iΑρχικήiσελίδα

iΤαυτότητα

iΠεριεχόμενα

iΑρχείο

iRadio Αrtως

iExodως3

 

 

 

 

 

 

 

 
Aποστολές

ΟΙ ΠΥΓΜΑΙΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ
Espiritu Santo

KEIMENO: ΝΑΣΟΣ ΧΡΙΣΤΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

«Η έκφραση «με κομμένη την ανάσα» δεν μπορεί να βρει πιο κατάλληλη χρήση. Αποσβολωμένοι οι θνητοί, αφουγκραζόμαστε τη θεϊκή ομιλία».

«Ανάμεσα από τα δέντρα εμφανίζεται μικρόσωμη γυναικεία μορφή: ανυπόδητη, με χόρτινη φούστα να τη σκεπάζει από τη μέση και κάτω και με ακάλυπτο τον κορμό. Ύψος γύρω στο ένα και σαράντα και ηλικία απροσδιόριστη. Πλησιάζει και χαμογελάει πλατιά».

 

Όταν ταξιδεύεις στις τροπικές ζώνες, περιμένεις να βρεθείς σε άγρια βλάστηση ή σε κοραλλένιες θάλασσες και να θαυμάσεις τα παραδείσια πολύχρωμα πουλιά ή τις χορευτικές φιγούρες των ψαριών. Να μυρίσεις τα μεθυστικά αρώματα των λουλουδιών, ν' ακούσεις το αδιάκοπο βουητό του ωκεανού και να γευθείς τους γλυκούς χυμούς των φρούτων.
Όλα αυτά θα τα ζήσεις σίγουρα και θα ευφρανθούν οι αισθήσεις σου. Όμως, αν έχεις διάθεση, μπορεί η εμπειρία των τροπικών να πλουτιστεί ακόμα περισσότερο. Ένας τρόπος -που ισχύει φυσικά για κάθε ταξιδιωτική εξόρμηση- είναι να βγεις από το κουβούκλιο των τουριστικών εκδρομών και να ζήσεις για καιρό ανάμεσα στους ιθαγενείς, να πλησιάσεις τη σκέψη τους και να νιώσεις τα συναισθήματά τους. Χρειάζεται χρόνος, που δεν είναι πάντα διαθέσιμος, είναι αλήθεια.
Υπάρχει, ωστόσο, και άλλη, σύντομη μέθοδος: να μην ακολουθήσεις τα γνωστά μονοπάτια, να εμπιστευτείς τη διαίσθησή σου και να παρασυρθείς σε λιγότερο συνηθισμένες πορείες. Όχι κατ' ανάγκη σε περιπέτειες. Απλώς, σε ξεχωριστές διαδρομές.

«Άγιο Πνεύμα» (Espiritu Santo) ονομάζεται ένα από τα νησιά που απαρτίζουν το σύμπλεγμα του Βανουάτου στον Νότιο Ειρηνικό. Οι ντόπιοι το απλοποιούν και το φωνάζουν μόνο «Άγιο». Έχει ελάχιστους κατοίκους, σκορπισμένους σε παράκτια χωριά που άλλα έχουν πρόσβαση αποκλειστικά από τη θάλασσα και άλλα από ελικοειδείς χωματόδρομους, χαμένους στη ζούγκλα.
Το ταλαιπωρημένο φορτηγάκι προχωράει στα πράσινα βάθη, καθώς μουσκεύεται από τις καυτές σταγόνες και ταράζεται από τις σκληρές κυρτώσεις του λασπωμένου δρόμου. Ο οδηγός πασχίζει να μας απαλύνει την ταλαιπωρία, διηγούμενος ιστορίες και μύθους: για τελώνια που εμφανίζονται ξαφνικά στο δάσος και μπαίνουν στη ζωή των ανθρώπων, για παραδόσεις που μεταδίνονται από γενιά σε γενιά, για το σημείο που είναι βυθισμένο το αμερικανικό πλοίο, πολεμικό αρματαγωγό του δεύτερου μεγάλου πολέμου που χτύπησε από λάθος χειρισμό σε συμμαχική νάρκη και έμεινε από τότε εκεί, στα αβαθή του κόλπου, σκουριασμένο τουριστικό αξιοθέατο.
Εκείνο που δεν αντιλαμβάνεται ο οδηγός είναι πως δεν είναι η σωματική ταλαιπωρία που μας κρατάει σιωπηλούς. Ψυχική είναι η ενόχληση, όπως προχωρούμε και διαπιστώνουμε με κάποιες τύψεις σε ποια κατάσταση μπορούν να επιβιώνουν συνάνθρωποί μας.

«Μα, αλήθεια, κατοικείται αυτή η περιοχή;» εξωτερικεύουμε κάποια στιγμή την απορία μας.
«Και βέβαια.»
«Μα καλά. Χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς νερό τρεχούμενο, χωρίς συγκοινωνία;»
«Δεν τα χρειάζονται. Ούτε τα επιζητούν. Είναι ευτυχισμένοι με ό,τι έχουν.»
Διατηρώντας τις δικαιολογημένες αμφιβολίες του πολιτισμού μας, διακόπτουμε τον διάλογο και αφηνόμαστε στην παρατήρηση του βρεγμένου τοπίου. Ώσπου ακούμε πάλι τη φωνή του οδηγού.
«Από εδώ αρχίζει η περιοχή των Πυγμαίων. Δεν επιτρέπεται να σταματήσουμε παρά στην πλατεία του χωριού. Και, παρακαλώ, κατεβάστε την κάμερα. Αργότερα.»

Στην κεντρική πλατεία των Πυγμαίων
Δεν προσπαθούμε να εξηγήσουμε τούτο το παράδοξο και αρκούμαστε να ανταποδίνουμε τον χαρούμενο χαιρετισμό των ημίγυμνων παιδιών, που παρατάνε το παιχνίδι και τρέχουν προς το αυτοκίνητο, ή την καταδεκτική κίνηση του κεφαλιού των μεγάλων που βαδίζουν σοβαροί κι αμίλητοι.
Και φτάνουμε στην πλατεία. Δηλαδή ένα ξέφωτο με τρεις-τέσσερις λασποκαλύβες γύρω-γύρω και καμιά δεκαριά γαβριάδες, σε πλήρη ξυποληταρία, να κυνηγάνε μια δερμάτινη πατσαβούρα και να παριστάνουν τους ποδοσφαιριστές μέσα στα χωμάτινα βροχόνερα. Η άφιξη των επισκεπτών σταματάει την κλωτσοπατινάδα και οδηγεί τους παίκτες προς το φορτηγό. Φροντίζουν, πάντως, πρώτα να πλυθούν παίρνοντας με τα χέρια νερό από τις λάσπινες λακκούβες και καταβρέχοντας μ' αυτό τα κορμάκια τους!
Έρχονται κοντά μας αμίλητα, αλλά χαμογελαστά κι αμέσως μας προσφέρουν δώρα: ένα γκρέιπ-φρουτ και ένα μοσχομυριστό φύλλο από κάποιο άγνωστό μας τροπικό φυτό. Στέκουμε αμήχανα μπροστά τους, μα ευτυχώς τα βλέμματά τους στρέφονται πίσω μας σε ένδειξη ότι κάτι συμβαίνει. Πράγματι, ανάμεσα από τα δέντρα εμφανίζεται μικρόσωμη γυναικεία μορφή: ανυπόδητη, με χόρτινη φούστα να τη σκεπάζει από τη μέση και κάτω και με ακάλυπτο τον κορμό. Ύψος γύρω στο ένα και σαράντα και ηλικία απροσδιόριστη, καθώς τα γκρίζα μαλλιά και οι ρυτίδες του προσώπου δεν δένουν ούτε με τη σφριγηλότητα του γυμνού στήθους ούτε με την ευκινησία του σώματος ούτε με την κατάλευκη οδοντοστοιχία.
Πλησιάζει και χαμογελάει πλατιά. Με χειρονομίες δείχνει ότι δέχεται να φωτογραφηθεί και, πάλι με χειρονομίες, μας προσκαλεί σε μια απ' τις καλύβες, στο σπίτι της. Στην είσοδο την υποδέχονται δυο αδύναμα γατάκια κι αυτή τα χαϊδεύει με λατρεία. Τα μάτια μας αργούν να συνηθίσουν το σκοτάδι και να περιφερθούν στον χώρο: στις κουρελούδες που χρησιμεύουν για στρώματα κατάχαμα, στη γωνιά όπου μισοαχνίζει μια χύτρα, στις όρνιθες που αλωνίζουν ανενόχλητες. Ακολουθούμε τη γυναίκα μέχρι την έξοδο, στην άλλη άκρη, όπου η χαρά της ζωγραφίζεται ολάκερη, καθώς ξεσκεπάζει τέσσερα κουταβάκια που θηλάζουν. Τα επιδεικνύει με περηφάνια, ζητάει να τη φωτογραφίσουμε μαζί τους και, μετά, μας συνοδεύει μέχρι το αυτοκίνητο. Είναι ευτυχισμένη.
Στην παραπέρα καλύβα, ένα ξύλινο κουτί θυμίζει ότι κάθε δωρεά είναι ευπρόσδεκτη. Όμως κανείς, ούτε η γυναίκα ούτε τα παιδιά ούτε ο άντρας που ξεμύτισε πιο κάτω έκαναν οποιαδήποτε κίνηση για να μας υποδείξουν την ύπαρξή του.
Νοτιότερα, στο μικροσκοπικό νησί με το όνομα «Τάννα», δεν βρέχει. Η βλάστηση, ωστόσο, και η κατάσταση του οδικού δικτύου ούτε εδώ διευκολύνουν ιδιαίτερα την πρόσβαση προς το τοπικό αξιοθέατο: το ενεργό ηφαίστειο Γιασούρ. Η διαφορά είναι πως η θερμοκρασία επιτρέπει τη διαδρομή σε ανοιχτό τζιπ και, έτσι, οι μυρωδιές του δάσους που ευωδιάζουν την ατμόσφαιρα μάς δημιουργούν μιαν ευχάριστη προσδοκία. Ο ήλιος δεν έχει δύσει ακόμα, αλλά τα πυκνά δέντρα αφήνουν επιλεκτικά μόνο τις ακτίνες του να τα διαπερνούν.

Αυτά, μέχρις ενός ορισμένου σημείου, γιατί οι συνθήκες αλλάζουν ριζικά. Από τη μια, η βλάστηση ελαττώνεται κι από την άλλη, ο αέρας βαραίνει. Μυρίζει έντονα θειάφι και η γκρίζα σκόνη, που μειώνει την ορατότητα του οδηγού, πονάει στα μάτια και μας αναγκάζει να κλειστούμε στο εσωτερικό του τζιπ.
Μικρός ανήφορος και νέα μεταβολή. Δέντρα δεν υπάρχουν πια, ο κόκκινος φωτοδότης δίσκος διακρίνεται καθαρά στο βάθος αλλά, πολύ κοντύτερα και πολύ καθαρότερα, σχηματίζεται ο όγκος του ηφαιστείου, με τον σκούρο καπνό του να αναδύεται απειλητικά.
«Εκεί που κατευθυνόμαστε τώρα, κατεβαίνοντας, υπήρχε λίμνη. Τα ανοίγματα, όμως, που δημιούργησε το Γιασούρ την εξαφάνισαν. Και η στάχτη του κάλυψε όλη την περιοχή. Βλέπετε πώς φαίνονται τα ίχνη από τις ρόδες;»
«Βλέπουμε. Αλλά αν βρέξει ξαφνικά, τι γίνεται;»
«Θα δυσκολέψουν τα πράγματα. Στη χειρότερη περίπτωση, θα διανυκτερεύσουμε στο αυτοκίνητο.»
Προτιμάμε να παραβλέψουμε την... καθησυχαστική αυτή παρατήρηση και συνεχίζουμε να έχουμε στραμμένα τα μάτια στο Γιασούρ.
«Το επίπεδο δραστηριότητάς του σήμερα είναι τρία. Γι' αυτό και μπορούμε να πλησιάσουμε περισσότερο. Αλλιώς θα ήμασταν αναγκασμένοι να σταθούμε εδώ.»
Η σταχτολίμνη τελειώνει, το τζιπ στρίβει από την πίσω μεριά του βουνού, η βλάστηση πυκνώνει πάλι και ο δρόμος γίνεται απότομα ανηφορικός και ανυπόφορα ενοχλητικός. Ευτυχώς, αυτή η κατάσταση δεν διαρκεί πολύ. Νέο ξέφωτο και παρκάρισμα.
Σε απόσταση μικρότερη των πεντακοσίων μέτρων εμπρός μας, το ηφαίστειο καπνίζει και βροντάει. Κάθε βροντή και σωρός από καυτές πέτρες εκτοξεύονται στα ύψη, κάθε έκρηξη και ο ορίζοντας βάφεται κόκκινος, όχι από τα χρώματα της δύσης τούτη τη φορά, αλλά από τη λάβα των σωθικών του πλανήτη μας.

Ανεβαίνουμε, περπατώντας με κόπο πάνω σε στάχτες, μέχρι το κοντινότερο επιτρεπτό σημείο, περίπου διακόσια μέτρα από το χείλος του κρατήρα.
«Αν τυχόν δείτε να έρχονται πέτρες κατά 'δω, μην αρχίσετε να τρέχετε. Κοιτάξτε πάνω, παρακολουθείστε την πορεία τους και ανάλογα καλυφθείτε!»
Το ύφος του οδηγού είναι ήρεμο, σε απόλυτη αντίθεση προς τη δική μας εσωτερική αντίδραση. Καθόμαστε ή ξαπλώνουμε στο ζεστό έδαφος, παρακολουθούμε απορημένοι τους ατμούς από κάτι βράχια δίπλα μας, ευχόμαστε να μην αλλάξει η φορά του ανέμου και περιμένουμε τη δύση του ήλιου. Το φαινόμενο εξελίσσεται, λέει, σε φαντασμαγορικό μόλις σκοτεινιάσει.
Η πληροφορία αποδεικνύεται σωστή. Τι θέαμα, Θεέ μου!

Σε όχι και τόσο αραιά διαστήματα, καθώς κινείται η γη από κάτω μας, διαφορετικής έντασης εκρήξεις στέλνουν βροχή τα κόκκινα ρουμπίνια τα οποία, αφού διαγράψουν κατακόρυφη μόνο πορεία, επιστρέφουν στον κρατήρα τους ή σε μικρή απόσταση γύρω του. Τα σύννεφα από τα προηγούμενα ξεσπάσματα παίρνουν το χρώμα της λάβας και τα φυσικά πυροτεχνήματα καταυγάζουν το σκοτάδι. Γήινο φως τινάζεται προς τον ουρανό. Μαγεία!
Η έκφραση «με κομμένη την ανάσα» δεν μπορεί να βρει πιο κατάλληλη χρήση. Αποσβολωμένοι οι θνητοί, αφουγκραζόμαστε τη θεϊκή ομιλία.
Ο απτόμενος των ορέων και καπνίζονται...



 
Αρχείο
Αφιερώματα
Λόγιαiστοiχαρτί
Έλληνες Σκιτσογράφοι
Έναiταξίδιiστοiχρόνο
Σπύρος Ορνεράκης
Συνεντεύξεις
Aποστολές
Τόποι & προορισμοί
Για συλλέκτες / Εξώφυλλα
Ότανiέρχονταιiοιiφίλοιiμας

Art Paris
Αιθιοπία
Ανδαλουσία
Αφρική
Βαλκάνια
Βαλχάλα
Βανουάτου
Βαρκελώνη
Βενετία
Βερολίνο
Βερόνα
Βρυξέλλες

Cartagena

Espiritu Santo
Ινδίες
Ιράκ
Ιράν
Iσλανδία
Κάϊρο
Καραϊβική
Κassel
Κολομβία
Κοπενχάγη
Κούβα
Κωνσταντινούπολη:
Τo Σταυροδόμι των τεχνών
Κωνσταντινούπολη:
mια πόλη μέσα μου
Lago di Garda
Λονδίνο I
Λονδίνο II
Μαδρίτη
Μαλάουϊ
Μόσχα
Νείλος
Νέα Υόρκη
Nότιος Αφρική
Νορβηγία
Οδησσός
Ουγκάντα
Παρίσι
Πέργαμος
Περού
Πίζα
Ραροτόνγκα
Robben Island
Σαντιάγο
Σαράγεβο
Σμύρνη
Σοβέτο
San Pedro De Atacama
Σόφια
Σρι Λάνκα
Στα Νησιά του Πάσχα
Τζιμπουτί
Τόκυο
Τολέδο
Τυνησία
Φλωρεντία
Χιλή