ΝΙΚΟΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΟΓΛΟΥ

(Ως3 - ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2007)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΡΑΧΝΟΣ

Αυτό το «πάλι Πορτοκάλογλου» ξέρεις πόσα χρόνια το ακούω; Σε κάθε δίσκο που κάνω. Και τώρα ακούω τα ίδια για τον νέο δίσκο. Μα τι θέλεις να είναι Μαχαιρίτσας; Πορτοκάλογλου θα είναι.

Σας έχει εκνευρίσει ποτέ η επιτυχία του «Θάλασσα Μου Σκοτεινή»; Το έχετε βαρεθεί να το παίζετε στις συναυλίες;
Όχι. Η αλήθεια είναι ότι δεν το έχω βαρεθεί.

Το κάνατε με κάποια συνταγή;
Όχι βέβαια. Οι συνταγές δεν πιάνουν ποτέ. Ή τουλάχιστον μπορεί να πιάνουν σε ένα άλλο είδος τραγουδιού. Αλλά, τουλάχιστον από τη δική μου εμπειρία, καμία συνταγή δεν πέτυχε ποτέ. Όσες φορές προσπάθησα, συνειδητά ή ασυνείδητα να πω αυτό που θέλει ο κόσμος, την πάτησα.

Και τι θέλει ο κόσμος;
Καταρχάς είναι λάθος να σκεφτόμαστε έτσι. Μία μόνο συνταγή υπάρχει για μένα: Τι με συγκινεί, τι αναμοχλεύει τα συναισθήματά μου. Όσες φορές προσπάθησα, μια δυο φορές δηλαδή, να βγάλω μια συνταγή από μία παλιότερη επιτυχία μου, να κάνω ένα δεύτερο «καλοκαιράκι», ένα δεύτερο «Να με προσέχεις», διαισθανόμουν από την αρχή πως ήταν αποτυχία. Κι έτσι σιγουρεύτηκα πως η μόνη συνταγή είναι να μην ακούς κανέναν και να κάνεις αυτό που σου λέει το ένστικτό σου.

Τα έχουμε ακούσει εμείς αυτά τα τραγούδια;
Ναι, ήταν την εποχή μετά τους Φατμέ. Ήταν σε μια δύσκολη φάση μου, που ένιωθα πως είχα χάσει το δρόμο μου.

Στο άλμπουμ Φωνές, εννοείτε;
Όχι. Ο πρώτος δίσκος που έκανα τότε ήταν εντελώς του κεφαλιού μου. Ή της καρδιάς μου.

Άρα μιλάτε για το «Σήκω Ψυχή μου, Σήκω Χόρεψε»...

Ναι. Εκεί υπάρχουν κάποια τέτοια τραγούδια. Ένιωθα χαμένος τότε...

Θεωρώ πως γράφετε κανονικά τραγούδια, με τους «αυτονόητους κανόνες».
Είναι κανονικά τα τραγούδια μου;

Δεν είναι ακαδημαϊκά, μιλούν ξεκάθαρα, έχουν μελωδία που σου μένει κι ένα στίχο που επίσης σου μένει. Έχουν βάθος και δεν είναι επιτηδευμένα. Σας κάνει αυτός ο ορισμός;
Αυτός είναι ο ορισμός του «κανονικού» τραγουδιού;

Για μένα, ναι.
(Γελάει). Για μένα είναι ο ορισμός του καλού τραγουδιού. Ο συνδυασμός απλότητας και βάθους είναι το ιδανικό. Αυτό που υπάρχει, δηλαδή, στα καλύτερα δημοτικά τραγούδια ή στα καλύτερα λαϊκά. Η αφήγηση είναι απλή και δεν υπάρχει κάποια πρόθεση πρωτοτυπίας. Απεχθάνομαι την επιτήδευση.

Πώς ορίζετε την επιτήδευση;.
Ότι βάζεις πάνω από όλα την ανάγκη σου να πρωτοτυπήσεις παρά να πεις αυτό που έχεις να πεις. Είναι σαν κάποιο συζητητή στην παρέα, ο οποίος απολαμβάνει περισσότερο τον τρόπο που λέει μια ιστορία παρά την ίδια την ιστορία.

Πάμε στα τραγούδια που έχουν μια επίφαση ποιότητας...
Είναι μία από τις αιτίες που τα τελευταία χρόνια έπαθε ήττα το λεγόμενο «έντεχνο». Δεν μου αρέσουν τα συνθήματα τύπου «εμείς οι καλοί και οι άλλοι οι εμπορικοί». Δεν κατάλαβα. Ποιος σου είπε ότι εσύ είσαι «ο καλός»; Κάθε φορά πρέπει να το αποδεικνύεις, να περνάς από εξετάσεις. Όχι μόνο με κάθε δίσκο αλλά με κάθε λέξη, με κάθε νότα.

Και στο δικό σας νέο άλμπουμ.
Κι εκεί, πάλι εξετάσεις δίνω.

Κάποιοι χαρακτήρισαν το άλμπουμ σας μια από τα ίδια.
«Όλα μοιάζουν ίδια αν δεν τα αγαπάς».

Ναι, αλλά ένας καλλιτέχνης έχει ένα στιλ...
Δεν σου απάντησα με έναν καλό στίχο; Όχι ψευτοποιοτικό στίχο, αλλά αληθινά ποιοτικό.

Άρα δεν το συνεχίζω άλλο.
Όχι, συνέχισε.

Ωραία, λοιπόν. Οι δικοί σας φίλοι ασκούν κριτική στη δουλειά σας;
Ναι, φυσικά. Έχω φίλους- δεν έχω κόλακες ούτε αυλή.

Και τι λένε οι φίλοι σας;
Διαφορετικά πράγματα. Εξαρτάται όμως από το πόσο έχει ακούσει κάποιος τον δίσκο.

Αυτό δεν συμβαίνει πάντα;
Ε, ναι. Δεν μπορεί όμως να περιμένεις από τον καινούργιο δίσκο ενός καλλιτέχνη που έχει 25 χρόνια πίσω του να ακούσεις κάποιον άλλο -με άλλο ήχο, άλλη φωνή, άλλα θέματα. Μιλάμε για κάποιον που βρίσκεται σε μια πορεία. Το λέει κι ο τίτλος του άλμπουμ. «Ένα βήμα πιο κοντά». Μιλάμε, δηλαδή για έναν άνθρωπο που έχει τις εμμονές του, τους στόχους του, τα πάθη του, τα αινίγματά του, τα οποία βήμα βήμα προσπαθεί να τα πλησιάσει. Και τα βήματα είναι μικρά. Δεν είναι άλματα, είναι βήματα.

Πείτε μου, λοιπόν, τι λένε οι φίλοι σας.
Κάποιοι λένε πως αυτό το άλμπουμ είναι πολύ διαφορετικό από τη «Δίψα», πιο ακουστικό.

Κάτι που ισχύει.
Μετά τα τελευταία 6 με 7 χρόνια, αφού άρχισα να ψάχνω τους ηλεκτρονικούς ήχους, τα κομπιούτερ και τις λούπες ξαφνικά φτάνω σε μια φάση που τα βαριέμαι και ξαναγυρνάω μουσικά στις πρώτες μουσικές που άκουσα.

Ακούγεται πάντως αυτό το «πάλι, Πορτοκάλογλου».
Αυτό το «πάλι Πορτοκάλογλου» ξέρεις πόσα χρόνια το ακούω; Σε κάθε δίσκο που κάνω. Στα «Παιχνίδια με το διάβολο» άκουγα το ίδιο, όπως και με το «Μπραζιλέρο». Μα ήταν εντελώς διαφορετικοί οι δίσκοι. Ακόμα στη «Δίψα». Και τώρα ακούω τα ίδια για τον νέο δίσκο. Μα τι θέλεις να είναι Μαχαιρίτσας; Πορτοκάλογλου θα είναι.

Ανοίγετε το άλμπουμ με ένα ορχηστρικό θέμα «Μια νέα αρχή».
Ένιωσα την ανάγκη να κάνω ένα μουσικό φλας μπακ μέσα από αυτή τη δουλειά. Οδηγήθηκα στα πρώτα βινύλλια που άκουσα, όχι ως παιδί, αλλά ως έφηβος, όταν αισθάνθηκα δηλαδή, ότι η μουσική μου άνοιξε μια πληγή μέσα μου. Ήμουν γύρω στα 13 με 14, και τότε έρχονται οι πρώτοι δίσκοι που φέρνει στο σπίτι ο αδερφός μου, τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος. Ανάμεσά τους και το reflections του Χατζιδάκι. Ίσως λοιπόν να έχει να κάνει με αυτό το άλμπουμ η επιλογή αυτής της έναρξης. Όπως και η χρήση των εγχόρδων.

Κάτι δηλώνει αυτό το φλας - μπακ, έστω κι υποσυνείδητα...
Πολλά από τα τραγούδια του άλμπουμ, αν όχι όλα, έχουν σχέση με το χρόνο. Κι είναι φυσικό αυτό για κάποιον που πλησιάζει τα πενήντα: να σκέφτεται δηλαδή το χρόνο με άλλο τρόπο. Ο χρόνος πια αρχίζει και συστέλλεται, ενώ σε άλλες ηλικίες σου φαίνεται άπειρος. Υπάρχει ένα ταξίδι στο παρελθόν δηλαδή, με το πρόσωπο όμως να είναι στραμμένο προς το μέλλον.

Στο «Άντε καρδιά μου» λέτε: «Κάτι δύσκολο κι ωραίο/σε κάνει ακόμα πιο γενναίο». Εκεί με κερδίσατε.

Αυτό δεν είναι το «αυτονόητο» με βάση αυτά που λέγαμε πριν;
Δεν ξέρω. Για μένα απέκτησε οντότητα μια κατάσταση που δεν μπορούσα συχνά να ορίσω με λέξεις. Κι όχι μόνο αυτό, την τραγουδάω κιόλας.
Μα αυτό κάνει η τέχνη γενικότερα; Η τέχνη είναι τροφή, παρηγοριά. Γιατί πρώτα απ' όλα, σου λέει πως υπάρχουν κι άλλοι που αγωνιούν για τα ίδια πράγματα, ενώ σε βοηθά να λυτρωθείς από βάρη που κουβαλάς με μια ομοιοπαθητική μέθοδο: όχι γιατί ο άλλος σου φτιάχνει το κέφι και σε κάνει να κάνει να ξεχνιέσαι, αλλά επειδή σε βοηθά. Πραγματικά.