θάλασσα, ξεγνοιασιά και μετά φθινόπωρο κι αν δεν έγραφες για τη φουφού του καστανά στις γωνιές, τα καινούργια τετράδια και τα βιβλία και τι χαρά...-Σ.σ. Ποια χαρά, ρε!-μόλις είχες χάσει. Χειμώνας, άντε και βγείτε να κουνήσετε το μαντίλι στα χελιδόνια που μεταναστεύουν «Καλό ταξίδι και να μη χαθούμε, βρε πουλάκι μου». Άνοιξη και λουλούδια, όλη η φύση ξεθαρρεύει και ανθίζει.
Μέσα στην καλή χαρά όλα. Μα σου λέω, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει ένα πανηγύρι είναι τούτη η ζωή. Φτου της, για να μην τη βασκάνω κιόλας!
Και ο μικρός γιός μου σήμερα το μεσημέρι μου έλεγε ένα «αστείο» ποίημα, κατά τη γνώμη του. Άρχισε να μου απαγγέλει τρεχαλιστά Ελύτη: «Δύο εσύ και τρία εγώ πράσινο πεντόβολο...Γεια σου κύριε μενεξέ».
Αυτό το αντιβιοτικό χάπι περί άνοιξης είναι για τις πιο μικρές ηλικίες. Μετά το «έργο» αλλάζει και έρχεται η άνοιξη εν μέσω εφηβείας, οπότε καθείς εξ ημών καλείται να κατανοήσει τι εστί ζόρι. Ρίχνουν οι ορμόνες του ένα τσάμικο, στον τόπο κιόλας, με περίτεχνες φιγούρες και εκείνος αναγκαστικά το ρίχνει στις κωλοτούμπες, μέχρι να πάρει τα ίσια σου τελικά. Αν τα πάρει, όποτε τα πάρει, αν θέλει να ξαναστρώσει βήμα, από κείνο το κοινωνικά αποδεκτό εννοώ και δεν τον κλέψει η εφηβεία και η άνοιξη για πάντα και γίνει «ο ήλιος της γειτονιάς μας».
Γιατί η εφηβεία, όπως και η άνοιξη, μοιάζουν αυτές, έχουν μικρόβια που στα κολλάνε και πολλά απ' αυτά σου μένουν εύσημα-παράσημα για μια ζωή. «...Bγάλε ψυχή μου τραγούδι/ να πολεμήσω την Άνοιξη...» (Νίκος Καρούζος)
«Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία/ Βυθίζει κάποια μυγδαλιά τον ανθοχαμόγελό της/ στου βάλτου το θολό νερό...» (Κ. Καρυωτάκης). Απ' έξω κι ανακατωτά τη ζήσαμε και την καταχαρήκαμε και αυτή την εποχή της ζωής μας. Κι εκεί που ο κόσμος μας όλος ήταν μια χαρά-συγκριτικά δες το- έγινε δυο τρομάρες και εμείς το χαρήκαμε αυτό. Μωρέ το καταχαρήκαμε, σου λέω! Ποια λουλούδια, ποια αστέρια, ποια φεγγάρια πια. Πίκρα μαύρη και πάλης ξεκίνημα νέοι αγώνες κάθε άνοιξη, κάθε εποχή, κάθε στιγμή.
Κι ύστερα; Κι ύστερα λίγο ξελαμπικάρισε, αναγκαστικά, το μυαλό μας και είδαμε χρώματα, νιώσαμε μυρωδιές, αλλά ήδη ανήκαμε στο καταναλωτικό κοινό και πολλά από τα χρωματάκια ήταν τα της μόδας κάθε άνοιξη και οι μυρωδιές αρώματα. Μερικοί δεν ξεχάσαμε ποτέ τον Καρούζο και τον Καρυωτάκη μεγαλώνοντας, ίσα ίσα που βάλαμε δίπλα τους και τη Δημουλά: «Όλα τα ποιήματά μου για την άνοιξη ατέλειωτα μένουν/Φταίει που πάντα βιάζεται η άνοιξη,/ φταίει που πάντα αργεί η διάθεσή μου...» Τι σου είναι κι αυτή η «διάθεση»!
Και να που μπήκαμε σε εκείνη την άνοιξη που έχει να θυμάται κάμποσες παλιότερες ρομαντικές, μαχητικές, ερωτικές, ανέραστες...«άνοιξες». (Στο «Άνοιξε, άνοιξε, γιατί δεν αντέχω...» μπορείς να αποδώσεις το σολικισμό περί τη λέξη....)
Και μετά γίναμε εμείς δέντρα μιαν άνοιξη, δέντρα με ρηχές ρίζες, χωρίς παρελθόν, αλλά με κλαριά, χωρίς πλάτη, μόνο με προοπτική, μόνο με μέλλον, παιδιά.
Μια τρομάρα δηλαδή, μεταξύ μας, μέχρι να του βρεις κι αυτουνού του ρόλου τα κουμπιά, γιατί θα 'χει, δεν μπορεί. Όλοι οι κωδικοί σπάνε στις μέρες μας, αρκεί να ξέρεις ένα καλό χάκερ...



Λόγια στο χαρτί
Γιώργος Ανδρέου
Οδυσσέας Ιωάννου
Γιώργος Αυγερόπουλος
Δημήτρης Αθανίτης
Λουδοβίκος των Ανωγείων
Ρίκα Βαγιάννη
Δήμητρα Γαλάνη
Διογένης Δασκάλου
Γιώργος Δημητριάδης
Μάνος Ελευθερίου
Νίκος Ζούδιαρης
Μανίνα Ζουμπουλάκη
Μίκης Θεοδωράκης
Χρήστος Θηβαίος
Παρασκευάς Καρασούλος
Σταύρος Κουγιουμτζής
Μιχάλης Κουμπιός
Γιάννης Κούτρας
Κώστας Λειβαδάς
Βασίλης Μαζωμένος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Αργύρης Μπακιρτζής
Φίλιππος Πλιάτσικας
Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Μίλτος Πασχαλίδης
Δημήτρης Σταρόβας
Διονύσης Τσακνής
Μάνος Χατζιδάκις
Γεράσιμος Γεννατάς
Σωτήρης Κακίσης
Σύσση Καπλάνη
Mαριλίτα Λαμπροπούλου
Ρένια Λουϊζίδου
Στέλιος Μάινας
Ιεροκλής Μιχαηλίδης
Χρήστος Παπαμιχάλης
Ρένος Χαραλαμπίδης
Μαρία Χούκλη