iΑρχικήiσελίδα

iΤαυτότητα

iΠεριεχόμενα

iΑρχείο

iRadio Αrtως

iExodως3

 

 

 

 

 

 

 

 
Aποστολές

ΚΟΥΒΑ

Ένα ταξίδι στη χώρα των χρωμάτων και των ρυθμών...

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: WIM WENDERS

Καλοκαίρι του 1992, ο τότε προϊστάμενός μου στο αθλητικό τμήμα της τηλεόρασης της ΕΡΤ, μου πετούσε το μπαλάκι για το επόμενο σημαντικό ραντεβού στίβου, μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης. Στο Παρίσι ο τελικός του Γκραν πρι Στίβου, στην Αβάνα το Παγκόσμιο Κύπελλο Στίβου. «Διαλέγεις και παίρνεις...».
Εντάξει, είχα διαλέξει. Τι κι αν τότε -θυμίζω το '92- η Κούβα και η Αβάνα δεν ήταν ακόμα από τους ελκυστικούς ταξιδιωτικούς προορισμούς...
Τι κι αν το Τείχος είχε καταρρεύσει και μαζί και η εύθραυστη κουβανέζικη οικονομία. Οι εικόνες που μου είχαν δημιουργήσει τα βιβλία του Χέμινγουεϊ ήταν ολοζώντανες.
Όπως και οι κουβανέζικοι λάτιν ρυθμοί.
Πλησίαζαν μεσάνυχτα. Τα φώτα του διαδρόμου προσγείωσης στο αεροδρόμιο «Χοσέ Μαρτί» της Αβάνας πλησίαζαν. Εμείς -οι δύο της αποστολής της ΕΡΤ- κοντεύαμε να καταρρεύσουμε. Συμπληρώνοντας ένα 24ωρο ταξιδιού μέσα στο τέταρτο κατά σειρά αεροπλάνο. Ο ταξιδιωτικός πράκτορας είχε κάνει το θαύμα του...: Αθήνα - Ρώμη με Ολυμπιακή, Ρώμη - Μαδρίτη με Alitalia, Μαδρίτη - Άγιος Δομίνικος με Iberia, Iberia κι από Άγιο Δομίνικο σε Αβάνα!
Η πόρτα του αεροπλάνου απασφαλίστηκε και η σκάλα έφτασε... Μετά από... κάνα δεκάλεπτο, αφού η προαναφερόμενη σκάλα μάς έσπασε τα νεύρα, ρυμουλκούμενη από ένα τρακτέρ! Επόμενη σκηνή, στον έλεγχο διαβατηρίων του «Χοσέ Μαρτί» όπου οι ευγενέστατοι, αλήθεια, υπάλληλοι μας υποδέχθηκαν πίσω από κόντρα πλακέ.
Μια διάχυτη μυρωδιά, που τις επόμενες δέκα ημέρες θα γινόταν σύντροφός μας, πλανιόταν στον αέρα. Απλώς, μυρωδιά πούρου...



Το Χοσέ Μαρτί
Το «Χοσέ Μαρτί» απέχει αρκετά από το κέντρο της Αβάνας, μια απόσταση που -έτσι και αλλιώς- φάνηκε μακρύτερη από όσο ήταν στην πραγματικότητα. Το αυτοκίνητο -κατά συνθήκη ταξί- μία Ford του '50 ήταν -ή μάλλον θα ήταν- άνετο, αν δεν είχαμε στριμωχθεί σ' αυτό έξι δημοσιογράφοι με τις αποσκευές μας. Το μεγαλύτερο κομμάτι της διαδρομής ήταν σκοτεινό, μια που τότε η Κούβα αντιμετώπιζε τη σοβαρότερη ενεργειακή κρίση της ιστορίας της. Η «μαμά» Σοβιετική Ένωση ήταν πια... ιστορία, και η οικονομία τού -πάντα σε καθεστώς μποϊκοτάζ- νησιού της Καραϊβικής παρέπαιε. Τα πούρα και τα ζαχαρότευτλα δεν μπορούσαν να ισορροπήσουν το αρνητικότατο εμπορικό ισοζύγιο και ο τουρισμός, ακόμα τότε, βρισκόταν στη φάση της αναζήτησης ταυτότητας.
Ο οδηγός μας αποφάσισε να ανοίξει το ραδιόφωνο και αυτή τη φορά η έκπληξη ήταν ευχάριστη. Βαγγέλης Παπαθανασίου, Chariots of Fire, αρκετές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα. Ξαφνικά, τα παλαιομοδίτικα επαναστατικά συνθήματα στους τοίχους, μια νέα μυρωδιά, αυτή των σάπιων τροπικών φύλλων, και η ιλιγγιώδης ταχύτητα των 50 χιλιομέτρων στο κοντέρ της Ford, πήραν μια άλλη διάσταση. Είμαι στην Κούβα, ένα εφηβικό όνειρο, μια εμπειρία ζωής, ένα επαγγελματικό - δημοσιογραφικό λαχείο.
Ήμουν αποφασισμένος να το απολαύσω!

Από τον ένατο όροφο του National Hotel
Με την άφιξή μας στο ξενοδοχείο, το πανύψηλο National, ο οδηγός μάς το ξεκαθάρισε. H.... συνθηματική λέξη ήταν "aqua", δηλαδή νερό, σε περίπτωση που κάποιος θα ήθελε να γνωρίσει από πρώτο χέρι την πασίγνωστη κουβανέζικη... φιλοξενία. Μία ώρα μετά τα μεσάνυχτα κι έξω από την είσοδο του ξενοδοχείου, καμιά εικοσαριά νεαρά κορίτσια περίμεναν τη μαγική λέξη. Το δεύτερο «ξεκαθάρισμα» έγινε στο γκισέ στη ρεσεψιόν. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να κάνουμε.... συνάλλαγμα. Ο πρόεδρος Κάστρο, σε μια νύχτα, είχε κάνει κορυφαίους οικονομολόγους να ψάχνονται. Ένα δολάριο ίσον ένα πέσος. Έτσι απλά!...
Η κουβανέζικη πραγματικότητα συνεχίστηκε και στα έξι ασανσέρ του ουρανοξύστη - ξενοδοχείου μας. Καθένας από τους ανελκυστήρες βρισκόταν εκτός λειτουργίας στο ισόγειο και αναλάμβανε υπηρεσία -καθοδηγούμενος από κάποιο αγόρι ή κορίτσι που είχε βάρδια- όταν και μόνο όταν έφτανε κάποιος πελάτης από το lobby και ήθελε να ανέβει επάνω. Τώρα, βέβαια, εύλογα ρωτάει κανείς τι γινόταν όταν η διαδρομή ήταν αντίστροφη. Τίποτα, απλώς περίμενες! Ευτυχώς το ξενοδοχείο ήταν μεγάλο, οι πελάτες πολλοί, άρα και η αναμονή η μικρότερη δυνατή.
Η -πρώτη για μας- νυχτερινή βροχή ήταν δυνατή, η υγρασία πάνω από 90% και η χρήση του κλιματιστικού στο δωμάτιο απαραίτητη. Όχι δεν είχε ζέστη, η ατμόσφαιρα όμως ήταν αποπνιχτική. Από τον ένατο όροφο του National η βραδινή Αβάνα άφηνε υποψίες μαγείας. Λίγα φώτα, σαν καντηλέρια, ευθείς δρόμοι, κανείς σ' αυτούς, κι αυτή η χαρακτηριστική μυρωδιά. Ναι, ναι πάντα του πούρου που νομίζεις πως διαπερνά τα ρουθούνια, τα ρούχα σου και φτάνει ως το υποσυνείδητο.
Βαρύς ύπνος, βαρύ και το ξύπνημα, νωρίς στις 7 εξαιτίας μιας πρώτης σύσκεψης λίγο αργότερα με τους δημοσιογραφικούς εταίρους της E.B.U. Νέα έκπληξη -είχαμε αρχίσει να συνηθίζουμε- στο πρωινό. Χαμηλό φως στους εντυπωσιακούς πολυελαίους, χαμηλές και οι προσδοκίες μας πλέον για τα υπόλοιπα... breakfast της κουβανέζικης παραμονής και διαμονής μας. Τσάι, γάλα, ψωμί με... μαύρη ζάχαρη και πλουσιότατος μπουφές με τροπικά φρούτα. Από κείνη τη μέρα και μετά, σάντουιτς με Coca cola θα ήταν το πρωινό μας, στο bar του lobby.

Ξενάγηση στον Κουβανέζικο μύθο
Περί βόλτας ουδείς λόγος, αφού μια ομπρέλα αχρηστεύτηκε και μια δεύτερη... αποσύρθηκε. Η βροχή ήταν πρωτόγνωρη για ελληνικά ή και ευρωπαϊκά δεδομένα. Μια γκρίζα κουρτίνα, μακριά, βαριά, τέτοια που απέκλειε κάθε σκέψη για εξωτερικές δραστηριότητες. Μικρό το κακό. Το "Στάδιο της Κουβανικής Επανάστασης" είχε πλημμυρίσει, ένα μέτρο το νερό μέσα στον αγωνιστικό χώρο, η τελετή έναρξης του Παγκόσμιου Κυπέλλου Στίβου αναβαλλόταν για την επόμενη ημέρα.
Στο ξενοδοχείο, πάντως, η Γκρισέλντα Μιράντα, υπεύθυνη Διεθνών Σχέσεων της Κρατικής Τηλεόρασης αναλάμβανε πια την πρωτοβουλία για την ξενάγησή μας στον κουβανέζικο μύθο.
Οι αγώνες κάποτε ξεκίνησαν, ο Κώστας Κουκοδήμος πήγε καλά, οι μεταδόσεις -από τεχνικής πλευράς- όχι. Υπήρχαν, λοιπόν, και ώρες και διάθεση για μια ταξιδιωτική γνωριμία με την Αβάνα. Η Γκρισέλντα προθυμότατη να μας κάνει κοινωνούς στη σύγχρονη κουβανική πραγματικότητα. Την τότε, να εξηγούμαστε. Τότε που η βενζίνη, το κρέας, το σαπούνι κι άλλα είδη πρώτης ανάγκης είχαν εξαφανιστεί έξι μήνες νωρίτερα. Τότε που οι εικόνες των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς θύμιζαν Αθήνα του 1940. Λιγοστά λεωφορεία, Κουβανοί κρεμασμένοι σαν τσαμπιά από πόρτες, παράθυρα, ακόμα και από τη στέγη των ετοιμόρροπων πούλμαν. Τότε που τα ποδήλατα και τα πόδια αναδεικνύονταν στο πιο σίγουρο μεταφορικό μέσο. Τότε που η Αβάνα μετρούσε μόλις τρία ξενοδοχεία ανεκτού επιπέδου.
Και κάπου εκεί, η μαγεία άρχιζε. Απρόσμενα, απρόοπτα. Ξαφνικά, σαν τους Κουβανούς που εμφανίζονταν από το πουθενά μέσα στο σούρουπο, στις λεωφόρους, τις αλέες και τα σοκάκια, δυο δυο, τρεις τρεις κι αμέσως περισσότεροι, πάντως με μπόνγκος, κρουστά και πνευστά. Και τότε άρχιζε το πάρτι! Με τους μουσικούς να τραβούν την προσοχή. Στην αρχή, γιατί μετά... Μαύρες, λευκές, μουλάτες, τι σημασία έχει. Τα γονίδια έχουν προ πολλού κάνει τη δουλειά τους. Στο κορμί, στη φινέτσα και στο ρυθμό. Το ρυθμό που έχουν στο λίκνισμα, στο περπάτημα, στην ομιλία, παντού. Στο ρυθμό σάλσα, στο ρυθμό μάμπο, στο ρυθμό της Κούβας. Ναι, στη μέση του δρόμου, με νότες και χρώματα να μπερδεύονται και να οδηγούν στη μαγεία της Αβάνας, στη μαγεία της Κούβας! Κάθε βράδυ, για όλο το βράδυ...
Η Κούβα όμως δεν είναι μόνο βράδυ. Είναι και πρωί. Κι ας έχει μια ζέστη κολασμένη όταν δεν βρέχει. Γιατί μπορεί το νερό να μην έρχεται από ψηλά, μούσκεμα όμως γίνεσαι. Με υγρασία από 90% ως και 100%, δοκιμάζεις τα νεύρα σου, τις αντοχές τις δικές σου και των ρούχων σου...

Στη μαγευτική Μολεκόν
Το πουλμανάκι που μας πήγε, πάντως, στην παλιά πόλη είχε κλιματισμό. Άφιξη στην είσοδο της παλιάς αποικιακής ισπανικής πόλης, μπροστά από μια πανέμορφη γραφική μαρίνα για γιοτ και σκάφη που... θα ερχόντουσαν στο μέλλον! Ολόγυρα στα καλντερίμια του αποικιακού οικισμού όλα ήταν παρελθόν. Από τα σπίτια, τα σιντριβάνια και τις πλατείες ως τα τείχη και την ατμόσφαιρα. Μια ατμόσφαιρα που γινόταν ιδιαίτερη εκεί που η Ιστορία ήταν πρόσφατη αλλά περισσότερο οικεία. Όπως στα bar-restaurant της Bodegita Del Medio, εκεί που ο μεγάλος συγγραφέας Έρνεστ Χέμινγουεϊ απολάμβανε ρούμι με φύλλα μέντας. Εκεί που, και τότε, ο τουρισμός είχε εισβάλει απότομα, φανφαρόνικα. Φωτογραφίες διασημοτήτων στους τοίχους του αποικιακού δίπατου αρχοντικού, αφιερώσεις και αυτόγραφα σε οποιαδήποτε επιφάνεια και δυνατή λάτιν μουσική.
Το ρούμι πάντως ήταν για να ανοίγει την όρεξη. Η νέα μας φίλη, Γκρισέλντα, παρήγγειλε για μας. Ξύλινος πάγκος, ξύλινες καρέκλες και γεύσεις διαφορετικές. Των οποίων η... ταυτότητα αποκαλύφθηκε κατά την έξοδο. Άλογο στο φούρνο με γλυκοπατάτες κι... αντίο στις γαστριμαργικές εκπλήξεις από κει και μετά!...
Αξέχαστος ήταν κι ο περίπατος -ποδαράτα φυσικά- στη μαγευτική Μολεκόν. Στην παραλιακή λεωφόρο της Αβάνας, με τον ήλιο του σούρουπου να παίζει δυναμικά στο ουράνιο τόξο των χρωμάτων στις προσόψεις των σπιτιών. Κόκκινα, κίτρινα, πράσινα σε μια σύνθεση σουρεαλιστικής ομορφιάς που φλέρταρε στιγμές στιγμές με το κακόγουστο! Όχι, οι Κουβανοί δεν υπήρξαν ποτέ κιτς. Η ένδεια όμως είναι ο χειρότερος διακοσμητής. Στη Μολεκόν τα κύματα σκάνε στα τέσσερα πέντε μέτρα από το σπίτι, και η αλμύρα της θάλασσας κάνει υποχρεωτικό το ετήσιο βάψιμο. Πίσω στα 1992, όμως, το στοκ των χρωμάτων είχε επικίνδυνα μειωθεί, και η εύρεση προηγείτο της... επιλογής.

Mambo Kings...
Το παλαιότερο και επιβλητικότερο ξενοδοχείο της Αβάνας ήταν -και πιθανότατα είναι ακόμα- το Ambassador. Εμένα πάντως μου θύμιζε ή μου το θύμιζαν τρεις ταινίες: To ξενοδοχείο στην υπέροχη ταινία "Μερικοί το προτιμούν καυτό", με τις γρίλιες στις πόρτες και τις ντουλάπες και τη βαριά διακόσμηση, το άσχετο "Ghostbusters", με εκείνο το ξενοδοχείο γοτθικού ρυθμού, στην ταράτσα του οποίου ζωντανεύουν τα αγάλματα - τέρατα, ταράτσα ιδίου ύφους με το κουβανέζικο Ambassador! Και, τέλος, το πανέμορφο "Mambo Kings", του οποίου το πρώτο πλάνο, με τον παραλιακό δρόμο της Αβάνας νύχτα, να έχει τραβηχτεί από το roof-bar του αριστοκρατικού hotel!
Σε αυτό ακριβώς το bar ξεκίνησε και μια από τις νυχτερινές εξορμήσεις μας. Καλή μουσική, καλύτερες... γυναίκες και ανεπανάληπτη θέα. Κι όμως η παρουσία ξενέρωτων τουριστών, όπως εμείς, χαλούσε τις προϋποθέσεις μαγείας... Η επιστροφή στο ισόγειο του ξενοδοχείου μάς επέστρεψε και στο κυνήγι του ακριβοθώρητου, εκείνο το βράδυ, κουβανέζικου "κάτι". Αυτό που σε παρασύρει σε στιγμές ξεγνοιασιάς και κεφιού, μακριά από την επήρεια αλκοόλ ή της αναγκαστικής συμμετοχής σ' αυτό.
Η διπλή πόρτα άνοιξε και μπροστά είδα έγχρωμο ένα μαγικό, ασπρόμαυρο κόσμο που χάριζε για χρόνια το αξέχαστο σίριαλ της Λούσι Μπολ! Τότε που ο Κουβανός άντρας της, Ρίκι Ρικάρντο, έπαιζε με την μπάντα του στα σόου της αμερικάνικης TV. Τραπεζάκια με αμπαζούρ, αμφιθεατρικά τοποθετημένα, εικοσαμελής -τουλάχιστον- ορχήστρα, κρουστά, πνευστά, φωνητικά σε χρώματα και ρυθμούς μεθυστικούς. Καπέλα, φραμπαλάδες και φυσικά κέφι.
Εντάξει η ατραξιόν ήταν και τουριστική. Και τι μ' αυτό; Εγώ ακόμη τη θυμάμαι και δεν είδα κανένα Γιαπωνέζο με φωτογραφική μηχανή.
Δύο μέρες πριν από την αναχώρησή μας, περπατούσαμε συζητώντας. Ένας έγχρωμος Κουβανός μας πλησίασε και με σπαστά ελληνικά μάς ρώτησε από πού είμαστε!
Αφού σκουντήξαμε ο ένας τον άλλον και μας ξαναρώτησε, η γνωριμία πήρε το δρόμο της.
Ναύτης για χρόνια σε ελληνικό πλοίο που έκανε τη διαδρομή Αβάνα-Βαραδέρος κι ενίοτε έσπαγε και τον αμερικανικό αποκλεισμό φέρνοντας σόγια από την Αργεντινή, κάτω από τις διαταγές Κορίνθιου πλοιάρχου ονόματι Στεφανόπουλου!
Ο Λούις ήταν καλός και λιγουλάκι φλύαρος. Τον φορτώσαμε σαμπουάν, σαπούνια, οδοντόκρεμες (αυτά έλειπαν τότε) κι αυτός δεν ήξερε πώς να μας το ξεπληρώσει. Ή μάλλον το βρήκε.
Αργά εκείνο το βράδυ, λίγο έξω από την Αβάνα, στα όρια της παραγκούπολης, κατέβηκα στο υπόγειο ενός -κατά συνθήκη- σπιτιού. Φορτώθηκα στα σκοτεινά με κάτι κούτες και στην έξοδο ανακάλυψα πως ήταν πούρα!
Ναι, από αυτά που όλοι έχουν παραμυθιαστεί πως τα στρίβουν στους μηρούς τους ολόδροσες Κουβανέζες. Απίστευτος μύθος! Εγώ είδα μόνο γέρους και γριές να τα στρίβουν στα lobby - εργαστήρια των μεγάλων ξενοδοχείων.
Τέλος πάντων! Την αξία της προσφοράς του -άσχετοι εμείς- την καταλάβαμε στο ξενοδοχείο. Τότε που οι Γερμανοί δημοσιογράφοι του καναλιού ARD, του ζήτησαν τα ίδια κουτιά μ' αυτά που κρατούσαν οι... Έλληνες. Τριακόσια δολάρια το κομμάτι τούς τα χρέωσε ο "γίγαντας" Λούις και οι κατάξανθοι συνάδελφοι ήταν και ευχαριστημένοι.
Εκείνο το βράδυ συναντήσαμε και πέντε Έλληνες ναυτικούς. Έλειπαν δύο χρόνια από την Ελλάδα, αποκομίζοντας κέρδη από το διαβόητο εμπάργκο.
Αυτό που, πάντως, δεν μας εμπόδισε να δούμε στο αεροδρόμιο απ' ευθείας πτήσεις Μαϊάμι -Αβάνα!...
Εννιά χρόνια μετά, σήμερα, η Κούβα έχει αλλάξει. Έτσι, τουλάχιστον, μου λένε. Το αμερικάνικο εμπάργκο είναι πολυφορεμένο πια ανέκδοτο, το νησί έχει γίνει "ελκυστικός τουριστικός προορισμός". Αβάνα και Βαραδέρος αποτελούν πρώτης τάξης θέρετρα, τα αυτοκίνητα κυκλοφορούν σε υψηλότερους αριθμούς, οι ελλείψεις συμβαδίζουν με τις όποιες καταναλωτικές εκπλήξεις.

Ο presidente Φιντέλ
Κατά τ' άλλα, ο presidente Φιντέλ παραμένει όρθιος να κρατά το δικό του λάβαρο, οι επτάωροι λόγοι έχουν μειωθεί σε λογικό βαθμό, τα προεδρικά COHIBA, αποτελούν πια διαφημιστικό σλόγκαν. Το κέφι κι ο ρυθμός πάντως παραμένουν γνήσια, αυθεντικά.
Όπως αυθεντική είναι και η "πάστα" αυτού του λαού που -κακά τα ψέματα- και δυσκολίες έχει περάσει και ολοκληρωτικούς "σωτήρες" βιώνει εδώ και δεκαετίες. Και τι μ' αυτό; Ζει τη ζωή σε ρυθμούς καθημερινούς, απολαμβάνει από το ελάχιστο ως το μέγιστο που θα του προκύψει, αισιοδοξεί και χορεύει. Χορεύει για τις χαρές και τις λύπες, τα γεγονότα και τα μελλούμενα γi' αυτόν και για τους... άλλους! Για μας δηλαδή!
Και κάπου εκεί θα βρίσκεται κι ο -μεσήλικας πια- Λουίς με κάνα πούρο στο στόμα και η γλυκιά φίλη Γκρισέλντα να μεγαλώνει τα παιδιά της και ν' ακούει Θεοδωράκη και Μαρίζα Κωχ. Όπως τότε.
Είκοσι, είκοσι μία Οκτωβρίου -δεν θυμάμαι πια την ημερομηνία- που ξυπνήσαμε χαράματα για το ταξίδι της επιστροφής.
Έβρεχε πάλι και τα σάπια τροπικά φύλλα μύριζαν ακόμη περισσότερο. Η Γκρισέλντα έκλαιγε και μας έδινε από ένα μικρό, μαύρο κοράλλι, οι υπόλοιποι δημοσιογράφοι μετρούσαν τις προμήθειές τους σε πούρα κι εγώ είχα αρχίσει την αναπόληση... Ναι, προτού καν μπούμε στο πρώτο από τα τρία αεροπλάνα της επιστροφής!
Εννιά χρόνια μετά -σήμερα- και ο Κάστρο γνωρίζει πως όλα έχουν ήδη αλλάξει. Η Κούβα περιμένει απλώς την Ιστορία να της χτυπήσει την πόρτα. Ο τουρισμός, η «νέα» οικονομία και τα... παρεπόμενα έχουν ήδη στρογγυλοκαθίσει και την περιμένουν!



 

 

 


Art Paris
Αιθιοπία
Ανδαλουσία
Αφρική
Βαλκάνια
Βαλχάλα
Βανουάτου
Βαρκελώνη
Βενετία
Βερολίνο
Βερόνα
Βρυξέλλες

Cartagena

Espiritu Santo
Ινδίες
Ιράκ
Ιράν
Iσλανδία
Κάϊρο
Καραϊβική
Κassel
Κολομβία
Κοπενχάγη
Κούβα
Κωνσταντινούπολη:
Τo Σταυροδόμι των τεχνών
Κωνσταντινούπολη:
mια πόλη μέσα μου
Lago di Garda
Λονδίνο I
Λονδίνο II
Μαδρίτη
Μαλάουϊ
Μόσχα
Νείλος
Νέα Υόρκη
Nότιος Αφρική
Νορβηγία
Οδησσός
Ουγκάντα
Παρίσι
Πέργαμος
Περού
Πίζα
Ραροτόνγκα
Robben Island
Σαντιάγο
Σαράγεβο
Σμύρνη
Σοβέτο
San Pedro De Atacama
Σόφια
Σρι Λάνκα
Στα Νησιά του Πάσχα
Τζιμπουτί
Τόκυο
Τολέδο
Τυνησία
Φλωρεντία
Χιλή