iΑρχικήiσελίδα

iΤαυτότητα

iΠεριεχόμενα

iΑρχείο

iRadio Αrtως

iExodως3

 

 

 

 

 

 

 

 
Aποστολές

CARTAGENA
Η βία εν ονόματι του Χριστού

KEIMENO: ΝΑΣΟΣ ΧΡΙΣΤΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

Από αρχαιοτάτων χρόνων απαντάται η συνήθεια να ονομάζουν οι κατακτητές τις αποικίες τους (ή οι έποικοι τις νέες τους πατρίδες) κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να τους θυμίζουν τις πατρογονικές ρίζες. Οι Φωκαείς ιδρύουν, περί τα 600 π.Χ. τη Φώκαια (τη σημερινή Μασσαλία). Οι Μεγαρείς, με αρχηγό τον Βύζαντα, μετοικούν την ίδια περίπου εποχή σε τόπο που βαφτίζουν Βυζάντιο. Ο Αλέξανδρος μεταφέρει παντού το ελληνικό μήνυμα, καθώς η μια Αλεξάνδρεια διαδέχεται την άλλη. Πολλούς αιώνες αργότερα, μετανάστες αποκαλούν τις καινούργιες εστίες τους στις ΗΠΑ «Αθήνα», «Φλωρεντία», «Νορβηγία», «Νέα Υόρκη» και στην Αυστραλία «Νέα Νότια Ουαλία», «Βικτώρια» κλπ. Το ίδιο και οι δικοί μας πρόσφυγες: «Νέα Σμύρνη», «Νέα Φιλαδέλφεια».
Ανάμεσα στην αρχαιότητα και στη σχεδόν σύγχρονη εποχή, ανάλογα ενεργούν οι Ισπανοί conquistadores στη Λατινική Αμερική. Αποκαλούν την έκταση που καλύπτουν τα τωρινά κράτη Βενεζουέλα, Κολομβία, Παναμάς και Περού, «Δημοκρατία της Νέας Γρανάδας», το δε εμπορικά σημαντικότερο και αμυντικά στρατηγικότερο λιμάνι της περιοχής, «Καρχηδόνα των Ινδιών» (στη γλώσσα τους: Cartagena de Indias). Η εξήγηση για το τελευταίο βρίσκεται στο ότι ο αρχηγός των κατακτητών προερχόταν από την ισπανική Cartagena, η οποία είχε με η σειρά της ονομαστεί έτσι από τον στρατηλάτη Ασδρούβα που καταγόταν από την βορειοαφρικανική Καρχηδόνα (Cartago).

«Ενδιαφέρουσα αυτή η ιστορική-γλωσσολογική εισαγωγή, αλλά πού αποβλέπει;»
«Στην επισήμανση της συνέχειας της ανθρώπινης συμπεριφοράς, που δεν αρκείται όμως στην απλή μεταβολή των ονομάτων, κάτι το οποίο δεν θα ήταν ίσως αξιόμεμπτο, αλλ' επεκτείνεται στην επιβολή των πολιτιστικών ηθών και των θρησκευτικών δοξασιών των κατακτητών, προφανώς θεωρουμένων ανωτέρου επιπέδου από εκείνο των ιθαγενών! Και, για να περιοριστούμε στην πρόσφατη ιστορία, η περίπτωση των Ινδιάνων της Αμερικής, βόρειας και νότιας, είναι χαρακτηριστική.»
«Ακούω τι έχεις να καταμαρτυρήσεις ειδικότερα.»
«Ας μείνουμε στην Cartagena. Από την ώρα που κατελήφθη, όχι μόνο μετονομάστηκε, συμπαρασύροντας και το κυριότερο προάστιό της Jimani που άκουγε πια στο όνομα Γεθσημανή, αλλ' υπέκυψε στην ισπανική αρχιτεκτονική και άρχισε βαθμηδόν να συνειδητοποιεί τα «πλεονεκτήματα» της χριστιανικής θρησκείας. Σε αντάλλαγμα της προστασίας που της εξασφάλιζε ο νέος της αφέντης, με εκτέλεση οχυρωματικών έργων, οικοδόμηση τειχών και παροχή στρατιωτικής τεχνογνωσίας (προς ίδιον όφελος, εννοείται), αποδέχτηκε την απεμπόληση των τοπικών αισθητικών αντιλήψεων και εμπέδωσε σταδιακά τη διδασκαλία του Ιησού. Τι σημασία είχε, αν η εν λόγω εμπέδωση στηρίχτηκε στην ελεύθερη βούληση ή στη βίαια υποταγή; Ας μην λησμονείται το γεγονός ότι οι εκστρατείες χρηματοδοτούνταν τόσο από το στέμμα όσο και από την καθολική εκκλησία. Οπότε, εκόντες άκοντες, οι ιθαγενείς ασπάζονταν τη θρησκεία των κατακτητών.»

«Τη θρησκεία, δηλαδή, που κηρύσσει την αγάπη.»
«Ακριβώς. Για να θυμούνται, λοιπόν, το εν λόγω κήρυγμα οι κάτοικοι, ακολούθησε γενική μετονομασία των δρόμων που ισχύει μέχρι σήμερα: οι άγιοι Πέτρος, Δομήνικος, Φραγκίσκος έχουν την τιμητική τους, η δε Παναγία βρίσκεται παντού με τις διάφορες "ιδιότητές" της. Αυτό, ωστόσο, είναι το λιγότερο. Η υπόμνηση του κηρύγματος της αγάπης και οι συνέπειες της τυχόν απομάκρυνσης των πιστών γινόταν και με δραστικότερη μέθοδο: με την Ιερά Εξέταση. Έτσι σήμερα ο τουρίστας, ως πρώτο αξιοθέατο, επισκέπτεται τον χώρο της ευγενούς εκείνης προσπάθειας. Βλέπει τα όργανα της πειθούς στην αίθουσα των βασανιστηρίων: το κρεβάτι με τα σκοινιά που τέντωναν τα οστά των παραστρατημένων, άλλα μηχανήματα για τη θραύση των δακτύλων ή της σπονδυλικής στήλης όταν το απαιτούσε η ανάγκη, τα αγκαθωτά κολάρα, το τσεκούρι του δήμιου, ακόμα και την γκιλοτίνα, η οποία αποδεικνύεται πως δεν ήταν τελικά εφεύρεση των Γάλλων επαναστατών! Μα και ένα άλλο εύρημα παρουσιάζει ενδιαφέρον: η ζυγαριά των μαγισσών. Όποτε διατυπωνόταν σχετική κατηγορία, αφενός μετριόταν το ύψος και αφετέρου υπολογιζόταν το βάρος της κατηγορουμένης. Αν ζύγιζε περισσότερο από όσο θα επέτρεπε το ύψος της, καταδεικνυόταν πλέον πέραν πάσης αμφιβολίας η παρουσία του Σατανά στο υπέρβαρο!»

«Ενδιαφέρουσα προσέγγιση, μα την αλήθεια. Και ακούγεται πειστική.»
«Απολύτως. Η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού ανήκει τώρα στο καθολικό δόγμα. Για να μην είμαστε, όμως, μονομερείς στην περιγραφή, οφείλουμε να τονίσουμε και τα άλλα αξιοθέατα της πόλης. Κορυφαίο μεταξύ τους είναι το ησυχαστήριο του San Pedro Claver, ενός Ισπανού μοναχού που έζησε εδώ σαράντα χρόνια υπερασπιζόμενος, προστατεύοντας, διδάσκοντας και περιθάλποντας άντρες και γυναίκες της μαύρης φυλής, αυτούς που έφερναν από την Αφρική τα καράβια των σκλάβων. Οι απάνθρωπες συνθήκες της μεταφοράς και, στη συνέχεια, της εργασίας τους στα ορυχεία και στους αγρούς έβρισκαν κάπως το αντίδοτό τους στην αγκαλιά του San Pedro. Πατέρας και φίλος, μαζί με την πίστη στον Θεό δώριζε στις δυστυχισμένες εκείνες υπάρξεις ψήγματα ελπίδας και χαμένης αξιοπρέπειας.»



«Πάλι καλά. Όπου αποδεικνύεται ότι η γενίκευση δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος. Αλλ' όμως, με την Ελλάδα έχει άλλο κοινό σημείο η Cartagena ή, επί το ελληνικότερο, η Καρχηδόνα; Εκτός από την ονοματοδοσία των αποικιών;»
«Ναι: το 1821. Ήταν το έτος της οριστικής ανεξαρτητοποίησης από την Ισπανία. Αφού, προηγουμένως, είχε μεσολαβήσει μια άλλη ημερομηνία: η 11η Νοεμβρίου του 1811 (αριθμητικά 11/11/11). Έναν αιώνα και κάτι νωρίτερα από την 11η Νοεμβρίου στις 11 το πρωί (του 1918 αυτή τη φορά), όταν υπεγράφη η συνθήκη ανακωχής του Α' Παγκόσμιου Πολέμου, η περίεργη σύμπτωση των αριθμών σήμανε το έναυσμα για το πρώτο επαναστατικό σκίρτημα των κατοίκων. Χρειάστηκε να έρθει το 1821, όμως, για να καταστεί οριστική η αποτίναξη του ισπανικού ζυγού και για να πάρει η πόλη, το "κλειδί του βασιλείου" όπως αποκαλούνταν μέχρι τότε, τον δρόμο της ελευθερίας και της προόδου . Χρειάστηκε, βέβαια, και η συμπαράταξη με τις ανταγωνιστικές αποικιοκρατικές δυνάμεις, την Αγγλία και τη Γαλλία, αλλά ποιος ενδιαφέρεται τώρα για τέτοιες λεπτομέρειες;»
«Ωραία. Αρκετά με το παρελθόν, τη θρησκεία και την ιστορία. Ως προς το παρόν, πώς εξελίσσεται η πόλη;»
«Άριστα. Δεν διαθέτει μεν (τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό) τη μοναδική εκείνη ιδιότητα του Μεντεγίν, το συνεχές χαμόγελο των κατοίκων, παραμένει ωστόσο ένας ιδιαίτερα ευχάριστος προορισμός. Όντας παραθαλάσσια, έχει το πλεονέκτημα της ευχερέστερης πρόσβασης και, με τροπικό αλλά ταυτόχρονα όχι αφόρητα ζεστό κλίμα χάρη στον βόρειο άνεμο, προσφέρεται ολόκληρο τον χρόνο για κάθε είδος τουρισμού: αναψυχής, συνεδριακού, αθλητικού. Είναι, εξάλλου, πόλη με αντιθέσεις. Από τη μια πλευρά, αμμώδεις παραλίες με τεράστια και σύγχρονα ξενοδοχεία, πληθώρα ανέσεων για τους λουόμενους και σκιερά καλύμματα (φυσικά ή τεχνητά) για άμυνα απέναντι στον καυτό ήλιο. Από την άλλη πλευρά, η παλιά πόλη: τριγυρισμένη από τα ανέπαφα τείχη της εποχής των Ισπανών, πολλές από τις πολεμίστρες των οποίων έχουν παραχωρήσει τη θέση τους σε κεντράκια για ρομαντικές βραδιές, χαρίζει σχετική δροσιά στο εσωτερικό της, καθώς η θαλάσσια αύρα διαπερνάει τους δρομίσκους της. Τα σπίτια φρεσκοβαμμένα με φωτεινές πινελιές, τα χαγιάτια να θυμίζουν έντονα τον ισπανικό και μουσουλμανικό ρυθμό, οι μικροπωλητές να εφοδιάζουν τον ταξιδιώτη με χυμούς από κάθε λογής τροπικά φρούτα (παπάγια, μαρακούγια, μάνγκο, γκουανάβανα) μαζί με τα γνωστά μας καρπούζια και πεπόνια, τα εστιατόρια πρόθυμα να χαρίσουν πρωτότυπες γεύσεις και να σε ποτίσουν με τοπικά τερψιλαρύγγια.»

«Προκλητικά μοιάζουν όλα τούτα.»
«Εξίσου προκλητικές, μα συνάμα νοσταλγικές και λυπημένες, είναι και οι νότες της ντόπιας μουσικής. Μιας μουσικής, που ταξιδεύει τετρακόσια τόσα χρόνια πίσω, κληρονομιά των πρώτων σκλάβων από τη Γουϊνέα, οι οποίοι στηρίζονταν σ' αυτή για να συνεχίσουν να ονειρεύονται την ποθητή λευτεριά τους. Και μιας άλλης μουσικής, που συνοδεύει τα ζευγάρια ή τα γκρουπ κατά τις νυκτερινές ώρες, καθώς λικνίζονται ρυθμικά και αισθησιακά, διασκεδάζοντας τους τουρίστες και αναπολώντας το δικό τους απόμακρο παρελθόν. Γιατί δεν είναι όλα ρόδινα στη ζωή τους. Μπορεί τα καραβάνια από τα κρουαζιερόπλοια να εγγίζουν την απατηλή επιφάνεια, αλλά η πόλη έχει και τις φτωχικές συνοικίες της. Οι περισσότερες, λένε οι κάτοικοι, είναι ακίνδυνες. Η εγκληματικότητα, λένε οι ίδιοι, δεν είναι ψηλή. Παρ' όλα αυτά, συνεχίζουν, ο δρόμος της πραγματικής προόδου είναι μακρύς. Και η βοήθεια που περιμένουν από τις πλουσιότερες χώρες, επισημαίνουν με σεμνή περηφάνια, δεν πρέπει να περιορίζεται στο χρήμα που εισρέει από τον περιστασιακό τουρισμό. Χρειάζονται ουσιαστικότερη αρωγή. Κυρίως δε, χρειάζονται να αισθανθούν την ισότητα και να βιώσουν την αναγνώριση της ανθρώπινης αξίας τους.»...



 
Αρχείο
Αφιερώματα
Λόγιαiστοiχαρτί
Έλληνες Σκιτσογράφοι
Έναiταξίδιiστοiχρόνο
Σπύρος Ορνεράκης
Συνεντεύξεις
Aποστολές
Τόποι & προορισμοί
Για συλλέκτες / Εξώφυλλα
Ότανiέρχονταιiοιiφίλοιiμας

Art Paris
Αιθιοπία
Ανδαλουσία
Αφρική
Βαλκάνια
Βαλχάλα
Βανουάτου
Βαρκελώνη
Βενετία
Βερολίνο
Βερόνα
Βρυξέλλες

Cartagena

Espiritu Santo
Ινδίες
Ιράκ
Ιράν
Iσλανδία
Κάϊρο
Καραϊβική
Κassel
Κολομβία
Κοπενχάγη
Κούβα
Κωνσταντινούπολη:
Τo Σταυροδόμι των τεχνών
Κωνσταντινούπολη:
mια πόλη μέσα μου
Lago di Garda
Λονδίνο I
Λονδίνο II
Μαδρίτη
Μαλάουϊ
Μόσχα
Νείλος
Νέα Υόρκη
Nότιος Αφρική
Νορβηγία
Οδησσός
Ουγκάντα
Παρίσι
Πέργαμος
Περού
Πίζα
Ραροτόνγκα
Robben Island
Σαντιάγο
Σαράγεβο
Σμύρνη
Σοβέτο
San Pedro De Atacama
Σόφια
Σρι Λάνκα
Στα Νησιά του Πάσχα
Τζιμπουτί
Τόκυο
Τολέδο
Τυνησία
Φλωρεντία
Χιλή