ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

(Ως3 - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2005)

ΚΕΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΒΟΥΛΑ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ

...Σιωπή. Σου 'ρχεται να κρατάς την ανάσα σου. Μετά ήχοι, αεροπλάνα. Μετά σιωπή. Σαν να έχει πεθάνει ο κόσμος... ΒΟΫΤΣΕΚ

Ήρωες παγιδευμένοι στο γρανάζι της κοινωνικής υποταγής. Αρχικελευστές που βασανίζονται από εμμονές και παραισθήσεις. Γυναίκες που υποκύπτουν στον πειρασμό για να ξεφύγουν από την άχαρη και μονότονη ζωή τους. Τρελογιατροί που πειραματίζονται πάνω στην ανθρώπινη βούληση. Μαζί τους κλόουν, λοχαγοί, μωρά στα καροτσάκια,  ξυλοπόδαροι, μουτσούνες, ακορντεόν, κιθάρες, τραγούδια και ...κάγκελα... Κάγκελα παντού. Όπως εξηγεί ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, που υπογράφει τη σκηνοθεσία του έργου του Γκέοργκ Μπίχνερ «... στη φυλακή της κοινωνίας και στη φυλακή του μυαλού δεν υπάρχει για τον Βόϋτσεκ άλλη καταφυγή πέρα από τη βία και το φόνο...»

Γιατί Βόϋτσεκ;
Ο Βόϋτσεκ ανήκει στις εμμονές μου. Πριν από 22 χρόνια, το 1982, στο Θέατρο της Άνοιξης, χώρος που δεν υπάρχει πια, έπαιξα τον Βόϋτσεκ, με το θέατρο ΕΝΤΟΠΙΑ της σχολής Δοξιάδη. Μια από τις καλύτερες θεωρώ στιγμές της καριέρας μου. Τότε ήμουν μόνο ηθοποιός... Για να μη φανεί αλαζονικό, ο ρόλος μου πήγαινε νομίζω, πιστεύω ότι έχω προσωπική σχέση με τον κόσμο του Βόϋτσεκ. Συμβαίνει με κάποιους ρόλους να νιώθεις ότι επικοινωνείς βαθιά. Σχεδόν ό,τι έκανα έκτοτε ήταν κάτι σαν προέκτασή του... Ήμουν 29 χρονών, στην ηλικία του Βόϋτσεκ. Σε πολλούς ηθοποιούς νομίζω ισχύει να αναπτύσσουν μια ιδιαίτερη σχέση με κάποιους ρόλους. Επειδή τους κεντρίζουν το ενδιαφέρον, επειδή ο ρόλος τους πηγαίνει, ίσως γιατί τους παιδεύει υποκριτικά, είτε είτε... Γι' αυτό στη διαδρομή τους συμβαίνει να αναφέρονται συχνά σε δυο τρεις ρόλους, σημαντικούς για τους ίδιους. Δημιουργώντας τέτοια κοντινή σχέση με το έργο και το ρόλο, ένιωσα ότι στις επόμενες θεατρικές δουλειές μου, παίζοντας, κουβαλούσα κάτι από τον ψυχισμό του Βόϋτσεκ...

Ποια στοιχεία κάνουν το ρόλο τόσο συναρπαστικό;
Το ότι είναι ηττημένος... Παρότι είναι γερό μυαλό. Πρόκειται για ένα ρόλο μοναδικό, μιλάμε για χαρακτήρα λαϊκό, αμόρφωτο, λίγο πειραγμένο, που δεν μπορεί να συγκροτήσει σε λέξεις και ιδέες αυτά που σκέφτεται. Γι' αυτό και τον βασανίζουν. Όσο περνά ο καιρός και το σκέφτομαι περισσότερο, θα έλεγα ότι είναι ποιητικό πλάσμα ο Βόϋτσεκ...

Επειδή πάσχει;
Ναι. Αλλά και επειδή σκέφτεται. Απλώς δεν μπορεί να εκφράσει τις σκέψεις του, οι σκέψεις βομβαρδίζουν το κεφάλι του... Ο Μανόλης Μαυροματάκης που ερμηνεύει τον Βόϋτσεκ στη δική μας παράσταση, πετυχαίνει να αποδώσει σωστά νομίζω αυτήν τη σύγχυση του ήρωα, όταν προσπαθώντας να πει αυτά που σκέφτεται γίνεται μέχρι και άναρθρος. Είναι ηθοποιός που εκτιμώ πολύ, συνεργαζόμαστε καιρό, είναι η τέταρτη παράσταση που κάνουμε μαζί και είναι αυτός που σκέφτηκα εξαρχής για Βόϋτσεκ. Φυσικά εγώ τότε παλιά προσέγγισα διαφορετικά το ρόλο. Ίσως επειδή είναι τόσο διαφορετικός από μένα -σαν χαρακτήρας, σαν φιγούρα- υποσυνείδητα να επέλεξα τον Μανόλη. Παραμόνευε ο κίνδυνος πως αν επέλεγα κάποιον πιο κοντινό σε μένα να τον έσπρωχνα να παίξει όπως το προσπάθησα εγώ... Με τον Μανόλη όμως, ιδιαίτερο ηθοποιό, με ισχυρή προσωπικότητα, αλλά και με τους υπόλοιπους, την Ταμίλα (Κουλίεβα) στο ρόλο της Μαρίας, τον Μάκη (Γεράσιμο Γεννατά) ως γιατρό και όλους τους συντελεστές ανεξαιρέτως, μπορώ να ανακαλύπτω κι εγώ ολοένα περισσότερα πράγματα για τον Βόϋτσεκ.

Και ποια στοιχεία σε σχέση με όσα είδες και διέκρινες στο πρώτο εκείνο σημαδιακό ανέβασμα αναίρεσες ή ποια ενίσχυσες στην τωρινή εκδοχή του;
Συνειδητά δεν έκανα καμιά προσπάθεια να μη θυμίζει εκείνη την παράσταση. Η παράστασή μας φέτος είναι σίγουρα διαφορετική από εκείνη, γιατί η σχέση που έχω αναπτύξει με το έργο δεν με δεσμεύει. Η ελευθερία που νιώθω απέναντι στο κείμενο οδήγησε σε τελείως άλλο δρόμο προσέγγισης, χωρίς να παραμονεύουν αναμνήσεις που να μου υπαγορεύουν σκηνοθετικές συνταγές ή κλισέ. Έτσι κι αλλιώς έχω αδύνατη μνήμη. Από τον Βόϋτσεκ εκείνο μόνο μια αίσθηση έχω, όχι συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Ήμουν και πολύ νέος. Έχουν περάσει έκτοτε -από το μυαλό και την ψυχή μου- 22 χρόνια. Είναι πιο γεμάτο το σακούλι... Αναφερόμενος στο κείμενο καθεαυτό, αυτό που με ενδιαφέρει στα έργα - ως σκηνοθέτη αλλά και ως ενεργό πολίτη μιας κοινωνίας στην οποία ζω- είναι η πολιτική πλευρά του θέματος. Με ενδιαφέρει να παρουσιάζω έργα που μας αφορούν κοινωνικά. Είναι μια συνειδητή επιλογή...

Τι κάνει τον Βόϋτσεκ τόσο επίκαιρο;
Το δικαίωμα του να είσαι διαφορετικός και αδύναμος και αυτό να σου το επιτρέπουν. Το πώς ένα θύμα γίνεται θύτης, πώς φτάνει στο κακό ο άνθρωπος και καταλήγει στο φόνο. Ο Βόϋτσεκ σκοτώνει τη γυναίκα του  όχι μόνο επειδή το μυαλό του είναι σαλεμένο, αλλά κι επειδή ο περίγυρος τον οδηγεί στην τρέλα Το πώς η εξουσία -από την καθημερινότητα μέχρι τα μεγάλα κέντρα αποφάσεων- διαλύει ανθρώπους. Στο έργο δύο πρόσωπα, ο γιατρός και ο λοχαγός, είναι κατ' εξοχήν φορείς εξουσίας, Τοποθετείται σε ένα χώρο, συγκεκριμένο (κάγκελα φυλακής) αλλά που είναι και «ανοιχτός», π.χ. θα μπορούσε να είναι στρατόπεδο προσφύγων, κλπ. ενώ αναφέρεται και σε αυτό που συμβαίνει στο κεφάλι του ήρωα, που το μυαλό του είναι εγκλωβισμένο...

Ποιες είναι οι βασικές σκηνοθετικές ιδέες ή προτάσεις για το κείμενο του Μπίχνερ;
Πάντα προσπαθώ αυτό που με γοήτευσε σε ένα έργο να το αποσυνθέσω και μετά να το ανασυνθέσω. Να βρω τους άξονες πάνω στους οποίους νομίζω ότι κινείται ή επιλέγω να κινηθεί το έργο. Ποια θα είναι η ματιά μου απέναντι στο κείμενο... Αυτή είναι η άποψή μου για τη σκηνοθεσία. Ακολουθώντας το κείμενο να βρεις τα στοιχεία εκείνα που νομίζεις ότι αξίζει να αναδειχθούν. Το ίδιο νομίζω συμβαίνει τόσο στον σκηνοθέτη όσο και  στον κριτικό αλλά και στον κάθε θεατή. Η διαφορά με τον επαγγελματία σκηνοθέτη είναι ότι ο τελευταίος απλώς εκθέτει την άποψή του, τη ματιά του, στο πώς διάβασε το κείμενο... Αυτό το κείμενο υπάρχει μέσα μου, πώς να το πω. Στη φάση που προετοιμαζόμουν, στη διάρκεια των διακοπών μου, συνέβη κάτι που μου συνέβη πρώτη φορά: σε ένα μόνο απόγευμα, να σχεδιάσω την όλη σκηνοθεσία, γράφοντας τις ιδέες μου στο χαρτί. Αυτόματα, σκηνή τη σκηνή, μου ήραν οι εικόνες για κάθε σκηνή. Ακόμα και το πώς θα δέσουν μεταξύ τους αυτές οι εικόνες. Στο έργο υπάρχει ρυθμός -έστω υπόγειος- παρότι το κείμενο είναι ένα «χύμα» υλικό. Ο συγγραφέας έγραψε σκηνές ή μάλλον τις ιδέες του για τις σκηνές με μια μικρή ανάπτυξη. Αλλά πέθανε νέος... Στη συνέχεια διάφοροι θεατρολόγοι προσπάθησαν να βάλουν στη σειρά αυτές τις σημειώσεις του. Μελετητές που αγαπούν τον Μπίχνερ και έχουν κουραστεί σκυμμένοι πάνω στο έργο του, το παραδέχονται: το έργο του είναι ελλιπές, ίσως και γι' αυτό γοητευτικό. Πολλοί ρωτούν: αν το είχε ολοκληρώσει, μήπως σήμερα μας φαινόταν συμβατικό ως προς τη δομή του; Επειδή όμως ακριβώς πρόκειται για σημειώσεις, το υλικό του Βόϋτσεκ αφήνει ανοιχτά πεδία. Γι' αυτό μάλλον είναι έργο αγαπημένο των σκηνοθετών του θεάτρου.

Θεωρείται δηλαδή πια και κλασικό;
Κλασικό είναι γιατί έχει αντέξει τόσο στο χρόνο, αλλά και πολύ σύγχρονο έργο, παρότι γράφτηκε το1836. Ο Μπίχνερ είναι ο πρώτος που δεν καταπιάνεται με ήρωες αλλά με αντιήρωες. Γι' αυτό θα συμφωνήσω με όσους υποστηρίζουν πως η ιδιαίτερη γραφή του Μπίχνερ έχει επηρεάσει όλο το σύγχρονο θέατρο. Βέβαια και ο ίδιος είχε επηρεαστεί από προηγούμενούς του, όπως π.χ. ο Σαίξπηρ. Και εδώ θα συμφωνήσω με άλλους ότι ο Βόϋτσεκ μοιάζει με το Βασιλιά Λιρ... κυρίως επειδή μιλάει για τους χαμένους...