ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΖΩΜΕΝΟΣ

(Ως3 - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2004)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΒΟΥΛΑ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ

 

ΓΙΑ ΤΗ ΤΑΙΝΙΑ: ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ
Από τους ήσσονες της σύγχρονης ελληνικής κινηματογραφικής επικαιρότητας που τολμούν να δοκιμάσουν την τύχη τους εντός και εκτός του μη αναπαραστατικού σινεμά, ο Βασίλης Μαζωμένος ξεφεύγει από τις γνωστές κατατάξεις. Χρησιμοποιώντας μικτές τεχνικές ή παίζοντας με φόρμες και εκφραστικά μέσα, σκηνοθετεί ταινίες ντοκιμαντέρ, animation ή μυθοπλασίες με πειραματικές προσεγγίσεις στον ποιητικό ρεαλισμό, στο δοκιμιακό ή φανταστικό κινηματογράφο, κ.ά. Η αναπαράσταση του Θείου Δράματος που επινοεί ένας μισότρελος ποιητής (με έναν μαύρο μετανάστη να υποδύεται το Χριστό) στη νέα ταινία του «Λόγοι και Αμαρτήματα», είναι ένα ακόμα δείγμα της avant guard αισθητικής του πρότασης.

Η είσοδός μου στη μυθοπλασία δεν προμηνύει αλλαγή πλεύσης σε θεματικές ή είδη που αγαπώ. Η αλληγορία, έντονη στις προηγούμενες δουλειές μου, εξελίσσεται σε φιξιόν εκδοχή. Μια διαλεκτική με οδήγησε εδώ, σαν «φυσιολογική» εξέλιξη. Εξάλλου στις ταινίες μου -που δεν είναι ούτε καθαρό ντοκιμαντέρ, ούτε κλασικό animation- υπάρχουν επίσης στοιχεία fiction αφήγησης, έστω σε ακραία μορφή. Σε φεστιβάλ του εξωτερικού οι ταινίες μου συνδιαγωνίστηκαν με ταινίες μυθοπλασίας. π.χ. το «Χρήμα» (α΄βραβείο στο φεστιβάλ του Πόρτο), συνδιαγωνίστηκε με Λαρς Φον Τρίερ, Βιντσέντε Νάταλι, κ.ά. Στην Ελλάδα υπάρχουν στεγανά στην κατάταξη μιας ταινίας, φταίει το κινηματογραφικό σύστημα. Κάθε ταινία, ντοκιμαντέρ, animation ή fiction θα έπρεπε να διαγωνίζεται, σε ελεύθερο πεδίο, με κάθε τύπου ταινίες. Εξαιρετικά ντοκιμαντέρ, π.χ. «Αγέλαστος Πέτρα», να διεκδικεί και να παίρνει α΄ βραβείο έναντι σεναρίων με υπόθεση, γιατί όχι; Συμβαίνει σε όλα τα μεγάλα Φεστιβάλ του κόσμου, π.χ. φέτος στις Κάνες το πήρε ο Μάικλ Μουρ.

Όταν θέλεις να κάνεις μια ταινία, βρίσκεις τρόπο, την κάνεις. Αν και συνήθως οδηγούμαι στην οδό της ανεξάρτητης επιλογής, μάλιστα, με ψίχουλα,  ελάχιστες φορές πήρα κρατική επιχορήγηση, πιστεύω ότι αυτός που έχει πάθος για τη δουλειά του, βρίσκει συμμάχους και πραγματοποιεί το όραμα. Χωρίς μάλιστα να εκπέσει το καλλιτεχνικό του κριτήριο. Κι εγώ σε ένα πλάνο από ψηλά -το τελικό με τους πιθήκους- ήθελα γερανό, αλλά δεν είχα δυνατότητα. Μου τον δάνεισε η Cinegram. Στα υπόλοιπα πλάνα του θείου δράματος χρησιμοποιήσαμε μια σκάλα. Δεν νομίζω ότι χάνεται η πρόθεση ή ποίηση ενός πλάνου επειδή το «τραβήξαμε» ανεβασμένοι σε πατάρι!!! Αν είχα τα μέσα θα μπορούσα και καλύτερα, έστω όμως με ό,τι είχα, την ταινία την έκανα! Όταν έχω μια ιδέα, φροντίζω να την πραγματοποιήσω σχεδόν αμέσως. Αλλιώς η ιδέα στερείται το πάθος του δημιουργού της, πάθος που λειτουργεί σαν ερωτικός ερεθισμός, πρέπει να ικανοποιηθεί αμέσως!

Στο χώρο της ανεξάρτητης παραγωγής λίγοι τολμάμε να γυρίζουμε ταινίες low budget σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς να ισχυριζόμαστε ότι καταθέτουμε το masterpiece της δεκαετίας. Άλλοι έχουν πάρει ψηλά τον αμανέ και περιμένουν εκατομμύρια! Το βλέπω και στους νέους, στους μικρομηκάδες. Άτολμοι και αυτολογοκριμένοι οι περισσότεροι, εκτός εξαιρέσεων, αναπλάθουν κλισέ ή υποκύπτουν στην τηλεοπτική αισθητική, χωρίς να τολμήσουν να προχωρήσουν τον κινηματογράφο παραπέρα! Ούτε μια σύγκρουση αυτοκινήτων δεν είναι ικανοί να κάνουν! Γιατί να μιμηθείς τους Αμερικάνους, οι οποίοι εξ ορισμού το κάνουν καλύτερα, αφού διαθέτουν τα μέσα; Μήπως είναι κιόλας προσδιορισμένο το τοπίο, στο οποίο μπορούμε να κινηθούμε; Γιατί να μην προσδιοριστούμε σε δικά μας δεδομένα, όπως η αναζήτηση του πεδίου της ανθρώπινης ύπαρξης;

Συνειδησιακά ζητήματα της τέχνης. θα πείτε. Αν δεν απευθύνoνται στο μεγάλο κοινό, έχει νόημα να ανταλλάζουμε ιδέες μεταξύ μας; Σε κάθε έργο τέχνης -αν και το σινεμά αντιμετωπίζει ακόμα υπαρξιακό δίλημμα αν είναι τέχνη ή βιομηχανία- δεν έχει λυθεί αυτή η αντίφαση. Το κοινό μου, εδώ ή στο εξωτερικό, σαφώς δεν είναι μεγάλο, υπάρχουν όμως άνθρωποι που παρακολουθούν τη δουλειά  μου. Απλώς στην Ελλάδα κάποιοι στα κέντρα αποφάσεων εφευρίσκουν ταμπέλες περί δύσκολου, πειραματικού σινεμά και ξεμπερδεύουν. Κάποιες δουλειές θάβονται, κάποιες υπερεκτιμούνται. Έτσι θέλουν κάποιοι.

Ο κινηματογράφος όμως είναι αγνή ερωτική υπόθεση, διαδικασία επικοινωνίας. Κάποιος ξοδεύει δυο ώρες από τη ζωή του, επιλέγοντας τη σκοτεινή αίθουσα για να επικοινωνήσει και να αισθανθεί, με δράμα, γέλιο ή περιπέτεια. Δεν ενδιαφέρεται απαραίτητα για λεπτομέρειες ή κουτσομπολιά, τι έκανε η πρωταγωνίστρια στα γυρίσματα, ούτε καν σε ποιο είδος ανήκει η ταινία που επέλεξε. Στο σινεμά πας για να αισθανθείς. Τα υπόλοιπα είναι εκ του πονηρού, από όσους θέλουν να κερδοσκοπήσουν εις βάρος του κινηματογράφου και υπέρ της τσέπης τους. Υπάρχουν καλές προθέσεις σε όλους τους χώρους, π.χ. διανομείς, που θέλουν να υποστηρίξουν την κινηματογραφική δημιουργία, αλλά μη αντέχοντας τον ανταγωνισμό των μεγάλων, αναγκάζονται και παίζουν μπάλα όπως εκείνοι . Παρ' όλα αυτά έχουμε το κοινό μας, μεγάλο για τον Μπουλμέτη, προς τιμήν του, μικρό του Σφήκα -πάλι προς τιμήν του- πιστό όμως, θερμό. Το πρόβλημα εντοπίζεται στους ενδιάμεσους: ακολουθούν το σύστημα επικοινωνίας που επιβάλει ο παπάς στη σχέση του πιστού με το θεό. Λέει: τέκνο μου, δεν μπορείς να έχεις απευθείας σχέση με το θεό, χρειάζεσαι εμένα. Οι ενδιάμεσοι στην επικοινωνία του κινηματογράφου λένε: Μαζωμένε, για να μιλήσεις στο κοινό, χρειάζεσαι εμάς, αιθουσάρχες, παραγωγούς, διανομείς, συμβούλους, μέλη διοικήσεων ή κυβερνήσεων. Ας πάψει όμως το κατεστημένο να καθορίζει τους όρους του παιγνιδιού.

Η δύναμη των κινηματογραφιστών είναι στα χέρια τους. Οι νέες τεχνολογίες δίνουν δυνατότητα να επέμβουμε με ένα σινεμά ανεξάρτητο, να αξιοποιήσουμε νέα παιδιά, πάνω τους να οικοδομηθεί το μέλλον του ελληνικού σινεμά. Γιατί δεν τους αξιοποιούμε; Οι περισσότεροι με διδακτορικά και διακρίσεις στο εξωτερικό κάνουν άλλες δουλειές, ενώ εμπιστευόμαστε αχαρακτήριστους ανθρώπους με

υπαλληλική νοοτροπία, που στέλνουν τις ταινίες μας στα ξένα φεστιβάλ χωρίς υπότιτλους! Εμένα οι περισσότεροι συνεργάτες μου είναι πιτσιρικάδες. Οι σκηνοθέτες ενωμένοι -όχι στο στενό πλαίσιο συντεχνιών- πρέπει να το καταγγείλουμε: κάποιοι να πάρουν σύνταξη!

Στην Ελλάδα έχουμε εξαιρετικούς σκηνοθέτες με αντίληψη και αισθητική πρόταση. Αν η κινηματογραφική μας πολιτική ήταν διαφορετική, στην Ευρώπη θα μιλούσαμε για ελληνικό θαύμα. Το σινεμά δεν είναι θέμα Ακαδημίας, ούτε σεμινάρια, ούτε script doctors, που θα μας μάθουνε να γράφουμε (!), όπως εκφράστηκε κάποτε δια στόματος στελέχους του υπουργείου πολιτισμού... Ο Δαμιανός στη σκηνή της κούνιας στην «Ευδοκία», ο Κούνδουρος στον «Δράκο» ή ο Αγγελόπουλος στις πρώτες του ταινίες, όλοι όσοι έβγαλαν το ελληνικό σινεμά από το φολκλόρ της φουστανέλας ή της γνωστής .σκάλας του Φίνου, παρούσα σε όλες τις ηθογραφίες των ημερών εκείνων, δεν είχαν ιδέα για script doctors! Αν η Αντουανέτα Αγγελίδη ήταν από το Ιράν και ο Βασίλης Μαζωμένος από το Λονδίνο, στο «Έλλη» ή το «Αλφαβίλ» θα έβλεπες ουρές. Υπάρχουν σπουδαίες γραφές που χάθηκαν από ένα σύστημα άθλιο, που χαντακώθηκαν σε μια επιβεβλημένη εσωστρέφεια ή καλλιτεχνική αυτοϊκανοποίηση, καταλήγοντας να συνδιαλέγονται με τον εαυτό τους, ενώ θα μπορούσαν να σταθούν και σε διεθνές επίπεδο. Σε ένα Φεστιβάλ Φανταστικού Κινηματογράφου στις Βρυξέλες μου είπαν ότι δέκα χρόνια είχε να πάει ελληνική ταινία εκεί. Γι αυτό λέω να αλλάξουν νόμοι, πρόσωπα, θέσεις, νοοτροπίες. Μόνο αν γκρεμίσεις, έλεγε ο Τρίτσης, θα μπορέσεις να δεις θάλασσα! Να κλείσει το απόστημα της παλιάς νοοτροπίας, είναι μουχλιασμένο το ντεκόρ στα κινηματογραφικά πλατό!

Για να δούμε άσπρη μέρα απαιτείται από την πολιτεία να προχωρήσει σε 2-3 κινήσεις (φοροαπαλλαγές, κίνητρα για ιδιώτες χορηγούς, κλπ), ώστε να ενισχυθεί το ελληνικό σινεμά αλλά χωρίς να ταυτιστεί με αυτήν. Δυο τρεις επιχειρηματίες, εκτιμώντας τη δουλειά μου, θέλησαν να χρηματοδοτήσουν την ταινία, έστω με μικρά ποσά. Δεν μπόρεσαν, αφού αυτά δεν απαλλάσσονται της φορολογίας! Απαιτείται ουσιαστική κινηματογραφική πολιτική που να οσφριστεί τα ταλέντα και να επενδύσει σε αυτά τα επόμενα 5-6 χρόνια.

Μέσα σε αυτό το τοπίο -με προσωπικό - οικονομικό κόστος- προσπαθώ να χαράξω τη δική μου πορεία με ταινίες όπως αυτή, που είναι ένα βήμα παραπέρα στο σινεμά που κάνω. Είναι αλήθεια ότι επανέρχομαι στις θεματικές μου, το παραδέχομαι: έχω εμμονές. Θάνατος, Ανάσταση, Θείο Δράμα, με απασχολούν ως ζητήματα. Εγώ προσεγγίζω το χριστιανισμό ποιητικά, δεν με απασχολεί αν ο Χριστός ήταν ιστορικό πρόσωπο. Στην πορεία της δουλειάς μου προσπαθώ να κρατήσω τον αφρό αυτής της πίστης και ταυτόχρονα να δείξω τις αντιφάσεις της, θέτοντας ερωτήσεις, τις οποίες θα ήμουν επιπόλαιος να απαντήσω προσωπικά, που απασχολούν κορυφαία μυαλά του πλανήτη ανά τους αιώνες. Στις ταινίες, στο θέατρο, στην όπερα με την οποία έχω ασχοληθεί ή στην αρθρογραφία, βαδίζω ως κάποιος που σκέφτεται, που ρωτάει...